Ἕνα Πάσχα στη Σμύρνη πρίν 90 χρόνια

 

Áνέκδοτο κείμενο ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς Ἑνώσεως Σμυρναίων

Ἤμουν τότε πρῶτος κανονάρχος τοῦ Σμύρνης Χρυστοστόμου. Δηλαδή αὐτό τό πρῶτο ἦταν παραπλανητικό, γιατί δέν ὑπῆρχε δά καί δεύτερος κανονάρχος. Καί ἦταν τά Μεγάλ Χρόνια. Τό Πάχα ἐκείνη τή χρονιά ἔπεφτε, ὅπως καλή ὥρα καί ἐφέτος, κατά τά τέλη Ἀπριλίου. Εἶχε ἔρθει ὁ «Λέων», ὁ Μαυρουδῆς πιό μπροστά ὁ Τσουνούκας μέ τόν Ἐρυθρό Σταυρό, ἡ Σμύρνη κολυμποῦσε στό γαλανόλευκο […]. Ἡ θέση μου στήν ἐκκλησία σάν κανονάρχος ἤτανε προνομιακή. Ὁ Τζώρτζης, ὁ δεξιός ψάλτης, ἤτανε νά ποῦμε ὁ διάδοχος τοῦ περίφημου ἐκείνου Πρωτοψάλτη τοῦ Κοραῆ, τό ἴδιο ἀνόητος, ἄν καί νομίζω λιγότερο φλύαρος, τσακισμένος ἀπό τή βιοπάλη ὁ καημένος. Δεν ἤτανε βέβαια φίλος τοῦ Κοραῆ, ἀλλά ἤτανε φίλος τοῦ Κιρκακλακίου τοῦ πατρός μου, καθό Τσεσμελῆς κι αὐτός. Ἔτσι μέ πῆρε κανονάρχο καί εἶχε δομέστιχο τόν Ἀβραμίδη πώς σάν ἤψελνηε, οἱ χριστιανοί μετρούσανε τσή καμῆλες πού περνούσανε ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία. Ὅλα αὐτά γινόντουστε στήν Ἁγία Φωτεινή. […]
Ἅμα ἤβγαλε τό Ἅγιο Φῶς ὁ Δεσπότης, ἑτοιμαστήκαμε νά βγοῦμε γιά τό πρεβολάκι. Μά ἤτανε σχεδόν ἀδύνατο. Οὖλοι φωνάζανε. Τόπο βρέ παιδιά νά περάσει ὁ Δεσπότης. Μά πού νά κάνουν τόπο, πού ἤτανε πατεῖς μέ πατῶ σε. Ἐγώ, στήν ἀρχή, εἶχα κολλήσει πίσω ἀπό τόν Δεσπότη, καθώς βγήκαμε ἀπό τήν πόρτα τσ’ Ἁγίας Φωτεινῆς, πού ἤβγαζε στό Ἑλληνικό Προξενεῖο. Μά ὁ κόσμος μέ ξεκόλλησε καί πῆγα καί κόλλησα πίσω ἀπό τόν Ἀρχιδιάκο, πού ἤτανε τότε ὁ Βασίλειος, ὁ ἔπειτα Φλωρίνης. ἀλλά καί ἀπό κεῖ μέ ξεκολλήσανε, καθώς ἤμουνε μικρός καί κοντός, ἀφοῦ στή γυμναστική ἔκανα πίσω-πίσω ζευγάρι μέ τόν Νικολάκη τόν Ματθαῖο. Κόλλησα ἔπειτα τόν ἈΒραμίδη καί στό τέλος χάθηκα, ἐνῶ ἡ συνοδεία μέ τόν Δεσπότη προχωροῦσε. Μπήκαμε τελικά στό πρεβολάκι καί ‘γώ ἤμουνα ἀπ’ ἔξω, ἀνάμεσα σ’ ἕνα βρακᾶ Σεβδικαλῆ καί ἕναν ἄλλο κοιλαρᾶ. Ἄρχισα, τότες, νά