«Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. α΄ 48)


   Ἡ μεγάλη ἑορτή τοῦ μηνός Μαρτίου εἶναι ὡς γνωστόν ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου. Μιά μικρή ἀναδρομή, ἱστορική καί γεωγραφική, θά μᾶς ἔδειχνε πόσο ἐτίμησαν τήν Παναγία ὅλες οἱ γενεές καί οἱ χῶρες.
    Κατ’ ἀρχήν, τρία σημεῖα στούς Ἁγίους Τόπους μᾶς θυμίζουν καί μᾶς φανερώνουν τήν ἐπί γῆς παρουσία τῆς Παρθένου Μαρίας: ὁ ναός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στή Ναζαρέτ, πού μᾶς θυμίζει τό μέγα μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ μεγάλη Βασιλική τῆς Βηθλεέμ μέ τό σπήλαιο ἀπό κάτω, πού μᾶς ζωντανεύει τό γεγονός τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, καί ὁ ναός τῆς Γεθσημανῆ, πού δηλώνει τόν τόπο τῆς ταφῆς τῆς Ἀειπαρθένου.
    Μετά ἀπό τούς τρεῖς αἰῶνες τῶν διωγμῶν ἀρχίζει ἡ εἰκονογράφηση τοῦ προσώπου της. Ἔτσι στήν ὑπόγεια «πολιτεία» τῆς Ρώμης καί συγκεκριμένα στήν Κατακόμβη τῆς Κομοδίλλας ἔχουμε ὡραία παράσταση τῆς Παρθένου (νωπογραφία) μέ τόν Ἰησοῦ στήν ἀγκαλιά της καί δύο Ρωμαίους Ἁγίους ἑκατέρωθεν (μέσα τοῦ 6ου αἰῶνος). Λίγο ἀργότερα, ἔχουμε στή Μονή Ἁγίας Αἰκατερίνας τοῦ Σινᾶ τήν περίφημη ἐγκαυστική εἰκόνα μέ τήν Παναγία Βρεφοκρατοῦσα μεταξύ τῶν Ἁγίων Γεωργίου καί Θεοδώρου Στρατηλάτη.
    Ἐρχόμαστε τώρα στήν Κωνσταντινούπολη, τήν κατ’ ἐξοχήν πόλη τῆς Παναγίας μέ τά πολλά σχετικά προσκυνήματα. Ξεχωρίζουμε δύο ἀξιόλογα ψηφιδωτά μέσα στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας: τό Ἕνα μέ τήν Παναγία Βρεφοκρατοῦσα ἔνθρονη στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ, πού τό ἐγκαινίασε ὁ Πατριάρχης Φώτιος τό Μέγα Σάββατο τοῦ 867 μέ τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό ἄλλο στό ἡμικυκλικό τύμπανο τῆς εἰσόδου στήν Ἁγία Σοφία, μέ τήν Παναγία στήν ἴδια στάση καί ἑκατέρωθεν τούς βσιλεῖς Μέγα Κωνσταντίνο καί Ἰουστινιανό (1000 μ.Χ.).
    Δύο ἄλλες περίφημες εἰκόνες ἀπό τήν Πόλη εἶναι πρῶτα ἡ Παναγία ἡ Ἐπισκοπιανή, πού ἔχει μέν ὑποστεῖ καταστροφή, ἀλλά σώζεται καλά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου καί σήμερα βρίσκεται στή Ζάκυνθο. Προέρχεται ἀπό τόν 12ο αἰῶνα, ἀλλά εἶναι ἐπεξεργασμένη κατά τόν 17ο αἰῶνα ἀπό Κρητικό καλλιτέχνη. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ εἰκονα τῆς Ὁδηγήτριας, πού προέρχεται ἀπό τήν περίφημη Μονή τῶν Ὁδηγῶν, ὅπου ὁδηγοῦσαν τούς τυφλούς μετά ἀπό νηστεία καί προσευχή καί ἀνέβλεπαν. Τή μεγάλη αὐτή εἰκόνα εἶχε ἀφιερώσει ἡ βασίλισσα Πουλχερία, καί τό 1261, μέ τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπό τούς Λατίνους, ἡ ἐικόνα ἀποτέλεσε τό σύμβολο τῆς νίκης.
