Τά Χριστούγεννα καί ὁ Παπαδιαμάντης

   Κάθε Χριστούγεννα ἡ σκέψη μᾶς πηγαίνει αὐθόρμητα στόν Σκιαθίτη Γέροντα τῶν γραμμάτων μας, τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, πού ἔχει γράψει ὑπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης τόν χαρακτήρισε τόν πρῶτο ἀληθινά μεγάλο ἕλληνα πεζογράφο καί ἐξήγησε τό γιατί: «Μεγάλος πεζογράφος εἶναι ἐκεῖνος πού κατορθώνει καί διορθώνει τό ἔργο του πάνω σ’ ἕναν ἀπό τούς κεντρικούς ἄξονες τοῦ Λαοῦ του. Κι ἕνας ἀπό τούς κεντρικούς αὐτούς ἄξονες τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι ἡ χριστιανική διαμόρφωση τῆς ψυχῆς του, ἔτσι ἀκριβῶς, ὅπως τήν ἀποκρυστάλλωσε ἀπό τά ἔνδοξα χρόνια τοῦ Βυζαντίου ὥς τίς ἡμέρες πού εἶδε τό φῶς ὁ χριστιανολάτρης διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ἦταν ὁ συγγραφεύς ὁ προορισμένος νά ἀποκαταστήσει τή χαμένη ἐπαφή τοῦ νεοελληνικοῦ λόγου μέ τήν πηγή τῆς λαϊκῆς θρησκευτικῆς ψυχολογίας».
   Ὁ Παπαδιαμάντης μέσα ἀπό τήν πίστη του στήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἀγάπη του πρός τήν Πατρίδα του, τήν Ἑλλάδα, μίλησε ἁπλά καί κατ’ εὐθείαν στήν καρδιά τοῦ λαοῦ μας. Καί ὁρισμένες σκέψεις του μένουν ὡς ἀποφθέγματα στήν ἱστορία τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν βέβαιος ὅτι οἱ πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ θά ὑπάρχουν πάντοτε, ἀλλά καί θά ἀπέρχονται, ἐνῶ ὁ γεννημένος στή Φάτνη τῆς Βηθλεέμ Χριστός θά βασιλεύει πάντα. Ἔγραψε: «Πρό τῶν σήμερον ὑλιστῶν, δαρβινιστῶν καί θετικιστῶν ὑπῆρξαν οἱ ἀπαισιόδοξοι, οἱ ὀρθολογισταί καί οἱ κριτικισταί, ἀλλά παρῆλθον• πρό αὐτῶν ἦσαν οἱ πανθεϊσταί, ἀλλ’ ἐξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται ἐν τῇ σκιᾷ, ἀφανίζονται, ἀφοῦ ἐπί βραχύ τέρψωσι τούς φιλοκαίνους καί τούς φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων καί γνωμῶν. Ὁ δέ Χριστός ἔμεινε καί θά μένη...Ὁ πόθος τῆς μωρᾶς ἐπιδείξεως, ἡ μανία τοῦ καινά ἑκάστοτε λέγειν, ἡ δοκησισοφία, ὁ τύφος καί ἡ οἴησις ἄγουσιν εἰς τάς συγχρόνους ἀθεϊστικάς θεωρίας, ἀπό τῶν ὁποίων τοὐναντίον ἀπάγει ἡ εἰλικρινής καί ἀκραιφνής φιλοσοφική συζήτησις τῆς πρό τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν κειμένης ἀληθείας».
   Ὁ Παπαδιαμάντης δέν ἀναγνωρίστηκε ἀπό ὅλους τούς συγχρόνους του, κυρίως ἀπό ἠθικιστές χριστιανούς καί ἀπό συγγραφεῖς τῶν σαλονιῶν. Γράφει σχετικά ὁ Φώτης Δημητρακόπουλος: «Ὁ Παπαδιαμάντης ἀντιμετωπίστηκε κατά βάσιν ἰδεολογικά καί λιγότερο ἀξιολογικά ἀπό τήν ἐπίσημη κριτική, λογοτεχνική καί φιλολογική, ἕνεκα τῆς θρησκευτικῆς του πίστης στήν Ὀρθοδοξία, τοῦ ἀντιδυτικοῦ του αἰσθήματος καί τῆς γλώσσας τοῦ ἔργου του». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ὁ Κ.Θ. Δημαρᾶς, πού ὑποστηρίζει πώς ὁ Παπαδιαμάντης «διαβάζεται εὔκολα ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν συνηθίσει στήν καλή ποιότητα» καί πώς «ἡ γενιά πού τιμοῦσε τόν Σουρῆ γιά μεγάλο ποιητή, ἑπόμενο ἦταν νά τιμήσει γιά μεγάλο πεζογράφο τόν Παπαδιαμάντη...» Παλαιότερα κριτικοί πρός τόν κύρ Ἀλέξανδρο ἦσαν οἱ Γρ. Ξενόπουλος καί Κ. Χατζόπουλος. Ὁ Φῶτος Πολίτης τόν χαρακτηρίζει «πιστό τῶν ἐξωτερικῶν συμβόλων τῆς χριστιανικῆς λατρείας». Ἀρκετά κριτικός ἔναντί του εἶναι καί ὁ Λίνος Πολίτης στήν Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας πού ἔγραψε.
   Οἱ ἰδεολογικά ἀντίθετοί του δέν μποροῦν γενικά νά ἀντέξουν τή σέ βάρος τους καταγγελία του, ὅπως τήν γράφει στόν Λαμπριάτικο ψάλτη: «Ὅλα τά χριστουγεννιάτικα καί τά πασχαλινά διηγήματα δέν πρέπει πλέον νά βλέπωσι τό φῶς. Μή θρησκευτικά πρός Θεοῦ! Τό Ἑλληνικόν Ἔθνος δέν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι κατ’ εὐθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων...». Οἱ ὑλιστές καί ἡδονιστές κριτικοί του δέν μποροῦν ἐπίσης νά ἀνεχθοῦν τόν λόγο του «ἐπ’ ἐμοί ἐνόσῳ ζῶ καί ἀναπνέω καί σωφρονῶ, δέν θά παύσω νά ὑμνῶ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου». Γράφει σχετικά ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στά Collectanea: «... Σωφρονῶ! Ἄ τό δύσκολο, τό δυσκολότατο ἐκεῖνο ρῆμα τῆς παπαδιαμαντικῆς φράσης ...πόσοι ἀκόμα τό κάνουν ἐνεργό στή ζωή τους, ἀλήθεια, καί πόσοι (λιγότεροι ἀκόμα) δίνουν ἐπίσημα τήν ὑπόσχεση καί ξεστομίζουν καταπάνω τους τήν τρομερή φοβέρα πού ἐκεῖνος ξεστόμισε καταπάνω στόν ἑαυτό του: Ἐάν ἐπιλάθωμαί σου, Ἰερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐάν μή σοῦ μνησθῶ; Ἀλήθεια πόσοι;»
   Ἐκτός ἀπό τούς ἰδεολογικά ἀντιθέτους τοῦ Παπαδιαμάντη, ὑπῆρξαν αὐτοί πού τόν ἐκτίμησαν χωρίς νά ἀντιληφθοῦν πλήρως ἤ παραθεωρώντας τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητά του. Αὐτοί μέ ἐπιμέλεια καί μέ ἀγάπη στόν ἄνθρωπο καί στόν λογοτέχνη Παπαδιαμάντη πρόβαλαν τό ἔργο του. Ἕνας ἀπό αὐτούς ἦταν ὁ Ὀκτάβιος Μερλιέ, γάλλος φιλέλληνας καί λόγιος, πού ἀγάπησε ξεχωριστά τόν Παπαδιαμάντη, τόν μετέφρασε στά Γαλλικά, καί μέ εὐθύνη του, πρόλογο καί σημειώσεις του τόν ἐξέδωσαν οἱ περίφημες γαλλικές ἐκδόσεις «Les Belles Lettres». Ἔγραψε σχετικά ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στό περιοδικό Ἑλληνική Βιβλιογραφική καί Βιβλιοκριτική Ἐπιθεώρησις (τεῦχος Φεβρουαρίου 1935):
   «Ἡ παράδοση μᾶς εἶχε μεταδώσει γιά τόν Παπαδιαμάντη τήν εἰκόνα ἑνός ἁπλοϊκοῦ χωριανοῦ ἀσκητῆ, περιπλανημένου μές στήν πρωτεύουσα, χωρίς σχεδόν κανένα ἄλλο συναίσθημα ἐξόν ἀπό τή θρησκευτική του πίστη καί τή νοσταλγία τοῦ νησιοῦ του. Ἀλλά στά βιβλία τοῦ Ὀκταβίου Μερλιέ ἀνακαλύπτουμε ἕναν γνήσιο καλλιτέχνη μέ ἀπέραντη εὐρωπαϊκή μόρφωση, πρωτοπόρο τῆς ἐποχῆς του (μετέφρασε τό «Ἔγκλημα καί τιμωρία» τοῦ Ντοστογιέφσκι στά 1889, τόν καιρό πού ὁ ρῶσος λογοτέχνης ἦταν σχεδόν ἄγνωστος στή Δύση), ἐξαιρετικά ἀνήσυχο, τυραννισμένο ἀκατάπαυστα ἀπό τίς ἀντιφατικές ἀξιώσεις τῆς ψυχῆς του, προικισμένο μέ τήν πιό λεπτή εὐαισθησία καί ἐξαίσια ἐγωκεντρικό. Νομίζαμε ἄλλοτε πώς ἡ αἰτία τῆς ἀπομόνωσής του στήν Ἀθήνα ἦταν ἡ συστολή του ἐμπρός στόν ἀνώτερό του «πολιτισμό» τῆς πρωτεύουσας. Τώρα ὑποπτευόμαστε μᾶλλον ὅτι ἡ αἰτία ἦταν ἀκριβῶς ἀντίθετη, ὅτι δηλαδή ὁ Παπαδιαμάντης τραβήχτηκε μακριά ἀπό τούς τότε Ἀθηναίους, λογίους καί μή, ἐπειδή τούς εἶχε ξεπεράσει καί δέν μποροῦσε πιά νά συνεννοηθεῖ μαζί τους».
   Μεταξύ αὐτῶν πού ἔνιωσαν τήν ποιότητα τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν ὁ ποιητής καί στοχαστής Γιῶργος Σαραντάρης, πού καί αὐτός ὑπέστη τόν ἰδεολογικό ρατσισμό τῶν ὑλιστῶν καί ἡδονιστῶν καί τόν κομπλεξισμό τῶν μετριοτήτων. Σέ δημοσίευμά του στό περιοδικό τῆς Θεσσαλονίκης Μακεδονικές Ἡμέρες, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1938, γράφει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἀγκαλιάζει τόν ἑλληνισμό ὡς σύνολο καί ὅτι μετά ἀπό αὐτόν «δέν φανερώθηκε στήν Ἑλλάδα μήτε ἕνας σοβαρός θρησκευτικός πεζογράφος». Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης σημειώνει γιά τόν σκιαθίτη συγγραφέα: «Στόν μισό καί πλέον αἰώνα πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη ...θἄπρεπε ἡ μορφή του νά εἶχε γίνει ἀγέρας. Δέν ἔγινε. Μιά μέρα τό παρελθόν θά μᾶς αἰφνιδιάσει μέ τή δύναμη τῆς ἐπικαιρότητάς του. Δέν θἄχει ἀλλάξει ἐκεῖνο, ἀλλά τό μυαλό μας». Καί ὁ Παπατσώνης τονίζει: «Χωρίς τόν Παπαδιαμάντη χάνουμε τίς ρίζες μας, παύουμε νά εἴμαστε Ἕλληνες. Ὅταν ἔχει κανείς κάτι πολύτιμο, δέν τό ἀπορρίχνει. Καί τό ἁγνό δίδαγμα τοῦ Σκιαθίτη εἶναι πολύ τίμιο καί ἀνεπανάληπτο». Ὁ μακαριστός λόγιος ἁγιορείτης μοναχός Μωυσῆς ἀπό τήν πλευρά του ὑπογραμμίζει ὅτι τό «κήρυγμα» τοῦ Παπαδιαμάντη παραμένει ἐπίκαιρο ὅπως καί τοῦ Ντοστογιέφσκι, «ἀλλά ποῦ αὐτιά...» νά τ’ ἀκούσουν, καί προσθέτει: «Ντοστογιέφσκι καί Παπαδιαμάντης ζοῦσαν ὅ,τι ἔγραφαν, γι’ αὐτό καί εἶναι μεγάλοι λογοτέχνες».
   Σέ μιά συνάντησή μου μέ τόν σημαντικό μικρασιάτη συγγραφέα Τάσο Ἀθανασιάδη, τόν εἶχα ἐρωτήσει τί κάνει νά ξεχωρίζει τόν μεγάλο συγγραφέα ἀπό αὐτόν πού ἁπλῶς γράφει κάποιο βιβλίο, καί μοῦ ἀπάντησε «ὁ χρόνος». Ἀπό τή συζήτηση πού ἀκολούθησε κατάλαβα ὅτι ὅσο κι ἄν ἐνεργήσει πρός καιρόν ἡ διαφήμιση καί τά κυκλώματα, τό μέτριο θά χαθεῖ στή λήθη, ἐνῶ τό σημαντικό θά ἐπιζήσει, ὅπως τό χρυσάφι στό καμίνι. Κατάλαβα ἐπίσης τήν ἀμηχανία τῶν ὑλιστῶν πού ὁ Παπαδιαμάντης παραμένει ἐπίκαιρος, 100 καί πλέον χρόνια μετά τόν θάνατό του. Κάθε χρόνο τέτοιες ἡμέρες, σέ πεῖσμα τους, διαβάζονται «Τό Χριστόψωμο», «Ἡ Σταχομαζώχτρα», «Ὁ Ἀμερικάνος», «Στό Χριστό, στό Κάστρο», «Τά Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη» καί τ’ ἄλλα χριστουγεννιάτικα διηγήματα τοῦ μεγάλου σκιαθίτη συγγραφέα.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟ
 

