Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ

πατήρ  ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Μέ πολύ δισταγμό πιάνω τήν γραφίδα γιά νά ἀποτυπώσω στό χαρτί –τί; Τί μπορεῖ νά γράψει κανείς γιά μιά προσωπικότητα πού κάλυψε μέ τήν ἁγιοσύνη καί τήν ἐν πνεύματι σοφία του πολλές δεκαετίες, πού ἐποίμανε χιλιάδες ψυχές, σώζοντάς τες ἀπό τόν ὄλεθρο καί ὁδηγώντας τες «εἰς τόπον χλόης»; Γιά τόν παρηγορητή, τόν σύμβουλο, τόν πατέρα, τήν καταφυγή κάθε πονεμένης ψυχῆς καί κάθε μπερδεμένης σκέψης; Γιά τόν τελευταῖο τῆς γενιᾶς τῶν ἁγίων πατέρων πού εὐδόκησε ὁ Θεός νά χαρίσει στήν πατρίδα μας, οἱ ὁποῖοι θανόντες ζοῦν ἐπειδή ζῶντες ἀπέθαναν γιά τόν κόσμο, «ἵνα ζήσει ὁ κόσμος» διά τοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖον τόν ὁδήγησαν μέ τή βιοτή καί τή διδαχή καί τίς προσευχές τους; Τί νά πεῖ κανείς γιά τόν ἰσάξιο τῶν μεγάλων γερόντων τῆς ἐποχῆς μας, Παϊσίου, Πορφυρίου, Σωφρονίου, Ἰακώβου, στήν ταπείνωση, στή διάκριση, στή σοφία, στήν ἀγάπη;
Ἀναλογιζόμενος ὅλα τά παραπάνω, ὅταν μοῦ ζητήθηκε ἀπό τά πνευματικά τέκνα καί κληρονόμους τῆς ἱερῆς παρακαταθήκης τοῦ γέροντα Συμεών, νά γράψω κάτι εἰς μνημόσυνον, ἀρνήθηκα, φοβούμενος ὅτι δέν θά κατορθώσω νά ἱστορήσω σωστά, μέ ὅ,τι κι ἄν πῶ, τήν εἰκόνα του καί θά μικρύνω ἕνα πνευματικό ἀνάστημα, μή μπορώντας νά ἀποδώσω, ἔστω καί ἀμυδρῶς, αὐτό πού ἦταν ὁ μακαριστός πατήρ. Τό ἀντεπιχείρημα, ὅτι τόν ἔχω ζήσει σχεδόν μισόν αἰώνα καί ὅτι ἡ σχέση μας δέν ἦταν μόνον πνευματικῆς πατρότητος ἀλλά καί στενῆς φιλίας, μέ ὁδήγησε στό νά δεχθῶ νά γράψω, καταθέτοντας ὅμως προσωπικές μου ἐμπειρίες καί μόνον. Ἰδού λοιπόν:


Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1969, μόλις εἶχα ἀναλάβει ὑπηρεσία στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ἐπισκέφθηκα τό βιβλιοπωλεῖο τοῦ Πουρναρᾶ, πού ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν, ὄχι μόνον τόπος πωλήσεως βιβλίων, ἀλλά καί συναντήσεως συναδέλφων. Ἦταν «σημεῖο ἀναφορᾶς», ὅπως θά ἔλεγε κάποιος. Περιεργαζόμενος τά καινούργια βιβλία πού ἦταν ἁπλωμένα στόν πάγκο, ἀκούω κάποιον νά ρωτάει τόν Παναγιώτη Πουρναρᾶ: «Ἔμαθα ὅτι ἦρθε ἕνας καινούργιος καθηγητής στό Πανεπιστήμιο, ὁ κ. Γ. Μήπως τόν ξέρεις;». Στράφηκα καί εἶδα μιά συμπαθητική μορφή, ἕναν κληρικό μέ κόκκινη γενειάδα, γαλήνια ὄψη, καλωσυνάτα μάτια καί φωτεινό χαμόγελο, τήν ἴδια στιγμή πού ὁ Παναγιώτης τοῦ ἔδειχνε ἐμένα, κάνοντας τίς συστάσεις. Συζητήσαμε λίγο, καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ἐνδιαφέρον του γιά τά καινούργια βιβλία, ἀλλά καί ἡ ἐνημέρωσή του στά θεολογικά θέματα. Παρακολουθοῦσε τήν τρέχουσα θεολογική κίνηση, πράγμα ὄχι πολύ συνηθισμένο γιά ἕναν κληρικό πού εἶναι δοσμένος στό ποιμαντικό ἔργο.
Σύντομα ξαναεῖδα τόν π. Συμεών στό Μητροπολιτικό Μέγαρο. Εἶχα ὁρισθεῖ μέλος τῆς Ἐφορίας τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, στήν ὁποία ἐκεῖνος ἦταν διευθυντής. Πρόεδρος τῆς Ἐφορίας ἦταν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Λεωνίδας, ὁ ὁποῖος, μέ ὅλη τήν πληθωρικότητα πού τόν διέκρινε, φερόταν πρός τόν π. Συμεών μέ ὑπερβολική οἰκειότητα, μέ τά πειράγματά του καί τό ἐλαφρῶς εἰρωνικό καί ὑποτιμητικό ὕφος του, πού ἐμένα τουλάχιστον μέ ἔφερνε σέ δύσκολη θέση. Καί ὅμως, ὁ π. Συμεών, ἀτάραχος, φερόταν ἐκείνη τή στιγμή σάν «παπαδάκι», ἔβαζε στρωτή μετάνοια καί σιωποῦσε. Ἡ ἐνόχλησή μου γινόταν τότε θαυμασμός πρός τό μεγαλεῖο τῆς ταπείνωσης.
Τό γραφεῖο τοῦ π. Συμεών στήν Ἁγία Θεοδώρα ἦταν στή δεξιά πτέρυγα, στόν πρῶτο ὄροφο. Μοῦ ζήτησε νά τόν ἐπισκέπτομαι ἐκεῖ, πράγμα πού ἔκανα συχνά καί μέ πολλή εὐχαρίστηση. Ἐρχόταν καί ἐκεῖνος στό γραφεῖο μου, ὄχι πολύ τακτικά ὅμως, γιατί δέν ἔπρεπε νά λείπει ἀπό τή Σχολή. Ἀναπολῶ μέ νοσταλγία τίς μακρές συζητήσεις μας ἐπί ὅλων τῶν θεμάτων: πνευματικῶν, θεολογικῶν, ἐκκλησιαστικῶν. Ἦταν ὁ βαθύς ἀνατόμος τῆς ψυχῆς καί παράλληλα ὁ ἐμβριθής θεολόγος μέ σπάνια θεολογική μόρφωση, τήν ὁποία συνεχῶς προσπαθοῦσε νά διευρύνει. Καλός συζητητής, μέ καθαρό μυαλό, εὐρύτητα πνεύματος καί ἰδιάζουσα εὐφυΐα, ἔπιανε ἀμέσως τό θέμα καί ἐκινεῖτο ἄνετα ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς θύραθεν παιδείας.