    Ἄς θυμηθοῦμε στή συνέχεια τήν ὀνομαστή Μονή τῆς Χώρας μέ τά ἀνυπέρβλητα ψηφιδωτά της, πού εἰκονίζουν τόν Χριστό ὡς τή «Χώρα τῶν ζώντων» καί τήν Παναγία ὡς τή «Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου».
    Καί προχωροῦμε στά δύο ἱστορικά θεομητορικά προσκυνήματα καί ἁγιάσματα τῆς Πόλης. Τό ἕνα, τῶν Βλαχερνῶν, εἶναι στο βορειότερο σημεῖο τῆς Πόλης, ὅπου φυλασσόταν τό ἱερόν μαφόριον τῆς Θεοτόκου, πού εἶχε μεταφερθεῖ ἀπό τήν Παλαιστίνη καί τό ὑποδέχθηκε ὁ Λεών ὁ Α΄. Τό δεύτερο ἁγίασμα εἶναι στό δυτικότερο σημεῖο τῆς Πόλης, ἔξω τῶν τειχῶν, ὅπου ὁ ναός τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καί ἑορτάζεται κατά τήν ὁμώνυμη ἑορτή τῆς Παρασκευῆς τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἡ περίφημη Θεοτόκος τῆς Πηγῆς.
    Ἄλλοι ἀξιόλογοι ναοί της εἶναι ἡ Παμμακάριστος, ὅπου στεγάστηκε ἄλλοτε τό Πατριαρχεῖο, καί ἡ Παναγία τῆς περιοχῆς Χαλκοπρατείων στό κέντρο τῆς Πόλης, ὅπου ἐφυλάσσετο ἡ ζώνη τῆς Θεοτόκου, σήμερα ὅμως δέν σώζεται.
    Ἀφήνοντας τώρα τή Βασιλεύουσα, ἄς μήν ξεχάσουμε καί μερικές ἄλλες ὀνομασίες τῆς Παρθένου, συγκινητικές καί γεμάτες νόημα, ὅπως εἶναι ἡ Δεομένη (μέ τά χέρια ἁπλωμένα σέ δέηση), ἡ Παράκλησις καί ἡ Θρηνοῦσα, ὅπως τή βλέπουμε σέ εἰκόνα τοῦ 14ου αἰώνα στό Μουσεῖο Μπενάκη Ἀθηνῶν.
    Ἀπό τήν Πόλη τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἐρόχμαστε στήν Ἑλλάδα μέ τίς ἀναρίθμητες ἐκκλησίες τῆς Θεομήτορος. Στή Μακεδονία σταματοῦμε στήν Εἰκοσιφοίνισσα τοῦ Παγγαίου, στή Μηχανιῶνα Θεσσαλονίκης καί στή Σουμελᾶ τοῦ Βερμίου.
   Στήν Ἤπειρο καί στήν Κεντρική Ἑλλάδα προσκυνᾶμε τήν Παρηγορήτισσα τῆς Ἄρτας, τήν Ξενιά τῆς Θεσσαλίας καί τήν Προυσιώτισσα Εὐρυτανίας. Στήν Πελοπόννησο τή Μεγαλοσπηλαιώτισσα, τήν Τρυπητή τοῦ Αἰγίου, τή Μαλεβή τῆς Κυνουρίας, καί ἐκτός ἀπό πολλές ἄλλες τήν Περίβλεπτη καί τήν Παντάνασσα τοῦ Μυστρᾶ.
    Ἄς ἀφήσουμε τά νησιά πού συναγωνίζονται σέ παρόμοια προσκυνήματα μέ κορυφαῖα τή Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου καί τήν Ἑκατονταπυλιανή τῆς Πάρου, τή Χοζοβιώτισσα τῆς Ἀμοργοῦ καί τή Θεοσκέπαστη τῆς Ἄνδρου, ἀλλά καί τή Θαλασσομαχοῦσα τῶν Στροφάδων Ζακύνθου.