Ἡ σύγχρονη ἔρευνα γιά τή βυζαντινή φιλοσοφία

   Τό ἀξιόλογο περιοδικό χριστιανικῆς σκέψης Σύναξη, βαρύ περιοδικό, μέ τήν καλή ἔννοια, ὅπως εἶπε κάποιος,δημοσίευσε ἕνα ἐνδιαφέρον ἄρθρο στό τεῦχος τοῦ Ἰουλίου - Σεπτεμβρίου 2010, γραμμένο ἀπό τόν καθηγητή Γ. Καπρίεφ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σόφιας - κάτι ἔχει νά μᾶς πεῖ καί ἡ βουλγαρική πρωτεύουσα, πού τό καλοκαίρι τοῦ 2011 φιλοξένησε τό παγκόσμιο Βυζαντινολογικό Συνέδριο.
   Τό θέμα εἶναι «῾Η σύγχρονη ἔρευνα γιά τή Βυζαντινή φιλοσοφία». Ξεκινάει ἀπό τήν ἄποψη τοῦ Η. Ηunger, ὁ ὁποῖος ἀμφισβητοῦσε τήν ὕπαρξη φιλοσοφίας στό Βυζάντιο, καί συνεχίζει μέ τίς νεώτερες μελέτες, οἱ ὁποῖες ὄχι ἁπλῶς ἐπιβεβαιώνουν τό ἐρώτημα, ἀλλά δίνουν καί πολλά στοιχεῖα γιά τό σημαντικό αὐτό θέμα.
   ῞Ενας ἀπό τούς κυριότερους ἐπ’ αὐτοῦ ἐρευνητές ἦταν ὁ Β. Τατάκης, ἰδίως μέ τό σχετικό βιβλίο του Βυζαντινή φιλοσοφία, στό Παρίσι πρό 60 ἐτῶν, καί τά Θέματα χριστιανικῆς καί βυζαντινῆς φιλοσοφίας, Ἀθήνα 1952, ἀπό τήν Ἀποστολική Διακονία. Ταυτόχρονα ὁ γνωστός Η. G. Βeck ἔδωσε πολλά στοιχεῖα μέ τό κλασικό ἔργο του «’Eκκλησία καί Θεολογία στό Βυζάντιο», καθώς καί ὁ Κ. Οehler. Ἀλλά δέν ἦσαν μόνον οἱ Γερμανοί πού ἐργάστηκαν σχετικά. ’Aπό ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἔχουμε ἐπί τῶν ἡμερῶν μας τόν καθηγητή Λίνο Μπενάκη, ὁ ὁποῖος συνεχίζει ἀκούραστα τή σχετική διερεύνηση ἐπί 60 χρόνια τώρα. ῞Οπως τονίζει ὁ βούλγαρος καθηγητής, «ὁ Μπενάκης προσέφερε μέ τίς ἐργασίες του κλειδιά γιά τήν ἔρευνα τοῦ θέματος, καί μέ τούς μαθητές του καί τούς συνεργάτες του ἵδρυσε τό 1987 τήν Ἐπιτροπή γιά τή Βυζαντινή Φιλοσοφία στή Διεθνῆ ῾Εταιρεία γιά τή Μελέτη τῆς Μεσαιωνικῆς Φιλοσοφίας».
   ῎Ετσι ἀπό τό 1999 ἡ ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς φιλοσοφίας ἔχει ἐνταχθεῖ στό πρόγραμμα τῶν πανεπιστημίων ὅλων σχεδόν τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν, ἀλλά καί στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική.
   ῞Ενας ἄλλος σταθμός στήν ἀξιόλογη αὐτή ἐρευνητική προσπάθεια ὑπῆρξε τό «κεφαλαιῶδες ἔργο» τοῦ G. Ρodskalsky, Θεολογία καί Φιλοσοφία στό Βυζάντιο πού ἐκδόθηκε τό 1977 στό Μόναχο, στόν ἐκδοτικό οἶκο ὅπου εἶχαν ἐκδοθεῖ τά ἔργα τοῦ Βeck καί τοῦ Ηunger. Τό ἔργο αὐτό «βασίζεται σέ λεπτομερῆ γνώση τῶν πηγῶν καί μαρτυρεῖ μερικές ἄλλες ἀξιοσημείωτες ποιότητες, χωρίς τίς ὁποῖες ἡ πρόοδος τῶν συγχρόνων σπουδῶν τῆς Βυζαντινῆς φιλοσοφίας θά ἦταν ἀδιανόητη».
   Στό σημεῖο αὐτό ὁ σ. ἀναφέρει καί μερικούς ἄλλους σύγχρονους στοχαστές πού ἔχουν συμβάλει πολύ στήν ἀνάπτυξη τῶν σπουδῶν τῆς Βυζαντινῆς φιλοσοφίας, ἔστω καί ἄν αὐτοί δέν εἶναι φιλόσοφοι «ex-professor», ὅπως εἶναι ὁ Lossky,Florofsky, ὁ Μeyendorff, ὁ Κrivocheine,Staniloae, ὁ Κ. Ware κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι «ἀνακάλυψαν τά κύρια προβλήματα πού ἀφοροῦν στή σκέψη γιά τόν Θεό στήν Ἀνατολική χριστιανική παράδοση».
   Καί καταλήγουμε μέ μία ῾Ελληνίδα τῆς ’Οξφόρδης, τήν Κατερίνα ῾Ιεροδιακόνου, ἡ ὁποία τό 2002 ἐξέδωσε τόν τόμο Βυζαντινή Φιλοσοφία καί οἱ ἀρχαῖες πηγές της. «῎Ετσι σημειώνει ὁ συγγραφέας μας- εἰσερχόμαστε σέ μιά ἔντονη φάση τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας γιά τή Βυζαντινή φιλοσοφία... Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο, μπορεῖ κανείς νά περιμένει στενότερη συνεργασία μεταξύ τοῦ αὐξανόμενου ἀριθμοῦ Ἐρευνητικῶν Κέντρων ἀφιερωμένων στήν ἐξειδικευμένη ἔρευνα γιά τή Βυζαντινή φιλοσοφία καί τήν ἱστορία τῶν ἰδεῶν».
   Γιά ὅλα αὐτά εὐχαριστοῦμε τήν ἀγαπητή Σύναξη, ἀλλά καί τόν βούλγαρο καθηγητή, ὁ ὁποῖος μᾶς θύμισε ὅτι κάτι γίνεται καί στή Σόφια.

Η.Μ.

 

Ἡ Εἰκόνα, μέσο ἑνωτικό τῶν δύο κόσμων

«Μεγαλύνατε τόν Κύριον σύν ἐμοί»
(Ψαλ. 33, 4)

