Ἡ σχέση τῶν Ἀγγέλων πρὸς τοὺς ἀνθρώπους

«Ὁ Θεὸς ἐπέβη ἐπὶ Χερουβίμ καὶ ἐπετάσθη
ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» (Ψαλ. 17,11)

 

    Πόσο δύσκολη ὑπόθεση εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἔννοιας καὶ τῆς φύσεως τῶν Ἀγγέλων!

   Ἐκεῖνοι εἶναι ὄντα πνευματικὰ καὶ ἄυλα, ἐμεῖς σωματικὰ καὶ ὑλικά. Ὅσο καὶ νὰ ἐπιστρατεύσουμε τὴ φαντασία μας, ὅσο κι ἄν προσπαθήσουμε νὰ δημιουργήσουμε ἕνα εἶδος ἀναγωγῆς στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων, μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακαλύψουμε, ἔστω καὶ τὸ παραμικρὸ ἴχνος τῆς ὑποστάσεώς τους. Παρὰ ταῦτα, σύμβουλος πολύτιμος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς εἶναι γιὰ μᾶς οἱ μαρτυρίες, τόσο τῆς Παλαιᾶς, ὅσο καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θὰ λέγαμε, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ ὄνομα τῶν Ἀγγέλων δὲν ἀνταποκρίνεται στὴ φύση τους, ἀλλὰ στὸ ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκαν∙ εἶναι, κατὰ συνέπεια, οἱ ἀγγελιαφόροι τῆς θείας βουλήσεως πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Πιὸ συγκεκριμένα, εἶναι: «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα» (Ἑβρ. 1, 14). Ἀποτελοῦν ἕναν κόσμο μυστηριώδη καὶ διαφεύγει τὴ συνήθη ἀντίληψή μας, ἐνῶ πολλὲς φορὲς ἡ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεώς τους εἶναι ἀποτέλεσμα ἀδυναμίας γνωστικῆς κατανοήσεως ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων.
   Οἱ Ἅγγελοι εἶναι, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι, δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἀρχαί, εἴτε ἐξουσίαι, τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». (Κολ. 1, 16). Ἡ φύση τῶν πνευματικῶν αὐτῶν ὑπάρξεων εἶναι σαφῶς τελειότερη ἐκείνης τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Λουκᾶς εἶναι σαφής: «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει» (24, 39). Είναι, λοιπόν, ὄντα ἄυλα καὶ ἀσώματα. Ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ μετασχηματίζονται καὶ νὰ προσλαμβάνουν ἀνθρώπινη μορφή, νὰ συνομιλοῦν καὶ νὰ συντρώγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους: «...καὶ ἰδοὺ τρεῖς παῖδες εἰστήκεισαν ἀπάνω αὐτοῦ (τοῦ Ἀβραάμ),ἔλαβε δὲ βούτυρον καὶ γάλα, καὶ τὸ μοσχάριον ὅ ἐποίησε, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον».(Γέν. 18,2-8). Πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν τριῶν Ἀγγέλων στὴν περιοχὴ Μαμβρῆ, ὅπου ἦταν ἐγκαταστημένος ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἡ οἰκογένειά του. Ἡ ἄφιξή τους ἀποσκοποῦσε στὴν ἀγγελία συλλήψεως τῆς Σάρρας υἱοῦ, τοῦ Ἰσαάκ. Συμβολίζουν δὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, σύμφωνα μὲ τὴ γενικότερη ἀνατολικὴ νοοτροπία, κατατεθημένη στὶς μυθολογίες τῶν λαῶν αὐτῶν, προσαρμόζει, στὴν ἀποκάλυψη τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ, τὸ σχῆμα τοῦ ἀνατολίτη κυρίαρχου. Πρόκειται, ἀσφαλῶς, γιὰ ἀνθρωπομορφικὲς περὶ Θεοῦ ἐκφράσεις, γιατὶ μόνον ἔτσι ὀ Θεὸς θὰ γίνει ἀντιληπτός: «εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ». Τὰ μέλη τῆς αὐλῆς του εἶναι καὶ ὑπηρέτες του συγχρόνως, οἱ ὁποῖοι μάλιστα χαρακτηρίζονται ὡς ἅγιοι: «εἴ τινα ἁγίων ὄψη». (Ἡσ. 5,1).
   Ἀνάμεσα στοὺς Ἀγγέλους, τὰ Χερουβίμ –τὸ ὄνομά τους ἔχει καταγωγὴ Μεσοποταμιακή-, ὑποβαστάζουν τὸν θρόνο του: «ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ» (Ψαλ. 79,2), σύρουν τὸ ἅρμα του (Ἰεζ. 10,1), φυλάσσουν τὴν εἴσοδο τῆς κατοικίας του καὶ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στοὺς βέβηλους: (Γέν. 3,24). Τὰ Σεραφείμ, -ἡ λέξη σημαίνει (καυστικοί)-, ψάλλουν τὴ δόξα του: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ» (Ἡσ. 6,3). Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς καθαρίζει τὰ χείλη τοῦ Ἡσαΐα, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ καθαγιασμοῦ τῆς ἀποστολῆς του: «ἕν τῶν Σεραφείμ...ἥψατο τοῦ στόματός μου» (Ἡσ. 6,7). Τὰ Σεραφείμ τὰ συναντᾶμε ἀκόμη στὴν εἰκονογραφία τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντα, προστατεύοντας τὴν Κιβωτὸ μὲ τὶς πτέρυγές τους: «καὶ ἐποίησεν δύο Χερουβείμ δέκα πήχεων» (Γ΄Βασ.6,23).
   Ὁ οὐράνιος ἀγγελικὸς κόσμος ξαναϋψώνει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ βρίσκεται στὴ διάθεσή του, γιὰ νὰ κυβερνήσει τὸν κόσμο, ἐκτελώντας τὶς διαταγές του, δοξολογώντας τον: «εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ» (Ψαλ. 102,20). Κοντὰ στοὺς αἰνιγματικοὺς αὐτοὺς ἀγγελιαφόρους, οἱ βιβλικὲς διηγήσεις μαρτυροῦν ἕναν Ἄγγελο τοῦ Γιαχβέ. Ὁ Γιαχβὲ εἶναι κάτοικος ἑνὸς ἀπρόσιτου φωτός: «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται» (Α΄ Τιμ. 6,13). Δὲν ἐπιτρέπει νὰ δοῦν τὸ πρόσωπό του οἱ ἄνθρωποι: «οὐ δύναται ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου» (Ἔξ. 33,20). Οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸν Θεὸ δὲ διακρίνουν παρὰ μιὰ μυστηριώδη ἀντανάκλαση.
   Οἱ ἀπόψεις τῶν συγγραφέων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ κατ’ ἐπέκταση τῶν συγγρφέων εἶναι σαφεῖς καὶ συγκεκριμένες, σχετικὰ μὲ τὸ ἔργο τῶν Ἀγγέλων: ἄλλοτε καλὸ καὶ ἄλλοτε κακό.Γιὰ παράδειγμα, ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν καλό του Ἄγγελο, γιὰ νὰ ἀγρυπνήσει στὸν Ἰσραήλ. «Ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου» (Ἔξ. 23,20). Ὅμως, γιὰ μιὰ ὀλέθρια ἀποστολὴ ἐπιστρατεύει τοὺς ἀγγέλους τοῦ κακοῦ: «ἐξαπέστειλε θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ θλῖψιν ἀποστολὴν δι’ ἀγγέλων πονηρῶν» (Ψαλ. 77,49), καὶ ἀποστρέφει τὸν ἐξολοθρευτὴ ἀπὸ τὸ ἔργο του: «καὶ οὐκ ἀφήσει τὸν ὀλοθρεύοντα εἰσελθεῖν» (Ἔξ. 12,23).
   Ἡ σύγχυση τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων φτάνει στὸ σημεῖο τῆς συμμετοχῆς τοῦ Σατανᾶ στὴν αὐλὴ τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἰδοὺ ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ παραστῆσαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ὁ διάβολος ἦλθε μετ’ αὐτῶν» (Ἰώβ,1,6). Ἡ κατάκτηση ἑνος λαοῦ συμπαρασύρει στὴ δίνη της νοοτροπίες καὶ ἰδεολογίες, ἐπειδὴ οἱ νέες συνθῆκες ζωῆς καὶ ὁ συγκρητισμὸς (ἡ ἀνάμειξη στοιχείων κοινωνικῶν ἤ θρησκευτικῶν), γίνονται αἰτία προσαρμογῆς καὶ ἐλπίδας. Ἔτσι, τὰ ἀγγελικὰ καθήκοντα ἐξειδικεύονται περισσότερο καὶ οἱ ἄγγελοι ἀποκτοῦν ἠθικὴ ποιότητα, σὲ σχέση μὲ τὸ ρόλο τους: ἀγαθοὶ Ἄγγελοι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, σατανᾶς καὶ δαίμονες ἀπὸ τὸ ἄλλο. Στὴ χρονικὴ αὐτὴ περίοδο ὑπάρχει σταθερὴ ἔνταση, μεταξὺ τῶν δύο: «ἐστῶτα -ὁ ἱερέας Ἰησοῦς-, πρὸ προσώπου ἀγγέλου Κυρίου, καὶ ὁ διάβολος εἰστήκει ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τοῦ ἀντικεῖσθαι αὐτῷ» (Ζαχ. 3,1).
   Στὸν χῶρο τῆς Νέας Συμφωνίας, οἱ Ἄγγελοι συνεχίζουν μὲ τὴν ἴδια προοπτική. Παραμένουν οἱ μυστηριώδεις ἀγγελιαφόροι. Ὁ Γαβριὴλ μεταφέρει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴ Μαρία: «ἐγὼ εἰμι Γαβριήλ καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα» (Λουκ. 1,19). Τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως ἐμφανίζεται οὐράνιος στρατὸς: «ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου» (Λουκ. 2,13). Ἀναγγέλλουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: «ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξὶ...ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε» (Ματθ. 28,5-6), καὶ γνωστοποιοῦν στοὺς Ἀποστόλους τὴν ἔννοια τῆς Ἀναλήψεως: «οὕτως ἐλεύσεται ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πρξ. 1,11).
   Γίνονται βοηθοὶ τοῦ Χριστοῦ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας: «οὐχὶ πάντές εἰσι λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα;» (Ἑβρ. 1, 14). Παρουσιάζουν στὸν Θεὸ τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων: «ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσὰς γεμούσας θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων» (Ἀποκ. 5,6). Ὁδηγοῦν τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων στὸν παράδεισο: «καὶ ἀπενεχθῆναι –τὸν Λάζαρο-, αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ» (Λουκ.16.22). Γίνονται προστάτες ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκολουθοῦν τὸν ἀρχηγὸ τους Μιχαὴλ καὶ ἀγωνίζονται ἐναντίον τοῦ Σατανᾶ: «ὁ Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος» (Ἀποκ. 12,7).
   Ἡ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησιας καὶ ἰδιαίτερα τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δημιουργεῖ μιὰν ἐγκάρδια σχέση καὶ ἑνώνει τὸ ἐδῶ μὲ τὸ ἐκεῖ, τὸ γήινο μὲ τὸ οὐράνιο. Οἱ Ἄγγελοι στὸν οὐρανὸ τελοῦν διαρκῆ Λειτουργία: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ ἦν καὶ ὁ ὤν καὶ ὀ ἐρχόμενο (Ἀποκ. 4, 1-9),  ἡ ὁποία ἑνώνεται μὲ ἐκείνη τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἱστορεῖται στὶς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ στὰ  Καθολικὰ τῶν Μονῶν, στὸ τύμπανο του τρούλου.
   Ἡ Θεία Λειτουργία ἐξεικονίζει τὴ στιγμὴ τῆς Μεγάλης Εἰσόδου τῶν τιμίων δώρων ἀπὸ τὴν Πρό θεση στὴν Ἁγία Τρά πεζα. Ὑπενθυμίζει ἀκόμη τὴ βυζαντινὴ ἀντίληψη, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἐπὶ γῆς λατρεία δὲν εἶναι παρὰ ἀναπαράσταση ἐκείνης, τὴν ὁποία οἱ Ἄγγελοι προσφέρουν συνεχῶς στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἡ λειτουργικὴ εὐχὴ εἶναι χαρακτηριστική: «Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ καταστήσας ἐν οὐρανοῖς τάγματα καὶ στρατιὰς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων εἰς λειτουργίαν τῆς σῆς δόξης, ποίησον σὺν τῇ εἰσόδῳ ἡμῶν, εἴσοδον ἁγίων ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων τὴν Σὴν ἀγαθότητα».
    Ὁ εὐχαριστιακὸς συμβολισμὸς δὲν εἶναι μιὰ ἀντιπραγματικότητα∙ συμβολισμὸς καὶ εὐχαριστιακὸς ρεαλισμός, ἀντὶ νὰ ἀποκλείονται, ἀντίθετα, κλητεύονται ἀμοιβαία, ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ἡ πραγματικὴ παρουσία τῆς Εὐχαριστίας εἶναι τὸ σημεῖο πληρότητας μελλοντικῆς. Ἡ θέωση, τὴν ὁποία τὸ Μυστήριο ἐνεργεῖ στὸ παρόν, ἀναγγέλλει τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία στὸν μέλλοντα αἰῶνα θὰ εἶναι πλήρης. Ὅπως, κάθε σύσταση τῆς παρούσας οἰκονομίας, ἔτσι καὶ ἡ Εὐχαριστία εἶναι, στὴν παροῦσα πραγματικότητα, σύμβολο ὑψηλότερης τελειότητας.
   Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ σκηνικὴ παράσταση τῆς Βίβλου, ὁ δοσμένος Λόγος, μέσα σὲ θέατρο λειτουργικό: «Ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγεννήθημεν τῷ κόσμῳ» (Α΄Κορ. 4,9). Ἡ Λειτουργία οἰκοδομεῖ τὸ πλαίσιό της μὲ τὰ
ὁρατὰ σημεῖα, ὅπως τὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέρη τοῦ Ναοῦ, οἱ μορφὲς τῶν ἁγίων καὶ τὰ χρώματα, ἡ ποίηση καὶ ἡ μελῳδία, σὲ τρόπο ὥστε ὅλα αὐτὰ νὰ ἀπευθύνονται στὸν ἄνθρωπο, ὡς σύνολο. Ἡ Οὐράνια Λειτουργία, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ Ἀποκάλυψη, πληροφορεῖ και οἰκοδομεῖ τὴν ἐπίγεια.
   Ὁ ἄνθρωπος ἐθίζεται νὰ ζεῖ μέσα στὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, στὰ βάθη τοῦ ὁποίου ἀνακαλύπτει τὴν παραδεισιακὴ χαρά.Τὸ σύμπαν οἰκοδομεῖται σὲ κοσμικὴ λειτουργία, σὲ Ναὸ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὸ καθετὶ καθαγιάζεται μέσα στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ, ὁ δὲ πιστὸς ἐπιτυγχάνει την ὑπερβατικὴ πραγματικότητα, τὴν κοινωνία τῆς θεώσεως. Ἡ παράσταση τῆς θείας Λειτουργίας, ἐκκλησιαστικά, συνθέτει σύνολο τὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ τὴν ἄρση τοῦ χρόνου, καθόσον ὁ Χρονοκράτορας Κύριος, μὲ τὴν παρουσία του, τὸν μεταβάλλει σὲ διαρκὲς καὶ αἰώνιο παρόν.
   Ἡ λειτουργική, λοιπόν, πράξη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα τοῦ Οὐρανοῦ. Ὁ μεγάλος ἀπών εἶναι ὁ ἄγγελος τοῦ σκότους, ὁ κυρίαρχος τοῦ κόσμου καὶ ἐκπρόσωπος τῆς αὐταπάτης. Λόγῳ τοῦ ἐγωιστικοῦ ναρκισσισμοῦ του ἔγινε ἀπόβλητος καὶ ἐξόριστος ἀπὸ κάθε δραστηριότητα τῆς αὐλῆς τοῦ Θεοῦ. Μεριμνᾶ γιὰ τὸ δικό του ἔργο, ἔργο καταστροφῆς καὶ δυστυχίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς πτώσεώς του βάλθηκε νὰ γίνει ὁ κυρίαρχος τῆς γῆς, καὶ ὁ πλάνος τῶν ἀνθρώπων μὲ τὶς μεθοδεῖες του.

