Ἡ σχέση τῶν Ἀγγέλων πρὸς τοὺς ἀνθρώπους

«Ὁ Θεὸς ἐπέβη ἐπὶ Χερουβίμ καὶ ἐπετάσθη
ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» (Ψαλ. 17,11)

 

    Πόσο δύσκολη ὑπόθεση εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἔννοιας καὶ τῆς φύσεως τῶν Ἀγγέλων!

   Ἐκεῖνοι εἶναι ὄντα πνευματικὰ καὶ ἄυλα, ἐμεῖς σωματικὰ καὶ ὑλικά. Ὅσο καὶ νὰ ἐπιστρατεύσουμε τὴ φαντασία μας, ὅσο κι ἄν προσπαθήσουμε νὰ δημιουργήσουμε ἕνα εἶδος ἀναγωγῆς στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων, μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακαλύψουμε, ἔστω καὶ τὸ παραμικρὸ ἴχνος τῆς ὑποστάσεώς τους. Παρὰ ταῦτα, σύμβουλος πολύτιμος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς εἶναι γιὰ μᾶς οἱ μαρτυρίες, τόσο τῆς Παλαιᾶς, ὅσο καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θὰ λέγαμε, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ ὄνομα τῶν Ἀγγέλων δὲν ἀνταποκρίνεται στὴ φύση τους, ἀλλὰ στὸ ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκαν∙ εἶναι, κατὰ συνέπεια, οἱ ἀγγελιαφόροι τῆς θείας βουλήσεως πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Πιὸ συγκεκριμένα, εἶναι: «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα» (Ἑβρ. 1, 14). Ἀποτελοῦν ἕναν κόσμο μυστηριώδη καὶ διαφεύγει τὴ συνήθη ἀντίληψή μας, ἐνῶ πολλὲς φορὲς ἡ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεώς τους εἶναι ἀποτέλεσμα ἀδυναμίας γνωστικῆς κατανοήσεως ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων.
   Οἱ Ἅγγελοι εἶναι, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι, δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἀρχαί, εἴτε ἐξουσίαι, τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». (Κολ. 1, 16). Ἡ φύση τῶν πνευματικῶν αὐτῶν ὑπάρξεων εἶναι σαφῶς τελειότερη ἐκείνης τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Λουκᾶς εἶναι σαφής: «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει» (24, 39). Είναι, λοιπόν, ὄντα ἄυλα καὶ ἀσώματα. Ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ μετασχηματίζονται καὶ νὰ προσλαμβάνουν ἀνθρώπινη μορφή, νὰ συνομιλοῦν καὶ νὰ συντρώγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους: «...καὶ ἰδοὺ τρεῖς παῖδες εἰστήκεισαν ἀπάνω αὐτοῦ (τοῦ Ἀβραάμ),ἔλαβε δὲ βούτυρον καὶ γάλα, καὶ τὸ μοσχάριον ὅ ἐποίησε, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον».(Γέν. 18,2-8). Πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν τριῶν Ἀγγέλων στὴν περιοχὴ Μαμβρῆ, ὅπου ἦταν ἐγκαταστημένος ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἡ οἰκογένειά του. Ἡ ἄφιξή τους ἀποσκοποῦσε στὴν ἀγγελία συλλήψεως τῆς Σάρρας υἱοῦ, τοῦ Ἰσαάκ. Συμβολίζουν δὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, σύμφωνα μὲ τὴ γενικότερη ἀνατολικὴ νοοτροπία, κατατεθημένη στὶς μυθολογίες τῶν λαῶν αὐτῶν, προσαρμόζει, στὴν ἀποκάλυψη τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ, τὸ σχῆμα τοῦ ἀνατολίτη κυρίαρχου. Πρόκειται, ἀσφαλῶς, γιὰ ἀνθρωπομορφικὲς περὶ Θεοῦ ἐκφράσεις, γιατὶ μόνον ἔτσι ὀ Θεὸς θὰ γίνει ἀντιληπτός: «εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ». Τὰ μέλη τῆς αὐλῆς του εἶναι καὶ ὑπηρέτες του συγχρόνως, οἱ ὁποῖοι μάλιστα χαρακτηρίζονται ὡς ἅγιοι: «εἴ τινα ἁγίων ὄψη». (Ἡσ. 5,1).