   Ὁ πιστός εἰσερχόμενος στό ἐσωτερικό ὁποιασδήποτε ἱστορημένης ἐκκλησίας διακατέχεται ἀπό συναισθήματα θρησκευτικοῦ δέους καί σεβασμοῦ. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο τό συναίσθημα τοῦ δέους εἶναι κοινό γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Στήν ἀρχαιότητα ἐκφράζεται ὡς «δεῖγμα πανικόν» ἤ ὡς «σέβας». Εἶναι τό θρησκευτικό δέος, τό ὁποῖο στά κατώτερα θρησκεύματα ἐξηγεῖται ὡς τρόμος, ἐπειδή τό θεῖο θεωρεῖται ὅτι ὑποκρύπτεται στά πράγματα καί στά φαινόμενα τῆς φύσεως. Τό φαινόμενο τοῦ τρόμου ὀνομάζεται «εὐλάβεια»· εἶναι ἡ μορφή τοῦ θρησκευτικοῦ φόβου. Μόνη ἀν τίδραση αὐτοῦ τοῦ φόβου εἶναι ἡ «σιγή», ἡ ὁποία ἐκφράζεται ὡς ἀντενέργεια «θεοτερπής».
    Τό στοιχεῖο τῆς σιγῆς συναντᾶται σέ ὅλα τά λειτουργικά κείμενα. Ὁ τρόμος καί ἡ σιγή ἐνσχύονται τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο. Στό σημεῖο αὐτό, ἡ ἐκδήλωση τοῦ τρομεροῦ θείου ἐκφράζεται ὡς ὀργή τοῦ Θεοῦ. Τό φοβερό θεῖο («my sterium tremendum») εἶναι ἀπρόσιτο στόν ἄνθρωπο, ἀλλά συγχρόνως τό αἰσθάνεται καί ζῇ τό ἀνεκπλήρωτο συναίσθημα τοῦ Θεοῦ, ἐξ αἰτίας τῆς μεγαλειότητάς Του («my sterium majes ta tis Dei»). Πολλές φορές ὁ τρόμος συνδέεται μέ τήν ἔκσταση: «καί ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου (οἱ Μυροφόρες)· εἶχε δέ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις, καί οὐδενί οὐδέν εἶπον ἐφοβοῦντο γάρ» (Μάρκ. 16,8).
    Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἀόρατη σχέση, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς δυναμικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί σχετίζεται μέ τή δημιουργική ἔνταση τῆς ἕλξεως. Στήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά πλησιάσει τό θεῖο, δημιουργεῖται τό «θάμβος» καί δημιουργεῖται ἀπό τό μυστήριο τῆς ἕλξεως, ὁπότε τόν ἀκινητοποιεῖ. Τό θάμβος ἐξουδετερώνεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καί ὁ πιστός ἐπιζητεῖ νά διαγραφεῖ ἡ ἀπόσταση.
    Ἁπλούστερα, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται χωρισμένος ἀπό τόν Θεό καί ἐπιθυμεῖ τήν ἕνωση μέ τόν Δημιουργό του. Ἔρχεται στιγμή, κατά τήν ἀλάλητη ἐπικοινωνία, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ὑψώνεται πάνω ἀπό τόν αἰσθητό κόσμο καί φτάνει κοντά στόν Θεό· ἐπιτυγχάνει τή θέωση, καί εἶναι συμμετοχή καί ἐπικοινωνία μέ τά δῶρα τῆς ἑνώσεως: τόν φωτισμό, τή νέα ζωή, τήν ἀναγέννηση.
    Παρατηροῦμε στήν ἀρχιτεκτονική τῶν ναῶν νά συντελεῖται ἡ αὔξηση τοῦ θρησκευτικοῦ φόβου καί τῆς ἐκστάσεως, ὅπως στίς ἐκκλησίες
τοῦ Γοτθικοῦ ρυθμοῦ, οἱ ὁποῖες ὑποβάλλουν τόν φόβο καί ἕλκουν τήν ἔκσταση, μέ τήν ἐξωτερική τους διακόσμηση. Συμβαίνει τό ἴδιο ἀκριβῶς πράγμα καί μέ τούς βυζαντινούς ναούς, ἀλλά ἐδῶ τά παραπάνω συναισθήματα δημιουργοῦν ται τόσο μέ τήν ἀρχιτεκτονική ὅσο καί μέ τήν ἁγιογράφηση τῶν ἐντοίχιων ἐπιφανειῶν. Οἱ γραμμές φαίνεται πώς ἔρχονται πρός τόν θεατή καί δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι τά πρόσωπα ἐξέρχονται, γιά νά τόν συναντήσουν καί νά δημιουργηθεῖ ἀλάλητη ἐπικοινωνία.
    Μέ τή βοήθεια τοῦ κόσμου τῶν εἰκόνων δημιουργοῦνται οἱ προϋποθέσεις προσεγγίσεως καί ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος, τέλεια ἀόρατος, γίνεται ὁρατός μέ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἡ μεταφορά τοῦ πιστοῦ στούς χώρους τῆς ὑπερκοσμιότητας καί συντελεῖται ἡ ἕνωση μέ τόν ἀγγελικό κόσμο καί τή θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Τήν ἔννοια αὐτήν ἐκφράζει καί ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅταν διακηρύσσει: «εἴτε μέ τή μελέτη τῶν Γραφῶν εἴτε μέ τήν παράσταση τῆς εἰκόνας, ἔρχονται στή σκέψη μας τά πρωτότυπα καί ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό».
    Ἀναμφίβολα, ἡ εἰκόνα ἀποτελεῖ ἔνδειξη καί μεταφορά, γιά μίμηση τοῦ πρωτοτύπου. Τό πρωτότυπο δέν εἶναι κάτι τό φανταστικό, ἀλλά, ἀντίθετα, αὐτό πού ὑπάρχει ἀπό μόνο του, μέσα στούς ἀνθρώπους καί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Στήν παράσταση τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα δέν τιμᾶται τό σχεδιάγραμμα, ἀλλά ἡ θεότητα πού δηλώνεται μέ ἀνθρώπινη μορφή· στήν ἐξεικόνιση ἑνός ἁγίου δέν τιμᾶται ἡ ὑποκειμενική ὅραση τοῦ καλλιτέχνη, ἀλλά ἡ ἀντικειμενική πνευματικότητα τοῦ ἁγίου, διαφαινόμενη μέ τήν εἰκόνα του.
    Ἔτσι, τόσο ἡ Γραφή ὅσο καί ἡ εἰκόνα μᾶς πληροφοροῦν γιά τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο καί μᾶς καλοῦν σέ ἐπικοινωνία, πνευματική ἔνταση καί «θεογνωσία». Τό Συνοδικό τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπιλέγει: «Τῶν τῷ λόγῳ ἁγιαζόντων τά χείλη, ἰδόντων τε καί κηρυσσόντων, ὡς διά τῶν σεπτῶν εἰκόνων, ὁμοίως ἁγιάζεται μέν τά ὄμματα τῶν ὁρώντων, ἀνάγεται δέ δι’ αὐτῶν ὁ νοῦς πρός θεογνωσίαν, ὥσπερ καί διά τῶν θείων ναῶν καί τῶν ἱερῶν σκευῶν». Ἡ εἰκόνα, ἑπομένως, ἀποτελεῖ βιβλίο καί ὁμιλεῖ μέ τά χρώματα καί τίς παραστάσεις. Γιά τούς ὀρθοδόξους ἡ εἰκόνα εἶναι ὁλόκληρη διδασκαλία καί ὀφείλει νά ὁμιλεῖ ἔμμεσα. Εἶναι τό ἀντίθετο τῆς Εὐχαριστίας. Στήν Εὐχαριστία συναντᾶμε τόν ἴδιο τόν Χριστό· στήν εἰκόνα Τόν παρατηροῦμε. Εἶναι μιά μεταγραφή μέσα στόν χρόνο, ἕνα παράθυρο ἀνοιχτό στόν οὐρανό, μιά συμμετοχή στή Λειτουργία. Εἶναι ἐξομολόγηση τῆς ἀλήθειας, ὁμολογία πίστεως, ὁδός γνώσεως τοῦ Θεοῦ, μέσο ἐπικοινωνίας μαζί Του. Ἡ εἰκόνα, κατά συνέπεια, βρίσκεται μακριά ἀπό ἁπλή διατήρηση τῆς πίστεως· εἶναι δυναμική καί παιδαγωγική. Προκαλεῖ στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ τήν ἀνάπαυλα, τήν ἐλπίδα καί τήν παρηγορία, γιατί μέ τήν εἰκόνα δημιουργεῖται διάλογος προσευχῆς, καί τά τείχη τῆς ἀποστάσεως, τοῦ φόβου καί τοῦ τρόμου πέφτουν, ἐνῶ ἡ συνομιλία μέ τόν Θεό γίνεται φιλική, τελείως ἀδελφική, ἐπειδή ἡ Θεοτόκος καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ἔχουν ἀποστολή στόν οὐρανό τή μεσιτεία πρός τόν Θεό γιά μᾶς.
    Ἡ θρησκευτική παράσταση δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα, προσαρμοσμένη ἄριστα στόν πιστό, τόν ὁποῖο, βοηθώντας τήν αἴσθηση τῆς ὁράσεως, διευκολύνει νά ἀπευθύνει τήν προσευχή του, τήν προσωπική ἤ κοινοτική παράκληση στόν Θεό. Τή στιγμή μάλιστα τῆς προσευχῆς ἡ εἰκόνα γίνεται τό μεσολαβητικό μέσο μεταξύ πιστοῦ καί πρωτοτύπου. Τό εἰκονογραφικό σύνολο μιᾶς ἱστορημένης ἐκκλησίας εἶναι τέτοιο, ὥστε νά ἀποτελεῖ θεολογική καί λειτουργική μαρτυρία τῆς «ἐν Χριστῷ πίστεως». Ἡ ἔννοια αὐτή ἐνισχύεται ἀπό τή σκέψη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «Ἄν κάποιος ἄπιστος σέ ρωτήσει γιά τήν πίστη σου, ὁδήγησέ τον στήν ἐκκλησία καί τοποθέτησέ τον μπροστά στίς εἰκόνες».
    Ἡ τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων παίρνει ξεχωριστή θέση στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀποτελεῖ δόγμα τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καί διατυπώθηκε μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. «Δέν ἔπρεπε ὁ Χριστός νά ἱστορηθεῖ, ὡς φυσικός ἄνθρωπος, ἀλλά μέ συναμφότερο τρόπο, Θεός καί ἄνθρωπος ἐν τῇ ὑποστατικῇ αὐτοῦ ἑνώσει». Ὤφειλε, συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία νά εὕρισκε εἰκονογραφικό τύπο, ὁ ὁποῖος θά ὁδηγοῦσε τούς πιστούς στή διατύπωση ὅτι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Οἱ δογματικές αὐτές προϋποθέσεις τῆς εἰκονογραφικῆς μορφολογίας ἐπεκτείνονται καί στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων.
    Ἡ θρησκευτική, λοιπόν, τέχνη παρουσιάζει τή Θεοτόκο μέ τέτοιο εἰκονογραφικό τύπο, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει ὄχι μόνο τή μορφή τῆς γυναίκας, ἀλλά τήν ἁγιότητα καί εἰδικότερα τό δοχεῖο τῆς Χάριτος. Μέ τή μορφή τῆς Παρθένου ἡ εἰκονογραφία ἀναζητᾶ νά συλλάβει τήν πραγματική Θεοτόκο, στήν ὁποία κατοικεῖ: «πνεῦμα ἅγιον». Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Ὁδηγήτριας», γιά παράδειγμα, ἐμφανίζει τήν Παναγία νά φέρει στήν ἀγκαλιά τόν γιό της Ἰησοῦ. Ἡ παράδοση βλέπει στή στάση τοῦ «Παιδός» πού στρέφει τό πρόσωπό Του καί ἀγκιστρώνεται στόν βραχίονα τῆς μητέρας Του, μέ τά δυό Του χέρια, ἔκφραση τρόμου στή θέα τῶν συμβόλων τοῦ Πάθους, τά ὁποῖα προβάλλουν οἱ δορυφοροῦντες ἄγγελοι. Ὁ ἀρχικός καλλιτέχνης τῆς εἰκόνας αὐτῆς ἴσως δέν εἶχε σκοπό νά ὑπογραμμίσει τό Πάθος, ὡς τό κύριο στοι χεῖο, καί βέβαια νά ἐκφράσει τό βαθύτερο νόημα τῆς εἰκόνας. Ἡ ἄποψη αὐτή ἐνισχύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τίποτε, μέσα ἀπό τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἀποκαλύπτει τόν τρόμο καί τήν ἀγωνία, ἀλλά μόνο τήν προσοχή τοῦ πιστοῦ, μέ τόν ὁποῖο συνομιλεῖ, ἀκούει καί παρατηρεῖ, μακριά πρός τό μέλλον, ἀλλ’ ὅμως μέ ἠρεμία καί θάρρος. Οἱ δύο αὐτές ἑρμηνεῖες μποροῦν ἐξάλλου νά ἐναρμονιστοῦν τέλεια.
    Στή Γεθσημανῆ ὁ Χριστός εἶχε δοκιμάσει, πρό τοῦ Πάθους, ἕνα συναίσθημα τρόμου. Τώρα, ὑποβασταζόμενος καί ἐνθαρρυμένος ἀπό τή Μητέρα Του, στά χέρια τῆς ὁποίας ἀναζητᾶ παρηγοριά καί στήριγμα, θά εἶχε στή συνέχεια δεχτεῖ, μέ ἠρεμία καί θάρρος, τή θέληση τοῦ Πατέρα Του. Οἱ δύο αὐτές διαδοχικές καταστάσεις τῆς ψυχῆς θά ἑρμηνευτοῦν συγχρόνως, μέσα στήν εἰκόνα τοῦ Πάθους καί εἰδικά μέ τή στάση τοῦ «Παιδός Ἰησοῦ», καταφεύγοντας στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας Του, καί ἀκόμη ἀπ’ τή γαλήνια ἔκφραση τοῦ προσώπου Του.
    Κάθε εἰκόνα εἶναι γεμάτη ἀπό συμβολισμό ὑποκειμενικό καί ἀκόμη πλούσια σέ ἔννοιες. Ὁ λόγος αὐτός μᾶς ὑποχρεώνει νά ἐκτιμήσουμε, ἀλλά συγχρόνως νά ἀναζητήσουμε τίς παραπάνω ἰδιαιτερότητες. Κάθε σύμβολο ἐξάλλου εἶναι στήν πραγματικότητα ἔκφραση καί διδασκαλία συνθετική. Ἡ συνθετική τοῦ συμβόλου εἶναι τεράστια· ἀπό τούς ἀμύητους εἶναι ἀνυποψίαστη.Γι’ αὐτόν τόν λόγο ἡ μυσταγωγική του ἀξία γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερη, λόγῳ τοῦ πλούτου τῶν διδασκαλιῶν, στίς στοχαστικές μας διαθέσεις.
    Ἡ Θεοτόκος εἶναι ντυμένη μέ χιτῶνα, συμβολίζοντας τήν ἐπισκίαση, ἀλλά καί τήν παραμονή σ’ αὐτήν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ἔτσι πνευματοφόρος καί χαριτοφόρος. Τό Πνεῦμα, ἑπομένως, τοῦ Θεοῦ ἐπεσκίασε τήν Παρθένο καί ἑνώθηκε μ’ αὐτήν, τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπου θά διενεργηθεῖ τό μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου. Τό μυστήριο αὐτό συμβολίζεται μέ τόν μαῦρο χιτῶνα τῆς Θεοτόκου. Τό μαῦρο στήν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία εἶναι τό συμβολικό χρῶμα τῆς πτώσεως τῆς ἀνθρωπότητας καί ἰδιαίτερα τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς.
    Ὁ Χριστός ἔκλεισε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε στή γῆ, διά μέσου τῆς Παρθένου, ἡ ὁποία ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ἔγινε ἡ κλίμακα τῆς ἀνόδου τῶν ἀνθρώπων, ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται τήν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπιστροφή του στήν πατρική οἰκία. Εἶναι ἀκόμη τό σύμβολο τῆς ὕλης, πρίν ἀπό τή διαμόρφωση τοῦ δημιουργημένου κόσμου.
    Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπίσης δημιουργική καί γιά τή μορφολογία τῶν εἰκονογραφικῶν τύπων τῶν Ἁγίων. Οἱ μορφές τους, στίς ἐντοίχιες ἐπιφάνειες τῶν ἐκκλησιῶν, δέν ἔχουν τήν αἴσθηση τοῦ σαρκικοῦ ἤ τοῦ φθαρτοῦ, ἀλλά τοῦ ἐξωπραγματικοῦ καί τοῦ «ἁγίου». Οἱ φυσιογνωμίες τους ὑπενθυμίζουν στούς πιστούς, μέ τρόπο διαρκῆ, τήν ἁρμονία μιᾶς ζωῆς, βιουμένης: «ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Χριστοῦ». Ἡ εἰκονογραφία δέν ἀποτυπώνει ἀδιάκριτα τή σχηματοποίηση τῶν εἰκόνων· προβάλλει καθορισμένα πρότυπα, καλλιεργημένα ἀπ’ τήν ἴδια, μέσα ἀπ’ τόν πεισματώδη ἀγῶνα της ἐνάντια στήν εἰδωλολατρία, ἐνάντια στήν εἰκονοφοβία καί στίς ἄλλες αἱρέσεις. Εἰκόνες γιά τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία πλήρωσε μέ τό αἷμα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν. Οἱ ὀρθόδοξες αὐτές εἰκόνες, χωρίς νά εἶναι ἁπλές παραστάσεις, οὔτε καθαρή διακόσμηση, οὔτε ὁποιαδήποτε ἐξεικόνιση τῶν Γραφῶν, εἶναι ἀντικείμενα παιδαγωγικά καί συνενώνονται ἁρμονικά μέ τή θεία Λειτουργία.
    Ἡ Ἐκκλησία, μέ τή θρησκευτική εἰκονογραφία, δέν βλέπει κάποια ἄποψη τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας, ἀλλά τήν ἔκφραση τῆς Ὀρθοδοξίας στό σύνολό της. Γίνεται ἔτσι ἡ εἰκόνα μιά ἀπ’ τίς ἐκδηλώσεις τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας: «Αὐτό πού ὁ λόγος πληροφορεῖ τήν ἀκοή, ἡ ἁγιογραφία τό δείχνει σιωπηρά μέ τήν παράσταση». Οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπαναλαμβάνουν αὐτά τά λόγια καί καθορίζουν: «Μέ τά δύο αὐτά μέσα, ὅπου τό ἕνα συνοδεύει τό ἄλλο… προσλαμβάνουμε τή γνώση τῶν ἴδιων πραγματικοτήτων».
    Ὁ λόγος καί ἡ εἰκόνα ἀποτελοῦν τά ἐκφραστικά μέσα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἐκφράσουν, ἀπό τό ἕνα μέρος τίς σκέψεις καί τά συναισθήματά του, καί ἀπό τό ἄλλο νά ἐπικοινωνήσει μέ τούς συνανθρώπους του. Ἡ εἰκονογραφία ἔχει προοπτική καί ἀποσκοπεῖ στήν ἐπικοινωνία τῶν δύο τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ οὐρανίου καί τοῦ ἐπιγείου.

ΝΙΚ. Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.
 

Ἡ Παναγία στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας

Στήν Ἐκκλησία ἡ Παναγία κατέχει μιά μοναδική θέση. Κανείς ἄλλος τιμώμενος ἀπό τήν Ἐκκλησία ἅγιος, Ἀπόστολος, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κανείς ἀπό ὅσους ἔχουν δεχθεῖ τήν ἱερωσύνη, δέν ἔχει τιμηθεῖ περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ Θεοτόκος. Αὐτή ἡ μοναδική καί ὑπεροχώτερη θέση, στήν ὁποία ἔχει τοποθετηθεῖ ἡ Παναγία, θά προσπαθήσουμε, μέσα ἀπό τοῦτο τό ἄρθρο, νά δοῦμε ἄν ἀποτυπώνεται καί στήν ὑμνολογία της Ἐκκλησίας. Μελετώντας τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας παρατηροῦμε ὅτι ἡ Παναγία:
    (α) Ὑμνεῖται ὡς συναίτιος τοῦ Χριστοῦ στό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἐκείνη εἶναι:
«παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα»
«ἡ σώσασα κόσμον»
«τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις»
«τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις»
«λύσις τῆς ἀρᾶς»
«ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα»
«τῆς κατάρας λυτρώσασθαι, γένος τό ἀν θρώπινον»
«αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως».

    (β) Ἡ Παναγία εἶναι συναίτιος στή σωτηρία τοῦ κόσμου γιατί διά μέσου αὐτῆς διῆλθε ὁ Χριστός, γιά νά ἑνωθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ πύλη μέσα ἀπό τήν ὁποία πέρασε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ σκάλα, ἡ γέφυρα πού ἑνώνει τά ἐπουράνια μέ τά ἐπίγεια καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στόν παράδεισο:
«...Πύλη μόνη ἥν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος...»
«...Κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός...»
«...γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρα νόν...»
«...στῦλε πύρινε, εἰσάγουσα εἰς τήν ἄνω ζωήν τό ἀνθρώπινον...»
«...ἀνόρθωσις των ἀνθρώπων ...κατάπτωσις τῶν δαιμόνων...»
«...Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον...»
«...διά γάρ σοῦ τῷ Θεῷ κατηλλά γη μεν...»