 

Νικόλαος Δ. Πάσσας Δρ. Θ.
 

Ακάθιστος Ακολουθία, ο Παρθενικός ύμνος της Παναγίας

 

    Η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου επαναλαμβάνεται κατ’ έτος και συγκεκριμένα τις τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αρχής γενομένης από της Παρασκευής της Τυρινής. Κάθε Παρασκευή ψάλλονται έξι οίκοι και την Πέμπτη, που συμπίπτει με τη Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, ψάλλονται και οι 24ες οίκοι του Ακαθίστου.
    Η έρευνα του Ύμνου, εξ επόψεως εικονογραφικής, είναι χωρίς αμφιβολία δύσκολη και αυτό γιατί, σχεδόν όλες οι παραστάσεις του ύμνου, παραμένουν ανέκδοτες. Είναι, νομίζουμε, ενδιαφέρουσα η μελέτη του ύμνου με την ευκαιρία τελέσεως, εν εκκλησίαις, του θαυμασίου τούτου Κοντακίου. Το εικονογραφικό ενδιαφέρον και η σπουδαιότητα του Ακαθίστου αυξάνονται ακόμη περισσότερο, εάν ληφθεί υπ΄ όψει, ότι η ιστόρησή του εισέρχεται στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης, περί τα τέλη της δεύτερης ή και της τρίτης δεκαετίας του 14ου αιώνα. Πρόκειται, επομένως για νέο θέμα του Βυζαντινού εικονογραφικού προγράμματος των εκκλησιών και ιδιαίτερα των Μονών. Εν συνεχεία, η ταχεία διάδοση και ανάπτυξή του, μας υποχρεώνουν να αναζητήσουμε την αιτία προτιμήσεως των αγιογράφων σε σχέση με την ιστόρηση των οίκων του Κοντακίου του Ακαθίστου.
    Από της πτώσεως της Πρωτεύουσας (1453), η ιστόρηση του Ακαθίστου καλύπτει τις πλέον ορατές επιφάνειες των εκκλησιών, οι δε καλλιτέχνες-αγιογράφοι προσφέρουν σύνολα επιμελημένα και εντυπωσιακά. Η αιτία, λοιπόν, της εικονογραφικής αυτής αναπτύξεως του ύμνου, κατά τη Νεοβυζαντινή περίοδο, είναι νομίζουμε καθαρά εθνικοθρησκευτική.
    Η Παρθένος,για τους πιστούς της οθωμανικής κατοχής, ήταν εκείνη που εξασφάλιζε την παρηγοριά, ως μητέρα του Θεού και την ελπίδα για ελευθερία, ως υπέρμαχος Στρατηγός. Είναι η μητέρα των απηλπισμένων, η καταφυγή των προστρεχόντων και η αέναη Πηγή της χάριτος και του ελέους, για όλους εκείνους, οι οποίοι στις χαλεπές μέρες του ζυγού αποζητούσαν παραμυθία και στοργή.
    Προ, λοιπόν, αμνημονεύτων ετών, το θρησκευτικό βυζαντινό τυπικό ψάλλει τον Ακάθιστο, για να ευχαριστήσει τη Θεοτόκο, ως την υπέρμαχο στρατηγό και να αποδώσει σ’  Αυτήν τα ευχαριστήρια, επειδή λυτρώθηκε η Πόλη από τα δεινά των βαρβάρων.
    Όσον αφορά στη χρονολογία συνθέσεως του ύμνου οι γνώμες διίστανται και σχεδόν κάθε ερευνητής προτείνει και τη δική του χρονολόγηση. Εκείνο, που μπορούμε να δεχτούμε, είναι ότι το 626 μ.Χ. αποτελεί το έτος συνδέσεως του ύμνου, που συμπίπτει με την πολιορκία των Αβάρων, κατά την οποία, μάλιστα, ο ίδιος ο Πατριάρχης Σέργιος ανέγνωσε. Έτσι, από το γεγονός αυτό αποδόθηκε η δημιουργία του ύμνου σ’  αυτόν.

     Η άποψη αυτή βασίζεται περισσότερο στη διήγηση του Γεωργίου Πισίδη, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας της πολιορκίας, λέγοντας, ότι «την επαύριο ο κλήρος και ο λαός ευχαρίστησαν τη Θεοτόκο, ψάλλοντας σ’  Αυτήν ύμνους», χωρίς όμως, νά καθορίζει ποιούς. Εάν επρόκειτο για τον Ακάθιστο Ύμνο, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήθηκε τη στιγμή της πολιορκίας  ή την επαύριο. Ακόμη και μεγαλοφυής ποιητής θα είχε ανάγκη περισσότερο της μιας ημέρας, χωρίς να γίνει λόγος για το χρόνο της μουσικής του συνθέσεως. Εκείνο, που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο ύμνος αυτός, ο οποίος αναμφίβολα θα υπήρχε προ μακρού, ψάλθηκε κατά την ευχαριστήρια ακολουθία του 626 και ότι για την περίσταση προστέθηκε το περίφημο τροπάριο-Κουκούλιο:  «Τη Υπερμάχω στρατηγώ...», πού αντικατέστησε το αρχικό Προοίμιο-Κοντάκιο:  «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει ...».
    Το Κοντάκιο του Ακαθίστου, από τεχνικής πλευράς, είναι επιθαλάμιος ακροστιχίδα, γιατί, προφανώς, επρόκειτο να εξυμνήσει την ευαγγελιζομένη Θεοτόκο, στο νυφικό θάλαμο. Αποτελείται από 24ες στροφές-οίκους, των οποίων τα αρχικά γράμματα συνθέτουν το ελληνικό αλφάβητο. Εν σχέσει προς το περιεχόμενο, διακρίνουμε δύο σειρές και η καθεμία διαθέτει 12 στροφές.
    Η πρώτη, χαρακτηριζόμενη για το διηγηματικό της χαρακτήρα, βασίζεται στη διήγηση του Λουκά, η οποία υπενθυμίζει τις σκηνές της Γεννήσεως, από της στιγμής του Ευαγγελισμού μέχρι των Εισοδίων (Α-Μ). Η δεύτερη εκφράζει λυρισμό και διερμηνεύει τα συναισθήματα στοχαστού θεολόγου, σχετικά με το Μυστήριο, το οποίο προσφέρεται με τα ευαγγελικά δεδομένα (Ν-Ω). Οι οίκοι τελειώνουν εκ περιτροπής  με ένα από τα δύο ανακλώμενα ή εφύμνια:  «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε»  και «Αλληλούια». Το πρώτο, που συνοψίζει την αγγελία προς τη Μαρία, προστίθεται στους οίκους, των οποίων ο αριθμός είναι περιττός, το δεύτερο, που προορίζεται για το Θεό, τερματίζει τις στροφές, των οποίων ο αριθμός είναι άρτιος.
    Το περιεχόμενο του Κοντακίου μάς επιτρέπει να πούμε ότι δημιουργήθηκε για την εορτή του Ευαγγελισμού. Θα πρέπει, όμως, να παρατηρήσουμε ότι το θεολογικό περιεχόμενο της εορτής, πριν από τη Σύνοδο της Εφέσου, δε μνημόνευε μόνο την ορισμένη ζωή της Παρθένου, όπως θα συμβεί αργότερα με την εορτή της Γεννήσεώς της.
Αρχικά, ο Ευαγγελισμός ήταν η εορτή της Σαρκώσεως:  «Exordium Redamptionis Nostrae». ‘Ομοια, ο Ακάθιστος ύμνος εξυμνεί το Μυστήριο σύνολο του Θεανθρώπου με τρόπο ώστε να μην υπερεξαίρεται η θαυμαστή μητρότητα και η συνεχής παρθενία της Μαρίας, αλλά να γίνεται μνεία για τη συγκατάβαση, τη σοφία και την παντοδυναμία του Θεού, περικλείοντας τον «απερίγραπτον Λόγον», στη γαστέρα της Παρθένου.
    Ο Ακάθιστος είναι ο ωραιότερος, ο βαθύτερος, ο αρχαιότερος παρθενικός ύμνος ολόκληρης της χριστιανικής φιλολογίας. Η ψυχή του αναγνώστη ή του ακροατή δέχεται τα σκιρτήματα της θείας αγγελίας, το παραμύθιο της μητρικής παρηγορίας, τη γαλήνη της αδελφικής στοργής. Ο λόγος του κατορθώνει να δημιουργήσει υψιπετή πορεία, ενώνοντας την ψυχή του πιστού σε κοινωνία και θέση με το Θεό. «Ο λόγος ... είναι σαν ενιαίος και σαν οξύτατα μονότροπος ήχος. Είναι, όμως, κάτι το αδιόρατο, που ξυπνά μέσα μας όλη η μουσική μας μνήμη. Ένας μουσικός ψιθυρισμός, που διαρκεί αλλά δεν ξεκουράζει ... η τέτοιου είδους πλήρωση του Ακαθίστου ύμνου στο απόφθεγμα. Αγγίζει το τέλος του αισθήματος. Το τέλος της σκέψεως. Εκεί που αρχίζει η σιωπή, ένας αντίλαλος απόμακρος δένει τη σιγή με την ακοή μας».  (Θ. Ξύδη, Ο Ακάθιστος Ύμνος ως ποιητικό κείμενο. Αθήνα 1947, σσ. 2-3).

