Ὁδοιπορία στ’ Ἀθωνικά τά μονοπάτια…

 

 

 

Σχέδιο γιά μιά θεραπευτική περιήγηση

 

Στόν σεβαστό Γέροντα π. Δοσίθεο,
ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Τατάρνης

 

Ὅταν ἐπισκεφθεῖς τό ἅγιον Ὄρος, ἀγαπητέ προσκυνητή, προσπάθησε νά συμμαζέψεις κατά πρῶτον τόν νοῦ σου, ὅσο μπορεῖς βέβαια, παραβλέποντας ἀταξίες* καί ἐπιζητώντας εὐκαιρίες, πού θά σοῦ προσφέρουν θεοφιλῆ βιώματα, πόθο κατανύξεως καί, φυσικά, ἐκείνη τή χαρισματική εὐγένεια καί καλωσύνη, τήν ὁποία δέ συναντᾶς στόν κόσμο.
    Ἄν καί στό Ὄρος αὐξήθηκαν τά τροχοφόρα, ἄν καί οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν γρήγορα ἀπό τό ἕνα μοναστήρι στό ἄλλο, καλό εἶναι νά μήν ἐπιδιώξεις τέτοιου εἴδους «περιήγηση». Γιατί κάτι τέτοιο περικλείει μέσα σέ ὅλα καί τό ἁμάρτημα τῆς περιεργείας, κάτι πού πολύ εὔστοχα ἐπιτιμοῦν οἱ Πατέρες· ἄλλωστε, ἡ περιέργεια, ἐκεῖνο δηλαδή τό «νά δοῦμε τό ἕνα καί νά προλάβουμε τό ἄλλο», δημιουργεῖ πολλά ἐσωτερικά κενά. Καί στό Ὄρος πᾶς ν’ ἀναθάλλεις πνευματικά, ἐκτός ἄν ἐπιθυμεῖς «θρησκευτικό» τουρισμό, μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ψυχαγωγία –ἡ λέξη γράφεται μέ τήν κοσμική της ἔννοια, ὄχι τήν κυριολεκτική- ὁπότε καί ζεῖς μιάν ἀκόμη ἀποτυχία. Γι’ αὐτό, ἄν ἐπιθυμεῖς νά ζήσεις μέσα στό ἱερό θάμβος πού ἀκτινοβολεῖ ἡ εἰκοσιτετράωρη δοξολογική πορεία τῶν πατέρων μιᾶς Μονῆς ἤ κι ἑνός ἁπλοῦ Κελλίου, καλό εἶναι νά μείνεις κάπου, νά σταθεῖς ἐκεῖ μέ διάκριση καί ταπεινό φρόνημα, ἀκολουθώντας τόν δρόμο πού σοῦ δείχνουν οἱ Πατέρες κι ὁ Θεός, ὥστε νά ξαποστάσεις πραγματικά.
    Αὐτά τά λίγα, φίλε ἀναγνώστη μου, τά ἔγραψα, γιά νά εἰσέλθω στό θέμα μου πού εἶναι ἡ ὁδοιπορία στά παλιά κι εὐλογημένα δρομάκια καί μονοπάτια τοῦ Ὄρους.