    (γ) συμβαίνουν δέ ὅλα τά παραπάνω γιατί ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος. Εἶναι ἐκείνη πού δάνεισε τό σῶμα της καί γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί μέ τή θέωση τῆς σάρκας, τήν ὁποία ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία, ἡ ἀνθρώπινη οὐσία ἐχρημάτισε ναός τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἄνθρωπος σώζεται καί κληρονομεῖ τόν παράδεισο.
«...δι ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»
«...σάρκα ἐξ ἐμοῦ δανεισάμενον...»
«...Μήτηρ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου...»
«...ὅτι ἐκύησας ἐν σαρκί τόν τῶν ὅλων Ποι ητήν...»
«...καί ἡ σκηνή τῆς καθ’ ἡμᾶς οὐσίας, τῇ θεώσει τοῦ προσληφθέντος φυράματος, ναός Θεοῦ κεχρημάτικεν...» Καί
«Οἱ πρώην ἀπάτῃ γυμνωθέντες, στολήν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορίᾳ σου...»
«...Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν, τήν καθ’ ἡμᾶς προσλαμβανόμενος φύσιν, πρός ἑαυτόν ἐπ α νήγαγεν...»

    δ) Ἡ Παναγία ἐπιλέγεται ἀπό τόν Θεό νά δανείσει τή σάρκα της στόν Χριστό καί νά γίνει ἡ σκάλα πού θά ἑνώσει τόν Θεό μέ τόν ἄνθρωπο.
    Ἡ Παναγία εἶναι γυναίκα, ἐδῶ ὅμως δέν ἐκπροσωπεῖ τό γυναικεῖο φύλο, ἀλλά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὅπως φάνηκε ἀπό πολλούς ὕμνους, τούς ὁποίους ἀναφέραμε παραπάνω, ἡ σάρκα τήν ὁποία ὁ Χριστός προσλαμβάνει δέν εἶναι ἡ γυναικεία πλευρά τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη οὐσία, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει συγχρόνως τή γυναικεία καί τήν ἀνδρική φύση.
    Ἡ Παναγία συμβάλλει νά σωθεῖ ὄχι μόνο ἡ Εὔα, ἀλλά καί ὁ Ἀδάμ. Ὅπως στήν πρώτη δημιουργία ὁ Ἀδάμ ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, ἔτσι στή νέα δημιουργία εἶναι ἡ Παναγία πού τήν ἐκπροσωπεῖ. Δέν εἶναι τό γυναικεῖο φύλο, ἀλλά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος πού προσφέρει τήν Παναγία δῶρο στόν Θεό.
«...Σέ γάρ μητέρα πρόξενον ζωῆς ἀνέδειξεν, ὁ ἀπάτωρ ἐκ σοῦ ἐνανθρωπῆσαι εὐδοκήσας Θεός, ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι, καί τό πλανηθέν ὀρειάλωτον εὑρών πρόβατον, τοῖς ὤμοις ἀναλαβών, τῷ Πατρί προσαγάγῃ...»
«...Διά γάρ σοῦ τῷ Θεῷ κατηλλάγημεν...»
«...δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα, καί ζωήν κληρονομοῦμεν...»
«Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;
...οἱ Ἄγγελοι τόν ὕμνον... ἡμεῖς δέ Μητέρα Παρθένον...».

    Ἡ Παναγία ἀπό μικρή προετοιμάζεται γιά νά ὑποδεχτεῖ τόν Χριστό. Γεννᾶται, μέ τρόπο θαυμαστό, ἀπό γονεῖς δίκαιους,
«Ἐκ τῶν Δικαίων προῆλθεν, Ἰωακείμ καί Ἄννης, ἐπαγγελίας ὁ καρπός...»
    Τριετής ἀκόμα, εἰσάγεται στόν Ναό τοῦ Σολομῶντα, γιά νά ἑτοιμαστεῖ νά δεχτεῖ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
«...Σήμερον τό καθαρώτατον ἁγίασμα, ὡς τριετίζουσα δάμαλις, εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων εἰσάγεται...»
«Σήμερον ὁ Ναός ὁ ἔμψυχος, τοῦ μεγάλου Βασιλέως, ἐν ναῷ εἰσέρχεται, αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι, εἰς θείαν κατοίκησιν...»
«...Εἴσελθε εἰς τά ἄδυτα, καί γνῶθι μυστήρια, καί ἑτοιμάζου γενέσθαι, τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον, τερπνόν καί ὡραῖον...»

   Ἡ Παναγία μεγαλώνει μέ πίστη στόν Θεό καί εἶναι ἡ μόνη ἄμωμος καί καλή ἀνάμεσα σέ ὅλες τίς γυναῖκες, εἶναι ἀνεπίδεκτος ἁμαρτίας, τό στέφος τῆς ἐγκρατείας, καί ἔχει ψυχή στολισμένη μέ καθαρότητα.
«...ἡ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξί καί καλή...»
«...Ροῆς ἁμαρτίας ἀνεπίδεκτον...»
«...τό στέφος τῆς ἐγκρατείας...»
«Ὡς ὑπέρλαμπρον, Θεοτόκε ἁγνή, ψυχῆς τό καθαρόν ἔχουσα κάλλος...»

   Ἡ Παναγία δέχτηκε τό μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου. Σέ αὐτό, ὅμως, δέν ὑπάκουσε αὐτόματα, ἁπλῶς ἐπειδή ἦταν γυναίκα καί ὡς γυναίκα ἔπρεπε νά ὑπακούει. Πρῶτα ζήτησε ἐξηγήσεις καί ἔδωσε τή συγκατάθεσή της μόνον ὅταν βεβαιώθηκε ὅτι, αὐτό πού τῆς ἐζητεῖτο, ἦταν πράγματι ἀγγελία Θεοῦ. Ἡ συγκατάθεση τῆς Παναγίας δέν ἦταν ἀναγκαστική ὑποταγή στήν ἐντολή τοῦ νόμου, ἀλλά ἐλεύθερη ἐπιλογή της, σεβασμός καί συγκατάθεση στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο ἀπό μικρό παιδί πίστευε καί σεβόταν. Ἄν ἔκρινε διαφορετικά, θά εἶχε ἀρνηθεῖ. Ἡ στάση αὐτή τῆς Παναγίας δέν ἀποτελεῖ παράδειγμα ὑποταγῆς γιά τή γυναίκα, ἀλλά παράδειγμα ἐλεύθερης, μέ ἐπίγνωση, ἐπιλογῆς γιά ὅλους, γυναῖκες καί ἄνδρες1. Στούς ὕμνους τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, οἱ λέξεις πού χρησιμοποιοῦνται εἶναι πιστεύω καί δέχομαι. Ὁ Ἀρχάγγελος προτρέπει τήν Παναγία νά πιστέψει στά λόγια του καί ἡ Παναγία, ἀφοῦ ἔχει βεβαιωθεῖ γιά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων του, μέ πίστη δέχεται τή χαρά καί ἀναφωνεῖ «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου».
«...φησίν ἡ ἄφθορος κόρη πρός τόν Ἀρχιστράτηγον... Μή μέ δελεάσῃς ἀπάτῃ...»
«Θεός ὅπου βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, φησίν ὁ Ἀσώματος, Τοῖς ἐμοῖς πίστευε, ἀληθέσι ρήμασι, Παναγία ὑπεράμωμε. Ἡ δέ ἐβόησε. Γένοιτό μοι νῦν ὡς τό ρῆμα σου καί τέξομαι τόν ἄσαρκον, σάρκα ἐξ ἐμοῦ δανεισάμενον, ὅπως ἀναγάγῃ τόν ἄνθρωπον ὡς μόνος δυνατός, εἰς τό ἀρχαῖον ἀξίωμα, διά τῆς συγ κράσεως...»
«...Ὅθεν πιστῶς δεξαμένη τόν ἀσπασμόν, συν έλαβέ σε τόν προαιώνιον Θεόν...»
«Φαίνῃ μοι ἀληθείας ρήτωρ, κατέθετο ἡ Παρθένος· Χαρᾶς κοινῆς γάρ ἐλήλυθας Ἄγγελος. Ψυχήν οὖν ἐπεί καθήγνισμαι Πνεύματι, ὡς τό ρῆμά σου γενέσθω μοι· σκηνούτω ἐν ἐμοί ὁ Θεός, πρός ὅν βοῶ μετά σοῦ· Εὐλογεῖτε, πάντα τά ἔργα Κυρίου τόν Κύριον.»

    Ἡ Παναγία συλλαμβάνει, ὅταν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο τήν ἐπισκιάζει. Ἀλλά συνεχίζει νά παραμένει παρθένος, ἁγνή καί ἄμωμος καί
μετά τόν τοκετό.
«Ἐπελεύσει Πνεύματος, τοῦ Παναγίου, τοῦ Πατρός τόν σύνθρονον καί ὁμοούσιον φωνῇ, ἁγνή Ἀγγέλου συνέλαβες, Θεοκυῆτορ, Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις.»
«...Παρθένος τίκτεις, καί μετά τόν τόκον πάλιν μένεις Παρθένος.»

    Ἡ Παναγία εἶναι γυναίκα, δέν ἀνυμνεῖται ὅμως ὡς γυναίκα, ἀνυμνεῖται ὡς μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς δέ, τή δοξολογοῦμε γιατί τό γεγονός ὅτι εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, τήν τοποθετεῖ σέ τέτοια θέση. Ἀκόμα καί στό θρῆνο τῆς Παναγίας, ὅπου ἡ Παναγία θρηνεῖ ὅπως καί κάθε ἄλλη μάνα θά θρηνοῦσε τόν θάνατο τοῦ γιοῦ της, ἀκόμα καί τότε, δέν παύει νά συμπεριφέρεται ὡς ἡ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου.
«Σφαγήν σου τήν ἄδικον, Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα ὀδυρομένη ἐβόα σοι· Τέκνον γλυκύτατον, πῶς ἀδίκως πάσχεις;... Μή λίπῃς μόνην με, Εὐεργέτα πολυέλεε, τήν Μητέρα καί δούλην σου δέομαι.»
«...νῦν δέ σέ Θεέ μου, ἄπνουν ὁρῶσα νεκρόν, τῇ ρομφαίᾳ τῆς λύπης, σπαράττεται δεινῶς, ἀλλ’ ἀνάστηθι, ὅπως μεγαλυνθήσωμαι.»

    (ε) Τό σῶμα της Παναγίας φιλοξένησε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ Ζωή, γι’ αὐτό καί ὡς μητέρα τῆς Ζωῆς ὁ τάφος καί ἡ νέκρωση δέν τή δέχτηκαν. Μέ τήν κοίμησή της, δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο, ἀλλά μετέστη πρός τή ζωή.
«Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καί προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν· ὡς γάρ ζωῆς Μητέρα, πρός τήν ζωήν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.»
«Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας. Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς...»

    (στ) Ἡ Θεοτόκος, ἡ μητέρα της Ζωῆς, παραμένει στήν Ἐκκλησία καί τοποθετεῖται, ἐξαιτίας τοῦ τόκου της, σέ μιά μοναδική καί πάνω ἀπό κάθε ἄλλο πιστό θέση. Εἶναι ἀνωτέρα ὅλων. Τοποθετεῖται ἀκόμα καί πάνω ἀπό τούς ἀγγέλους. Μετά τόν Θεό, εἶναι σέ Ἐκείνη πού καταφεύγουμε, γιά νά ζητήσουμε βοήθεια.
«Ἐμεγάλυνας Χριστέ, τήν τεκοῦσαν σε Θεοτόκον...»
«...Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, παρθένε ἁγνή.»
«...ἡ Θεοτόκος ὄντως, ἀνεδείχθη τῷ κόσμῳ, ὡς πάντων ὑπερτέρα...»
«...ὑπέρ γάρ τά Σεραφείμ, ὑψώθης κυήσασα, τόν Bασιλέα Χριστόν...»
«...ὅτι πάντες μετά Θεόν εἰς σέ καταφεύγομεν...»
«Καί ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν;...»
«Δεδοξασμένα περί σοῦ, ἐλαλήθη πανταχοῦ, ὅτι ἐκύησας σαρκί, τόν τῶν ὅλων Ποι η τήν...»
«...τῶν Ἀποστόλων τό ἐγκαλλώπισμα»
«Σύ τῶν Προφητῶν τό κήρυγμα, Ἀποστόλων δόξα καί Μαρτύρων καύχημα, καί πάν των τῶν γηγενῶν ἀνακαίνισις.»
   
Καί εἶναι ἡ Παναγία ὁ φωτισμός ὅλων τῶν πιστῶν.
«Φῶς ἡ τεκοῦσα, ... φωτός οὖσα δοχεῖον, τό καθαρόν καί ἄμωμον...»
«...τῆς Τριάδος τούς μύστας φωτίζουσα»
«...βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα...πολλούς ἐν γνώσει φωτίζουσα.»
«...ἀκτίς νοητοῦ ἡλίου...βολίς τοῦ ἀδύτου φέγγους.»
«...ἀστραπή τάς ψυχάς καταλάμπουσα...»
«...σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν... πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.»

    (ζ) Ἡ Παναγία ὑπῆρξε πρός τόν Θεό μεσίτρια γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διότι προσέφερε τή σάρκα της καί ἀπό αὐτήν γεννήθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τόν σταυρικό Του θάνατο ἔσωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τή φθορά. Αὐτή τή μεσιτεία ἡ Παναγία τή συνεχίζει καί μέσα στήν Ἐκκλησία Σέ ὅσους δέονται σέ αὐτήν, παρέχει κάθε βοήθεια, γιά νά πετύχει τελικά κάθε ἕνας ἄνθρωπος χωριστά τή σωτηρία του. Ὡς μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔχει τήν παρρησία καί πρεσβεύει πρός τόν Κύριο γιά ὅλα τά αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων, τά ὁποῖα κυμαίνονται ἀνάμεσα σέ αὐτά πού σχετίζονται μέ τίς δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς μέχρι αὐτά πού ἀφοροῦν στήν τελική σωτηρία τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων.
«Σέ τήν μεσιτεύσασαν τήν σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν, ἀνυμνοῦμεν, Θεοτόκε Παρθένε... ἐν τῇ σαρκί γάρ τῇ ἐκ σοῦ προσληφθείσῃ ὁ Υἱός σου καί Θεός ἡμῶν, τό διά Σταυροῦ καταδεξάμενος πάθος, ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ φθορᾶς ὡς φιλάνθρωπος.»
«...ἵνα μεσιτεύσῃς, πρός τόν ἐκ σοῦ τεχθέντα, ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια.»
«...πάντων πρός Θεόν καταλλαγή τῶν μακαριζόντων σε»
«...Εἰ μή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐρρύσατo, ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; ...σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.»
«...λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως».
«...σέ γάρ ἔχομεν, ἁμαρτωλοί προστασίαν, σέ κεκτήμεθα, ἐν πειρασμοῖς σωτηρίαν...»
«...Κύριον ἱκέτευε, ἐκ φθορᾶς καί κινδύνων, λυτρωθῆναι, καί παντοίων πειρασμῶν.»
«...πρεσβεύουσα τῷ σῷ Υἱῷ καί Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς προσκυνοῦσιν τόν τόκον σου, Ἄχραντε.»
«Ἐνθυμοῦμαι τήν κρίσιν καί δειλιῶ...Τότε Δέσποινα βοήθειά μοι γενοῦ...»