     Ο Ακάθιστος, από της εισόδου του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, αποτέλεσε τον ωραιότερο, για τους πιστούς, ύμνο. Η χρονική δε περίοδος, κατά την οποία ψάλλεται, συμπίπτει πάντοτε με την εποχή της Ανοίξεως, η οποία χαρακτηρίζεται για την αναγεννητική της δύναμη. Η αναγέννηση αυτή, που υπαγορεύεται σε όλα τα έμβια όντα, γίνεται μεγαλύτερη στον άνθρωπο, ο οποίος επιποθεί συγχρόνως και την αναγέννηση της εσωτερικής του υπάρξεως.
    Το ποίημα του Ακαθίστου περικλείει θαυμάσια ψυχολογική δύναμη και αποβαίνει το θρησκευτικό αναγεννητικό μέσο, για την ψυχή κάθε πιστού. Αγαπήθηκε, γι’  αυτόν τον λόγο περισσότερο από κάθε άλλον ύμνο, και η περίοδος των Παλαιολόγων, η οποία χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία νέου εικονογραφικού θεματολογίου, το περιέλαβε στον κατάλογο των καινοφανών της θεμάτων.
    Η λειτουργική βυζαντινή ποίηση, εξυμνώντας την Παρθένο, υπερεξαίρει το θείο χαρακτήρα της μητρότητάς της. Έτσι, ο Ακάθιστος δεν είναι παρά το «Te Deum»  της μητρότητάς Της. Η συχνότητα του θέματος αυτού για τη βυζαντινή ευσέβεια, εκφράζεται από το δόγμα της Εφέσου, σύμφωνα με το οποίο η Μαρία γέννησε τον πραγματικό «Υιό του Θεού», το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας και ως εκ τούτου «Μήτηρ Θεού». Κατά συνέπεια, εκείνος που δοξάζει συγχρόνως τη Σάρκωση του Λόγου. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451), η οποία συμπλήρωσε τις αποφάσεις της Εφέσου (431), διακήρυξε ότι το γεγονός της Σαρκώσεως του πραγματικού Υιού του Θεού, που γεννήθηκε απ’  την Παρθένο Μαρία, υπήρξε τέλεια σάρκωση.
    Η Σύνοδος αυτή υπογράμμισε ακόμη ότι η ανθρώπινη φύση, την οποία ο Χριστός έλαβε απ’ την Παρθένο, ήταν πραγματική: «εκ ψυχής λογικής και σώματος». «Η Μαρία» προσθέτει ο Paul Evdokimov «είναι το σημείο πραγματοποιήσεως των θείων υποσχέσεων, η προφητική αγγελία της αναδημιουργίας του κόσμου και της αποκαταστάσεώς του εντός της παραδεισιακής χαράς, εγκαινιάζει τους νέους καιρούς και δι’  αυτής το σχέδιο του Θεού εκπληρούται. Ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την ιστορία του Ισραήλ και απέβη ο πραγματικός Ναός, αναγγέλλοντας, με την παρθενική μητρότητά Της, τη μεταμόρφωση του κόσμου. Η οικονομία της λυτρωτικής Σαρκώσεως απαιτούσε, ώστε ο Χριστός να εξήρχετο από το γένος του Αδάμ. Δια της Μαρίας η ανθρωπότητα έγινε συμμέτοχος μετά του Θεού και της θείας ζωής. Η Σάρκωση δεν είναι Μυστήριο της συνυπάρξεως, αλλά της ανταλλαγής».  L’ Orthodoxie, σελ. 14.
    Η Εκκλησία της Π.Δ.  είχε σκοπό να υψώσει, να διατηρήσει και να προπαρασκευάσει μιαν ανθρωπότητα άγια, άξια να δεχτεί το άγιο Πνεύμα, ήτοι άξια του Ευαγγελισμού, στο πρόσωπο της Παρθένου. «Και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματος αυτής, αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν». Γεν. 3, 15. Για τον λόγο αυτό η Μαρία δεν είναι απλά το όργανα, αλλά η απ’ ευθείας και η θετική κατάσταση της Σαρκώσεως, η ανθρώπινη συμμετοχή και παρουσία.
    Το θεολογικό περιεχόμενο του Ακαθίστου ύμνου αποτελεί θεοφανική έκφραση αρκετά ενδιαφέρουσα. Ο υμνογράφος με τη σειρά του, θεολόγος ποιότητας, εκθέτει τις σκέψεις του, τις οποίες συναντάμε, για πρώτη φορά, σε παρόμοιο «Κοντάκιο». Στη συνέχεια, η εξεικόνιση του Ακαθίστου έχει βαθύτερη αιτία και αποτελεί την ιστορική αξία του θρησκευτικού αυτού ποιήματος. Η νίκη των Βυζαντινών και η απαλλαγή της πρωτεύουσας, μετά την πολιορκία της 7ης Αυγούστου του 626, πραγματοποιούνται χάριν της Παρθένου. Το Κοντάκιο, έκτοτε, γίνεται ύμνος εθνικοθρησκευτικός για τους βυζαντινούς και στη συνέχεια για το γένος των Ελλήνων μέχρι και σήμερα.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.
 

«Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. α΄ 48)


   Ἡ μεγάλη ἑορτή τοῦ μηνός Μαρτίου εἶναι ὡς γνωστόν ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου. Μιά μικρή ἀναδρομή, ἱστορική καί γεωγραφική, θά μᾶς ἔδειχνε πόσο ἐτίμησαν τήν Παναγία ὅλες οἱ γενεές καί οἱ χῶρες.
    Κατ’ ἀρχήν, τρία σημεῖα στούς Ἁγίους Τόπους μᾶς θυμίζουν καί μᾶς φανερώνουν τήν ἐπί γῆς παρουσία τῆς Παρθένου Μαρίας: ὁ ναός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στή Ναζαρέτ, πού μᾶς θυμίζει τό μέγα μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ μεγάλη Βασιλική τῆς Βηθλεέμ μέ τό σπήλαιο ἀπό κάτω, πού μᾶς ζωντανεύει τό γεγονός τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, καί ὁ ναός τῆς Γεθσημανῆ, πού δηλώνει τόν τόπο τῆς ταφῆς τῆς Ἀειπαρθένου.
    Μετά ἀπό τούς τρεῖς αἰῶνες τῶν διωγμῶν ἀρχίζει ἡ εἰκονογράφηση τοῦ προσώπου της. Ἔτσι στήν ὑπόγεια «πολιτεία» τῆς Ρώμης καί συγκεκριμένα στήν Κατακόμβη τῆς Κομοδίλλας ἔχουμε ὡραία παράσταση τῆς Παρθένου (νωπογραφία) μέ τόν Ἰησοῦ στήν ἀγκαλιά της καί δύο Ρωμαίους Ἁγίους ἑκατέρωθεν (μέσα τοῦ 6ου αἰῶνος). Λίγο ἀργότερα, ἔχουμε στή Μονή Ἁγίας Αἰκατερίνας τοῦ Σινᾶ τήν περίφημη ἐγκαυστική εἰκόνα μέ τήν Παναγία Βρεφοκρατοῦσα μεταξύ τῶν Ἁγίων Γεωργίου καί Θεοδώρου Στρατηλάτη.
    Ἐρχόμαστε τώρα στήν Κωνσταντινούπολη, τήν κατ’ ἐξοχήν πόλη τῆς Παναγίας μέ τά πολλά σχετικά προσκυνήματα. Ξεχωρίζουμε δύο ἀξιόλογα ψηφιδωτά μέσα στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας: τό Ἕνα μέ τήν Παναγία Βρεφοκρατοῦσα ἔνθρονη στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ, πού τό ἐγκαινίασε ὁ Πατριάρχης Φώτιος τό Μέγα Σάββατο τοῦ 867 μέ τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό ἄλλο στό ἡμικυκλικό τύμπανο τῆς εἰσόδου στήν Ἁγία Σοφία, μέ τήν Παναγία στήν ἴδια στάση καί ἑκατέρωθεν τούς βσιλεῖς Μέγα Κωνσταντίνο καί Ἰουστινιανό (1000 μ.Χ.).
    Δύο ἄλλες περίφημες εἰκόνες ἀπό τήν Πόλη εἶναι πρῶτα ἡ Παναγία ἡ Ἐπισκοπιανή, πού ἔχει μέν ὑποστεῖ καταστροφή, ἀλλά σώζεται καλά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου καί σήμερα βρίσκεται στή Ζάκυνθο. Προέρχεται ἀπό τόν 12ο αἰῶνα, ἀλλά εἶναι ἐπεξεργασμένη κατά τόν 17ο αἰῶνα ἀπό Κρητικό καλλιτέχνη. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ εἰκονα τῆς Ὁδηγήτριας, πού προέρχεται ἀπό τήν περίφημη Μονή τῶν Ὁδηγῶν, ὅπου ὁδηγοῦσαν τούς τυφλούς μετά ἀπό νηστεία καί προσευχή καί ἀνέβλεπαν. Τή μεγάλη αὐτή εἰκόνα εἶχε ἀφιερώσει ἡ βασίλισσα Πουλχερία, καί τό 1261, μέ τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπό τούς Λατίνους, ἡ ἐικόνα ἀποτέλεσε τό σύμβολο τῆς νίκης.
    Ἄς θυμηθοῦμε στή συνέχεια τήν ὀνομαστή Μονή τῆς Χώρας μέ τά ἀνυπέρβλητα ψηφιδωτά της, πού εἰκονίζουν τόν Χριστό ὡς τή «Χώρα τῶν ζώντων» καί τήν Παναγία ὡς τή «Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου».
    Καί προχωροῦμε στά δύο ἱστορικά θεομητορικά προσκυνήματα καί ἁγιάσματα τῆς Πόλης. Τό ἕνα, τῶν Βλαχερνῶν, εἶναι στο βορειότερο σημεῖο τῆς Πόλης, ὅπου φυλασσόταν τό ἱερόν μαφόριον τῆς Θεοτόκου, πού εἶχε μεταφερθεῖ ἀπό τήν Παλαιστίνη καί τό ὑποδέχθηκε ὁ Λεών ὁ Α΄. Τό δεύτερο ἁγίασμα εἶναι στό δυτικότερο σημεῖο τῆς Πόλης, ἔξω τῶν τειχῶν, ὅπου ὁ ναός τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καί ἑορτάζεται κατά τήν ὁμώνυμη ἑορτή τῆς Παρασκευῆς τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἡ περίφημη Θεοτόκος τῆς Πηγῆς.
    Ἄλλοι ἀξιόλογοι ναοί της εἶναι ἡ Παμμακάριστος, ὅπου στεγάστηκε ἄλλοτε τό Πατριαρχεῖο, καί ἡ Παναγία τῆς περιοχῆς Χαλκοπρατείων στό κέντρο τῆς Πόλης, ὅπου ἐφυλάσσετο ἡ ζώνη τῆς Θεοτόκου, σήμερα ὅμως δέν σώζεται.
    Ἀφήνοντας τώρα τή Βασιλεύουσα, ἄς μήν ξεχάσουμε καί μερικές ἄλλες ὀνομασίες τῆς Παρθένου, συγκινητικές καί γεμάτες νόημα, ὅπως εἶναι ἡ Δεομένη (μέ τά χέρια ἁπλωμένα σέ δέηση), ἡ Παράκλησις καί ἡ Θρηνοῦσα, ὅπως τή βλέπουμε σέ εἰκόνα τοῦ 14ου αἰώνα στό Μουσεῖο Μπενάκη Ἀθηνῶν.
    Ἀπό τήν Πόλη τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἐρόχμαστε στήν Ἑλλάδα μέ τίς ἀναρίθμητες ἐκκλησίες τῆς Θεομήτορος. Στή Μακεδονία σταματοῦμε στήν Εἰκοσιφοίνισσα τοῦ Παγγαίου, στή Μηχανιῶνα Θεσσαλονίκης καί στή Σουμελᾶ τοῦ Βερμίου.
   Στήν Ἤπειρο καί στήν Κεντρική Ἑλλάδα προσκυνᾶμε τήν Παρηγορήτισσα τῆς Ἄρτας, τήν Ξενιά τῆς Θεσσαλίας καί τήν Προυσιώτισσα Εὐρυτανίας. Στήν Πελοπόννησο τή Μεγαλοσπηλαιώτισσα, τήν Τρυπητή τοῦ Αἰγίου, τή Μαλεβή τῆς Κυνουρίας, καί ἐκτός ἀπό πολλές ἄλλες τήν Περίβλεπτη καί τήν Παντάνασσα τοῦ Μυστρᾶ.
    Ἄς ἀφήσουμε τά νησιά πού συναγωνίζονται σέ παρόμοια προσκυνήματα μέ κορυφαῖα τή Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου καί τήν Ἑκατονταπυλιανή τῆς Πάρου, τή Χοζοβιώτισσα τῆς Ἀμοργοῦ καί τή Θεοσκέπαστη τῆς Ἄνδρου, ἀλλά καί τή Θαλασσομαχοῦσα τῶν Στροφάδων Ζακύνθου.
    Σ’ ὅλη αὐτή τήν περιδιάβαση ξεχωρίζει τό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἰδιαίτερα διακρίνονται τό Ἄξιόν Ἐστι τοῦ Πρωτάτου, ἡ Πορταΐτισσα τῶν Ἰβήρων καί ἡ Παναγία τοῦ Ἀκαθίστου στήν Ἱ. Μ. Διονυσίου.
    Ἀλλά ἡ Παναγία τιμήθηκε ἰδιαίτερα στίς βαλκανικές χῶρες, καί στήν ἀχαρνῆ Ρωσία ἐξακολουθεῖ νά τιμᾶται μέ περισσή εὐλάβεια, μέ κεντρικούς πόλους τίς δύο ὀνομαστές θεομητορικές εἰκόνες τοῦ Καζάν καί τοῦ Βλαντιμίρ, ἡ ὁποία προερχέται ἀπό τήν Κων/πολη. Ὀνομαστή εἶναι καί ἡ μαύρη Παναγία τῆς Τσεστόχοβα στήν Πολωνία, καθώς καί ἡ Παναγία στό Μπάτσοβο τῆς Βουλγαρίας.
    Φυσικά καί στή Δύση δέν ξεχάστηκε τό μέγα ὄνομά της. Παράδειγμα ὁ μεγαλοπρεπής ναός τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, ὅπου ἡ εἰκόνα τῆς Νικοποιοῦ, καί τῆς Παναγίας στό Παρίσι, ἡ «Notre Dame», πού ἐπί ὀκτώ αἰῶνες δέχεται τά πλήθη τῶν πιστῶν, τό προσκύνημα τῆς Λούρδης καί ἀντίστοιχα στήν Ἰβηρική χερσόνησο (Fatima κ.λπ.). Καί ὄχι μόνο στίς καθολικές χῶρες. Εἶναι ἄξιο προσοχῆς ὅτι στήν περιοχή Norfolk τῆς Ἀγγλίας ὑπάρχει θεομητορικό προσκύνημα τό Γουόλσιγγαμ.
    Τό ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι στή Γερμανία ἱδρύθηκε πρό 55 ἐτῶν γυναικεία μονή στό ὄνομα τῆς Παναγίας, ἡ «Ἀδελφότης τῆς Μαρίας» στό Darmstadt. Ἡ ἡγουμένη, πού πῆρε τό ἑλληνοχριστιανικό ὄνομα Βασιλεία, ὡς φοιτήτρια τότε ἀπεφάσισε μέ ἄλλες δύο ἀδελφές νά ἱδρύσουν κοινόβιο, ὥστε νά ἐπαναφέρουν τόν θεσμό τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς παρθενίας στό σύγχρονο προτεσταντικό κόσμο, μέ προστάτιδα τήν Παρθένο. Τό ἐπίσης ἐνδιαφέρον καί ἀξιοπερίεργο εἶναι ὅτι ὑπάρχει καί Πανεπιστήμιο ἀξιόλογο μέ τό ὄνομα τῆς Παναγίας στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς (Notre Dame University στήν Ἰντιάνα).
    Τέλος, ἄς μή λησμονοῦμε καί τίς μακρινές χῶρες τῶν ἄλλες ἠπείρων (Ἀφρικῆς καί Ἀσίας), ὅπου οἱ εὐλαβεῖς Χριστιανοί εἰκονίζουν τή σεπτή Παναγία σάν μαύρη Παναγία στήν Ἀφρική ἤ μέ λοξά μάτια στήν Ἄπω Ἀνατολή.
    Ἔτσι μακαρίζουν τή Θεομήτορα οἱ γενεές τῶν πιστῶν. Κι ὄχι μόνο μέ ναούς καί μέ εἰκόνες, ἀλλά καί μέ τούς περίφημους ὕμνους, σάν τόν ἀκάθιστο Ὕμνο στήν Ἀνατολή, ἤ τό Ave Maria, τό Magnificat καί τό Stabat Mater στή Δύση.