φωνάζω καί, καθώς μέ εἴδανε μέ τό ρασάκι πού φοροῦσα, καταλάβανε πώς δέν μποροῦσε βέβαια νά γίνει Ἀνάσταση χωρίς τόν πρῶτο κανονάρχο καί τότες μέ περάσανε πάνω ἀπό τά κεφάλια τους ἤσαμε τήν κρεβατῆ. Δέν ἤτανε καί δύσκολα. Τότες θα ἤμουν δέν θά ἤμουν ἕνα ξεροπαξιμαδιάρικο 10 μέ 20 ὀκάδες τό πολύ.
Καί ἀρχίσαμε τότε. Τήν Ἀνάστασή Σου Χριστέ Σωτήρ κ.τ.λ. Βαθεία καί ἀπέραντη ἡσυχία σκέπασε ἐκείνη τήν ἀθρωποθάλασσα. Ὁ Δεσπότης διάβασε τό κατά Μάρκον τῶν Ἀθηναίων καί τῶν Ἑλλαδικῶν. Ἀλλά τό κατά Ματθαῖον. Οὔσης οψείας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη τῇ μίᾳ τῶν Σαββάτων … καί ἅμα τελείωσε πρῶτος αὐτός βροντοφώνησε τό Χριστός Ἀνέστη. Θαρρεῖς πώς τόν βλέπω. Μέ τή Μίτρα τοῦ κλίματος τῶν Πατριαρχείων χρυσή καί κόκκινη, τά χρυσά ἄμφια μέ τά αὐτοκρατορικά κόκκινα ἀετουδάκια, μέ κεῖνο τό ἁβρό χέρι, τρυφερό καί στιβαρό μαζί, τό γαλανό μάτι, ξανθομάλλη πολεμιστή ἔλεγε Χριστός Ἀνέστη μά ἀκουγότανε Ἑλλάς Ἀνέστη, στή Σμύρνη Ἀνέστη, τό Γένος Ἀνέστη, τσή φάγαμε τσή Τοῦρκοι, Ἑλληνικιά εἶναι ἡ Σμύρνη. Οὗλα αὐτά στό πανηγυρικό ἐκεῖνο Χριστός Ἀνέστη. Καί τότες, ἀπό τή βάση τοῦ καμπαναριοῦ ξεκίνησε μέσα σέ κολόρια καί φωτιές ἕνας Χριστός, πού ἤβγαινε ἀπό τό μνῆμα καί ἀνέβαινε ψηλά καί οἱ καμπάνες ἄρχισαν να χτυποῦν καί χέρια ἄπειρα, ἄπειρα χέρια σχεδόν οὗλοι καί μόνον ἐμεῖς λείπαμε, ἄρχισαν νά ρίχνουν λιβορβιεριές καί τρομπονιές καί μπόμπες καί τρακατροῦκες καί ὁ ἕνας νά φιλᾶ τόν ἄλλον καί νά κλαῖνε καί νά χοροπηδᾶνε καί νά ψέλουνε καί νά φωνάζουνε καί, μέσα σ’ αὐτό τό μπατιρντί, νά προσπαθεῖ ὁ Δεσπότης νά πάει παρακάτω ἡ λειτουργία, ὥσπου βρέθηκε κι αὐτός, γιά τόν συνεπῆρε ἡ συγκίνηση καί ἄρχισε νά φιλᾶ τσή παπάδες καί τόν Μαυρουδῆ καί τόν Τσανούκα καί τόν Τζώρτζη ἀκόμη κι ἔπειτα ἔνοιωσα τά μαλακά ξανθειά του γένεια καί τά χείλη του νά φυλᾶνε τό κουρεμένο κεφάλι τοῦ πρώτου κανονάρχου! …

ΜΙΧ. ΑΘ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