Ἀργότερα ἄρχισε τίς ἀγρυπνίες στήν Ἁγία Θεοδώρα. Σέ μία ἀπ’ αὐτές εἶχε τή χαρά νά τελέσει τήν κουρά τοῦ πρώτου μαθητῆ του, τοῦ πατρός Ἐμμανουήλ. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ π. Συμεών ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητής τῆς νέας μορφῆς ἀγρυπνίας, πού δέν εἶναι ὁλονυκτία, ἀλλά καλύπτει 2-3 ὧρες πρό τοῦ μεσονυκτίου καί περίπου μία μετά, μέ μία ἡμίωρη ὁμιλία. Ἔτσι ὁ σύγχρονος ἐργαζόμενος ἄνθρωπος, πού δέν μπορεῖ νά παρακολουθήσει μία λειτουργία τό πρωΐ καί πού μία ὁλονύκτια ἀγρυπνία θά ἦταν πολύ μακρά γι’ αὐτόν, ἔχει τήν δυνατότητα νά μετάσχει στή λειτουργική ζωή, καί μάλιστα ἔτσι ὅπως τήν πρόσφερε ὁ π. Συμεών. Ἡ πρακτική αὐτή βρῆκε πολλούς μιμητές καί σήμερα εἶναι πολύ δημοφιλής σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδας.
Κάθε λειτουργία τοῦ π. Συμεών ἦταν ἀληθινή καί κατά κυριολεξίαν μυσταγωγία. Κατανυκτική, χωρίς τρεναρίσματα ἀλλά οὔτε καί βιαστική, χωρίς κορῶνες ἀλλά οὔτε καί μονότονη. Στήν ἀρχή δέν εἶχε ψάλτες. Ὅποιος μποροῦσε, πήγαινε στό ψαλτῆρι –κι ἐγώ ἔψαλλα μερικές φορές. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αὐτοσχέδιοι ψαλτάδες ἔψελναν συνήθως ἄτεχνα, πράγμα πού δημιούργησε τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτό ἤθελε ὁ π. Συμεών: χαμηλοί τόνοι, ὄχι ἐπιτηδεύσεις, αὐτό «φέρνει» κατάνυξη. Κάποιο δικό μου πρόσωπο μοῦ ἔκανε παρατήρηση, ὅταν ἔφευγα ἀπό αὐτόν τόν «κανόνα». Ὅμως σύντομα βρέθηκαν καί οἱ καλοί ψάλτες, καί οἱ ἄριστοι, καί ἡ καλλιέργεια τῆς μουσικῆς στό περιβάλλον τοῦ π. Συμεών συνέβαλε μέ τόν τρόπο της στήν ὅλη ἀγωγή πού ἔπαιρνε κανείς κοντά στόν μακαριστό γέροντα.
Παράλληλα μέ τή λειτουργία καί τίς λοιπές ἀκολουθίες ὁ π. Συμεών ἔκανε συνάξεις «σιωπηλές». Κανείς δέν μιλοῦσε. Μάλλον, κανείς δέν ἄκουγε, ἄν καί ὅλοι μιλοῦσαν -ἀλλά μιλοῦσαν μυστικά, μέ τόν Θεό, κάνοντας «κομποσχοίνι» καί λέγοντας τή νοερά προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱέ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Στόν ἅγιο Ἀθανάσιο, γεμάτη ἡ ἐκκλησία, ὅλοι καθιστοί, μέ σκυμμένο κεφάλι, κρατώντας τό κομποσχοίνι ζητοῦσαν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτές οἱ συνάξεις διαρκοῦσαν ἀκόμη καί μία ὥρα.
Μεγάλη σημασία ἔδινε ὁ π. Συμεών στό κήρυγμα. Τό θεωροῦσε ἰσόκυρο μέ τήν ἱερουργία, ὅπως εἶναι ἐξ ἄλλου: ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πρέπει πρῶτα νά ληφθεῖ διά τῆς ἀκοῆς, ὡς κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε νά πιστέψει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ἱκανός νά Τόν δεχθεῖ ὕστερα καί ὡς θεία κοινωνία. Ὁ γέροντας ὁμιλοῦσε, ὄχι μόνον στή θεία λειτουργία, ἀλλά καί σέ πολλές ἄλλες εὐκαιρίες. Ὁ λόγος του ἦταν πάντοτε πρωτότυπος. Κάποτε τόν ρώτησα: «πῶς τά καταφέρνετε, νά μιλᾶτε τόσα χρόνια, χωρίς ποτέ νά ἐπαναλαμβάνετε τόν ἑαυτό σας;» Χαμογέλασε, δέν θυμᾶμαι τί μοῦ ἀπήντησε, ἀλλά βεβαίως ὁ π. Συμεών ὁμιλοῦσε ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας· καί πρέπει νά εἶχε ἡ καρδιά του ἄφθονο περίσσευμα, γιατί ἀλλοιῶς θά ἔλεγε κοινοτοπίες, ἤ θά ἀπευθυνόταν στό μυαλό καί ὄχι στήν καρδιά. Ἡ καρδιά τοῦ γέροντα ἦταν πάντα γεμάτη καί τό περίσσευμα ξεχείλιζε, γιατί τήν τροφοδοτοῦσε συνεχῶς μέ τή μελέτη, τήν προσευχή καί τίς πνευματικές ἐμπειρίες. Ὅπως μοῦ ἔλεγε δέ κάποτε, στήν ἐξομολόγηση ἀκούει προβλήματα πού ἀπασχολοῦν πολλούς, ἀλλά δέν ἔχει χρόνο νά τά συζητήσει διεξοδικά μέ τόν καθένα. Αὐτά τά ἀναπτύσσει στά κηρύγματά του. Κατά βάσιν όμως ἄφηνε τόν τελικό λόγο στόν Θεό. «Νά δοῦμε τί θά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός νά ποῦμε σήμερα!» ἔλεγε, φροντίζοντας πάντα ὥστε, αὐτό πού θά πεῖ νά μήν εἶναι καθόλου λόγος δικός του, ἀλλά τοῦ Θεοῦ.