π. Η. ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
 

Ἡ συντέλεια τοῦ Κόσμου καί ἡ ἐπανεμφάνιση τοῦ Χριστοῦ

Εἶναι ἐνδιαφέρον τό γεγονός τῆς πίστεως τῶν ἀνθρώπων, σχετικά μέ τό τέλος τῶν πάντων. Ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἰδιαίτερη διδασκαλία, ἡ ὁποία, ἀναμφίβολα, βασίζεται στίς διακηρύξεις τοῦ Διδασκάλου, προκαλουμένου, ἐνίοτε, ἀπ’ τούς μαθητές του, οἱ ὁποῖοι, κάποια στιγμή, ἄρχισαν νά γίνωνται «διψῶντες». Μερικές συζητήσεις εἶχαν τή δυσκολία τους καί δέν ὑπῆρχε περιέργως, ἀκροατήριο. Ἔτσι, τό «κατ’ ἰδίαν» ἐπιβεβαιώνει τοῦ λόγου τό ἀληθές.
    Γιά τήν προκειμένη περίπτωση, ἡ πρόσκληση γιά νά δημιουργηθεῖ τό ἐρώτημα ἦταν ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ὁμίλου καί ὁ θαυμασμός τῶν οἰκοδομῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντα. Οἱ μαθητές ξεναγοῦσαν τόν Διδάσκαλο στούς ἀπέραντους χώρους τοῦ μεγαλοπρεποῦς μνημείου τοῦ Σολομῶντα καί ἦταν ὑπερήφανοι γι’ αὐτό. Ὁ Χριστός, ἐκτός ἀπ’ τό θαυμασμό, ἀναφέρεται στήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ, λέγοντας: «οὐ μή ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπί λίθον, ὅς οὐ καταλυθήσεται» (Ματθ. 24, 2). Μέ ἀφορμή, λοιπόν, τήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ, οἱ μαθητές κατενόησαν τήν προέκταση τῆς καταστροφῆς καί ζήτησαν νά πληροφορηθοῦν περισσότερα πράγματα περί τῆς «συντελείας τοῦ αἰῶνος».
    Ἄρα γε, πρόκειται γιά λόγο ὑπερβολῆς, γιά μιά προειδοποίηση φόβου καί τρόμου, σχετικά μέ τό τέλος τοῦ κόσμου; Ἀναμφίβολα ὄχι, γιατί τό τέλος εἶναι ἡ φυσική κατεύθυνση καί ἀπόρροια τῆς κοσμικῆς πραγματικότητας. Ἐξάλλου, βρισκόμαστε στόν «ἀστερισμό» τοῦ πεπερασμένου, πού μέ ἁπλά λόγια σημαίνει τό συναμφότερο, τήν ἀρχή, μέ τή σχετικότητά της, καί τό τέλος, πού συναρτᾶται ἀπόλυτα μέ τήν ὄγδοη ἡμέρα. Παρατηροῦμε, ὁτι καί γιά τήν πορεία τοῦ κοσμικοῦ χώρου ὑπάρχει τό δυαδικό στοιχεῖο. Ἡ ἔναρξη καί ἡ παύση. Οἱ μαθητές, πού κι αὐτοί, λίγο πολύ, παρακαλουθοῦσαν τίς ἑρμηνευτικές διδασκαλίες στίς Συναγωγές, γνώριζαν τίς ἀναφορές τῶν συγγραφέων τῶν Γραφῶν, περί τοῦ Τέλους.
    Θεώρησαν, λοιπόν, τή στιγμή μοναδική, γιά νά πληροφορηθοῦν ἀπ’ τόν Διδάσκαλό τους, πού γνώριζε τά πάντα καί ἔδινε ἀπαντήσεις «παντί τῷ αἰτοῦντι». – Διδάσκαλε, τώρα πού εἴμαστε μόνοι, πές μας, πότε ὅλα αὐτά θά συντελεστοῦν, ποιό θά εἶναι τό σημεῖο τῆς παρουσίας σου καί πότε θά ἐπισυμβεῖ τό τέλος τοῦ κόσμου; (Ματθ. 24, 3). Ἐρωτήματα καίρια, μεγάλης σπουδαιότητας, πού ἀνθρωπίνως θά’ ταν ἀδύνατη ἡ ὅποια ἀπάντηση. Δέν ἀνήκουν στό χῶρο τόν κοσμικό, ὁπότε ἡ ἐρευνητική ἀνθρώπινη σκέψη θά μποροῦσε νά βρεῖ ἀπάντηση καί λύση. Δυστυχῶς, γιά τόν ἄνθρωπο τῆς μονοσήμαντης λογικῆς, τά ἐρωτήματα αὐτά ὑπέρκεινται τοῦ λόγου, γιατί ἀνήκουν στό χῶρο τῆς μεταφυσικῆς καί τοῦ ὑπερκόσμου καί κατανοοῦνται μέ τήν πίστη καί τόν λόγο, γιά νά σχηματισθεῖ ἡ «ἔλλογη πίστη». Ὅμως, τά πράγματα τοῦ κόσμου ἤ τῆς ἐνδοκοσμικῆς πραγματικότητας κατανοοῦνται ἀποκλειστικά καί μόνο μέ τή λογική.
    -Ἐδῶ, ἐπιθυμοῦμε νά παρέμβουμε στό ἄριστα τεκμηριωμένο κείμενο τοῦ Καθηγητοῦ Γεωργίου Κοντοπούλου, ὑπό τόν τίτλο: «Τό μέλλον οτῦ Σύμπαντος», στό περιοδικό «Ἀνάπλασις», Σεπτεμβρίου -Ὀκτωβρίου 2008, τ. 437. Δέν ἀμφισβητοῦμε τά γραφόμενά του. Ἡ ἀφόρμησή μας προκλήθηκε ἀπό τή φράση: «γιά κάθε ἄνθρωπο ἡ -παρουσία τοῦ Κυρίου- μέ τήν ἔννοια τοῦ «τέλους» εἶναι ὁ θάνατός του καί αὐτό τό τέλος πρέπει νά τό περιμένουμε κάθε μέρα ὡς ἐνδεχόμενο».
    Αὐτό, ὄντως, εἶναι τό τέλος τῆς ἐπίγειας δοκιμασίας καί ἡ ἔξοδός μας ἀνοίγει νέους πνευματικούς ὁρίζοντες. Τό τέλος, ἐπίσης, τοῦ κοσμικοῦ σύμπαντος ἔχει κι αὐτό τήν θεολογική ἑρμηνεία του.
    Φόβος καί τρόμος προκαλεῖται στό ἄκουσμα μιᾶς εἰδήσεως καί εἰδικότερα σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συναρτοῦν τά πάντα μέ τόν παρότνα κόσμο, μέ τήν ἐπίγεια παρουσία τους, γιατί μόνη αὐτή ὑπάρχει. Εἶναι, ἡ πίστη τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τό πέρα ἀπ’ ἐδῶ, τό «au dela». Ὅμως, ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι, πού, ἐκμεταλλευόμενοι τήν πίστη αὐτή, ἐμφανίζονται ὡς ἄλλοι προφῆτες καί προαναγγέλλουν τό τέλος τοῦ κόσμου.
    Ὁ Χριστός προσπαθεῖ νά καταστήσει τούς μαθητές του προσεκτικούς: «βλέπετε μή τίς ὑμᾶς πλανήσῃ». –Πολλοί θά ‘ναι ἐκεῖνοι πού θά ἐμφανισθοῦν μέ τό ὄνομά μου καί πολλοί θά πλανηθοῦν. Θά ὑπάρξουν ἀκοές γιά πολλούς θά πλανηθοῦν. Θά ὑπάρξουν ἀκοές γιά πολέμους, γιά πεῖνες καί ἐπιδημικές ἀρρώστιες, γιά σεισμούς καί καταστροφές ἀνυπολόγιστες, ἀλλά ὅλα αὐτά θά ειναι ἡ ἀπαρχή τῶν ὠδινῶν καί τῶν πόνων. Ἰδιαίτερα, σᾶς πληροφορῶ ὄτι ἀξειτίας τοῦ ὀνόματός μου θά γίνετε μισητοί. Πολλοί θάἐξεγερθοῦν, ψευδοπροφῆτες θά περιτρέχουν τήν οἰκουμένη καί πολλοί θά πλανηθοῦν. Ἡ ἁμαρτία καί ἡ κακία θά πληθυνθοῦν καί θά παγώσει ἡ ἀγάπη πρός τό συνάνθρωπο (Ματθ. 24, 4-12).
    Σημαντική, ἐπίσης, εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Χριστοῦ γιά τή Συντέλεια, ἡ ὁποία θά ἐπισυμβεῖ ὅταν τό Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας θά κηρυχτεῖ: «ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι καί τότε ἤξει τό τέλος». (Ματθ. 24, 14).
    Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐπιφάνεια τοῦ υἱοῦ τοῦ ΘΕοῦ ὁ λόγος του δέν εἶναι ἀόριστος καί ἀφηρημένος. Γίνεται συγκεκριμένος, ἀλλά μέ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δανείζεται εἰκόνες ἀπ’ τή φύση, ὥστε οἱ ἀκροατές του νά διατηρήσουν ἀναξίτηλα στή μνήμη τους τά σπουδαῖα του λόγια. Τά πράγματα εἶναι ἁπλά, γιατί ἡ ἁπλότητα ἔχει τή μεγαλοσύνη καί τήν κατανόηση. Ἐξάλλου, ὁ Χριστός δέν ἐπιδιώκει τήν πληροφόρηση κα΄ιτήν κατάρτιση τῶν καλλιεργημένων, ἀλλά τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, πού ἔχουν τήν ἀνάγκη τῆς μαθήσεως.
    Ἡ εἰκόνα τῆς παρουσίας τῶν φαινομένων εἶναι φυσική, τήν ὁποία ὅλοι μας ἔχουμε ἀντικρύσει, ἔχουμε ἐντυπωσιαστεῖ ἤ καί φοβηθεῖ: «ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἐξέρχετιαἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». (Ματθ. 24, 27). Ἡ ὁμολογία εἶναι ἁπλῆ· ἡ εἰκονα σέ ὅλους εἶναι γνωστή. Ὅμως, αὐτό πού ἐκπλήσσει εἶναι ἡ ἀστραπή, τό φῶς. Φῶς στή Βάτο τή φλεγομένη καί μή καιομένη· φῶς στή Μεταμόρφωση στό ὄρος Θαβώρ, φῶς τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅλα τά πράγματα τοῦ Θεοῦ εἶναι λουσμενα στό φῶς· τά πάντα εἶναι φωτεινά καί ἀπαστράπτοντα. Ἔτσι προτιμᾶ νά ἐκδηλώνεται ὁ Θεός· ἔτσι ἐμφανίζεται στόν ἄνθρωπο. Ἡ δεύτερη, λοιπόν, ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θάγίνει σάν τήν ἀστραπή, μεγαλειώδης καί λαμπρερή, ὥστε οἱ πάντες, πού στή συγκυρία αὐτή θά ‘ναι στή ζωή, νά ἀντικρύσουν τό μεγαλεῖο τῆς ἐπιφάνειάς Του.