 

* * *

   Ἀνακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, ὅσα ἀναφέραμε μέχρι τώρα, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι, πράγματι, καί στούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους ἀποτυπώνεται ἡ μοναδική καί ὑψηλότερη θέση, τήν ὁποία κατέχει ἡ Παναγία μέσα στήν Ἐκκλησία, διότι: Ὁ Θεός ἐπιλέγει τήν Παναγία, ἀνάμεσα ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες, γιά νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, καί ἐκείνη ἐλεύθερα, χωρίς ἐξαναγκασμό, δίνει τή συγκατάθεσή της καί δέχεται τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
    Ἡ Παναγία εἶναι τό μόνο δῶρο πού ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα προσφέρει στόν Χριστό. Εἶναι τό δικό της σῶμα καί τό δικό της αἷμα πού δανείζεται ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά νά σαρκωθεῖ. Εἶναι ἡ μεσίτρια ἀνάμεσα στόν Θεό καί τό ἀνθρώπινο γένος. Εἶναι ἡ γέφυρα, μέσα ἀπό τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συναντᾶ τόν Θεό καί ὁ Θεός πλησιάζει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς, γι’ αὐτό καί δέν τήδέχεται ἡ φθορά καί ὁ θάνατος. Δέν ἐγκαταλείπει τόν κόσμο, ἀλλά μεταβαίνει στή ζωή. Μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόκος της πού ἀπαιτεῖ νά ὑμνεῖται ἀπό ὅλους πού πιστεύουν καί πάντοτε. Εἶναι ὁ τόκος της πού τήν τοποθετεῖ ἐκ δεξιῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπου πρεσβεύει νά ἐκπληρωθοῦν τά αἰτήματα τῶν πιστῶν, πού ἐκτείνονται ἀπό τήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μέχρι τή σωτηρία τους στή μέλλουσα κρίση.
    Ἡ ξεχωριστή θέση στήν ὁποία τοποθετεῖται ἡ Παναγία, ἐπειδή εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρατηρεῖται καί στό ἑορτολόγιο ὅπως καί στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἔτσι, στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας οἱ Θεομητορικές ἑορτές τοποθετοῦνται μετά τίς Δεσποτικές. Ἡ προσέλευση δέ τῶν πιστῶν σέ αὐτές εἶναι ἀθρόα καί ὑπάρχουν ἐκδηλώσεις βαθύτατης πίστης καί εὐλάβειας.
    Στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κάθε φορά, ὁ ἱερέας προσφέρει τά Τίμια Δῶρα, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο, γιά νά μεταβληθοῦν εἰς σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία ὅμως, ἤδη, ἀνεπανάληπτα, κατά τήν κυοφορία της προσέφερε τή δική της σάρκα καί τό δικό της αἷμα, γιά νά σαρκωθεῖ ὁ Θεάνθρωπος.
    Στή θεία Λειτουργία, κατά τήν προετοιμασία τῶν Τιμίων Δώρων, ὁ ἱερέας μετά τήν ἐξαγωγή τοῦ «Ἀμνοῦ» τῆς Προσφορᾶς (ἄρτου), τοῦ συμβολίζοντος τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ἀφοῦ ἔχει ὁλοκληρώσει ὅλες τίς συμβολικές πράξεις, μέ τίς ὁποῖες περιγράφεται ἡ ἐξιλαστήρια θυσία τοῦ Σωτῆρος, ἐξάγει τή μερίδα τῆς Θεοτόκου, «ἧς ταῖς πρεσβείαις» δέεται, προκειμένου ὁ Κύριος νά δεχθεῖ τή θυσία αὐτή στό ἐπουράνιο θυσιαστήριό Του. Καί τοποθετώντας την στό δεξιό μέρος τοῦ «Ἀμνοῦ» λέγει: «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμέ νη». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐξαγωγή ἀπό τήν Προσφορά μερίδων, μόνον «εἰς τιμήν καί μνήμην», τῶν Ἀρχαγγέλων καί τῶν Ἐπουρανίων Δυνάμεων, τῶν Προφητῶν καί τῶν φορέων τῆς ἱερωσύνης ἀπό τῶν Ἀποστόλων μέχρι καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
    Θά πρέπει τέλος νά σημειώσουμε ὅτι, ἡ ἄποψη, ἡ ὁποία διατείνεται ὅτι ὁ Χριστός δέν τοποθέτησε τήν Παναγία στίς τάξεις τῶν Ἀποστόλων γιατί ἤθελε νά ἀποκλείσει τό γυναικεῖο φύλο ἀπό τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν παραπάνω.  Ἡ θέση τῆς Παναγίας δέν ἦταν ἀνάμεσα στούς Ἀποστόλους, ἀφοῦ ἡ Παναγία κατέχει μιά μοναδική θέση καί βρίσκεται πάνω ἀπό τούς Ἀποστόλους, τούς Ἁγίους, τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί τίς Ἐπουράνιες Δυνάμεις.
    Στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ Παναγία, λόγῳ τῆς θέσης της στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, δέν συνδέεται μέ κανένα ἀξίωμα, ἡ θέση της εἶναι μοναδική καί πάνω ἀπό κάθε ἀξίωμα2.
    Τελειώνοντας ἄς ἀναφωνήσουμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς:
«Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον, Σέ μεγαλύνομεν».

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΡΙΟΥ – ΔΡΕΤΤΑΚΗ

1. Μητροπολίτου Διοκλείας Καλλίστου (Ware), Εἰκόνα τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας. Ἀναδημοσίευση στό περιοδικό «Βημόθυρο», τεῦχος 1 (μεταφρασμένο ἀπό τά Ἀγγλικά).
    2. Κ.Ν. Γιοκαρίνη, Ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ἐκδ. «Ἐπέκταση», σσ. 381-394.
 

Ἀνθηρά μοναστήρια στήν Ἄνδρο

   Ἡ Ἄνδρος εἶναι τό βορειότερο νησί τῶν Κυκλάδων σέ σχῆμα μακρόστενο, μέ ἄφθονα νερά καί ἀρκετή βλάστηση. Ἔγινε γνωστή γιά τή ναυτιλία της καί τούς ναυτικούς της. Ἡ ἱστορία της βεβαίως εἶναι μακρά, ἀφοῦ στά ἐδάφη της ἔχουν ἀνακαλυφθεῖ οἰκισμοί ἀπό τά τέλη τῆς νεολιθικῆς περιόδου.
   Εἰδικότερα ὁ χριστιανισμός ἀνάγεται ἀρκετά ἐνωρίς, ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Ἄνθησε μάλιστα καί ὁ Μοναχισμός καί ἡ Ἄνδρος εἶχε πολλά μοναστικά κέντρα. Σήμερα λειτουργοῦν τέσσερα μοναστήρια προσφέροντας τή ζῶσα λατρεία στόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός ὅλους τούς προσκυνητές. Πάντοτε δέ τά ἱερά αὐτά καταφύγια ὑπῆρξαν κέντρα μαθήσεως καί ἑλληνοπρεποῦς παιδείας, γι᾽ αὐτό καί σέ ἑκατοντάδες ἀνέρχονται οἱ κώδικες, τά σιγίλλια, τά χειρόγραφα, τά βιβλία καί τά λοιπά ἔγγραφα. Τήν ἐνίσχυση, πνευματική στήριξη καί πολλαπλή βοήθεια, προσφέρει ἀφειδῶς καί ὁ σημερινός Ποιμενάρχης Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Ἄνδρου κ. Δωρόθεος ὁ Β΄.
    Συγκεκριμένα τό μεγαλύτερο μοναστήρι τῆς νήσου εἶναι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἤ «Ἁγίας», τό ὁποῖο κατά τήν παράδοση φέρεται νά ἔχει ἀνεγερθεῖ ἐπί αὐτοκράτειρας Θεοδώρας τόν 9ο αἰῶνα. Εὑρίσκεται στό ὕψωμα Καψοράχη ἐπί τῆς διαδρομῆς ἀπό Γαύριο πρός Μπατσί. Ἡ εἰκόνα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς χρονολογεῖται ἀπό τό 1325 καί ἡ μονή, μετά ἀπό πολλές μετατροπές καί κτηριακές προσθῆκες, ἀπό τό 1928 λειτουργεῖ ὡς γυναικεία, ἡ καί μοναδική στήν Ἄνδρο. Τό μοναστήρι αὐτό διασώζει πολλά κειμήλια.
    Τό ἑπόμενο σπουδαῖο μοναστικό συγκρότημα εἶναι τό ὡραιότατο βυζαντινό μοναστήρι τῆς Παναχράντου. Σύμφωνα μέ τούς κώδικες τῆς μονῆς, κτίστηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ τό 961 μ.Χ., τούς χρόνους τῆς ἐκστρατείας του κατά τῶν Ἀράβων στήν Κρήτη. Εὑρίσκεται κοντά στά χωριά Μεσσαριά καί Κουμανή ψηλά στό βουνό σέ ἐπιβλητικό σημεῖο, ἀπ’ ὅπου ἀγναντεύει κανείς τή Χώρα τῆς νήσου. Στό κέντρο εἶναι ὁ θαυμάσιος βυζαντινός ναός ὅπου ὑπάρχει καί ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς Παναχράντου στολισμένη καί γεμάτη ἱερές παραδόσεις, ἕτοιμη ἐκεῖ ἡ Παναγία ν’ ἀκούσει τίς δεήσεις καί παρακλήσεις τῶν πιστῶν προσκυνητῶν της. Ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι ἐπαργυρωμένη ἀπό τό 1861 μέ δαπάνη τοῦ προηγουμένου Διονυσίου τοῦ Πενέτη. Τό ἄλλο σπουδαιότατο ἀπόκτημα τῆς ἱερᾶς μονῆς εἶναι ἡ κάρα τοῦ ἁγίου καί ἰαματικοῦ Παντελεήμονος, ἡ ὁποία τεθησαύρισται ἐκεῖ ἀπό τό ἔτος 1705 κατόπιν ἀγορᾶς ἀπό δύο μοναχούς τῆς μονῆς στήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἁγία κάρα εἶναι μυρόβλυτος καί πλεῖστα θαύματα τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἔχουν καταγραφεῖ ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου. Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό τῆς μονῆς εἶναι τό γεγονός ὅτι, μόλις πρό ὀλίγων ἐτῶν σέ ἀνασκαφές μέ τήν ἐπιστασία τοῦ μοναχοῦ τῆς μονῆς π. Ἀετίου, ἔξωθεν τῆς ἱ. μονῆς εὑρέθησαν πάνω ἀπό χίλιες κάρες πατέρων, πολλές ἀπό τίς ὁ ποῖες δέν ἔχουν ἀλλοιωθεῖ, ἀλλά ἔχουν κέρινο χρῶμα καί συνάμα μυροβλύζουν. Σήμερα, καθηγούμενος τῆς ἱερᾶς καί σεβασμίας ἱστορικῆς αὐτῆς μονῆς τυγχάνει ὁ ἀρχιμανδρίτης π. Εὐδόκιμος Φραγκουλάκης.
   Τό ἄλλο ἀξιόλογο μοναστήρι εἶναι αὐτό τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Εὑρίσκεται στά Ἀποίκια, ὀλίγον μετά ἀπό τή Χώρα καί χρονολογεῖται ἀπό τόν 14ο αἰῶνα. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα ὑπέστη πολλές ζημιές.Ὡστόσο τά τελευταῖα χρόνια μέ τή συμπαράσταση κυρίως Κυπρίων πιστῶν ἐπανιδρύθηκε καί ἀνακαινίσθηκε. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς ἁγίας Μαρίνης, ἡ ὁποία εἶναι ἔνθρονος. Πολύ συγκινητικό εἶναι τό θαῦμα τῆς Ἁγίας κατά τό ἔτος 1999 στό πέντε ἐτῶν παιδί ἀπό τήν Κύπρο, τόν Ἀνδρέα Βασιλείου. Ἡγούμενος σήμερα εἶναι ὁ ἀρχιμανδρίτης π. Κυπριανός Χειμώνας.
    Τό τέταρτο σπουδαῖο μοναστήρι εἶναι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μετά ἀπό τό χωριό Ἀποίκια, ἐπάνω ἀπό τόν ὅρμα Ἄχλα. Εὑρίσκεται σέ ἐρημική περιοχή μέ θαυμάσια θέα πρός τή θάλασσα. Κατά τήν παράδοση ἀνηγέρθη τόν 16ο αἰῶνα καί διαθέτει ὑψηλά τείχη. Ὁ ναός εἶναι σταυροειδής, δικιόνιος μέ νάρθηκα καί τροῦλο.
    Στή μονή ὑπάρχει ἡ περίφημη εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μυροβλύτισσας, ὡς καί ἡ σεπτή κάρα τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένοις, ἀλλά καί πλῆθος ἁγίων λειψάνων, τά ὁποῖα ὅλως ἐπιμελῶς φυλάσσονται στό Ἱερό Βῆμα. Πέριξ τῆς ἱ. μονῆς ὑπάρχουν πολλά παρεκκλήσια, μεταξύ δέ αὐτῶν καί τό νεώτερο ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁσίων Κολλυβάδων Πατέρων. Ἡγούμενος τῆς ἱ. μονῆς εἶναι ὁ ἀρχιμανδρίτης π. Δωρόθεος Θεμελῆς.
    Ὅλες αὐτές οἱ μοναστικές ἀδελφότητες παρέχουν εὐλογία ὄχι μόνο στή νῆσο Ἄνδρο ἀλλά καί σ’ ὅλους τούς εὐλαβεῖς προσκυνητές. Γι’ αὐτό καί ἀξίζουν κάθε στήριξη καί τιμή. Εἶναι πνευματικοί τηλαυγεῖς φάροι στήν ποικίλη θαλασσοταραχή τῆς ἐποχῆς μας.