Τό κήρυγμα τοῦ π. Συμεών δέν εἶχε ρητορεία. Δέν περιεῖχε τορνευμένες φράσεις, ρητορικά σχήματα, καλλιέπεια, ὅ,τι τέλος πάντων θαυμάζει ὁ κόσμος σ’ ἕναν καλόν ὁμιλητή. Ὁ λόγος του ἦταν ἁπλός, χωρίς νά τοῦ λείπουν οἱ ἐξάρσεις, ὅταν τό θέμα τόν ὁδηγοῦσε ἐκεῖ. Ὁ π. Συμεών ἐβίωνε τό κήρυγμα. Ἔπασχε νά μεταδώσει, ὄχι ἰδέες, ἀλλά τήν ψυχή του, στούς ἀκροατές. Βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἀνέλυε μέ σαφήνεια τά θέματα καί, σάν νά κρατοῦσε χειρουργικό νυστέρι πού τέμνει μέχρι τό κόκκαλο, βοηθοῦσε τόν ἀκροατή νά δεῖ τά ἄδυτα τῆς ψυχῆς του, κι ἀπό ‘κεῖ νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια. Καί ὄντως, ἀπό τό κήρυγμα τοῦ π. Συμεών ἀμέτρητες ψυχές ὁδηγήθηκαν στή μετάνοια, καί ἔνοιωσαν τήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα κάτω ἀπό τό πετραχήλι του.