    Στή συνέχεια, θά ἐπακολουθήσουν καί ἄλλα βοηθητικά σημεῖα τοῦ κεντρικοῦ γεγονότος. Πιό συγκεκριμένα, ὁ ἥλιος θά σκοτεινιάσει καί τό φεγγάρι δέ θά φωτίζει τή νύχτα, τά ἀστέρια θά πέφτουν ἀπ’ τόν οὐρανό καί τότε θά ἐμφανιστεῖ: «τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. 24, 30). Οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τόν Χριστό νά μεταφέρεται ἀπ’ τά σύννεφα τ’ οὐρανοῦ, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι μέ σάλπιγγα βροντερή θά συγκεντρώσουν τούς ἐκλεκτούς του ἀπ’ ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς. Ἐντυπωσιάζεται κανείς μέ τήν ὁμοιότητα τῶν στοιχείων, τά ὁποῖα συναντᾶ διαβάζοντας τήν α’ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός τούς Θεσσαλονικεῖς (κεφ. 4, 13-17|), κείμενο πού ἀναγινώσκεται κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία.
    Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἡμέρα καί τήν Ὥρα: «οὐδείς οἶδεν οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν εἰ μή ὁ πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24, 36). Σαφής ἡ ἀναφορά καί μάλιστα ἀντιμέτωπη μέ τίς ἀνόητες προβλέψεις πολλῶν, περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Λόγια ψευδοπροφητῶν καί ἀνθρώπων, πού διαφημίζουν τήν κενότητα τῆς δῆθεν πίστεώς τους, ἀλλά τό μόνο πού ἐπιτυγχάνουν εἶναι νά τρομοκρατοῦν τούς συνανθρώπους.
    Τά πάντα εἶναι προβλεπόμενα ἀπ’ τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ προσοχή ἀπ’ τούς πιστούς καί νά μή δίνουν προσοχή στά λόγια αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Κανείς, μά ἀπολύτως κανείς, δέν γνωρίζει τή στιγμή τῆς συντελείας τοῦ κόσμου καί τῆς ἐπανεμφανίσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἴμαστε ἀπληροφόρητοι καί δέν βρισκόμαστε στήν ἄγνοια. Ἀπληροφόρητοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἐκ πεποιθήσεως ἀρνοῦνται τή μεταφυσική πραγματικότητα.
    Ὁ Δανιήλ πληροφορεῖται ὅτι ἡ ὅρασή του ἀφορᾶ: «τήν ὥρα τοῦ τέλους» καί, ἀκόμη, μέ ποιό τρόπο θά ἐνεργήσει ἡ ὀργή: «γιά τίς ὧρες τοῦ χρόνου τοῦ τέλους». Ἡ ὥρα, ἐδῶ, ἐπικεντρώνει τή σημασία της στό ὁριστικό τέλος, πού θά σημάνει συγχρόνως καί τήν καταστροφή τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ἐχθρός παίρνει διάφορες σημασίες καί ἡ ἑρμηνευτική τῶν Γραφῶν τείνει σέ μιά ἀποσαφήνιση, πού ἄλλοτε εἶναι κατάσταση καί ἄλλοτε γίνεται πρόσωπο.
    Ἀκόμη, τό Ἀπόκρυφο βιβλίο τοῦ Ἐνώχ μετρᾶ τίς ὧρες διαδοχῆς τῶν ἱερέων τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Ἐντυπωσιακό, ἐπίσης εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ Κουμρανική Κοινότητα τῶν Ἐσσαίων ὀνειρεύεται «τό χρόνο τοῦ τέλους». Ἡ ὥρα, λοιπόν, τῶν ἐσχάτων καιρῶν εἶναι διάχυτη στή σκέψη τῶν Ἑβραίων καί ἐκφράζει τήν ἐλπίδα τῆ μεταλλαγῆς. Προέκταση αὐτῆς τῆς θέσεως εἶναι καί ἡ ἀναγγελία τῆς Ὥρας τοῦ τελικοῦ θριάμβου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ νίκη εἶναι γεγονός μελλοντικό, ἄγνωστο ὅμως τό πότε, ἡ συντελεστική ὥρα, τό συμβάν. Ἐξάλλου, τά πάντα στήν ἀνθρώπινη πορεία καί Ἱστορία εἶναι συμβάντα τά ὁποῖα ἀποχωρίζονται κάι ἱστοροῦνται ὡς γεγονότα.
    Ὁ Ματθαῖος, ἐδῶ, ἐκφράζει ἄποψη συγκεκριμένη: «περί δέ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί τῆς ὥρας οὐδείς εἶδεν». Ἡ Ἀποκάλυψη, τό γεγονός τοῦ τέλους, τό χαρακτηρίζει ὡς θερισμό. Ἡ ὥρα ἔφτασε ἐπειδή: «ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ θερισμος τῆς γῆς» (Ἀποκ. 14, 15). Εἷναι μμιά ἀποτίμηση τοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους, ἐνάντια στό κακό τῶν ἀνθρώπων τοῦ σατανᾶ.
    Στήν ἄγνοια τοῦ τέλους, συμπριλαμβάνεται καί ἡ στιγμή τῶν διαφόρων ἐπισκέψεων πού θά ἀναγγείλουν τήν τελευταία ὡρα· θά ἐπσυμβοῦν γενικές δοκιμασίες· «κἀγῶ σέ τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπί τῆς οἰκουμένης ὅλης» (Ἀποκ. 3, 10). Ἡ ἐγρήγορση καί ἡ ἑτοιμότηατα εἶναι στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τόν πιστό καί ἰδιαίτερα γι’ αὐτή τήν ἀκριβῆ ὥρα, ἄν καί εἶναι ἀπροσδιόριστη: «γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ εἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾖ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. 24, 42).
    Ἡ φράση αὐτή τοῦ Ματθαίου ἀποτελεῖ ἀπάντηση σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατά καιρούς προσδιορίζουν μέ ἔμφση τήν ὥρα τοῦ τέλους. Ὅμως, ὁ Χριστός γνωρίζει τήν Ὥρα, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγύς καί μάλιστα μέ τήν ἔννοια τῆς προσεγγίσεως. Ἡ Ὥρα, ἀκόμη, βρίσκεται σέ πορεία καί θά σημάνει τό ἔσχατο τέλος, τήν ἔσχατη ὡρα τοῦ ἀντιχρίστου καί ὅλων ἐκείνων, πού παρατάχθηκαν στίς τάξεις του: «ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν» (Α’ Ἰωάν. 2, 18).
    Μέσα ἀπ’ τήν πορεία αὐτή τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀντιχρίστου ἀπαιτεῖται ἐνεργητική ἐπαγρύπνηση καί τέλεια λατρεία στό χῶρο τῆς οἰκειότητας καί τῆς πατρότητας τοῦ Θεοῦ.
    Ἡ Ὥρα ταυτίζεται ἀκόμη μέ τόν ἀντίχριστο, μέσα ἀπό τό φαινομενικό θρίαμβο τοῦ σκότους. Καυτηριάζεται μιά δράση ἔξω ἀπ’ τήν ὁποιαδήποτε κοινωνική δεοντολογία καί νομιμότητα. Ἡ ἀναφορά εἶναι συγκεκριμένη καί ἐπικεντώνεται στή συμπεριφορά τῶν ἀντιχρίστων, οἱ ὁποῖοι καθημερινά βρίσκονταν μέ τόν Χριστό, ἀλλά δέν ἅπλωναν τά χέρια πάνω του, γιά νά πάρουν τήν εὐλογία καί τή Χάρη. Παρέμεναν ἀπαθεῖς καί σχολίαζαν τήν ὅλη Του δράση εἰρωνικά καί κακόβουλα. Ἤθελαν, ὅμως καί ἐπιζητοῦσαν τό σκοτάδι καί τόν δόλο: «αὕτη ἐστιν ὑμῶν ἡ ὥρα καί ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους» (Λουκ. 22. 53).
    Πάντως, ἡ κατακλεῖδα τῆς ὅλης παρουσίας καί πληροφόρησης εἶναι ἕνα εἶδος συστάσεως διαχρονικῆς, λόγω τῆς ἄγνοιας, τοῦ ἀπροειδοποίητου καί τοῦ ξαφνικοῦ. Τό μόνο πού ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάμει εἶναι ἡ προετοιμασία, ἡ ἐγρήγορση καί ἡ ἑτοιμότητα: «γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται» (Ματθ. 24, 42). Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, συνιστᾶ τήν ἐγρήγορση καί τήν προετοιμασία τῶν πιστῶν, γιατί «ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί ἔρχεται» (Α’ Θεσ. 5, 2). Τό μόνο φάρμακο τῆς ἑτοιμότητας γιά τούς πιστούς, γιά ὅλους μας, εἶναι ἡ προειδοποίηση τοῦ Παύλου, πρός τούς Θεσσαλονικεῖς: (Α’ Θεσ. 5, 6): «μή καθεύδομεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν». Αὐτό τό «νήφωμεν» δημιούργησε, ἰδιαίτερα στούς μοναχούς, τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι» καί ὀνομάστηκαν Νηπτικοί πατέρες. Γιά τούς κοσμικούς, ἄς εἶναι ἡ προσοχή, ἡ προσευχή καί ἡ ἐναπόθεση τῶν ἐλπίδων μας στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θά ὁρίσει τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα τῆς ἐπανεμφανίσεως καί τοῦ τέλους τῶν πάντων.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ. Θ.
 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το πρωτείο του πάπα Ρώμης