 

Ἀρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
δρ Θ. & Ν., Ἱεροκήρυξ Καθεδρ. Ναοῦ Ἀθηνῶν
 

«Μιά στό καρφί καί μιά στό πέταλο»

   Ὅσοι παρακολουθοῦμε -μέ πολλήν ἀγωνία- τήν πορεία τῆς ὁμογενείας στήν Πόλη, καθώς καί τίς ἐπίπονες προσπάθειες τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου, πού ἄλλοτε εἶναι τελεσφόρες καί ἄλλοτε ἀτελέσφορες, ἐλπίζουμε σέ μία βελτίωση τῶν ἀντιλήψεων καί τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐκεῖ κυβερνώντων. Ἀρκετοί εἶναι αὐτοί πού ὁμιλοῦν γιά μίαν ἄνοιξη, γιά ἕναν νέο τρόπο ἀντιμετωπίσεως χρονιζόντων προβλημάτων. Ἐπικαλοῦνται ὡς αἴτια τῆς αἰσιοδοξίας των τόν νέο νόμο περί βακουφίων, πού δέν εἶναι καί ὁ καλύτερος ἐφ᾽ ὅσον τά mazbut1 παραμένουν ἀκλόνητα, τήν προκήρυξη καί διενέργεια ἐκλογῶν σ᾽ αὐτά («πλήν Λακεδαιμονίων) καί ἄλλα μικρότερης σημασίας «εὐεργετήματα», αὐτονόητα γιά χῶρες μέ δημοκρατική παράδοση, ἀσπιρίνες γιά χρόνια ἀναιμία δηλαδή.
   Παραμένει ὅμως κλειστή ἡ Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ἐξακολουθεῖ νά ἀμφισβητεῖται ἡ οἰκουμενικότης τοῦ Πατριαρχείου καί ἄλλα πολλά.
   Ὁ σύρων αὐτές τίς πενιχρές γραμμές μᾶλλον ἀνῆκε στούς αἰσιοδόξους. Μέχρι πρό τινος. Ἤδη ἡ τρυτάνη τοῦ ζυγοῦ ἰσορροπεῖ. Κεράτιον ἕν καί τείνει πρός ἀπαισιοδοξίαν. Ἐξηγοῦμαι:
   Πλησιάζουμε προσφάτως (Ἰούλιος τοῦ 2011) στό Πατριαρχεῖο. Παρατηρῶ ὅτι ἡ ὁδός ἔχει ἀλλάξει ὀνομασία. Ἀπό Sadrazam Ali Paşa ἔγινε Sadik Ahmet caddesi. Χάρηκα γιά τή μετονομασία, ἀλλ᾽ ὄχι γιά πολύ.
   Καί κάνω μιά ἱστορική ἀναδρομή. Ἡ Κωνσταντινούπολις στά παλιά χρόνια δέν εἶχε ὀνομασίες ὁδῶν. Ἀρκοῦσαν οἱ μαχαλάδες. Ὁ ἐξευρωπαϊσμός, πού ἐπέβαλεν ὁ σουλτάνος Ἀμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) μέ τό Tanzimat2, εἶχε σάν συνέπεια νά ἀποκτήσουν ὄνομα ὅλα τά στενά τῆς Πόλεως. Ὁ δρόμος πού περνᾶ μπροστά ἀπ᾽ τό Πατριαρχεῖο ὠνομάσθη «ὁδός Πετρίου», ἀπ᾽ τή γειτνιάζουσα Πύλη ἀλλά καί ἀπό τήν παλαιά συνοικία. Αὐτό ἕως τῆς ἐπελεύσεως τῆς «δημοκρατίας». Ἄλλαξαν τό ὄνομα: «ὁδός Σαντραζάμ Ἀλῆ πασᾶ». Ποιός ἦταν αὐτός; Ἐχρη μάτισε μέγας βεζύρης ἀπό τό 1820 ἐπί σουλτάνου Μαχμούτ. Ἦταν αὐτός πού παρ᾽ ὅλη τή μετριοπάθειά του ὑπέγραψεν, ἀφορήτως πιεσθείς, τή θανατική καταδίκη καί τόν ἀπαγχονισμό τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ (22/10 Ἀπριλίου τοῦ 1821).
   Θρυλεῖται ὅτι μετά τήν ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἦλθε καί ἐκάθησε σύννους, σιωπῶν καί καπνίζων μέ τήν καπνοσύριγγα πρό τοῦ εἰσέτι κρεμαμένου Πατριάρχου ἐπί ὥραν πολλήν. Ἄλλο ἐπιθυμοῦσε καί ἄλλο ὑπέγραψε. Ἦτο εὔνους πρός τούς Ρωμηούς καί μέ πολλή σύνεση ἀπέτρεψε γενική σφαγή. Τό πλήρωσε μέ τή ζωή του. Μετά ἀπό ἕνα μήνα περίπου ἀπεκεφαλίσθη ὡς ὕποπτος, σουλτανικῇ προστάξει.
   Αὐτοῦ, λοιπόν, τό ὄνομα βρῆκαν ὡς κατάλληλο, γιά νά μετονομάσουν τήν πρό τοῦ Πατριαρχείου ὁδό. Καθαρή ὑπόμνηση ὅτι τό κοῖλο φάσγανο τοῦ δημίου ἤ καί ἡ ἀγχόνη πάντοτε ἐπικρέμαται ὕπερθεν τῆς κεφαλῆς παντός πατριαρχοῦντος.
   Στίς ἡμέρες μας, ὅμως, ἡ ὁδός ἄλλαξε καί πάλι ὄνομα. Τό παρετήρησα καί χάρηκα. Χαρήκαμε ὅλοι. Τραβήξαμε καί φωτογραφία: «Sadik Ahmet caddesi».
   Δέν πέρασε πολλή ὥρα καί ἡ χαρά μας μετεβλήθη εἰς δυσθυμίαν. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ Sadik (ὁ ἀληθινός, ὁ ἔμπιστος φίλος στά Τούρκικα); Κάποιος σπουδαῖος τῆς τουρκικῆς ἱστορίας; Ὄχι βέβαια. Εἶναι ὁ μουσουλμάνος βουλευτής τῆς Δυτικῆς Θράκης. Σκοτώθηκε πρίν ἀπό δεκαπέντε περίπου χρόνια σέ τροχαῖο δυστύχημα. Ἔπεσε πάνω στό αὐτοκίνητό του γεωργικό ὄχημα - τρακτέρ. Ἡ ἀντίπερα ὄχθη τό ἀπέδωσε σέ σχεδιασμένη δολοφονία. Ἦταν γι᾽ αὐτούς ὁ ἥρωας πού μιλοῦσε ἀνοιχτά γιά τά δίκαια τῆς τουρκικῆς (ἀνυπάρκτου κατά τή συνθήκη τῆς Λωζάνης, ἀλλά καί πραγματικῶς) μειονότητος.
   Ἔτσι τό Πατριαρχεῖο πληρώνει, χωρίς νά πταίει, τή «φιλία» καί τήν ἀνάδειξη τοῦ «ἐθνομάρτυρος».
   Ἡ μετονομασία εἶναι χειρότερη ἀπό τήν προηγούμενη. Γι᾽ αὐτό διεμαρτυρήθησαν καί τοῦρκοι δημοσιογράφοι. Ἄρθρα σέ τουρκικές ἐφημερίδες σχολίασαν δυσμενῶς τό γεγονός. Ἀλλ᾽ οὐδ᾽ αὐτοί εἰσακούονται.
   Καί μιά λεπτομέρεια, πού σέ πολλούς περνᾶ ἀπαρατήρητη. Στά νέα χαρτονομίσματα, μέ τά κομμένα μηδενικά, ὁ Κεμάλ Ἀτατούρκ παρουσιάζεται πλέον χαμογελαστός. Παλαιότερα εἰκονίζετο βλοσυρός, κατηφής, σύνοφρυς. Εἶναι ὁ εὐρωπαϊκός προσανατολισμός τῆς γείτονος χώρας.
   Καί διερωτῶμαι:
   Ὁ κεμαλισμός καί τό τούτου ἔκγονον ὁ ἰνονουνισμός θά χαμογελάσουν λίγο γιά τό Πατριαρχεῖο καί γιά τήν ὁμογένεια; Ἴδωμεν.

Ἀρχιμ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΣ
Ἡγούμενος ἱ. μονῆς
Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας

 

 


1. mazbut: Κατειλημμένες ἀπό τήν Ὑπηρεσία Βακουφίων κοινότητες.
2. Tanzimat: ἐκσυγχρονισμός.
 

«Ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ», στό νησί τῆς ἁγιότητας καί τοῦ θείου γνόφου.

«Τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης».
Ἡ ὁμάδα τῶν ὁμογάλακτων στό
θεοβάδιστο Σπήλαιο
ὁ πλοῦς, τά βήματά μας, ἡ ἀνάβασή μας
οἱ ἐπισκέψεις μας, οἱ ἀνατάσεις μας,
ταξίδι στό φῶς..!
Σύνθεση ἐναρμόνια: ὁ Θεός, τό Σπήλαιο,
ἡ ἀγάπη.
Φτάσαμε ἐκεῖ ... ὀδυσσεϊκοί νοσταλγοί.
Περπατήσαμε, ἀγγίξαμε τόν βράχο τοῦ
Σπηλαίου.
Προσκυνήσαμε στό θεοπαγές ἄνοιγμα
Τό θεοβάδιστο, τό καθαγιασμένο,
τό ἀειλαμπές.

Καί ὁ Μαθητής τῆς ἀγάπης ὁμολογεῖ:
«Ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ...»