Ὁ τρίτος πυλώνας τοῦ ἔργου τοῦ π. Συμεών ἦταν, μετά τήν ἱερουργία καί τό κήρυγμα, ἡ ἐξομολόγηση. Οἱ λίγοι στήν ἀρχή ἔγιναν πλῆθος πολύ. Πόσες μέρες μέ πόσες ὧρες τήν ἡμέρα ἐπαρκοῦν γιά νά ἐξομολογηθοῦν χίλιοι, ἤ χίλιοι πεντακόσιοι ἄνθρωποι; Καί ποῦ θά περιμένουν; Ὁ γέροντας βρῆκε τή λύση. Μοίραζε ἀριθμούς. Ὑπολόγιζε νά βλέπει πενήντα τήν ἠμέρα. Ἔτσι ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τόν ἀριθμό του ἤξερε τήν ἡμέρα καί περίπου τήν ὥρα πού θά τόν δεῖ. Ὁ δέ π. Συμεών, κλεισμένος ὁλημερίς στό ἐξομολογητήριο, ξεχνοῦσε ἀκόμη καί νά γευματίσει, ἀκούγοντας τόν πόνο καί σηκώνοντας τά βάρη μαζί μέ τόν μετανοοῦντα, δίνοντας ἄφεση, συμβουλές, καθοδήγηση, ἀγωνιστικό θάρρος, δύναμη νά νεκρώσει ὁ καθένας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τόν παλαιό του ἑαυτό γιά νά ἀναστηθεῖ ὁ νέος ἄνθρωπος, πού θά περιπατεῖ «ἐν καινότητι ζωῆς».
Στήν ἐξομολόγηση δέν ἦταν ὁ αὐστηρός δικαστής. Οὔτε ὁ ἐλεγκτής, ὁ τιμωρός. Δέν τρόμαζες, δέν ἀπελπιζόσουν. Ἦταν ὁ γιατρός πού σέ γιάτρευε, ὁ πατέρας πού σέ ἀγαποῦσε, ὁ φίλος πού σε συνόδευε. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶχε τίποτε τό καταθλιπτικό, τό τυπικό, τό δικανικό. Κάποτε ἔτυχε νά εἴμαστε μαζί σέ ἕνα συνέδριο ἐξομολόγων στή Μονή Παρακλήτου στήν Ἀττική. Τόν περισσότερο χρόνο ἄκουγε σιωπηλός. «Ἐσεῖς, πάτερ Συμεών, πῶς τά καταφέρνετε καί ἔχετε τόση ἐπιτυχία στήν ἐξομολόγηση;» τόν ρώτησε κάποιος πνευματικός. «Φροντίζω νά βρίσκομαι», ἀπάντησε, «ὅσο πιό κάτω γίνεται, ὥστε, ὅσο χαμηλά κι ἄν πέσει ὁ ἐξομολογούμενος, ἐγώ νά βρίσκομαι ἀκόμη πιό κάτω, γιά νά τόν πιάσω». Σοφός λόγος, πού περικλείει ὅλο τό νόημα, ὅλη τήν τακτική τοῦ μυστηρίου.
Στήν ἐξομολόγηση, ὅπως καί στήν καθημερινή ἀναστροφή, ἦταν ὅλος ἀγάπη. Ξεχείλιζε ἡ ἀγάπη ἀπό μέσα του. Ἐξέπεμπε ἀγάπη, ὄχι μέ λόγια οὔτε μέ πράξεις: μόνο μέ τό βλέμμα του, τό χαμόγελό του, μέ ἕνα του μόνο λόγο. Δέν ἦταν ἀνοιχτός σέ οἰκειότητες, καί ὅμως τόν αἰσθανόσουν οἰκεῖο, πατέρα, ἀδελφό, φίλο. Ἦταν αὐστηρός στόν ἑαυτό του, ἐπιεικής στούς ἄλλους. Τυπικός, ἀλλά ὄχι ὑποδουλωμένος στούς τύπους. Θυμᾶμαι ἕνα σχετικό περιστατικό: Μοῦ εἶχε δώσει τόν ἀριθμό τοῦ προσωπικοῦ του τηλεφώνου στό δωμάτιό του. Τόν ἔπαιρνα συνήθως μεταξύ 11-12 πρίν τά μεσάνυχτα- ἦταν ἡ καταλληλότερη ὥρα γι’ αὐτόν, ὅπως μοῦ ἔλεγε: «Γιά μένα τώρα εἶναι ἀπόγευμα», ἐξηγοῦσε. Καί μιλούσαμε χωρίς χρονικό περιορισμό, κι ὅμως ἐκεῖνος θά σηκωνόταν πρωΐ γιά τόν κανόνα του. «Πέντε μέ ἕξι ὧρες εἶναι ἀρκετές», ἔλεγε. Κάποιο βράδυ, περί τά μεσάνυχτα, μοῦ τηλεφωνεῖ στό σπίτι ὁ γιός κάποιου φίλου μου, πνευματικό παιδί τοῦ π. Συμεών, πού σπούδαζε στό ἐξωτερικό. Ἀναστατωμένος, ζήτησε τή βοήθειά μου σέ κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα, πού ἔπρεπε νά λυθεῖ ἀμέσως. Ἐγώ δέν μποροῦσα νά δώσω συμβουλή. Μόνον ὁ γέροντας μποροῦσε νά βοηθήσει, ἀλλά πῶς; Τέτοια ὥρα, τηλέφωνο στό μοναστῆρι δέν θά σήκωνε κανείς. Δίστασα, ἄν ἔπρεπε νά δώσω τό ἀπόρρητο τηλέφωνό του, γιατί μοῦ εἶχε πεῖ νά μήν τό δώσω σέ κανέναν ἀπολύτως. Ἡ περίπτωση ὅμως ἦταν τέτοια, πού ἀποφάσισα ὅτι ἔπρεπε νά παραβῶ τήν ἀπαγόρευση. Καί τό ἔδωσα. Καί τό παιδί σώθηκε. Ο πατέρας ἔσωσε τό παιδί του. Ὅταν τήν ἄλλη μέρα τοῦ ζήτησα συγγνώμη γιά τήν παράβαση, μέ καθησύχασε, βεβαιώνοντάς με ὅτι ἔπραξα αὐτό πού ἔπρεπε.
Αὐτός ἦταν ὁ πατέρας Συμεών! Ὁ διακριτικός, ὁ παρηγορητής, ὁ φωτισμένος σύμβουλος, στόν ὁποῖον προστρέχαμε ἤ παραπέμπαμε κάποιον σέ κάθε δυσκολία, γιά νά βρεῖ καταφύγιο.