 

 

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το πρωτείο του πάπα Ρώμης

 

Ανταποκρινόμενη η Ορθόδοξος Εκκλησία στην επιθυμία του Ιδρυτού της του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την τελευταία του προσευχή, «ίνα πάντες έν ώσιν» (Ιω. 17, 21), και μετά την έναρξη του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 1980, κατόπιν πανορθοδόξων συνοδικών αποφάσεων, συνεχίζει και στις μέρες μας τον Διάλογο τούτο. Ο Διάλογος αυτός κατόπιν διαφόρων θετικών και ωρισμένων δυσκόλων φάσεων εξετάζει τώρα το θέμα περί το Πρωτείο του επισκόπου Ρώμης, το οποίο και κατά τις ομολογίες των παπών Παύλου του ΣΤ’, Ιωάννου Παύλου του Β΄και Βενεδίκτου του ΙΣΤ’ αποτελεί πράγματι και χωρίς καμμία αμφιβολία το μεγαλύτερο οικουμενικό πρόβλημα.

 

            Βεβαίως υπάρχουν προσπάθειες εμπεδώσεως του παπικού αυτού δόγματος εκ μέρους ρωμαιοκαθολικών θεολόγων, όμως κατά την αρχαία τάξη και παράδοση της κοινής ιστορίας της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας και μέχρι σήμερον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ποτέ δρν υπήρχε το παπικό τούτο δόγμα, καθώς διεμορφώθη από την Α’ Βατικανή Σύνοδο του 1870 και επανελήφθη και από τη Β’ Βατικανή του 1965. Τα κείμενα και γενικώτερον τα γεγονότα εκείνα, τα οποία επικαλούνται οι υπέρμαχοι του παπικού δόγματος, έχουν ερευνηθεί και από πολλούς ρωμαιοκαθολικούς επιστήμονες και έχουν καταλήξει απερίφραστα στο συμπέρασμα, ότι όλα αυτά έχουν σκόπιμα ή άσκοπα παρερμηνευθεί και επομένως, ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται και πάλι για να αποδείξουν κάτι, το οποίον όμως ποτέ δεν υπήρχε. Δυστυχώς όμως είτε δεν εισακούονται από τους συναδέλφους των, είτε και οι ίδιοι, όταν αναλαμβάνουν εκκλησιαστικά αξιώματα, δεν « ενθυμούνται»  πλέον τα πορίσματα των ιδικών των ερευνών! Όμως δεν πρέπει να γίνεται το ίδιο και από μας τους ορθοδόξους, δηλ. δεν πρέπει να αγνοούμε ότι υπάρχουν πάρα πολλοί ρωμαιοκαθολικοί επιστήμονες, οι οποίοι εργάζονται αντικειμενικά και καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα με τους ορθοδόξους. Οφείλουμε να τους γνωρίζουμε, να τους στηρίζουμε και να τους αξιολογούμε και στις ιδικές μας έρευνες, ούτως ώστε να συνειδητοποιούμε τις θετικές αυτές εξελίξεις και να υπενθυμίζουμε ότι παρόμοιες αντικειμενικές έρευνες δεν είναι επί ματαίω, αλλά πολύ χρήσιμες στον οικουμενικό, θεολογικό διάλογο.

 

 Ένας εκκλησιαστικός πατήρ, τον οποίο χρησιμοποιούν ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, απολογητές και υπέρμαχοι του παπικού δόγματος είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος, ως ισχυρίζονται, ανεγνώριζε τον επίσκοπο Ρώμης ως την ύψιστη δικαστική εξουσία. Τούτο ισχυρίζονται διότι, μετά την καταδίκη του στη Σύνοδο παρά την Δρυν το 404, απέστειλεν επιστολή στον επίσκοπο Ρώμης Ιννοκέντιο Α’, την οποία θεωρούν ως έφεσι προς την ανωτάτην δικαστική εξουσία της καθόλου Εκκλησίας Ανατολής και Δύσεως! Αξίζει όμως να υπενθυμίσουμε τι έγινε τότε και περί τίνος πρόκειται.

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μέγας εκκλησιαστικός πατήρ της Εκκλησίας και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος εκκλησιαστικός ρήτωρ, αλλά και απτόητος ελεγκτής της αμαρτίας και του σκανδαλώδους βίου ακόμη και των ανακτόρων και συγκεκριμένως και της αυτοκράτειρας. Τούτο βέβαια είχε και κόστος και αρνητικές συνέπειες για τη ζωή του και την ασφάλεια της θέσεώς του στην Κωνσταντινούπολη, την έδρα της Εκκλησίας του. Αποτέλεσμα τούτου υπήρξε η και με τη σύμπραξη του πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου καταδίκη του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου και η εξορία του. Μετά την άδικη καταδίκη του απευθύνθηκε ως είναι λογικό, σε αδελφούς επισκόπους για να καταγγείλει τις παρανομίες που έγιναν, την άδικη καταδίκη του, να αναφέρει τα δεινά που υπέστη και να ζητήσει συμπαράσταση και βοήθεια. Απευθύνθηκε, λοιπόν, και σε τρεις επισκόπους της Δύσεως, στον επίσκοπο Ρώμης Ινοκκέντιο Α’, τον επίσκοπο Ακυληίας Χρωμάτιο και τον επίσκοπο Μιλάνου Βενέριο!

 

            Πρώτον, λοιπόν, δεν απέστειλεν επιστολή μόνο στον επίσκοπο Ρώμης και δεύτερον, δεν είναι δυνατόν το ίδιο περιεχόμενο της επιστολής προς τρεις επισκόπους να θεωρηθεί μόνο προς έναν επίσκοπο, τον επίσκοπο Ρώμης, ως έφεση νομικού χαρακτήρος προς την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία. Οι επιστολές αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως επιστολές προς αδελφούς επισκόπους, φωνή διαμαρτυρίας και ελπίδα αλληλεγγύης και βοηθείας, αδελφού προς αδελφούς, εφόσον μάλιστα η επιστήμη έχει αντικειμενικά διαπιστώσει ότι ο άγιος Χρυσόστομος δεν απεδέχετο τοιούτο μεμονωμένο πρωτείο εξουσίας του επισκόπου Ρώμης ούτε γενικώς ως άποψή του στα συγγράμματά του, εφόσον ετόνιζε απερίφραστα την αναγκαιότητα των συνοδικών αποφάσεων, ούτε ειδικώς με την αλληλογραφία αυτή προς τούς επισκόπους της Δύσεως. Στα ίδια συμπεράσματα έχουν καταλήξει και ρωμαιοκαθολικοί επιστήμονες, οι οποίοι μάλιστα κατακρίνουν και συναδέλφους των από την εκκλησία των, όταν παρερμηνεύουν τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Π.χ. ο γνωστός καθηγητής Πατρολογίας B. Altaner γράφει:  «Εις τα έργα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου πουθενά δεν μπορούμε να βρούμε μία σαφή και αναμφίβολη αναγνώριση του ρωμαϊκού πρωτείου». Την ίδια άποψη έχουν οι P.Th. Camelot, Jugie, G. Zandonella, L. Schläpfer, Bihlmeyer–Tüchle,K.Baus,O.Bardenhewer, Chr. Baur, W. de Vries, S. Schima κ.ά.

 

            Τρίτον, πρέπει να ερευνήσουμε τη στάση και την άποψη του ίδιου του επισκόπου Ρώμης, του πάπα Ιννοκεντίου Α’, πώς δηλ. αντέδρασε στα συγκεκριμένα γράμματα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Είχε ο πάπας την πεποίθηση ότι ήταν ό ίδιος προσωπικά η ανώτατη δικαστική αρχή;

 

            Όταν έλαβε τα γράμματα, έστειλε δύο απαντητικές επιστολές: μία στον κλήρο της Κωνσταντινουπόλεως και μία στον ίδιο τον ιερό Χρυσόστομο, στον «αγαπητό αδελφό», όπου εκφράζει τη λύπη του για τα άδικα παθήματα και του συνιστά υπομονή. Στον κληρο Κωνσταντινουπόλεως τονίζει ότι πρέπει να τηρούνται οι κανόνες της Εκκλησίας και μ.ά. αναφέρει επί λέξει: «αναγκαία εστί διάγνωσις συνοδική, ην και πάλαι έφημεν συναθροιστέαν, μόνη γαρ εστιν ήτις δύναται τας κινήσει των τοιούτων καταστείλαι καταιγίδων». Και αργότερον σαφέστερα τονίζει την αναγκαιότητα συγκλήσεως συνόδου και μάλιστα Οικουμενικής: «και γαρ ημείς πολλά σκεπτόμεθα ον τρόπον η σύνοδος οικουμενική συναχθείη, όπως τη βουλήσει του Θεού αι ταραχώσεις κινήσεις παύσωνται. Υπομείνωμεν ουν έως, και τω τείχει της υπομονής οχυρούμενοι, ελπίσωμεν πάντα τη βοηθεία του Θεού ημών αποκατασταθήναι» (PG 52, 537-538). Δεν θεωρεί, άρα, ο πάπας Ιννοκέντιος τον εαυτό του ως ύψιστη δικαστική εξουσία, αλλά την Οικουμενική Σύνοδο, η οποία θα μπορούσε να διαγνώσει το πρόβλημα επακριβώς και να δώσει και την ορθή λύση. Γνωρίζει επίσης ότι ο ίδιος δεν μπορεί να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, διότι τούτο έπραττε ο αυτοκράτωρ. Προσεπάθησε λοιπόν ο επίσκοπος Ρώμης να συμπαρασταθεί και να βοηθήσει τον «αγαπητόν του αδελφόν»  Ιωάννη Χρυσόστομο από αγάπη και αλληλεγγύη κινούμενος, όμως δυστυχώς δεν το επέτυχε. Αντ’  αυτού, διαμαρτυρόμενος, διέκοψε τις σχέσεις του με την Ανατολική Εκκλησία.

 

            Από την αλληλογραφία αυτή, ως εκ τούτου, δεν μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο άγιος Χρυσόστομος παρεδέχετο το πρωτείο του πάπα Ρώμης, διαπίστωση την οποία κάνουν σήμερα και ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι μ.ά. ο Chr. Baur, ο W. de Vries, ο Altaner, ο G.D. Dunn κ.α. Αυτή η αλληλογραφία δεν πρέπει επίσης να αναφέρεται ούτε για την εμπέδωση της προϊστορίας του παπικού πρωτείου, διότι δεν υπήρχε καμμία τέτοια πρόθεση από τον ιερό Χρυσόστομο, ούτε και από τον ίδιο τον πάπα Ρώμης.

 

            Βεβαίως είναι αναγκαίο να συνεχιστεί ο Θεολογικός Διάλογος για να καταλήξει, συν Θεώ, στα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά δεν πρέπει να αγνοούνται και τα συμπεράσματα της θεολογικής, πατερικής και ιστορικής επιστήμης και δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται συνεχώς τα παλαιά απολογητικά επιχειρήματα με τις μονόπλευρες, σκόπιμες και λανθασμένες ερμηνείες, τις οποίες δεν πρόκειται να δεχθούν ποτέ οι ορθόδοξοι. Εκτός τούτου αυξάνουν τις δυσπιστίες και βάζουν τροχοπέδη στη θετική εξέλιξη του Θεολογικού Διαλόγου!