    Αὐτά τά λόγια ἔγραφε, καθ’ ὑπαγόρευση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὁ μαθητής του Πρόχορος, στό μοναδικό προφητικό βιβλίο τῆς Κ.Δ., τήν Ἀποκάλυψη. Ἐξόριστος ὁ Απόστολος καί γέρων δέν εἶχε τή δύναμη νά γράφει. Στό ὁμώνυμο, λοιπόν, Σπήλαιο, τό θεοβάδιστο, ὅπου ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ, «ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν», τελεσιουργήθηκε ἡ παρουσία τοῦ Διδασκάλου πρός τόν ἀγαπημένο Του μαθητή, Ἰωάννη. Στό σπήλαιο, λοιπόν, τῆς κατοικίας τοῦ Υἱοῦ τῆς Βροντῆς, γιά ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια, παιδιά τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου, φτωχά καί ἐξαθλιωμένα ἀπό τίς κακουχίες τῆς κατοχῆς, πεινασμένα καί ξυπόλυτα ἀπό τήν ἀνέχεια καί τή φτώχεια τῶν δικῶν τους, φτάσαμε στό νησί τῆς Ἀποκαλύψεως, γιά νά σπουδάσουμε, νά μάθουμε γράμματα καί νά μπορέσουμε νά ἀντιπροσφέρουμε στήν κοινωνία τό «ὀφειλόμενον». Τά πάντα στή ζωή μας, ἐξ ἄλλου, εἶναι προσφορά καί ἀντιπροσφορά. Αὐτό εἶναι τό παιχνίδι τῆς παρουσίας μας στόν πρόσκαιρο τοῦτο κόσμο.
    Μέγας χορηγός καί «κουροτρόφος» τό βασιλικό καί πατριαρχικό μοναστήρι τοῦ νησιοῦ, ἡ μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ σχολή τῆς Πάτμου, ἡ Πατμιάς Σχολή, γιά δεύτερη φορά στήν ὅλη της διαδρομή, πρόσφερε τήν ἀείζωη πνευματική της τροφή στούς μαθητές, σ’ ὅλους ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴχαμε τήν εὐτυχῆ συγκυρία νά ἐνταχθοῦμε στούς πρώτους τροφίμους της, μέ παρουσία λαμπρῶν παιδαγωγῶν καί διευθυντῶν ἀξιόλογων. Ἡ Πατμιάς Σχολή ἱδρύθηκε ἀπό τόν πάτμιο ἐκκλησιαστικό λόγιο Μακάριο τόν Καλογερᾶ, τό 1713. Οἱ ἐγκαταστάσεις τῆς Σχολῆς κατέλαβαν τόν περίβολο τοῦ Σπηλαίου καί ἡ δαπάνη τῆς ἀνοικοδομήσεως ἔγινε ἀπό τόν μητροπολίτη Καισαρείας Γρηγόριο. Οἱ πρῶτοι μαθητές πῆραν τό ἀπολυτήριό τους τό 1720. Ἡ φοίτηση ἦταν ἑπταετής.
    Ἡ ἐπανασύσταση τῆς Πατμιάδας ἀποφασίστηκε τό 1948, ἐπειδή οἱ κατακτητές Ἰταλοί τό 1912 ἐπέβαλαν τή διακοπή τῆς ἱστορικῆς της σταδιοδρομίας. Τήν 1η Ὀκτωβρίου, λοιπόν, τοῦ 1948 ἔγιναν πανηγυρικῶς τά ἐγκαίνια καί ἄνοιξαν οἱ πύλες της. Εἶμαι ἀπό τούς πρώτους τροφίμους τῆς Σχολῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία μοῦ πρόσφερε τά πάντα, γιά νά ἀναπτυχθῶ σωματικά καί πνευματικά. Τεράστια ὑπῆρξε ἡ προσφορά της. Ἔφτασα στήν Πατμιάδα τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1948. Ἀπό τή Σάμο ξεκινήσαμε πολλά παιδιά, στοιβαγμένα σέ μικρό καΐκι, τοῦ πάτμιου Θεολόγου Γρίλλη. Ἦταν τό παρθενικό μας ταξίδι, ἔξω ἀπό τά νερά τοῦ νησιοῦ μας.
    Ἡ παραμονή μας, ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια, στή διάρκεια τῆς ὁποίας ἀποκτήσαμε φρόνημα παιδευτικό ἄριστο, γιατί οἱ παιδαγωγοί μᾶς πρόσφεραν τά πάντα, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς τά παιδιά τῆς Πατμιάδας, μέ γνώσεις πολλές, μέ κατάρτιση ἄρτια, μέ προοπτικές ἀξιόλογες, τόσο γιά ἱερατική πορεία, ὅσο καί γιά πανεπιστημιακή ἐπιμόρφωση. Φύγαμε ἀπό τή Σχολή μας, ἡ ὁποία γιά ἑπτά χρόνια μᾶς ἀγκάλιασε, μέ βαριά καρδιά.
    Σκορπίσαμε σάν τοῦ λαγοῦ τά τέκνα. Χαθήκαμε καί σπάνια μαθαίναμε νέα, ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. Τρα βήξαμε τόν δρόμο μας. Μπήκαμε στή βιοπάλη. Δημιουργήσαμε οἰκογένειες.Ὑπηρετήσαμε τήν κοινωνία καί τούς συνανθρώπουςμας. Πέρασαν χρόνια, μετά ἀπό τήν ἀποχώρησή μας. Ὅμως, τό 1995, μέ πρωτοβουλία τῶν πρώτων ἐκείνων μαθητῶν, δημιουργήθηκε ὁ δικός μας Σύνδεσμος, μέ τήν ἐπωνυμία «Μακάριος ὁ Καλογερᾶς». Τιμή καί εὐγνωμοσύνη στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τά πάντα γιά νά δημιουργήσει τό λαμπρό ἐκεῖνο φυτώριο τῆς παιδείας τῶν ἑλληνοπαίδων. Ἀποφασίσαμε νά ἐπισκεφθοῦμε τή Σχολή μας καί τό νησί, καί νά ζήσουμε, ἔστω καί γιά λίγο, τίς στιγμές τῆς πρώτης μας μαθητικῆς ζωῆς.
    Ἡ συμμετοχή στήν προσκυνηματική μας ἐκδρομή ἔδωκε τήν εὐκαιρία νά ταξιδέψουμε ὅλοι μαζί, ὅπως τότε, πού πηγαίναμε ἐκδρομές μέ τά πλοιάρια στά κοντινά νησιά, τούς Ἀρκιούς, τούς Λειψούς, τήν Κάλυμνο, τή Λέρο. Συνάντηση τῶν ἀποφοίτων, τῶν παιδιῶν τοῦ τότε, ἀλλά στή ζωή μέ πολλές καί ποικίλες ἰδιότητες καί θέσεις κοινωνικές, ὅπως καθηγητές πανεπιστημίων, διδάκτορες, συγγραφεῖς, καθηγητές, στρατιωτικοί, τοπικοί ἄρχοντες, ἱερεῖς καί ἐπίσκοποι, ἐπιχειρηματίες καί ὑπάλληλοι σέ θέσεις διάφορες. Κοντολογίς, ἕνας ὁλόκληρος κόσμος ὁμογάλακτος καί ὁμοτραφής, συνταξιῶτες καί φίλοι, ἀδελφοί πνευματικοί, βαπτισμένοι στήν κολυμβήθρα τοῦ Σπηλαίου, ἀλλά διαφοροποιημένοι στόν στίβο τῆς ζωῆς.
    Συγκινητική ἡ ἄφιξη τοῦ πλοίου στά νερά τοῦ πατμιακοῦ κόλπου, ἀπ’ ὅπου ἀντικρίσαμε, μετά ἀπό τόσα χρόνια, τόν λόφο τῆς Χώρας, μέ δεσπόζουσα παρουσία τό μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ἔργο φιλόδοξο καί τολμηρό τοῦ μοναχοῦ, ὁσίου Χριστοδούλου τοῦ Λατρινοῦ, ἀλλά καί τίς κτηριακές ἐγκαταστάσεις τῆς Πατμιάδας. Ὁλόκληρο τό νησί, ἄγονο καί ἔρημο, τό πρόσφερε ὡς δῶρο στόν Ὅσιο ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἀλέξιος Α΄ ὁ Κομνηνός. Τό χρυσόβουλλο τῆς δωρεᾶς, κειμήλιο ἀνεκτίμητο καί ἐχέγγυο κυριότητας, φυλάσσεται, ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, στή μοναδική καί πλουσιότατη Βιβλιοθήκη τῆς μονῆς. Τό βράδυ τῆς 25ης Σεπτεμβρίου τοῦ 2005 τελέσαμε πανηγυρικό Ἑσπερινό στό Σπήλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἡ συγκέντρωση στόν προαύλιο χῶρο τῆς Σχολῆς ἦταν ὄντως συγκινητική. Ἀντικρίσαμε ξανά χῶρο οἰκεῖο καί ἀγαπητό. Ἐδῶ, ἡ ἔξοδός μας στά διαλείμματα, οἱ μικροσυμπλοκές μας, οἱ φιλικές παρέες, τά βιβλία στά χέρια γιά ἐπανάληψη τοῦ μαθήματος τῆς ἑπόμενης ὥρας.
    Ἀναμνήσεις πάμπολλες τῆς ἐφηβείας μας, τῆς φλογερῆς καρδιᾶς μας, ἐδῶ, πού ἄλλοτε, παλιά, πάνω στούς βράχους τιτιβίζαμε τά μαθήματα τῆς μουσικῆς καί ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπό τίς φωνές μας, ἄκομψες καί ἀκαλλιέργητες ἀκόμη. Σ’ αὐτό τόν χῶρο, τόν προαύλιο, αἰσθανθήκαμε τό ἁπαλό φύσημα τοῦ βοριᾶ, ἀπό τό βάθος τοῦ Σπηλαίου, καί νιώσαμε τό ἀνάβλεμμα καί τήν ἀνάταση τοῦ νοῦ, ἀλλά καί τήν ἀναβίωση τῶν χτύπων τῆς παιδικῆς μας καρδιᾶς. Ἀναπολήσαμε τά χρόνια, ὅπου τά ἱερά αὐτά χώματα, οἱ βράχοι οἱ τεράστιοι, μᾶς φιλοξένησαν, μᾶς συνήθισαν, μᾶς ἀγάπησαν καί ἔγιναν δικοί μας. Τά βράχια τῆς Ἀποκαλύψεως, χωρίς ὑπερβολή, ἦσαν ἡ καθημερινή μας σχέση, δέχονταν ὑπομονετικά τά τρεξίματά μας καί τό κάθισμά μας πάνω τους, παρατηρώντας τόν δίσκο τοῦ ἥλιου, ὅταν χανόταν γιά νά ἐπισκεφθεῖ τή χώρα τῶν Αἰθιόπων, μέ τά ταχύποδα ἄλογά του. Τά βράχια αὐτά τά ἁγίασε ὁ Υἱός τῆς Βροντῆς, τά εὐλόγησε ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Χριστοδούλου καί τά χαρίτωσε ἡ ἀνυπολόγιστη προσφορά τῶν μακαριστῶν δασκάλων μας.
    Ἡ κάθοδός μας στό Σπήλαιο δέν ἦταν κάθοδος θριαμβική. Τά σκαλοπάτια, ὅμοια μέ τότε, θαρρεῖς πώς μᾶς περίμεναν νά τά ξανακατέβουμε, ὄχι μέ τό γνώριμο τρεχαλητό τῆς μαθητείας, γιατί ἔπρεπε νά πιάσουμε θέση στόν βράχο τοῦ Σπηλαίου καί νά παρακολουθήσουμε τή Λειτουργία, ἀλλά μέ τή σοβαρότητα τῆς χρονικῆς ἀποστάσεως καί τῆς συνειδήσεως τῆς ἱερότητας τοῦ χώρου. Καί μετά ἀπό τήν κάθοδο τῆς κλίμακας, ἡ εἴσοδος στό Σπήλαιο. Τά πάντα ἴδια κι ἀπαράλλαχτα. Στό ὑπέρθυρο, ὅπως τότε, τό ἐδάφιο ἀπό τό ἐνύπνιο τοῦ Ἰακώβ, «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος• οὐκ ἔστι τοῦτο, ἀλλ’ ἤ οἶκος Θεοῦ καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ». Ἡ εἴσοδος, λοιπόν, μυστική καί οἰκεία, πού μυστικά καί μόνη αὐτή παρακολουθοῦσε τήν ἀνάπτυξη τοῦ καθ’ ἑνός μας, φορτισμένη μέ χίλιες τόσες ἀναμνήσεις, μᾶς ἐπέτρεψε νά εἰσέλθουμε στόν τριαδικό χῶρο, στόν οὐράνιο θόλο. Ἡ αἴσθησή μας δέν ἦταν αἴσθηση ἁπλῶν ἐπισκεπτῶν οὔτε περιηγητῶν περισπούδαστων, ἀλλά παιδιῶν, μαθητῶν τοῦ Μαθητοῦ τῆς ἀγάπης. Ἤμασταν διαφορετικοί προσκυνητές ὑπέρκοσμης μυσταγωγίας, κοινωνοί πευματικῆς λιτανείας καί μαθητές «ἐκ περάτων συνηθροισμένοι», πού μεταστρέφει καί μεταπλάθει τίς καρδιές καί ἐξαφανίζει τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, πνευματοποιώντας τίς ψυχές.
    Ὤ ἐκεῖνο τό Σπήλαιο, ἴδιο, ἀπαράλλαχτο, πού θαρρεῖς μᾶς περίμενε νά μᾶς ὑποδεχθεῖ, νά μᾶς ἀγκαλιάσει ξανά, ὅπως τότε, στά μαθητικά μας χρόνια. Ἦταν ὁ χῶρος τῶν προσευχῶν μας, τῆς πρακτικῆς μας ἀσκήσεως στή μουσική τή βυζαντινή, μέ καθοδηγητή καί αὐστηρό κριτή τόν παπα Θεοφάνη, μακαριστό ἐκκλησιάρχη τότε τοῦ Σπηλαίου. Γονατίσαμε, εὐλαβικά, στόν χῶρο ὅπου ὁ γέροντας πιά Ἰωάννης, ἐξόριστος καί ἀπόβλητος ἀπ’ τήν κοινωνία τῆς Ἐφέσου, εἶχε μετατρέψει τή σπηλιά σέ χῶρο κατοικίας, μέ τούς λίγους πιστούς μαθητές του. Κι ἐγώ, μαζί μέ τούς ἄλλους ὁμογάλακτους, στήν ἴδια στάση, θυμήθηκα τά χρόνια τῆς τρυφερῆς μας ἡλικίας, ὅπου «συνηγμένοι ἐπί τό αὐτό» παρακολουθούσαμε τούς Ἑσπερινούς καί τούς Ὄρθρους, τίς Λειτουργίες, τίς χειροτονίες τῶν ἱεροσπουδαστῶν καί τήν κουρά τῶν μοναχῶν, ἀλλά καί τίς ἀναρίθμητες ἠθικοπλαστικές προτροπές τοῦ Σχολάρχη μας, τοῦ Μελετίου Γαλανοπούλου, μετέπειτα ἐπισκόπου Κυθήρων. Ἀντήχησαν στ’ αὐτιά μου οἱ χαρούμενες παιδικές φωνές, τά ἀστεῖα καί τά γέλια μας, τά ἄκακα καί πηγαῖα, ἀλλά συγχρόνως ἐπανέφερα στή μνήμη τίς λύπες καί τά προβλήματά μας, τίς ὄμορφες στιγμές, τούς μύχιους ὁραματισμούς, σημαντικά γεγονότα καί βιώματα, τά ὁποῖα δημιουργήθηκαν στόν ἱερό τοῦτο χῶρο.
    Ἐμφανίστηκαν, σάν σέ ὀπτασία, οἱ βιβλικές ἅγιες μορφές τῶν μοναχῶν πατέρων, λευκοπώγωνες καί ἀκτινοβολοῦσες, νά δοξολογοῦν, στό ἀφεγγές τοῦ καθολικοῦ τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ, ὑπό τούς ἤχους τῶν βυζαντινῶν κωδώνων καί σημάντρων, τῶν κοντίων καί τῶν ταλάντων, τόν Θεό τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Σ’ αὐτό τό Σπήλαιο, πού διατηρεῖ τή φυσικότητα καί τήν τραχύτητα τοῦ βράχου, ὁ ὁποῖος φέρει τά χαράγματα τῆς θεiκῆς του συστάσεως, ἡ τοπογραφία ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ βράχος εἶναι θεοπαγής, τό Σπήλαιο θεολάξευτο καί φέρει κόγχη λαξευμένη στή μεσημβρινή πλευρά, ἡ ὁποία χρησίμευε ὡς προσκέφαλο, ὅπου ὁ θεῖος ὀπτασιαστής ἀνέκλινε τήν κεφαλή του. Μία χειρολαβή, κι αὐτή λαξευμένη, στό ἄνω δεξιό μέρος τοῦ προσκεφάλου, τόν βοηθοῦσε νά γονυπετεῖ καί νά ἀνίσταται.
   Τό ρῆγμα τοῦ καταπετάσματος, τό ὁποῖο κάνει τό Σπήλαιο φοβερό, ξεκινᾶ ἀπό Νότου πρός Βορρᾶ, διαιρεῖ τόν βράχο καί σχηματίζει τρεῖς παρειές. Στό σχῆμα αὐτό βλέπει ὁ ἐπισκέπτης νά συμβολίζεται ἡ μία τρισυπόστατη Θεότητα καί νά σχηματίζεται ὁ Σταυρός τοῦ Σωτῆρος. Δεξιότερα τῆς χειρολαβῆς καί ψηλότερα σχηματίζεται εἶδος ἀναλογίου, ὅπου, κατά τήν παράδοση, ὁ μαθητής του Πρόχορος ἔγραψε τήν Ἀποκάλυψη, καθ’ ὑπαγόρευση τοῦ ὀπτασιαστοῦ. Τό πρωί τῆς 26ης Σεπτεμβρίου, ἡμέρας τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀνεβήκαμε τόν παλιό λιθόστρωτο δρόμο, τόν ὁποῖο ἀμέτρητες φορές μέ τούς καθηγητές μας ἀνεβαίναμε, σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, στήν περίοδο τῆς μαθητείας μας. Ἀπό τόν δρόμο αὐτό θαυμάσαμε τό πατμιακό τοπίο καί τόν πανέμορφο κόλπο τοῦ λιμανιοῦ, τή Σκάλα, ἡ ὁποία ἁπλωνόταν, στό φθινοπωρινό πρω ινό, νωχελικά καί σταθερά στή θέση της, μά μέ πολλές καινοτομίες καί παρεμβάσεις, λόγῳ τουριστικῶν σκοπιμοτήτων καί ἐκσυγχρονισμοῦ. Τό μοναστήρι, ὁ τεράστιος αὐτός ὄγκος, μέ τήν ἀρχιτεκτονική του μοναδικότητα, δωρικό καί μεγαλόπρεπο, μέ τήν τεράστια καμπάνα καί τίς πολεμίστρες, τό ἄνοιγμα, πάνω ἀπό τήν κεντρική πύλη, φόβητρο τῶν βέβηλων πειρατῶν καί ἐπίβουλων εἰσβολέων, ἀλλά καί ἐχέγγυο ἀσφάλειας τῶν τροφίμων, μοναχῶν. Τό βράδυ, μάλιστα, ἡ θέα τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι ἐπιβλητική καί μοναδική μέ τόν ἐπιτυχῆ φωτισμό τοῦ ὄγκου του.
    Τό μοναστήρι αὐτό, ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ὁποίου ἔχει ξεπεράσει τά ὅρια τοῦ μικροῦ νησιοῦ καί ἔχει γίνει σύμβολο θρησκευτικῆς γαλήνης καί πνευματικῆς ἐνοράσεως γιά πολλούς, ὑπερηφανεύεται, πρόδηλα, γιά τή μοναδική του Βιβλιοθήκη μέ τά χιλιάδες χειρόγραφα καί τούς κώδικες, τά χρυσόβουλλα καί τόσα ἄλλα κείμενα, τό Σκευοφυλάκιο, ὅπου ἀναρίθμητα ἀντικείμενα μεγάλης ἀρχαιολογικῆς ἀξίας φυλάσσονται, τήν Τραπεζαρία καί τόν φοῦρνο μέ τήν τεράστια ξυλόγλυπτη σκάφη, ὅπου οἱ μοναχοί ζύμωναν τό δικό τους ψωμί. Τό αἴθριο, πλακοστρωμένο καί καθαρό, μέ τά χείλη τῶν πηγαδιῶν ὑπερυψωμένα, τά ὁποῖα ὑποδέχονται τά ὄμβρια νερά τοῦ χειμώνα, γιά τίς ἀνάγκες τοῦ μοναστηριοῦ, καί ἡ εἴσοδος τοῦ καθολικοῦ, στολισμένη μέ τή γνωστή πατμιακή χάρη, μᾶς ὁδήγησε στό ἐσωτερικό. Πρωινό τῆς 26ης Σεπτεμβρίου. Ἑορτή τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς Ἀγάπης. Ὁ κόσμος πολύς. Ὁ χορός τῶν ψαλτῶν μοναχῶν σκορποῦσε στό αἴθριο τή βυζαντινή γνώριμη μελωδία. Στιγμή συγκινήσεως. Συναισθήματα μοναδικά, ἀνεπανάληπτα. Στάθηκα σέ μιάν ἄκρη τοῦ αἰθρίου. Τή στιγμή ἐκείνη ξανάγινα ὁ μικρός μαθητής, πού γιά ἑπτά χρόνια ἀνέβαινα γιά τόν ἴδιο σκοπό, γιά τήν ἴδια γιορτή.
   Πέρασα ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ καθολικοῦ, διέσχισα τόν πρόναο, γονάτισα στή λάρνακα, ὅπου τό σῶμα τοῦ ὁσίου Χριστοδούλου, καί προσευχήθηκα. Ὁ Ὅσιος στήν ἴδια στάση καί θέση, στόν μικρό του χῶρο, ἄκουγε, ἀσφαλῶς, τή μελωδία τῶν μοναχῶν. Ἡ ἑορτή μεγάλη, γιά τό μοναστήρι, τούς τροφίμους, τούς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι ἰδιαίτερα τόν τιμοῦν καί τόν σέβονται. Εἶναι ὁ προστάτης τους, ὁ φύλακάς τους, τό στήριγμά τους. Μπῆκα στόν κυρίως ναό, μεγαλόπρεπο καί βυζαντινό. Οἱ πολυέλαιοι κατάφωτοι ἀπό τά κεριά, τά μανουάλια ἀστραφτερά καί πάμφωτα, τό τέμπλο, περίτεχνο μέ τίς εἰκόνες τίς βυζαντινές, ἀκτινοβολοῦσε ἀπό τό φῶς τῶν κεριῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα μοναδική. Ἡ μεγαλοπρέπεια ἀνεπανάληπτη. Τό περιβάλλον ζεστό καί φιλικό, γνώριμο καί οἰκεῖο.
    Ὅμως, τί ἔκπληξη! Στόν δεσποτικό θρόνο δέσποζε ἡ παρουσία ἀγαπημένου φίλου καί ὁμογάλακτου συμμαθητοῦ μας, τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἐρυθρῶν κ. Ἀμφιλοχίου Τσούκου, τοῦ ὁποίου ἡ χειροτονία συντελέστηκε ὀλίγους μῆνες πρίν. Μεγαλόπρεπος στόν θρόνο, ἀλλά μειλίχιος, ἱερατικός καί ταπεινός, προσηνής καί καταδεκτικός. Τοῦ φίλησα τό χέρι καί τοῦ ζήτησα τήν εὐλογία, γεμᾶτος συγκίνηση καί χαρά, ὑπερηφάνεια καί ἱκανοποίηση, γιά τήν ἐξαιρετική ἐπιλογή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό πρόσωπο τοῦ Ἀμφιλοχίου. Ὁ Ἀμφιλόχιος μετά ἀπό λίγο διάστημα ἐπελέγη ὡς Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας. Ὁ Υἱός τῆς Βροντῆς, μέγας προστάτης ὅλων τῶν παιδιῶν τῆς Σχολῆς, νά φωτίζει τά βήματά του, νά ἐνισχύει τό ἔργο του καί νά τόν χαριτώνει μέ τήν ἀγάπη του, ἀλλά σέ ἀνταπόδοση ὁ ἐπίσκοπος Ἀμφιλόχιος νά παραμείνει τρυφερός καί ἀγαπητός, προσηνής καί καταδεκτικός.