*

 

Στά κηρύγματά του, στίς συνομιλίες του, στήν ἐξομολόγηση, ὁ π. Συμεών δέν ἀπέφευγε τίς τοποθετήσεις σέ φλέγοντα, καυτά θέματα, πού ἄλλοι δέν τολμοῦσαν νά θίξουν, γιά νά μήν ἔρθουν σέ ἀντίθεση μέ μιάν ἀρρωστημένη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Ἐξηγοῦμαι: Πολύς θόρυβος εἶχε γίνει κάποτε γιά τό 666, ἦταν τό θέμα πού ἐτάρασσε συνειδήσεις. Ὁ πατέρας Συμεών δέν ἄφησε τά παιδιά του ἀδιαφώτιστα. Σέ μιά σειρά ὁμιλιῶν ξεκαθάρισε τό θέμα, καθησυχάζοντας τούς ἀνησυχοῦντες. Τό ἴδιο καί γιά τόν γραμμικό κώδικα καί ἄλλα παρόμοια θέματα, πού ξεσήκωναν τούς ἀπληροφόρητους πιστούς. Γενικά, τά μεγάλα ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά θέματα τά ἀντιμετώπιζε μέ σκέψη καθαρή, μέ θεολογικό βάθος, μέ γνώση τῆς πατερικῆς παράδοσης. Καί ὅλα αὐτά μέ νηφαλιότητα, χωρίς ἐριστικό πνεῦμα. Καί σέ δικά μου ἄρθρα, ὅταν ἤθελα καί μιά δεύτερη γνώμη καί τά ἔθετα ὑπ’ ὄψιν του, μοῦ ἔκανε πάντοτε χρήσιμες παρατηρήσεις, π.χ. ὅταν χρησιμοποιοῦσα δριμεῖα γλῶσσα, ὑποδεικνύοντας να χαμηλώσω τούς τόνους.


Γενικά, ὁ λόγος του ἦταν προφητικός. Ὅπως στόν ἀρχαῖο Ἱσραήλ ὁ Θεός ἔστελνε τούς προφῆτες, πού μιλοῦσαν ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ λέγοντας τήν ἀλήθεια, καυτηριάζοντας τό ψέμα καί ὁδηγώντας τόν λαό, ἔτσι καί στήν περίπτωση τοῦ π. Συμεών. Ἀκούγοντάς τον εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἀκοῦς τή φωνή τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ λόγος του εἶναι ὑπεύθυνος, αὐθεντικός, ἔγκυρος. Δέν ἐπεβάλλετο μέ ἀνθρώπινο καταναγκασμό, ἀλλά μέ τό κῦρος τοῦ ὁμιλοῦντος «ἐν πνεύματι ἁγίῳ». Χωρίς ὑπεκφυγές στόχευε κατ’ εὐθεῖαν στήν οὐσία τοῦ θέματος, καί δέν ὡραιοποιοῦσε τόν λόγο του γιά νά φανεῖ ἀρεστός. Ἔλεγε τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἀτόφια, ὅσο βαριά κι ἄν φαινόταν σέ πολλούς. Ἦταν ὁ προφήτης, μέ τή βιβλική ἔννοια, πού ταρακουνοῦσε τίς ψυχές γιά νά ἀποβάλουν τά ψιμμύθια μέ τά ὁποῖα τίς φόρτωσε ὁ ἐγωϊσμός καί νά δοῦν τή γυμνή πραγματικότητα.
Ἀκόμη, ὁ λόγος του ἦταν θεολογικός. Δέν παραμελοῦσε τό δόγμα, δέν περιοριζόταν σέ ξηρά ἠθικολογία, δέν εἶχε ἀνούσιους βερμπαλισμούς, οὔτε φανταχτερές κορῶνες. Στρωτός, κατανοητός, χρησιμοποιοῦσε τή θεολογία ὄχι ὡς σύστημα γνώσεων, ἀλλά ὡς οὐσία ζωῆς, πού διαποτίζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Κέντρο τῆς θεολογίας του ἦταν ἡ Βίβλος, τήν ὁποία κατεῖχε σέ βάθος. Τά κηρύγματά του ἦταν βιβλικά κατά βάσιν, καί τήν ἀνάγνωση τῆς Γραφῆς συνιστοῦσε στά «παιδιά» του, ὁρίζοντας μάλιστα τήν ἀνάγνωση ἑνός κεφαλαίου ἀπό τήν Καινή Διαθήκη κάθε μέρα, κοινό για όλους. Ὁ ἴδιος μελετοῦσε τή Γραφή ἐρευνητικά, διαλεγόμενος μέ τό κείμενο καί ἐντρυφώντας στά ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα, πατερικά καί σύγχρονα. Πολλές φορές συζητούσαμε στό τηλέφωνο διεξοδικά γιά ἕνα χωρίο ἤ μία λέξη.
Ὁ θεολογικός του λόγος δέν ἦταν ἐπιφανειακός. Ἐγνώριζε τή θεολογία εἰς βάθος, ἦταν ἐνήμερος γιά τή θεολογική βιβλιογραφία, παρακολουθοῦσε τίς ζυμώσεις στόν χῶρο τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης. Στά συνέδρια τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Βιβλικῶν Σπουδῶν ἦταν συνήθως παρών καί μετεῖχε στίς συζητήσεις, μέ εὔστοχες παρατηρήσεις, ὑπενθυμίζοντάς μας μέ τόν λόγο του, ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι μόνον γνώση ἀλλά καί βίωμα, χωρίς τό ὁποῖο ἡ γνώση «φυσιοῖ». Καί ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ συνεδρίου, ὅπου ὁ π. Συμεών ἀναστρεφόταν μαζί μας ὡς ἁπλός σύνεδρος, σκορποῦσε γύρω του τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ μέ τόν λόγο του, τό χαμόγελό του, τήν παρουσία του. Σέ ἕνα τέτοιο συνέδριο στήν Κύπρο ἕνας θεσσαλονικιός καθηγητής πλησίασε σ’ ἕνα διάλειμμα ἕνα πηγαδάκι μέ μερικά νέα παιδιά (γιατί ἐκτός ἀπό τούς συνέδρους παρακολουθοῦσαν καί φοιτητές καί ἄλλοι θεολόγοι), πού συζητοῦσαν μέ τόν π. Συμεών, καί τούς λέει: «ξέρετε τί εὐλογία ἔχετε αὐτή τή στιγμή; Στή Θεσσαλονίκη τόν ἀπολαμβάνουν τόν π. Συμεών μέ τό σταγονόμετρο· κι ἐσεῖς ἐδῶ, τόν ἔχετε ὅποτε καί ὅσο θέλετε!».
Ὁ π. Συμεών ποτέ δέν διαφήμισε τό ἔργο του. Ποτέ δέν προσκάλεσε κάποιον στίς ὁμιλίες του. Μάθαινε κανείς γι’ αὐτόν ἀπό ἄλλους. Μοῦ ἔλεγε κάποιος πού παρηκολούθησε τίς ὁμιλίες του μετά ἀπό σύστασή μου: «ὑπῆρχε τέτοιος ἄνθρωπος στή Θεσσαλονίκη, καί δέν μοῦ τό εἶπες νωρίτερα;».