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗΣ

Καθηγητής του Πaνεπιστημίου Graz

 

 

Τό Βλογημένο Μαντρί

   Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τίς παραμονές τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπό χώρα σέ χώρα κι ἀπό χωριό σέ χωριό, καί χτυπᾶ τίς πόρτες γιά νά δεῖ ποιός θά τόν δεχτεῖ μέ καθαρή καρδιά. Μιά χρονιά λοιπόν, πῆρε τό ραβδί του καί τράβηξε. Ἤτανε σάν καλόγερος ἀσκητής, ντυμένος μέ κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, μέ χοντροπάπουτσα στά ποδάρια του καί μ’ ἕνα ταγάρι περασμένο στόν ὦμο του. Γι’ αὐτό τόν παίρνανε γιά διακονιάρη καί δεν τ’ ἀνοίγανε τήν πόρτα. Ὁ ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος, γιατί ἔβλεπε τήν ἀπονιά τῶν ἀνθρώπων καί συλλογιζότανε τούς φτωχούς πού διακονεύουνε, ἐπειδής ἔχουνε ἀνάγκη, μ’ ὅλο πού αὐτός ὁ ἴδιος δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό κανέναν, κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε.
    Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ, κι ἀφοῦ πέρασε ἀπό χῶρες πολλές κι ἀπό χιλιάδες χωριά καί πολιτεῖες, ἔφταξε στά ἑλληνικά τά μέρη, πού ‘ναι φτωχός κόσμος. Ἀπ’ ὅλα τά χωριά πρόκρινε τά πιό φτωχά, καί τράβηξε κατά κεῖ, ἀνάμεσα στά ξερά βουνά πού βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.
    Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιάς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολύ ἄγρια. Ψυχή ζωντανή δέν ἀκουγότανε, ἐξόν ἀπό κανένα τσακάλι πού γάβγιζε.
    Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ἕνα ἀπάγκιο πού ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ‘να μικρό βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρί κολλημένο στά βράχια. Ἄνοιξε τήν αὐλόπορτα πού ἤτανε καμωμένη ἀπό ἄγρια ρουπάκια καί μπῆκε στή μάντρα. Τά σκυλιά ξυπνήσανε καί πιάσανε καί γαβγίζανε. Πέσανε πάνω του νά τόν σκίσουνε· μά, σάν πήγανε κοντά του, σκύψανε τά κεφάλια τους καί σερνόντανε στά ποδάρια του, γλείφανε τά χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα καί κουνούσανε παρακαλεστικά τίς οὐρές τους.
    Ὁ Ἅγιος σίμωσε στό καλύβι τοῦ τσομπάνου καί χτύπησε τήν πόρτα μέ τό ραβδί του καί φώναξε:
    «Ἐλεῆστε με, χριστιανοί, γιά τίς ψυχές τῶν ἀποθαμένων σας! Κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σάν ἦρθε σέ τοῦτον τόν κόσμο!».
    Ἡ πόρτα ἄνοιξε καί βγῆκε ἕνας τσομπάνης, παλικάρι ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, μέ μαῦρα γένια· καί δίχως νά δεῖ καλά καλά ποιός χτυποῦσε τήν πόρτα, εἶπε στό γέροντα:
    «Πέρασε μέσα στ’ ἀρχοντικό μας νά ζεσταθεῖς! Καλή μέρα καί καλή χρονιά!».
    Αὐτός ὁ τσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας, πού τόν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, ἄνθρωπος ἀθῶος σάν τά πρόβατα πού βόσκαγε, ἀγράμματος ὁλότελα.
    Μέσα στήν καλύβα ἔφεγγε μέ λιγοστό φῶς ἕνα λυχνάρι. Ὁ Γιάννης, σάν εἶδε στό φῶς πώς ὁ μουσαφίρης ἤτανε γέροντας καλόγερος, πῆρε τό χέρι του καί τ’ ἀνασπάστηκε καί τό ‘βαλε ἀπάνω στό κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καί τή γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ κοπελούδα, πού κουνοῦσε τό μωρό τους μέσα στήν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινά καί φίλησε τό χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε:
   «Κόπιασε, παπποῦ, νά ξεκουραστεῖς».
    Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στήν πόρτα καί βλόγησε τό καλύβι κι εἶπε:
    «Βλογημένοι νά ‘σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο τό σπιτικό σας! Τά πρόβατά σας νά πληθαίνουν ὡς τοῦ Ἰώβ μετά τήν πληγήν καί ὡς τοῦ Ἀβραάμ και ὡς τοῦ Λεβάν! Ἡ εἰρήνη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νά εἶναι μαζί σας!»
    Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στό τζάκι καί ξελόχισε ἡ φωτιά. Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σέ μιά γωνιά τό ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τό μπαλωμένο τό ράσο του κι ἀπόμεινε μέ τό ζωστικό του. Τόν βάλανε κι ἔκατσε κοντά στή φωτιά, κι ἡ γυνάικα τοῦ ‘βαλε καί μιά μαξιλάρα ν’ ἀκουμπήσει.
    Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καί ξανάπε μέσα στό στόμα του:
    «Βλογημένο νά ‘ναι τοῦτο τό καλύβι!».
    Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιά νά φέρει τό ‘να καί τ’ ἄλλο. Ἡ γυναίκα του μαγείρευε. Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στή φωτιά.
    Μονομιᾶς φεγγοβόλησε τό καλύβι μέ μιάν ἀλλιώτικη λάμψη καί ἐφάνηκε σάν παλάτι. Τά δοκάρια σάν νά ‘τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οἱ πυτιές πού ἤτανε κρεμασμένες σάν νά γινήκανε χρυσά καντήλια, καί τά τυροβόλια κι οἱ καρδάρες καί τ’ ἄλλα τά σύνεργα πού τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, λές κι ἤτανε διαμαντοκολλημένα. Καί τά ξύλα πού καιγόντανε στή φωτιά εὐωδιάζανε σά μοσκολίβανο καί δέν τρίζανε τά ξύλα τῆς φωτιᾶς, παρά ψέλνανε σάν τούς ἀγγέλους πού ‘ναι στόν Παράδεισο.
    Ὁ Γιάννης ἤτανε καλός ἄνθρωπος, ὅπως τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός.
    Φτωχός ἤτανε, εἶχε λιγοστά πρόβατα, μά πλούσια καρδιά: «Τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια!». Ἤτανε αὐτός καλός, μά εἶχε καί καλή γυναίκα. Κι ὅποιος τύχαινε νά χτυπήσει τήν πόρτα τους, ἔτρωγε κι ἔπινε καί κοιμότανε. Κι ἄν ἤτανε καί πικραμένος, ἔβρισκε παρηγοριά. Γι’ αὐτό κι ὁ Ἅγιος Βασίλης, κόνεψε στό καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή τῆς χάρης του, κι ἔδωσε τήν εὐλογία του.
    Κείνη τή νύχτα τόν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καί τά χωριά τῆς οἰκουμένης, ἀρχόντοι, δεσποτάδες κι ἐπίσημοι ἀνθρῶποι, πλήν ἐκεῖνος δέν πῆγε σέ κανέναν τέτοιον ἄνθρωπο, παρά πῆγε στό μαντρί τοῦ γιάννη τοῦ Βλογημένου.
    Σάν βολέψανε τά πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καί λέγει στό γέροντα:
    «Γέροντα, μεγάλη χαρά ἔχω ἀπόψε πού ἦρθες, ν’ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς κανένα γράμμα, γιατί δέν ἔχουμε ἐκκλησία κοντά μας, μήτε κἄν ρημοκκλήσι. Ἐγώ ἀγαπῶ τά γράμματα τῆς θρησκείας μας, κι ἄς μήν τά καταλαβαίνω, γιατί εἶμαι ξύλο ἀπελέκητο. Μιά φορά μᾶς ἦρθε ἕνας γέροντας Ἁγιονορείτης καί μᾶς ἄφησε τούτη τήν ἁγιωτική φυλλάδα, κι ἄν λάχει νά περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τόν βάζω καί τή διαβάζει. Ἐγώ ὅλα ὅλα τά γράμματα πού ξέρω εἶναι τρία λόγια πού τά ‘λεγε ἕνας γραμματιζούμενος, πού ἔβαζε λόγο στό χωριό, δυό ὧρες ἀπό δῶ, κι ἀπό τίς πολλές φορές πού τά ‘λεγε, τυπωθήκανε στή θύμησή μου. Αὐτός ὁ γραμματικός ἔλεγε καί ξανάλεγε: ’’Σκώνιτι οὐ μήτηρ του κι τούν ἀνισπάζιτι κι τοῦ λέγ’: Τέκνου μου! Τέκνου μου!’’. Αὐτά τά γράμματα ξέρω...».
    Ἦταν μεσάνυχτα. Ὁ ἀγέρας βογγοῦσε. Ὁ Ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε ἀπάνου καί στάθηκε γυρισμένος κατά τήν ἀνατολή κι ἔκανε τό σταυρό του τρεῖς φορές. Ὕστερα ἔσκυψε καί πῆρε ἀπό τό ταγάρι του μιά φυλλάδα κι εἶπε:
    «Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων!».
    Ὁ Γιάννης πῆγε καί στάθηκε ἀπό πίσω του καί σταύρωσε τά χέρια του. Ἡ γυναίκα βύζαξε τό μωρό καί πῆγε κι ἐκείνη καί στάθηκε κοντά στόν ἄντρα της.
    Κι ὁ γέροντας εἶπε τό «Θεός Κύριος» καί τ’ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς. «Μορφήν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς νά πεῖ καί τό δικό του τ’ ἀπολλυτίκιο, πού λέγει: «Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἔψελνε γλυκά καί ταπεινά, κι ὁ Γιάννης κι ἡ Γιάνναινα τόν ἀκούγανε μέ κατάνυξη καί κάνανε τό σταυρό τους. Κι εἶπε ὁ Ἅγιος Βασίλης τόν ὄρθρο καί τόν κανόνα τῆς ἑορτῆς «Δεῦτε λαοί, ἄσωμεν», χωρίς νά πεῖ τό δικό του κανόνα «Σοῦ τήν φωνήν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κι ὕστερα εἶπε ὅλη τή λειτουργία κι ἔκανε ἀπόλυση.
    Καθίσανε στό τραπέζι καί φάγανε, ὁ Ἁγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα-Μάρκος ὁ Βουβός, πού τόν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καί τόν βοηθοῦσε.
    Καί, σάν ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τή βασιλόπιτα καί τήν ἔβαλε ἀπάνω στόν σοφρά. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τό μαχαίρι καί σταύρωσε τή βασιλόπιτα κι εἶπε:
    «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».
    Κι ἔκοψε τό πρῶτο τό κομμάτι κι εἶπε: «τοῦ Χριστοῦ», κι ἔκοψε τό δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τό τρίτο καί δέν εἶπε: «τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ἀλλά εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου!».
    Πετάγεται ὁ Γιάννης καί τοῦ λέγει:
    «Γέροντα, ξέχασες τόν Ἅι-Βασίλη!».
    Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:
    «Ἀλήθεια, τόν ξέχασα!»
    Κι ἔκοψε ἕνα κομμάτι κι εἶπε:
    «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου!»
    Ὕστερα ἔκοψε πολλά κομμάτια, καί σέ κάθε ἕνα πού ἔκοβε ἔλεγε: «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ μογιλάλου», «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».
   Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στόν Ἅγιο:
   «Γέροντα, γιατί δέν ἔκοψες γιά τήν ἁγιοσύνη σου;»
    Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:
    «Ἔκοψα, εὐλογημένε!».
    Μά ὁ Γιάννης δέν κατάλαβε τίποτε, ὁ καλότυχος!
    Ἔστρωσε ἡ γυναίκα, γιά νά κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νά κάνουνε τήν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τίς ἀπαλάμες του κι εἶπε τήν δική του εὐχή, πού τή λέγει ὁ παπᾶς στή λειτουργία:
    «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμι ἄξιος, οὐδέ ἱκανός, ἵνα ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου...».
    Σάν τελείωσε τήν εὐχή κι ἑτοιμαζόντανε νά πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης:
    «Ἐσύ, γέροντα, πού ξέρεις τά γράμματα, πές μας σέ ποιά παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅι-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ‘χουνε;Ἐμεῖς οἱ φτωχοί εἴμαστεν ἁμαρτωλοί καί κακορίζικοι, ἐπειδής ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νά κολαζόμαστε!».
    Ὁ Ἁγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω, ἅπλωσε τίς ἀπαλάμες του καί ξαναεῖπε τήν εὐχή ἀλλιώτικα:
    «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστιν ἄξιος καί ἱκανός, ἵνα ὑπό τήν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος ὑπάρχει,  καί τῶν τοιούτων ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...»
    Καί πάλι δέν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

