Ακάθιστος Ακολουθία, ο Παρθενικός ύμνος της Παναγίας

 

    Η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου επαναλαμβάνεται κατ’ έτος και συγκεκριμένα τις τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αρχής γενομένης από της Παρασκευής της Τυρινής. Κάθε Παρασκευή ψάλλονται έξι οίκοι και την Πέμπτη, που συμπίπτει με τη Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, ψάλλονται και οι 24ες οίκοι του Ακαθίστου.
    Η έρευνα του Ύμνου, εξ επόψεως εικονογραφικής, είναι χωρίς αμφιβολία δύσκολη και αυτό γιατί, σχεδόν όλες οι παραστάσεις του ύμνου, παραμένουν ανέκδοτες. Είναι, νομίζουμε, ενδιαφέρουσα η μελέτη του ύμνου με την ευκαιρία τελέσεως, εν εκκλησίαις, του θαυμασίου τούτου Κοντακίου. Το εικονογραφικό ενδιαφέρον και η σπουδαιότητα του Ακαθίστου αυξάνονται ακόμη περισσότερο, εάν ληφθεί υπ΄ όψει, ότι η ιστόρησή του εισέρχεται στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης, περί τα τέλη της δεύτερης ή και της τρίτης δεκαετίας του 14ου αιώνα. Πρόκειται, επομένως για νέο θέμα του Βυζαντινού εικονογραφικού προγράμματος των εκκλησιών και ιδιαίτερα των Μονών. Εν συνεχεία, η ταχεία διάδοση και ανάπτυξή του, μας υποχρεώνουν να αναζητήσουμε την αιτία προτιμήσεως των αγιογράφων σε σχέση με την ιστόρηση των οίκων του Κοντακίου του Ακαθίστου.
    Από της πτώσεως της Πρωτεύουσας (1453), η ιστόρηση του Ακαθίστου καλύπτει τις πλέον ορατές επιφάνειες των εκκλησιών, οι δε καλλιτέχνες-αγιογράφοι προσφέρουν σύνολα επιμελημένα και εντυπωσιακά. Η αιτία, λοιπόν, της εικονογραφικής αυτής αναπτύξεως του ύμνου, κατά τη Νεοβυζαντινή περίοδο, είναι νομίζουμε καθαρά εθνικοθρησκευτική.
    Η Παρθένος,για τους πιστούς της οθωμανικής κατοχής, ήταν εκείνη που εξασφάλιζε την παρηγοριά, ως μητέρα του Θεού και την ελπίδα για ελευθερία, ως υπέρμαχος Στρατηγός. Είναι η μητέρα των απηλπισμένων, η καταφυγή των προστρεχόντων και η αέναη Πηγή της χάριτος και του ελέους, για όλους εκείνους, οι οποίοι στις χαλεπές μέρες του ζυγού αποζητούσαν παραμυθία και στοργή.
    Προ, λοιπόν, αμνημονεύτων ετών, το θρησκευτικό βυζαντινό τυπικό ψάλλει τον Ακάθιστο, για να ευχαριστήσει τη Θεοτόκο, ως την υπέρμαχο στρατηγό και να αποδώσει σ’  Αυτήν τα ευχαριστήρια, επειδή λυτρώθηκε η Πόλη από τα δεινά των βαρβάρων.
    Όσον αφορά στη χρονολογία συνθέσεως του ύμνου οι γνώμες διίστανται και σχεδόν κάθε ερευνητής προτείνει και τη δική του χρονολόγηση. Εκείνο, που μπορούμε να δεχτούμε, είναι ότι το 626 μ.Χ. αποτελεί το έτος συνδέσεως του ύμνου, που συμπίπτει με την πολιορκία των Αβάρων, κατά την οποία, μάλιστα, ο ίδιος ο Πατριάρχης Σέργιος ανέγνωσε. Έτσι, από το γεγονός αυτό αποδόθηκε η δημιουργία του ύμνου σ’  αυτόν.

     Η άποψη αυτή βασίζεται περισσότερο στη διήγηση του Γεωργίου Πισίδη, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας της πολιορκίας, λέγοντας, ότι «την επαύριο ο κλήρος και ο λαός ευχαρίστησαν τη Θεοτόκο, ψάλλοντας σ’  Αυτήν ύμνους», χωρίς όμως, νά καθορίζει ποιούς. Εάν επρόκειτο για τον Ακάθιστο Ύμνο, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήθηκε τη στιγμή της πολιορκίας  ή την επαύριο. Ακόμη και μεγαλοφυής ποιητής θα είχε ανάγκη περισσότερο της μιας ημέρας, χωρίς να γίνει λόγος για το χρόνο της μουσικής του συνθέσεως. Εκείνο, που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο ύμνος αυτός, ο οποίος αναμφίβολα θα υπήρχε προ μακρού, ψάλθηκε κατά την ευχαριστήρια ακολουθία του 626 και ότι για την περίσταση προστέθηκε το περίφημο τροπάριο-Κουκούλιο:  «Τη Υπερμάχω στρατηγώ...», πού αντικατέστησε το αρχικό Προοίμιο-Κοντάκιο:  «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει ...».