 

*

 

Βλέποντας τόν π. Συμεών, δέν ἐντυπωσιαζόσουν ἀπό τό παρουσιαστικό του. Ἦταν ἕνας συνηθισμένος κληρικός, καί ὁ ἴδιος δέν φρόντιζε νά δείξει τίποτα παραπάνω. Πολλές φορές, μά πάρα πολλές, ἐτόνιζε ὅτι εἶναι «μή ὄν», ἀναφερόμενος προφανῶς στή φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό Α΄ Κορ. 1, 28. Καί τό πίστευε ὄντως αὐτό βαθιά, καί τό ἔδειχνε μέ τή συμπεριφορά του. Ἐνῶ εἶχε πλῆθος πνευματικῶν παιδιῶν, οὐδέποτε εἶπε γιά κάποιον ὅτι εἶναι «πνευματικό του παιδί». Τόν τίτλο «γέροντας» τόν ἀπεποιεῖτο. Εἴχαμε πάει κάποτε μερικοί καθηγητές μέ μιά ὁμάδα φοιτητῶν νά τόν ἐπισκεφθοῦμε, στά πρῶτα χρόνια τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἡσυχαστηρίου. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Στογιάννος τόν προσεφώνησε κάποια στιγμή «γέροντα». «Ποιός εἶναι ὁ γέροντας;» ρώτησε, δῆθεν ξαφνιασμένος. «Ἡ ὑμετέρα πανοσιολογιότης», ἀπήντησε ὁ Στογιάννος, μέ μιάν ὑπόκλιση. Ὁ π. Συμεών δέν είπε τίποτα, ἀλλά τόν κοίταξε μέ ἕνα βλέμμα, πού ἔδειχνε σαφῶς ὅτι δέν ἀποδεχόταν τόν τίτλο. Καί ὅμως, ἦταν γέροντας. Κι ἄν δέν δεχόταν νά τόν προσφωνοῦν ἔτσι καί τοῦ ἀρκοῦσε τό ἁπλό «πάτερ», φαντάζομαι ὅτι θά μοῦ ἐπιτρέπει τώρα, στό κείμενό μου, νά τόν ὀνομάζω μέ τή λέξη πού ἀποδίδει αὐτό πού ἦταν στήν πραγματικότητα.
Ἀπέκρουε κάθε μορφή προσωπολατρίας. Εἶναι μεγάλος ὁ πειρασμός, οἱ σχέσεις πνευματικῆς πατρότητας νά διολισθήσουν στήν προσωπολατρία. Πολλοί «γέροντες» τό καλλιεργοῦν αὐτό ἤ τό ἐπιτρέπουν ἤ έστω τό ἀνέχονται. Ὁ π. Συμεών δέν είλκυε τους ἀνθρώπους πρός τόν ἑαυτό του. Ἦταν ἁπλῶς ὁ «νυμφαγωγός», ὁ ὁδηγός πρός τόν Νυμφίο.