Φώτης Κόντογλου
 

Πανευφρόσυνα Χριστούγεννα

   Εις τας παρυφάς Αθηναϊκού προαστίου και γειτνίασιν με παρακείμενον αλσύλλιον ευρίσκεται οικίσκος ταπεινός με μόνιμον ένοικόν του γηραιάν γυναίκα, διάγουσαν ήδη την ογδόην δεκαετίαν της ταλαιπώρου ζωής της. Παρήλθε τέταρτον αιώνος σχεδόν, αφ’ ότου ο συζυγός της εμακάρισεν. Στερουμένην τέκνων και λοιπών συγγενών διανύει τον δόλιχον της επιγείου βιοτής μόνη, χωρίς να βαρυγκομά, ως «στρουθίον μονάζον επί δώματος».
    'Οσον αι δυνάμεις της επέτρεπον εγίνετο κάτοχος του επιουσίου προσφέρουσα εκδουλεύσεις εις γείτονας, εκτιμωμένη δια το καλοκάγαθον, την επιμελή εργασίαν, την ευγένειαν και προ παντός τον καλόν της λόγον, τον οποίον προσέφερε χωρίς φειδώ εσώψυχον προς πάντας. Τώρα, ότε εκόντεψαν τα πόδια της, όπως λέγει δικαιολογούσα την δυσκολίαν των κινήσεών της, εστερημένη συντάξεως ή άλλης μονίμου αρωγής, επιβιώνει χάρις εις την στοργήν φιλεύσπλαχνων γειτόνων της και κυρίως από την μόνιμον αντίληψιν της μητρός Εκκλησίας.
   Εις την Εκκλησίαν δεν κατέφυγεν ότε ευρέθη εις την ανάγκην. ‘Ητο πάντοτε φιλακόλουθος. Εις την πίστιν εστήριζεν την ελπίδα της, και, όπως συμβαίνει πάντοτε, «η ελπίς ου καταισχύνει». ‘Αλλωστε με τον ναόν και τους προσάγοντας τω Κυρίω θυσίαν αινέσεως και λατρείαν ευάρεστον ιερείς συνεδέετο και κατά τρόπον εμπράγματον. Συνήθιζε πάντοτε και από την εποχήν των καλών ημερών να παρασκευάζη πρόσφορα, λειτουργιές, όπως τα ωνόμαζε, και επιμελώς να τα φέρη εις τον ναόν με την πρώτην καμπάναν.
   Η παρασκευή της προσφοράς δια την κυρίαν Μαρίνα –αυτό ήταν το όνομά της- ήτο ολόκληρος ιεροτελεστία. Την εγνώρισεν από την μάμμην της, η οποία, προκειμένου να ζυμώση πρόσφορα, έστελλε την μικρή εγγονήν της να φέρη νερόν καθαρόν από την βρύσιν του χωρίου των και τη συνεβούλευε να πλένη την κούπαν, πριν γεμίση την στάμναν της. Αμοιβήν δια τον κόπον της ελάμβανε προσφορίδιον, λειτουργόπουλον, όπως το έλεγεν η ευσεβής γραία, το οποίον κατά το ψήσιμον ετοποθετείτο ενάμεσα εις τα κανονικά πρόσφορα δια την συμπλήρωσιν των κενών.
   Με το καθαρόν νερόν αφ’ εσπέρας ανάπιανε το προζύμι, ελούετο, εφόρει καθαρά ενδύματα, προκειμένου την επομένην να ζυμώση τους άρτους της προσφοράς, τελούσα εν επιγνώσει ότι δια της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος ο μεταβληθείς άρτος και οίνος ως σώμα και αίμα Χριστού μεταδίδεται εις τους πιστούς «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».
   Η κυρία Μαρία, αναβιώνουσα εις το μέτρον του δυνατού την τακτικήν της μάμμης της, διετήρησε την ωραίαν συνήθειαν να παρασκευάζη τα πρόσφορά της, να προσέρχεται εις το ιερόν ναόν με ευλάβειαν, να παρακολουθή την θείαν λειτουργίαν με κατάνυξιν, όπως παιδιόθεν έμαθε και επιστώθη από τους ευλαβείς γονείς της εις την αλίκτυπον νήσον της καταγωγής της.
   Αρχιμανδρίτης γνωρίζων από ετών τας συνηθείας της, την επισκεπτόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα στην πτωχικήν οικίαν της. Ανοίξασα την θύραν απέριττος την περιβολήν, γλυκεία την έκφρασιν, με πρόσωπο ιλαρόν και φωνήν παλλομένην από συγκίνησιν ως ομιλούσα προς κληρικόν, τον οποίον έβλεπεν συχνάκις ημφιεσμένον με απαστράπτουσαν ιερατικήν στολήν εις την λειτουργίαν και ήκουε το απ’ άμβωνος κήρυγμά του, ησπάσθη ευλαβώς την δεξιάν του.
   Ο σεπτός λευΐτης με προσήνειαν ανταπέδωκε τον χαιρετισμόν και επεδαψίλευσε την ευλογίαν του. Και η συζήτησις συνεχίσθη με οικειότητα. 'Ησαν παραμοναί Χριστουγέννων του σωτηρίου έτους 2008. Ο ιερεύς, ενελλιπως έναυλον έχων εις την ακοήν του την ρήσιν «ασθενής ήμην καί επεσκέψασθέ με» και συνεχόμενος από την προσδοκίαν της επικειμένης μεγάλης εορτής της θείας επιφανείας, διεβεβαίωσε την συνομιλήτιάν του ότι τα Χριστούγεννα θα την επισκευθή και θα παρακαθήση εις το τραπέζι της.
   Η ταπεινή γυναίκα εξεπλάγη από την, όλως απροσδόκητον δι’  αυτήν, αυθόρμητον πρότασιν του ιερέως. Ευρεθείσα εις αμηχανίαν επειράθη να αποτρέψη την επίσκεψιν, προβαλούσα την αναξιότητά της να φιλοξενήση, και μάλιστα ημέραν επίσημον, ένα τόσον υψηλόν δι’ αυτήν επισκέπτην. Με τον τρόπον της εψέλλισε παρηλλαγμένους τους λόγους του εκατοντάρχου «ουκ ειμί ικανή, ίνα υπό την στέγην μου εισέλθης».
   Ο ιερεύς, κατά σύστημα πραγματοποιών αναλόγους επισκέψεις, επέμεινεν. Το πρόσωπόν της γηριαάς γυναικός αιθρίασε και εις τα χείλη της διεγράφη μειδίαμα χαράς. 'Ητο η πρώτη φορά μετά παρέλευσιν χρόνου μακρού, κατά την οποίαν θα συνέτρωγε με άλλον άνθρωπον, και μάλιστα λειτουργόν του Κυρίου επί της γης. 'Αλλωστε εγνώριζεν ως φιλακόλουθος το τροπάριον «Επεσκέψατο ημάς εξ ‘Υψους ο Σωτήρ ημών». Θα ήτο δι’ αυτήν ευλογία η επίσκεψις του ιερέως ανήμερα των Χριστουγέννων.
   Δεν εβράδυνε όμως την αιθρίαν να σκιάση νεφύδριον.
   - Πάτερ μου, πώς να σας φιλοξενήσω την άγια αυτή ημέρα; Εγώ η αμαρτωλή τηρώ το Αγιορειτικό Τυπικό και δεν τρώγω κρέας, θα μαγειρέψω ψάρι.
   Τον ενδοιασμόν της αγαθής γυναικός ο ιερεύς εξέλαβεν ως πρόσθετον ευκαιρίαν δι’ εορτασμόν των Χριστουγέννων κατά τρόπον περισσότερον πνευματικόν.
   - Κυρία Μαρία, να είναι ευλογημένον, θα φάμε ό,τι θα υπάρχη.
   Και εις τον νουν του ήλθε το γνωστόν από την φοιτήσίν του εις το Γυμνάσιον ομηρικόν λόγιον «δόσις ολίγη τε φίλη τε».
   Και οι δύο ανέμενον εναγωνίως την κυριώνυμον ημέραν της του Χριστού γεννήσεως. Η κυρία Μαρία επιμελώς ηυπρέπισεν το πτωχικόν της. 'Εστρωσεν εις το κρεββάτι της την καραμηλωτήν μαντανίαν, κατάλοιπον από την προίκαν της, και εις το τραπεζάκι της το κεντητόν λινόν της τραπεζομάντηλον.
   Είχε θέσει εις την αναφθείσαν εστίαν της κουζίνας φωταερίου που διέθετεν ευμεγέθη κατεψυγμένον ιχθύν. Βρασθέντα ήδη ετοποθέτησεν εις πινάκιον, περιβαλλόμενον καλαισθήτως με σέλινον, κρόμμυα και γεώμηλα. Και καθ’ ον χρόνον ητοιμάζετο και η σούπα, ο επισκέπτης έκρουσε διακριτικώς την θύραν του οικίσκου. Με το άνοιγμά της εξαφνιάσθη, ιδούσα έμπροσθέν της τον σεβαστόν Αρχιμανδρίτην. Η έκπληξίς της ήτο μεγάλη και η συγκίνησίς της βαθεία. ‘Ωστε επραγματοποίησε την υπόσχεσίν του!
   Ο ιερωμένος με πρόσωπον ιλαρόν και οικειότητα ενεπιτήδευτον εχαιρέτισε και ηυχήθη προσηκόντως δια το εύσημον της ημέρας. Το ενδιαίτημα με την πενιχράν επίπλωσίν του απέπνεεν οσμήν ευωδίας πνευματικής, προσιδιάζον μάλλον προς κελλίον μοναχής, παρά προς δωμάτιον γυναικός, εν τω κόσμω οικούσης. Την προσοχήν του επισκέπτου εφείλκυσεν εξ αρχής το εικονοστάσιον. Την άχραντον εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, κρατούσης περιπαθώς εν αγκάλαις αυτής το παιδίον Ιησούν, εδορυφόρουν εικόνες αγίων, τους οποίους προφανώς ιδιατέρως ηυλαβείτο η οικοδέσποινα. Τα πρόσωπά των, φωτιζόμενα από το τρεμάμενον φως της θρυαλλιδος της έμπροσθέν των κρεμαμένης κανδήλας, απέπνεον γλυκύτητα άφατον.
    Η κυρία Μαρία με καλαισθησίαν ηυτρέπισε την τράπεζαν, ο επισκέπτης, υποκλίνας ελαφρώς την κεφαλήν, επεκαλέσθη την ευλογίαν του Κυρίου επί την βρώσιν και την πόσιν των δούλων Του. Ανατείνας αντίκρυσε την φιλοξενούσαν δακρύβρεκτον. Εις ερώτησίν του κατά τρόπον απολύτως διακριτικόν έλαβε την απάντησιν:
    - Κλαίω από συγκίνηση και χαρά, πρώτη φορά μετά την εκδημία του μακαρίτη κάθησε άνθρωπος στο τραπέζι μου τέτοια μέρα. Και τι άνθωπος!
    Και εψέλλισε το τροπάριον: «Επεσκέψατο ημάς εξ ‘Υψους ο Σωτήρ ημών...».
    Ο ιερεύς, αποκρύπτων την συγκίνησίν του και με προσποιητήν αφέλειαν, ίνα φαιδρύνη την κατάστασιν, συνέστησε:
    - Μη κλαίης, ευλογημένη, τα δάκρυα θα πέσουν εις το φαγητόν.
    Τα πινάκια ευρίσκοντο ήδη επί της τραπέζης με αχνίζουσα την σούπαν.
    'Εφαγον και οι δύο και ηυφράνθησαν. Η λιτή τράπεζα της πτωχής και ...ασήμου γυναικός ανεδείχθη ξενία δεσποτική. Οι σύνδειπνοι, τελούντες υπό το κράτος συγκινήσεως λόγω της ευσήμου ημέρας, ησθάνοντο τον τεχθέντα Κύριον παρόντα κατά την διαβεβαίωσίν Του «ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκει ειμι εν μέσω αυτών» . Και όλως αυθορμήτως εν κατανύξει ψυχής και αιθρία προσώπων έψαλλον «Η γεννησίς Σου, Χριστέ ο Θεός ημών...».
    Τα Χριστούγεννα του έτους εκείνου δι’ αμφοτέρους απέβησαν πανευφρόσυνα!

 

Δια την εξ αφηγήσεως του Αρχιμανδρίτου Χ. αυθεντικήν καταγραφήν
Π. Κ. Β.