   Ἀνάμεσα στοὺς Ἀγγέλους, τὰ Χερουβίμ –τὸ ὄνομά τους ἔχει καταγωγὴ Μεσοποταμιακή-, ὑποβαστάζουν τὸν θρόνο του: «ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ» (Ψαλ. 79,2), σύρουν τὸ ἅρμα του (Ἰεζ. 10,1), φυλάσσουν τὴν εἴσοδο τῆς κατοικίας του καὶ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στοὺς βέβηλους: (Γέν. 3,24). Τὰ Σεραφείμ, -ἡ λέξη σημαίνει (καυστικοί)-, ψάλλουν τὴ δόξα του: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ» (Ἡσ. 6,3). Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς καθαρίζει τὰ χείλη τοῦ Ἡσαΐα, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ καθαγιασμοῦ τῆς ἀποστολῆς του: «ἕν τῶν Σεραφείμ...ἥψατο τοῦ στόματός μου» (Ἡσ. 6,7). Τὰ Σεραφείμ τὰ συναντᾶμε ἀκόμη στὴν εἰκονογραφία τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντα, προστατεύοντας τὴν Κιβωτὸ μὲ τὶς πτέρυγές τους: «καὶ ἐποίησεν δύο Χερουβείμ δέκα πήχεων» (Γ΄Βασ.6,23).
   Ὁ οὐράνιος ἀγγελικὸς κόσμος ξαναϋψώνει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ βρίσκεται στὴ διάθεσή του, γιὰ νὰ κυβερνήσει τὸν κόσμο, ἐκτελώντας τὶς διαταγές του, δοξολογώντας τον: «εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ» (Ψαλ. 102,20). Κοντὰ στοὺς αἰνιγματικοὺς αὐτοὺς ἀγγελιαφόρους, οἱ βιβλικὲς διηγήσεις μαρτυροῦν ἕναν Ἄγγελο τοῦ Γιαχβέ. Ὁ Γιαχβὲ εἶναι κάτοικος ἑνὸς ἀπρόσιτου φωτός: «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται» (Α΄ Τιμ. 6,13). Δὲν ἐπιτρέπει νὰ δοῦν τὸ πρόσωπό του οἱ ἄνθρωποι: «οὐ δύναται ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου» (Ἔξ. 33,20). Οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸν Θεὸ δὲ διακρίνουν παρὰ μιὰ μυστηριώδη ἀντανάκλαση.
   Οἱ ἀπόψεις τῶν συγγραφέων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ κατ’ ἐπέκταση τῶν συγγρφέων εἶναι σαφεῖς καὶ συγκεκριμένες, σχετικὰ μὲ τὸ ἔργο τῶν Ἀγγέλων: ἄλλοτε καλὸ καὶ ἄλλοτε κακό.Γιὰ παράδειγμα, ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν καλό του Ἄγγελο, γιὰ νὰ ἀγρυπνήσει στὸν Ἰσραήλ. «Ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου» (Ἔξ. 23,20). Ὅμως, γιὰ μιὰ ὀλέθρια ἀποστολὴ ἐπιστρατεύει τοὺς ἀγγέλους τοῦ κακοῦ: «ἐξαπέστειλε θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ θλῖψιν ἀποστολὴν δι’ ἀγγέλων πονηρῶν» (Ψαλ. 77,49), καὶ ἀποστρέφει τὸν ἐξολοθρευτὴ ἀπὸ τὸ ἔργο του: «καὶ οὐκ ἀφήσει τὸν ὀλοθρεύοντα εἰσελθεῖν» (Ἔξ. 12,23).