Τή θέση τοῦ νυμφαγωγοῦ εἶχε καί στίς δύο ἀδελφότητες πού ἵδρυσε, μοναχῶν καί μοναζουσῶν. Στήν πραγματικότητα δέν τίς ἵδρυσε εκείνος: τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές τοῦ τίς ἔστειλε ὁ Νυμφίος. Αὐτός οὐδέποτε προπαγάνδισε, οὐδέποτε προσηλύτισε. Μοῦ ἔλεγε ὅτι πολλές ψυχές τοῦ ἐξέφραζαν τόν πόθο τους νά μονάσουν, καί αὐτός μέ μιά μικρή παρακίνηση θά τίς εἶχε ὁδηγήσει στόν μοναχισμό. Ὅμως, οὔτε αὐτή τή μικρή παρακίνηση δέν ἀναλάμβανε. Ὅλοι οἱ μονάζοντες κοντά του προσῆλθαν τελείως ἐλεύθερα, χωρίς ἐπηρεασμό. Ἄφηνε νά μιλήσει ὁ Θεός καί ὄχι ὁ ἴδιος στίς ψυχές τους.
Οὐσιαστικά, ὁ Θεός ἦταν Αὐτός πού ἐρρύθμιζε τή ζωή του. Ὁ ἴδιος δέν προγραμμάτιζε τίποτε, πράγμα πού θά φαινόταν ἀσύνετο γιά τόν συνήθη ἄνθρωπο. Ὁ π. Συμεών ὅμως δέν ἦταν συνηθισμένος ἄνθρωπος. Ἔκανε σχέδια χωρίς «ἴδιον θέλημα», ὅλα τά ἀνέθετε στόν Θεό. Ἦταν ἀπολύτως παραδομένος στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔκανε χρονοδιαγράμματα. «Ἄφησε νά δείξει ὁ Θεός», συνήθιζε νά λέει.
Δέν περίμενε όμως «νά δείξει ὁ Θεός» μοιρολατρικά. Ὡς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς ζητοῦσε τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές, ὅταν χρειαζόμουν τή γνώμη ἤ τή συμβουλή του γιά κάτι, ἔλεγε: «Ἀφῆστε νά δοῦμε τί θά πεῖ ὁ Θεός», ἐννοώντας, τί θά ἀπαντήσει στίς προσευχές του.
Ἐπισκεπτόταν συχνά τό Ἅγιον Ὄρος. Πολλές φορές μέ καλοῦσε νά τόν συνοδεύσω. Συνήθως ἐρχόταν μαζί καί ὁ καλός μας Νίκος ὁ Χίτογλου μέ τό αὐτοκίνητό του. Κάποτε πήγαμε μόνον γιά μιά μέρα στή Μονή Δοχειαρίου γιά νά προσκυνήσουμε τήν Γοργοεπήκοο. Φαίνεται πώς σέ κάποιο αἴτημά του ἤθελε γοργή τήν ἀπάντηση! Γενικά, ὡς γνήσιος μοναχός, ἀγαποῦσε πολύ τά μοναστήρια. Ἀξέχαστες θά μοῦ μείνουν οι ἐπισκέψεις μας στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στη Σκόπελο και στή Μονή τῆς Ζούρβας στήν Ὕδρα.
Εκεί στην Ὕδρα, στο μητροπολιτικό ναό, εἴχαμε παραστεῖ στή βάπτιση ἑνός ζεύγους Ἱσπανῶν ἀπό τόν μακαριστό μητροπολίτη Ὕδρας κυρό Ἱερόθεο, κατά τή διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας, στήν ὁποία ὁ πατήρ ἐπ’ οὐδενί λόγῳ ἤθελε νά μιλήσει καί ἐπέμενε νά μιλήσω ἐγώ. Τελικά ἔκανα ὑπακοή, ἄν καί πίστευα ὅτι ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐκκλησιάσματος θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη ἄν ὁμιλοῦσε ἐκεῖνος!...
Γιά νά στεγάσει τά τέκνα του ἀγόρασε ἕνα παλιό πτηνοτροφεῖο καί σιγά – σιγά τό μετέτρεψε σε μοναστῆρι. Καί ὅταν μοῦ ἔδειχνε τά σχέδια τοῦ ναοῦ, «πολύ μικρός, πάτερ», ἔλεγα. «Γιά τούς τωρινούς ἐκκλησιαζομένους, εἶναι κανονικός. Βλέπω ὅμως ὅτι τό ἐκκλησίασμα συνεχῶς αὐξάνει. Τί θά κάνετε σέ λίγα χρόνια;». «Ἔχετε δίκιο», μοῦ ἀπάντησε. Καί ἔκανε τόν ναό μεγαλύτερο, πού ὅμως καί πάλι ἀποδείχθηκε μικρός καί τόν ἐπεξέτεινε.


Μέ τόν καιρό ἀπέκτησε πνευματικά παιδιά καί στήν Ἀθήνα, κυρίως ἀπό μετακομίσαντες ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Καί γι’ αὐτούς ἔλαβε πρόνοια, ἐρχόμενος συνήθως μιά φορά τόν μῆνα γιά ἐξομολόγηση, τελώντας συγχρόνως καί ἀγρυπνία. Στούς λίγους προστέθηκαν καί ἄλλοι Ἀθηναῖοι, καί σύντομα γινόταν καί ἐδῶ συναγερμός μέ τήν ἄφιξή του.
Γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει σέ ἄλλη ἐπισκοπική περιφέρεια, ὅπως εἶναι ἡ Ἀθήνα, χρειάστηκε ἡ κανονική ἄδεια τῶν δύο ἐπισκόπων, τῆς Θεσσαλονίκης καί τῶν Ἀθηνῶν. Μεσολάβησα στόν μακαριστό Παντελεήμονα τῆς Θεσσαλονίκης, φίλο ἀπό τά φοιτητικά μας χρόνια, πού ἔδωσε τήν ἄδεια. Ὅταν ζήτησα τήν ἄδεια καί ἀπό τόν μακαριστό ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, μοῦ λέει μέ τό χαρακτηριστικο ὕφος του: «Καί μοῦ ζητᾶς ἄδεια γι’ αὐτό; Νά μοῦ πεῖς, θέλω νἄρχεται ὁ φίλος μου. Καί θά σοὔλεγα ὄχι; Ἄσ’ τό παπαδάκι νἄρχεται, τί θά μοῦ κάνει πού θἄρχεται;». Ποῦ νἄξερε ποιόν ἔλεγε «παπαδάκι»!
Ἐξομολογοῦσε καί λειτουργοῦσε ἀρχικά στό ἐκκλησάκι τοῦ ἱδρύματος «Ἄρτος Ζωῆς» στό Μαρούσι. Ἀργότερα, γιά ὁρισμένους λόγους, πήγαμε στό μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου στήν Πλάκα, καί τέλος στό μετόχι τῆς Μονῆς Σινᾶ στούς Ἀμπελοκήπους. Καί ὁ μακαριστός Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Διόδωρος καί ὁ Σεβ. ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου κ. Δαμιανός ἔδωσαν εὐχαρίστως τήν ἄδεια.