    Το Κοντάκιο του Ακαθίστου, από τεχνικής πλευράς, είναι επιθαλάμιος ακροστιχίδα, γιατί, προφανώς, επρόκειτο να εξυμνήσει την ευαγγελιζομένη Θεοτόκο, στο νυφικό θάλαμο. Αποτελείται από 24ες στροφές-οίκους, των οποίων τα αρχικά γράμματα συνθέτουν το ελληνικό αλφάβητο. Εν σχέσει προς το περιεχόμενο, διακρίνουμε δύο σειρές και η καθεμία διαθέτει 12 στροφές.
    Η πρώτη, χαρακτηριζόμενη για το διηγηματικό της χαρακτήρα, βασίζεται στη διήγηση του Λουκά, η οποία υπενθυμίζει τις σκηνές της Γεννήσεως, από της στιγμής του Ευαγγελισμού μέχρι των Εισοδίων (Α-Μ). Η δεύτερη εκφράζει λυρισμό και διερμηνεύει τα συναισθήματα στοχαστού θεολόγου, σχετικά με το Μυστήριο, το οποίο προσφέρεται με τα ευαγγελικά δεδομένα (Ν-Ω). Οι οίκοι τελειώνουν εκ περιτροπής  με ένα από τα δύο ανακλώμενα ή εφύμνια:  «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε»  και «Αλληλούια». Το πρώτο, που συνοψίζει την αγγελία προς τη Μαρία, προστίθεται στους οίκους, των οποίων ο αριθμός είναι περιττός, το δεύτερο, που προορίζεται για το Θεό, τερματίζει τις στροφές, των οποίων ο αριθμός είναι άρτιος.
    Το περιεχόμενο του Κοντακίου μάς επιτρέπει να πούμε ότι δημιουργήθηκε για την εορτή του Ευαγγελισμού. Θα πρέπει, όμως, να παρατηρήσουμε ότι το θεολογικό περιεχόμενο της εορτής, πριν από τη Σύνοδο της Εφέσου, δε μνημόνευε μόνο την ορισμένη ζωή της Παρθένου, όπως θα συμβεί αργότερα με την εορτή της Γεννήσεώς της.
Αρχικά, ο Ευαγγελισμός ήταν η εορτή της Σαρκώσεως:  «Exordium Redamptionis Nostrae». ‘Ομοια, ο Ακάθιστος ύμνος εξυμνεί το Μυστήριο σύνολο του Θεανθρώπου με τρόπο ώστε να μην υπερεξαίρεται η θαυμαστή μητρότητα και η συνεχής παρθενία της Μαρίας, αλλά να γίνεται μνεία για τη συγκατάβαση, τη σοφία και την παντοδυναμία του Θεού, περικλείοντας τον «απερίγραπτον Λόγον», στη γαστέρα της Παρθένου.
    Ο Ακάθιστος είναι ο ωραιότερος, ο βαθύτερος, ο αρχαιότερος παρθενικός ύμνος ολόκληρης της χριστιανικής φιλολογίας. Η ψυχή του αναγνώστη ή του ακροατή δέχεται τα σκιρτήματα της θείας αγγελίας, το παραμύθιο της μητρικής παρηγορίας, τη γαλήνη της αδελφικής στοργής. Ο λόγος του κατορθώνει να δημιουργήσει υψιπετή πορεία, ενώνοντας την ψυχή του πιστού σε κοινωνία και θέση με το Θεό. «Ο λόγος ... είναι σαν ενιαίος και σαν οξύτατα μονότροπος ήχος. Είναι, όμως, κάτι το αδιόρατο, που ξυπνά μέσα μας όλη η μουσική μας μνήμη. Ένας μουσικός ψιθυρισμός, που διαρκεί αλλά δεν ξεκουράζει ... η τέτοιου είδους πλήρωση του Ακαθίστου ύμνου στο απόφθεγμα. Αγγίζει το τέλος του αισθήματος. Το τέλος της σκέψεως. Εκεί που αρχίζει η σιωπή, ένας αντίλαλος απόμακρος δένει τη σιγή με την ακοή μας».  (Θ. Ξύδη, Ο Ακάθιστος Ύμνος ως ποιητικό κείμενο. Αθήνα 1947, σσ. 2-3).