    Σ’ ὅλη αὐτή τήν περιδιάβαση ξεχωρίζει τό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἰδιαίτερα διακρίνονται τό Ἄξιόν Ἐστι τοῦ Πρωτάτου, ἡ Πορταΐτισσα τῶν Ἰβήρων καί ἡ Παναγία τοῦ Ἀκαθίστου στήν Ἱ. Μ. Διονυσίου.
    Ἀλλά ἡ Παναγία τιμήθηκε ἰδιαίτερα στίς βαλκανικές χῶρες, καί στήν ἀχαρνῆ Ρωσία ἐξακολουθεῖ νά τιμᾶται μέ περισσή εὐλάβεια, μέ κεντρικούς πόλους τίς δύο ὀνομαστές θεομητορικές εἰκόνες τοῦ Καζάν καί τοῦ Βλαντιμίρ, ἡ ὁποία προερχέται ἀπό τήν Κων/πολη. Ὀνομαστή εἶναι καί ἡ μαύρη Παναγία τῆς Τσεστόχοβα στήν Πολωνία, καθώς καί ἡ Παναγία στό Μπάτσοβο τῆς Βουλγαρίας.
    Φυσικά καί στή Δύση δέν ξεχάστηκε τό μέγα ὄνομά της. Παράδειγμα ὁ μεγαλοπρεπής ναός τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, ὅπου ἡ εἰκόνα τῆς Νικοποιοῦ, καί τῆς Παναγίας στό Παρίσι, ἡ «Notre Dame», πού ἐπί ὀκτώ αἰῶνες δέχεται τά πλήθη τῶν πιστῶν, τό προσκύνημα τῆς Λούρδης καί ἀντίστοιχα στήν Ἰβηρική χερσόνησο (Fatima κ.λπ.). Καί ὄχι μόνο στίς καθολικές χῶρες. Εἶναι ἄξιο προσοχῆς ὅτι στήν περιοχή Norfolk τῆς Ἀγγλίας ὑπάρχει θεομητορικό προσκύνημα τό Γουόλσιγγαμ.
    Τό ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι στή Γερμανία ἱδρύθηκε πρό 55 ἐτῶν γυναικεία μονή στό ὄνομα τῆς Παναγίας, ἡ «Ἀδελφότης τῆς Μαρίας» στό Darmstadt. Ἡ ἡγουμένη, πού πῆρε τό ἑλληνοχριστιανικό ὄνομα Βασιλεία, ὡς φοιτήτρια τότε ἀπεφάσισε μέ ἄλλες δύο ἀδελφές νά ἱδρύσουν κοινόβιο, ὥστε νά ἐπαναφέρουν τόν θεσμό τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς παρθενίας στό σύγχρονο προτεσταντικό κόσμο, μέ προστάτιδα τήν Παρθένο. Τό ἐπίσης ἐνδιαφέρον καί ἀξιοπερίεργο εἶναι ὅτι ὑπάρχει καί Πανεπιστήμιο ἀξιόλογο μέ τό ὄνομα τῆς Παναγίας στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς (Notre Dame University στήν Ἰντιάνα).
    Τέλος, ἄς μή λησμονοῦμε καί τίς μακρινές χῶρες τῶν ἄλλες ἠπείρων (Ἀφρικῆς καί Ἀσίας), ὅπου οἱ εὐλαβεῖς Χριστιανοί εἰκονίζουν τή σεπτή Παναγία σάν μαύρη Παναγία στήν Ἀφρική ἤ μέ λοξά μάτια στήν Ἄπω Ἀνατολή.
    Ἔτσι μακαρίζουν τή Θεομήτορα οἱ γενεές τῶν πιστῶν. Κι ὄχι μόνο μέ ναούς καί μέ εἰκόνες, ἀλλά καί μέ τούς περίφημους ὕμνους, σάν τόν ἀκάθιστο Ὕμνο στήν Ἀνατολή, ἤ τό Ave Maria, τό Magnificat καί τό Stabat Mater στή Δύση.


π. Η. ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