Δέν εἶχε μόνο στήν Ἀθήνα πνευματικά τέκνα. Ἡ ἀκτινοβολία του ἐκτεινόταν σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα, στήν Εὐρώπη, καί στήν Ἀμερική ἀκόμη. Ἕνα διάστημα πήγαινε τακτικά στή Γερμανία. Ἀλλοῦ πήγαινε ἐκτάκτως. Γενικά, τά ταξίδια δέν τόν τρόμαζαν παρά τήν ἀσθενική κράση του.
Μέσα στήν ποιμαντική του ἐργασία εἶχε κατατάξει καί τίς προσκυνηματικές ἐκδρομές. Ἀνελλιπῶς ἐπί πολλά χρόνια ἐπισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι τά Ἱεροσόλυμα καί τή Μονή Σινᾶ μαζί μέ τά πνευματικά του τέκνα, καί ἀργότερα, διαπιστώνοντας τήν πνευματική ὠφέλεια πού προσέφεραν αὐτές οἱ ἐκδρομές, τίς ἐπεξέτεινε καί στήν Ἑλλάδα καί στήν Εὐρώπη. Ἦταν ἀκούραστος, ἀξιοθαύμαστης ἀντοχῆς, καί ἐνδιαφερόταν γιά ὅλα. Μετά ἀπό ἕνα συνέδριο στή Φιλλανδία, πού τοῦ διηγήθηκα τά τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκεῖ, ἐνθουσιάστηκε. Τήν ἑπομένη ἐκδρομή τήν ὅρισε γιά τή Φιλλανδία.
Μερικούς μῆνες πρό τῆς κοιμήσεώς του, ὅταν εἶχε ἀρχίσει πλέον νά βαραίνει, μέ ρώτησε σέ μιά συζήτησή μας: «Φοβᾶστε τόν θάνατο;» «Ἔχω τήν αἴσθηση», τοῦ ἀπάντησα, «ὅτι βρίσκομαι σ’ ἕναν προθάλαμο μαζί μέ πολλούς, καί περιμένω νά ἀνοίξει ἡ πόρτα καί νά μέ καλέσουν. Τί θά βρῶ ὅταν κλείσει ἡ πόρτα πίσω μου, δέν γνωρίζω. Τρέμω ‘’τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς κρίσεως’’, ἀλλά καί ‘’θαρρῶ εἰς τό ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας Του’’· γι’ αὐτό δέν μέ κυριεύει ὁ φόβος. Κι ἐσεῖς;» «Ἀκριβῶς τό ἴδιο κι ἐγώ», μοῦ ἀπάντησε λιτά.

 

*

 

Αὐτός ἦταν τελικά ὁ πατήρ Συμεών; Μέ λίγα ἀποσπασματικά στιγμιότυπα, μέ μερικές εἰκόνες φευγαλέες, μέ μερικές ματιές στήν ἐπιφάνεια, μπορεῖς νά δεῖς τό βάθος; Ἡ ἁγιότητα δέν περιγράφεται, δέν ἀποτυπώνεται. Οἱ ἐμπειρίες, πού κρύβονται ἐπιμελῶς ἀλλά πού τίς μαντεύει κανείς ἀπό πολλές ἐνδείξεις, ξεφεύγουν ἀπό τήν παρατήρηση καί τήν καταγραφή. Καί ὅμως, αὐτές εἶναι ὁ ἄνθρωπος: τά προσωπικά του βιώματα καί ὄχι οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις.
Εἶχα τήν εὐλογία νά γνωρίσω ἕναν Ἄνθρωπο. Ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Νά δῶ τόν Θεό στό πρόσωπό του. Στό πρόσωπό του εἶδαν τόν Θεό ἀμέτρητοι ἄνθρωποι. Τώρα ὁ ἴδιος βλέπει τόν Θεό πρόσωπον πρός πρόσωπον. Τώρα παρακάθηται στό δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, «συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ» ἐκλεκτός καί κεκλημένος «εἰς τούς γάμους τοῦ Ἀρνίου», φορώντας τό λαμπρό ἔνδυμα τοῦ γάμου, πού ἑτοίμαζε μέ τούς ἀγῶνες του σ’ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή του. Καί ἐκεῖ κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, θά συνεχίζει νά μεριμνᾶ γιά τήν πνευματική του οἰκογένεια, πού ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ «ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου» στήν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος», θά μεσιτεύει γιά τίς ψυχές πού ἡ ἀγάπη του σμίλευε καί θά τίς βοηθεῖ μέ τόν τρόπο πλέον πού μόνον ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει!

Γ. Α. ΓΑΛΙΤΗΣ