     Ο Ακάθιστος, από της εισόδου του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, αποτέλεσε τον ωραιότερο, για τους πιστούς, ύμνο. Η χρονική δε περίοδος, κατά την οποία ψάλλεται, συμπίπτει πάντοτε με την εποχή της Ανοίξεως, η οποία χαρακτηρίζεται για την αναγεννητική της δύναμη. Η αναγέννηση αυτή, που υπαγορεύεται σε όλα τα έμβια όντα, γίνεται μεγαλύτερη στον άνθρωπο, ο οποίος επιποθεί συγχρόνως και την αναγέννηση της εσωτερικής του υπάρξεως.
    Το ποίημα του Ακαθίστου περικλείει θαυμάσια ψυχολογική δύναμη και αποβαίνει το θρησκευτικό αναγεννητικό μέσο, για την ψυχή κάθε πιστού. Αγαπήθηκε, γι’  αυτόν τον λόγο περισσότερο από κάθε άλλον ύμνο, και η περίοδος των Παλαιολόγων, η οποία χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία νέου εικονογραφικού θεματολογίου, το περιέλαβε στον κατάλογο των καινοφανών της θεμάτων.
    Η λειτουργική βυζαντινή ποίηση, εξυμνώντας την Παρθένο, υπερεξαίρει το θείο χαρακτήρα της μητρότητάς της. Έτσι, ο Ακάθιστος δεν είναι παρά το «Te Deum»  της μητρότητάς Της. Η συχνότητα του θέματος αυτού για τη βυζαντινή ευσέβεια, εκφράζεται από το δόγμα της Εφέσου, σύμφωνα με το οποίο η Μαρία γέννησε τον πραγματικό «Υιό του Θεού», το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας και ως εκ τούτου «Μήτηρ Θεού». Κατά συνέπεια, εκείνος που δοξάζει συγχρόνως τη Σάρκωση του Λόγου. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451), η οποία συμπλήρωσε τις αποφάσεις της Εφέσου (431), διακήρυξε ότι το γεγονός της Σαρκώσεως του πραγματικού Υιού του Θεού, που γεννήθηκε απ’  την Παρθένο Μαρία, υπήρξε τέλεια σάρκωση.
    Η Σύνοδος αυτή υπογράμμισε ακόμη ότι η ανθρώπινη φύση, την οποία ο Χριστός έλαβε απ’ την Παρθένο, ήταν πραγματική: «εκ ψυχής λογικής και σώματος». «Η Μαρία» προσθέτει ο Paul Evdokimov «είναι το σημείο πραγματοποιήσεως των θείων υποσχέσεων, η προφητική αγγελία της αναδημιουργίας του κόσμου και της αποκαταστάσεώς του εντός της παραδεισιακής χαράς, εγκαινιάζει τους νέους καιρούς και δι’  αυτής το σχέδιο του Θεού εκπληρούται. Ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την ιστορία του Ισραήλ και απέβη ο πραγματικός Ναός, αναγγέλλοντας, με την παρθενική μητρότητά Της, τη μεταμόρφωση του κόσμου. Η οικονομία της λυτρωτικής Σαρκώσεως απαιτούσε, ώστε ο Χριστός να εξήρχετο από το γένος του Αδάμ. Δια της Μαρίας η ανθρωπότητα έγινε συμμέτοχος μετά του Θεού και της θείας ζωής. Η Σάρκωση δεν είναι Μυστήριο της συνυπάρξεως, αλλά της ανταλλαγής».  L’ Orthodoxie, σελ. 14.
    Η Εκκλησία της Π.Δ.  είχε σκοπό να υψώσει, να διατηρήσει και να προπαρασκευάσει μιαν ανθρωπότητα άγια, άξια να δεχτεί το άγιο Πνεύμα, ήτοι άξια του Ευαγγελισμού, στο πρόσωπο της Παρθένου. «Και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματος αυτής, αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν». Γεν. 3, 15. Για τον λόγο αυτό η Μαρία δεν είναι απλά το όργανα, αλλά η απ’ ευθείας και η θετική κατάσταση της Σαρκώσεως, η ανθρώπινη συμμετοχή και παρουσία.
    Το θεολογικό περιεχόμενο του Ακαθίστου ύμνου αποτελεί θεοφανική έκφραση αρκετά ενδιαφέρουσα. Ο υμνογράφος με τη σειρά του, θεολόγος ποιότητας, εκθέτει τις σκέψεις του, τις οποίες συναντάμε, για πρώτη φορά, σε παρόμοιο «Κοντάκιο». Στη συνέχεια, η εξεικόνιση του Ακαθίστου έχει βαθύτερη αιτία και αποτελεί την ιστορική αξία του θρησκευτικού αυτού ποιήματος. Η νίκη των Βυζαντινών και η απαλλαγή της πρωτεύουσας, μετά την πολιορκία της 7ης Αυγούστου του 626, πραγματοποιούνται χάριν της Παρθένου. Το Κοντάκιο, έκτοτε, γίνεται ύμνος εθνικοθρησκευτικός για τους βυζαντινούς και στη συνέχεια για το γένος των Ελλήνων μέχρι και σήμερα.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.