   Ἡ σύγχυση τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων φτάνει στὸ σημεῖο τῆς συμμετοχῆς τοῦ Σατανᾶ στὴν αὐλὴ τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἰδοὺ ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ παραστῆσαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ὁ διάβολος ἦλθε μετ’ αὐτῶν» (Ἰώβ,1,6). Ἡ κατάκτηση ἑνος λαοῦ συμπαρασύρει στὴ δίνη της νοοτροπίες καὶ ἰδεολογίες, ἐπειδὴ οἱ νέες συνθῆκες ζωῆς καὶ ὁ συγκρητισμὸς (ἡ ἀνάμειξη στοιχείων κοινωνικῶν ἤ θρησκευτικῶν), γίνονται αἰτία προσαρμογῆς καὶ ἐλπίδας. Ἔτσι, τὰ ἀγγελικὰ καθήκοντα ἐξειδικεύονται περισσότερο καὶ οἱ ἄγγελοι ἀποκτοῦν ἠθικὴ ποιότητα, σὲ σχέση μὲ τὸ ρόλο τους: ἀγαθοὶ Ἄγγελοι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, σατανᾶς καὶ δαίμονες ἀπὸ τὸ ἄλλο. Στὴ χρονικὴ αὐτὴ περίοδο ὑπάρχει σταθερὴ ἔνταση, μεταξὺ τῶν δύο: «ἐστῶτα -ὁ ἱερέας Ἰησοῦς-, πρὸ προσώπου ἀγγέλου Κυρίου, καὶ ὁ διάβολος εἰστήκει ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τοῦ ἀντικεῖσθαι αὐτῷ» (Ζαχ. 3,1).
   Στὸν χῶρο τῆς Νέας Συμφωνίας, οἱ Ἄγγελοι συνεχίζουν μὲ τὴν ἴδια προοπτική. Παραμένουν οἱ μυστηριώδεις ἀγγελιαφόροι. Ὁ Γαβριὴλ μεταφέρει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴ Μαρία: «ἐγὼ εἰμι Γαβριήλ καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα» (Λουκ. 1,19). Τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως ἐμφανίζεται οὐράνιος στρατὸς: «ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου» (Λουκ. 2,13). Ἀναγγέλλουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: «ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξὶ...ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε» (Ματθ. 28,5-6), καὶ γνωστοποιοῦν στοὺς Ἀποστόλους τὴν ἔννοια τῆς Ἀναλήψεως: «οὕτως ἐλεύσεται ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πρξ. 1,11).
   Γίνονται βοηθοὶ τοῦ Χριστοῦ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας: «οὐχὶ πάντές εἰσι λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα;» (Ἑβρ. 1, 14). Παρουσιάζουν στὸν Θεὸ τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων: «ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσὰς γεμούσας θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων» (Ἀποκ. 5,6). Ὁδηγοῦν τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων στὸν παράδεισο: «καὶ ἀπενεχθῆναι –τὸν Λάζαρο-, αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ» (Λουκ.16.22). Γίνονται προστάτες ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκολουθοῦν τὸν ἀρχηγὸ τους Μιχαὴλ καὶ ἀγωνίζονται ἐναντίον τοῦ Σατανᾶ: «ὁ Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος» (Ἀποκ. 12,7).
   Ἡ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησιας καὶ ἰδιαίτερα τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δημιουργεῖ μιὰν ἐγκάρδια σχέση καὶ ἑνώνει τὸ ἐδῶ μὲ τὸ ἐκεῖ, τὸ γήινο μὲ τὸ οὐράνιο. Οἱ Ἄγγελοι στὸν οὐρανὸ τελοῦν διαρκῆ Λειτουργία: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ ἦν καὶ ὁ ὤν καὶ ὀ ἐρχόμενο (Ἀποκ. 4, 1-9),  ἡ ὁποία ἑνώνεται μὲ ἐκείνη τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἱστορεῖται στὶς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ στὰ  Καθολικὰ τῶν Μονῶν, στὸ τύμπανο του τρούλου.
   Ἡ Θεία Λειτουργία ἐξεικονίζει τὴ στιγμὴ τῆς Μεγάλης Εἰσόδου τῶν τιμίων δώρων ἀπὸ τὴν Πρό θεση στὴν Ἁγία Τρά πεζα. Ὑπενθυμίζει ἀκόμη τὴ βυζαντινὴ ἀντίληψη, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἐπὶ γῆς λατρεία δὲν εἶναι παρὰ ἀναπαράσταση ἐκείνης, τὴν ὁποία οἱ Ἄγγελοι προσφέρουν συνεχῶς στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἡ λειτουργικὴ εὐχὴ εἶναι χαρακτηριστική: «Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ καταστήσας ἐν οὐρανοῖς τάγματα καὶ στρατιὰς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων εἰς λειτουργίαν τῆς σῆς δόξης, ποίησον σὺν τῇ εἰσόδῳ ἡμῶν, εἴσοδον ἁγίων ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων τὴν Σὴν ἀγαθότητα».