   Καλό λοιπόν εἶναι, ἀγαπητέ προσκυνητή, ὅταν βρεθεῖς στόν Ἅγιο ἐκεῖνο τόπο, ἄν εἶναι ἀκμαῖες οἱ δυνάμεις σου νά τίς ἀξιοποιήσεις γιά δική σου, κατά πρῶτον, ὠφέλεια. Δηλαδή, κάποιες ὧρες τῆς ἡμέρας, πρωϊνές ἤ ἀπόβραδες, νά ἐξέλθεις τῆς Μονῆς καί νά προσπαθήσεις, «κατά μόνας», νά περπατήσεις στά πανάρχαια ἐκεῖνα μονοπάτια καί καλντερίμια -ὅσα δυστυχῶς ἀπόμειναν- γιά νά βεβαιωθεῖς πόσο ψυχωφελής εἶναι αὐτή σου ἡ ἄσκηση. Γιατί, περπατώντας πάνω σ’ ἐκεῖνες τίς πέτρες, πού γυαλοκοποῦν ἀπό τά μυριοβαδίσματα τῶν παλαιῶν Γερόντων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ὁδοιποροῦντες, εἴτε πάνω στά ταπεινά καί ὑπομονετικά ὑποζύγιά τους, μέ κάθε καιρό, ἄφησαν τή σφραγίδα τους, πού δεν εἶναι ἄλλη ἀπό τή μονολόγιστη εὐχή, κάποια εὐλογία θά λάβεις. Καί τοῦτο, ἐπειδή σ’ αὐτά τά μονοπάτια ἔχει ἀποταμιευτεῖ ἕνα μεγάλο κομμάτι τῆς ζωῆς τῶν παλαιῶν ἐκείνων πατέρων. Ὑπάρχουν χωνεμένα δάκρυα προσευχῆς, ἱδρῶτες ὑπακοῆς καί ἔγκοπου ἀσκητικοῦ ἀγῶνος σ’ αὐτά τά δρομάκια· κι ἀκόμη περισσότερο σέ κάποια λιθάρια πού στέκονται ἐδῶ κι ἐκεῖ στις ἄκρες τῶν δρόμων αὐτῶν. Ἐκεῖ, λοιπόν, πού ξαπόσταιναν ἐκεῖνοι οἱ Γεροντάδες, πόσες προσευχές, ὡς μικρά σύννεφα νοητοῦ θυμιάματος, δέν ἀνέβηκαν ἀπό τά θυμιατήρια τῶν ἀγίων τους ψυχῶν· προσευχές προς τήν Παναγία Τριάδα καί τήν Ἔφορο τοῦ Ὄρους, τήν Κυρία Θεοτόκο καί τους Ἁγίους!


   Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτέ κανένας μας ἄν, ἀπό τό καλντερίμι πού ὁδοοιποροῦμε, πέρασε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ἐκεῖνο τό παλευλαβέστατο πρός τήν Παναγία «Φώτισόν μου τό σκότος»· ἤ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, κι οἱ ὅποιοι ἄλλοι πατέρες, τῶν ὁποίων τήν ἁγιότητα δέν βεβαίωσαν οἱ ἄνθρωποι μά ὁ ἴδιος ὁ Θεός;
    Γι’ αὐτό, πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι ἀπό τούς ὁδοιποροῦντες, πού ἄν καί βρίσκονται μακρυά ἀπό Μονές, σκῆτες ἤ Καλύβες αἰσθάνονται μιάν ἄρρητη εὐωδία, λές καί κάπου σιμά τελεῖται ἱερά ἀκολουθία καί θυμιατίζουν μέ εὐωδέστατο μοσχοθυμίαμα. Κι αὐτό, ἀναντίρρητα ἀποδεικνύει τήν ἱερότητα καί τήν ἁγιότητα τοῦ τόπου αὐτοῦ, στόν ὁποῖο βαδίζουμε πάνω στά ἴχνη τῶν βημάτων τῶν ἁγίων. Πόση, στ’ ἀλήθεια, εἶναι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ φιλευσπλαχνία πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ζήσουμε, νά βιώσουμε, νά ἐκταμιεύσουμε τόσες εὐλογίες!
    Θά προεκτείνω τόν λόγο μου γιά ν’ ἀναφερθῶ σέ κάποιες συναντήσεις πού ἔχει ὁ ὁδοιπόρος μέ κεῖνα τά ἐρειπωμένα ἤ ἄδεια κελλιά, τά ὁποῖα παρουσιάζονται μπροστά του ἴσκιοι καθαγιασμένοι ἀπό τό χρόνο καί τήν προσευχή. Γιατί, κι ἀπό αὐτά ἔχει νά μαθητεύσει τήν ἁγιότητα καί τήν ταπείνωση, ἄν σκεφτεῖ ὅτι, στούς χώρους αὐτούς ἔζησαν καί ἀνδρώθηκαν πνευματικά μορφές πού νυχθημερόν δεήθηκαν «ὑπερ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ὅταν ὁ κόσμος τους ἀγνοοῦσε, ὅπως τους ἀγνοεῖ πάντοτε. Κι εὐτυχῶς πού τούς γνωρίζει ὁ Θεός.