    Οἱ μοναχοί, καλλίφωνοι, μέ ὕφος βυζαντινό καί μεγαλόπρεπο, ἔψαλλαν τή Λειτουργία, ἐνῶ οἱ βυζαντινές τοιχογραφίες, μέ τίς μορφές τῶν Ἁγίων, δημιουργοῦσαν ἀτμόσφαιρα μυστική καί μοναδική, ἀνατάσεως πνευματικῆς καί μυσταγωγίας ὑπέρκοσμης. Αὐτή τή μοναδικότητα ἔχει τό βυζαντινό μοναστήρι. Στάθηκα σέ μία γωνιά, βρῆκα ἕνα στασίδι καί κάθισα. Ἤθελα νά ἀπολαύσω τή μαγεία τῆς Λειτουργίας. Μέ κατέκτησε τό περιβάλλον. Ὁ νοῦς καί ἡ ψυχή γεύτηκαν τό θαῦμα τῆς πίστεως τῶν ἀνθρώπων, τήν προσπάθεια ὅλων νά δοξολογήσουν τόν προστάτη τους, νά τόν τιμήσουν καί νά πάρουν τήν εὐλογία του. Εἶναι ἡ στιγμή τῆς κενώσεως ἀπό τά γήινα, ἀλλά καί τῆς πληρότητας ἀπό τή μυσταγωγική δυναμική τῆς θείας Λειτουργίας, ὅπου «τά κάτω τοῖς ἄνω συνεορτάζει καί τά ἄνω τοῖς κάτω συνομιλεῖ». Τή στιγμή ἐκείνη ὅλοι οἱ μετέχοντες τελοῦσαν «σιγώμενον ὕμνον». «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου». Ἀπόντες, σ’ αὐτή τή λιτανεία τῶν λειτουργῶν, πολλοί καλογεροπαπάδες καί μοναχοί, γιατί, ἀσφαλῶς, ὁ θάνατος ἤ μᾶλλον ἡ κοί μηση τούς ὁδήγησε κοντά στόν ἀγωνοθέτη Χριστό. Ἡ μνήμη τους αἰώνια.
    Κι ἐμεῖς, οἱ μαθητές τοῦ τότε, τιμητικά καί ἐξαιρετικά, σχηματίσαμε τόν δικό μας χορό, ψάλλοντας καί ἄδοντας τούς ὕμνους τῆς Λειτουργίας, γιατί τό θέλαμε καί ἔπρεπε νά ἀκουστεῖ ἡ φωνή μας στόν χῶρο τοῦ βυζαντινοῦ καθολικοῦ τοῦ βασιλικοῦ καί σταυροπηγιακοῦ μοναστηριοῦ. Ἦταν, ἀκόμη, ἕνα εἶδος εὐχαριστίας στόν προστάτη μας, Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, τόν Θεολόγο, γιατί κι ἐμεῖς τά πάντα ὀφείλουμε σ’ αὐτόν, στίς προσπάθειές του, στήν ἀγάπη του, στήν ἐξορία του στό νησί, τό ἄγονο καί ἀνυπόληπτο!
   Πόσα χρόνια εἴχαμε νά συναντηθοῦμε καί πόσα πολλά θυμηθήκαμε στόν χῶρο τῆς Βιβλιοθήκης, ὑπεύθυνος τῆς ὁποίας ἦταν ὁ πατήρ Παντελεήμων Καραλῆς. «Σᾶς θυμᾶμαι ὅλους σας καί πάντα σᾶς μνημονεύω νά ἔχετε ὑγεία καί προκοπή στή ζωή σας». Λόγια συγκινητικά, γεμᾶτα ἀγάπη καί θύμηση νοσταλγική. Ἦταν ὁ συμμαθητής, ὁ μεγαλύτερός μας καί γιά τό καθετί τρέχαμε σ’ αὐτόν νά τόν συμβουλευτοῦμε. Γνώριζε τά πάντα, ἀλλά κι ἐμεῖς τόν βοηθούσαμε στά μαθήματα. Φαίνεται πώς οἱ εὐχές καί οἱ προσευχές του γιά μᾶς συντελέστηκαν.
    Ὁδεύσαμε μέχρι τήν Πάτμο. Τό νησί τῆς ἀγάπης καί τοῦ μυστηρίου, τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ, «ὡς σάλπιγγος». Ἡ παρουσία, ἐπίσης, ἐκλεκτῶν φίλων τοῦ Συνδέσμου μᾶς χαροποίησε ὅλους, γιατί δεχθήκαμε τό μεθύσι τῆς εὐλογίας τοῦ Σπηλαίου καί τή χάρη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς ἀγάπης. Ὁδεύσαμε, ἰδιαίτερα ἐμεῖς, οἱ μαθητές τῆς γεραρᾶς Σχολῆς μας στό νησί τῆς μαθητείας μας. Τό φυτώριο αὐτό τῆς καταρτίσεως καί τῆς ὁλοκληρώσεως. Ἐδῶ πού παιδάκια ἀκόμη γίναμε ἔφηβοι καί σκεπτόμενοι. Ἀποκτήσαμε τήν τέχνη τοῦ λόγου καί τοῦ σκέπτεσθαι, τοῦ γράφειν, τοῦ διανοεῖσθαι καί τοῦ ἐκφράζεσθαι. Τύχη ἀγαθή καί μοναδική νά μεγαλώνεις στό θεοβάδιστο Σπήλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως καί νά τρέφεσαι ἀπό τά νάματα τοῦ Μαθητοῦ τῆς ἀγάπης. Μέ τήν ἐπίσκεψή μας, κάναμε τήν ἀναβάπτιση στά ὕδατα τῆς πνευματικῆς μας παρουσίας καί παραμονῆς, στήν ἑπτάχρονη κατάρτιση καί ὁλοκλήρωση τῆς τότε μαθητείας μας. Γίναμε ὀδυσσεiκοί νοσταλγοί, συνταιριασμένοι μέ τόν χρόνο, χωρίς φόβο ἀδεεῖς, χωρίς πάθος ἀπαθεῖς, μέ φόβο Θεοῦ καί πάθος γιά τή γνώση, τή μόρφωση, τήν ἀλήθεια. Τότε, παιδιά ἀθῶα καί πεινασμένα, ἄμαθα κι ἀμάθητα, διστακτικά καί ὑπάκουα, χαμένα καί μετέωρα. Ἡ ἐλπίδα μας, ὁ μεγάλος προστάτης μας, ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, «ὁ ἐπί τῷ στήθει τοῦ Χριστοῦ ἀναπεσών».
    Τώρα, σήμερα, ὕστερα ἀπό τόσα χρόνια, μπορῶ μέ βεβαιότητα νά σᾶς προσκαλέσω σ’ αὐτή τήν ὥρα τῆς ἐπιγνώσεως καί τῆς ἀναγνωρίσεως, στή δική μου χαρά, στό δικό μου «γεῦμα» τῆς εὐχαριστίας. Τό γιατί; Μά ὅσο ἤμουν μικρός καί τιποτένιος, ἔκρυβα τό πρόσωπό μου. Δέν ἤμουν ντροπαλός, ἀλλά αἰσθανόμουν τό χάος τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι σκληρή καί ἄτεγκτη. Ἡ ἐπικράτηση καί ἡ κοινωνική καταξίωση εἶναι τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ σχολείου, αὐτῆς τῆς μαθητικῆς κυψέλης, πού λειτουργοῦσε ἄψογα καί ἐπαγωγικά.
    Ἡ Πάτμος καί ἡ Πατμιάδα, ἡ Ἀποκάλυψη καί τό μοναστήρι, φάροι παμφαεῖς καί τηλαυγεῖς, φωτοδότες καί διαπρύσιοι κήρυκες τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλήθειας. Θά βρίσκονται πάντοτε στίς ἐπάλξεις, φύλακες τῶν πατρώων ἰδεῶν καί ἰδεωδῶν, ἀλλά καί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, φορεῖς, πομποί, δότες καί κήρυκες τοῦ μηνύματος τοῦ θεοβάδιστου νησιοῦ, τῆς Πάτμου. Ἦταν τό ἀντίδωρο μιᾶς μαθητείας, μιᾶς διαδρομῆς μέ παρουσία φωτεινή καί προσφορά εἰλικρίνειας καί εὐσυνειδησίας. Τό ἀντίδωρο ἐπιθυμῶ νά τό γευθεῖ ὁ ἀναγνώστης σέ μιά μετακένωση ἐξομολογήσεως καί εἰλικρίνειας.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.