    Ὁ εὐχαριστιακὸς συμβολισμὸς δὲν εἶναι μιὰ ἀντιπραγματικότητα∙ συμβολισμὸς καὶ εὐχαριστιακὸς ρεαλισμός, ἀντὶ νὰ ἀποκλείονται, ἀντίθετα, κλητεύονται ἀμοιβαία, ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ἡ πραγματικὴ παρουσία τῆς Εὐχαριστίας εἶναι τὸ σημεῖο πληρότητας μελλοντικῆς. Ἡ θέωση, τὴν ὁποία τὸ Μυστήριο ἐνεργεῖ στὸ παρόν, ἀναγγέλλει τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία στὸν μέλλοντα αἰῶνα θὰ εἶναι πλήρης. Ὅπως, κάθε σύσταση τῆς παρούσας οἰκονομίας, ἔτσι καὶ ἡ Εὐχαριστία εἶναι, στὴν παροῦσα πραγματικότητα, σύμβολο ὑψηλότερης τελειότητας.
   Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ σκηνικὴ παράσταση τῆς Βίβλου, ὁ δοσμένος Λόγος, μέσα σὲ θέατρο λειτουργικό: «Ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγεννήθημεν τῷ κόσμῳ» (Α΄Κορ. 4,9). Ἡ Λειτουργία οἰκοδομεῖ τὸ πλαίσιό της μὲ τὰ
ὁρατὰ σημεῖα, ὅπως τὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέρη τοῦ Ναοῦ, οἱ μορφὲς τῶν ἁγίων καὶ τὰ χρώματα, ἡ ποίηση καὶ ἡ μελῳδία, σὲ τρόπο ὥστε ὅλα αὐτὰ νὰ ἀπευθύνονται στὸν ἄνθρωπο, ὡς σύνολο. Ἡ Οὐράνια Λειτουργία, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ Ἀποκάλυψη, πληροφορεῖ και οἰκοδομεῖ τὴν ἐπίγεια.
   Ὁ ἄνθρωπος ἐθίζεται νὰ ζεῖ μέσα στὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, στὰ βάθη τοῦ ὁποίου ἀνακαλύπτει τὴν παραδεισιακὴ χαρά.Τὸ σύμπαν οἰκοδομεῖται σὲ κοσμικὴ λειτουργία, σὲ Ναὸ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὸ καθετὶ καθαγιάζεται μέσα στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ, ὁ δὲ πιστὸς ἐπιτυγχάνει την ὑπερβατικὴ πραγματικότητα, τὴν κοινωνία τῆς θεώσεως. Ἡ παράσταση τῆς θείας Λειτουργίας, ἐκκλησιαστικά, συνθέτει σύνολο τὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ τὴν ἄρση τοῦ χρόνου, καθόσον ὁ Χρονοκράτορας Κύριος, μὲ τὴν παρουσία του, τὸν μεταβάλλει σὲ διαρκὲς καὶ αἰώνιο παρόν.
   Ἡ λειτουργική, λοιπόν, πράξη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα τοῦ Οὐρανοῦ. Ὁ μεγάλος ἀπών εἶναι ὁ ἄγγελος τοῦ σκότους, ὁ κυρίαρχος τοῦ κόσμου καὶ ἐκπρόσωπος τῆς αὐταπάτης. Λόγῳ τοῦ ἐγωιστικοῦ ναρκισσισμοῦ του ἔγινε ἀπόβλητος καὶ ἐξόριστος ἀπὸ κάθε δραστηριότητα τῆς αὐλῆς τοῦ Θεοῦ. Μεριμνᾶ γιὰ τὸ δικό του ἔργο, ἔργο καταστροφῆς καὶ δυστυχίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς πτώσεώς του βάλθηκε νὰ γίνει ὁ κυρίαρχος τῆς γῆς, καὶ ὁ πλάνος τῶν ἀνθρώπων μὲ τὶς μεθοδεῖες του.

 

Νικόλαος Δ. Πάσσας Δρ. Θ.