 


    Ἄν δέ σταθεῖ καί κάμει τόν σταυρό του πρός τή μεριά τοῦ μισογκρεμισμένου καί ἄδειου ναΐσκου, ἴσως βεβαιωθεῖ, πώς, μέσ’ ἀπό τά ἐρείπια ἀκτινοβολεῖ τό ἱερό θάμβος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων ἐκείνων τῶν πατέρων, τῶν ὁποίων μόνα τεκμήρια ἔχουν ἀπομείνει κάποιο σπασμένο ποτήρι, τό τριμμένο στρωσίδι, ἡ μαυρισμένη ἀπό τή φωτιά κατσαρόλα καί κάποια ἄλλα ἀντικείμενα, άχρηστα γιά τούς πολλούς, χρήσιμα ὅμως γιά τήν ἱστορία, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν καί εἶναι ἀδιάσειστοι μάρτυρες τῆς παρουσίας κάποιων εὐλογημένων ψυχῶν, πού «ἐφύλαξαν τόν τόπο» (Γεροντικό), δοξολόγησαν τόν Θεό καί κάποιοι χειμαζόμενοι βρῆκαν τήν παραμυθία καί τή στήριξη σιμά τους.
    Ἡ ὁδοιπορία στό Ὄρος εἶναι ἀποτοξινωτική εὐεργεσία, εἰσοδικό σέ κόσμο ἡσυχίας καί εἰρήνης, στόν πραγματικό κόσμο τοῦ «καλά λίαν» (Γεν. 1, 25) τῆς Δημιουργίας. Ἡ χλωρίδα πού ποικίλει, τά κρυστάλλινα νερά πού δροσίζουν μέχρις καί τίς ἔσχατες τοῦ εἶναι ἀρτηρίες, ἀλλά περισσότερο ἐκεῖνοι οἱ τροῦλλοι ἀπό τά Μοναστήρια, τά κελλία καί τίς Σκῆτες πού βηματίζουν μαζί σου, σιμά σου, λές κι εἶναι ἡ ἄλλη διάσταση τοῦ οὐρανοῦ πού σέ περιθάλπει, ὅλ’ αὐτά, λοιπόν -ἴσως κι ἄλλα, περισσότερα- ἀνασαίνει ὁ ὁδοιπόρος στά παλιά καλντερίμια καί στά χορταριασμένα μονοπάτια τοῦ Ὄρους. Ἴσως δέ περισσότερα, γιατί ἡ πέννα τοῦ γράφοντος εἶναι φτωχή, οἱ λέξεις του ἐλάχιστες καί ὁ λόγος του πενέστατος, γιά νά περιγράψουν τό μεγαλεῖο πού κλείνει ἕνας τόπος ἱερός καί ἅγιος: τό Ἁγιώνυμο Ὄρος ἤ τό Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς μας.

π. ΚΩΝ. Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ
Σκόπελος

* Γιά ἀποφυγή παρεξηγήσεων θέλω νά ἐξηγήσω στόν ἀναγνώστη μου, πώς ὁ προσκυνητής τοῦ Ὄρους αἰσθάνεται μιά ἀμηχανία στό λιμανάκι τῆς Δάφνης, ὅπου κόσμος, αὐτοκίνητα, ἐμπορεύματα καί κείνη ἡ παράξενη σπουδή δημιουργοῦν μέσα του πολλά ἐρωτήματα. Γι’ αὐτό, πολύ σωστά, ἀπό τά χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ἀκόμη, ὁ πολύς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης συμβουλεύει τόν προσκυνητή, ν’ ἀναχωρήσει ἀμέσως ἀπό τή Δάφνη.