Ἡ συντέλεια τοῦ Κόσμου καί ἡ ἐπανεμφάνιση τοῦ Χριστοῦ

Εἶναι ἐνδιαφέρον τό γεγονός τῆς πίστεως τῶν ἀνθρώπων, σχετικά μέ τό τέλος τῶν πάντων. Ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἰδιαίτερη διδασκαλία, ἡ ὁποία, ἀναμφίβολα, βασίζεται στίς διακηρύξεις τοῦ Διδασκάλου, προκαλουμένου, ἐνίοτε, ἀπ’ τούς μαθητές του, οἱ ὁποῖοι, κάποια στιγμή, ἄρχισαν νά γίνωνται «διψῶντες». Μερικές συζητήσεις εἶχαν τή δυσκολία τους καί δέν ὑπῆρχε περιέργως, ἀκροατήριο. Ἔτσι, τό «κατ’ ἰδίαν» ἐπιβεβαιώνει τοῦ λόγου τό ἀληθές.
    Γιά τήν προκειμένη περίπτωση, ἡ πρόσκληση γιά νά δημιουργηθεῖ τό ἐρώτημα ἦταν ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ὁμίλου καί ὁ θαυμασμός τῶν οἰκοδομῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντα. Οἱ μαθητές ξεναγοῦσαν τόν Διδάσκαλο στούς ἀπέραντους χώρους τοῦ μεγαλοπρεποῦς μνημείου τοῦ Σολομῶντα καί ἦταν ὑπερήφανοι γι’ αὐτό. Ὁ Χριστός, ἐκτός ἀπ’ τό θαυμασμό, ἀναφέρεται στήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ, λέγοντας: «οὐ μή ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπί λίθον, ὅς οὐ καταλυθήσεται» (Ματθ. 24, 2). Μέ ἀφορμή, λοιπόν, τήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ, οἱ μαθητές κατενόησαν τήν προέκταση τῆς καταστροφῆς καί ζήτησαν νά πληροφορηθοῦν περισσότερα πράγματα περί τῆς «συντελείας τοῦ αἰῶνος».
    Ἄρα γε, πρόκειται γιά λόγο ὑπερβολῆς, γιά μιά προειδοποίηση φόβου καί τρόμου, σχετικά μέ τό τέλος τοῦ κόσμου; Ἀναμφίβολα ὄχι, γιατί τό τέλος εἶναι ἡ φυσική κατεύθυνση καί ἀπόρροια τῆς κοσμικῆς πραγματικότητας. Ἐξάλλου, βρισκόμαστε στόν «ἀστερισμό» τοῦ πεπερασμένου, πού μέ ἁπλά λόγια σημαίνει τό συναμφότερο, τήν ἀρχή, μέ τή σχετικότητά της, καί τό τέλος, πού συναρτᾶται ἀπόλυτα μέ τήν ὄγδοη ἡμέρα. Παρατηροῦμε, ὁτι καί γιά τήν πορεία τοῦ κοσμικοῦ χώρου ὑπάρχει τό δυαδικό στοιχεῖο. Ἡ ἔναρξη καί ἡ παύση. Οἱ μαθητές, πού κι αὐτοί, λίγο πολύ, παρακαλουθοῦσαν τίς ἑρμηνευτικές διδασκαλίες στίς Συναγωγές, γνώριζαν τίς ἀναφορές τῶν συγγραφέων τῶν Γραφῶν, περί τοῦ Τέλους.
    Θεώρησαν, λοιπόν, τή στιγμή μοναδική, γιά νά πληροφορηθοῦν ἀπ’ τόν Διδάσκαλό τους, πού γνώριζε τά πάντα καί ἔδινε ἀπαντήσεις «παντί τῷ αἰτοῦντι». – Διδάσκαλε, τώρα πού εἴμαστε μόνοι, πές μας, πότε ὅλα αὐτά θά συντελεστοῦν, ποιό θά εἶναι τό σημεῖο τῆς παρουσίας σου καί πότε θά ἐπισυμβεῖ τό τέλος τοῦ κόσμου; (Ματθ. 24, 3). Ἐρωτήματα καίρια, μεγάλης σπουδαιότητας, πού ἀνθρωπίνως θά’ ταν ἀδύνατη ἡ ὅποια ἀπάντηση. Δέν ἀνήκουν στό χῶρο τόν κοσμικό, ὁπότε ἡ ἐρευνητική ἀνθρώπινη σκέψη θά μποροῦσε νά βρεῖ ἀπάντηση καί λύση. Δυστυχῶς, γιά τόν ἄνθρωπο τῆς μονοσήμαντης λογικῆς, τά ἐρωτήματα αὐτά ὑπέρκεινται τοῦ λόγου, γιατί ἀνήκουν στό χῶρο τῆς μεταφυσικῆς καί τοῦ ὑπερκόσμου καί κατανοοῦνται μέ τήν πίστη καί τόν λόγο, γιά νά σχηματισθεῖ ἡ «ἔλλογη πίστη». Ὅμως, τά πράγματα τοῦ κόσμου ἤ τῆς ἐνδοκοσμικῆς πραγματικότητας κατανοοῦνται ἀποκλειστικά καί μόνο μέ τή λογική.
    -Ἐδῶ, ἐπιθυμοῦμε νά παρέμβουμε στό ἄριστα τεκμηριωμένο κείμενο τοῦ Καθηγητοῦ Γεωργίου Κοντοπούλου, ὑπό τόν τίτλο: «Τό μέλλον οτῦ Σύμπαντος», στό περιοδικό «Ἀνάπλασις», Σεπτεμβρίου -Ὀκτωβρίου 2008, τ. 437. Δέν ἀμφισβητοῦμε τά γραφόμενά του. Ἡ ἀφόρμησή μας προκλήθηκε ἀπό τή φράση: «γιά κάθε ἄνθρωπο ἡ -παρουσία τοῦ Κυρίου- μέ τήν ἔννοια τοῦ «τέλους» εἶναι ὁ θάνατός του καί αὐτό τό τέλος πρέπει νά τό περιμένουμε κάθε μέρα ὡς ἐνδεχόμενο».
    Αὐτό, ὄντως, εἶναι τό τέλος τῆς ἐπίγειας δοκιμασίας καί ἡ ἔξοδός μας ἀνοίγει νέους πνευματικούς ὁρίζοντες. Τό τέλος, ἐπίσης, τοῦ κοσμικοῦ σύμπαντος ἔχει κι αὐτό τήν θεολογική ἑρμηνεία του.
    Φόβος καί τρόμος προκαλεῖται στό ἄκουσμα μιᾶς εἰδήσεως καί εἰδικότερα σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συναρτοῦν τά πάντα μέ τόν παρότνα κόσμο, μέ τήν ἐπίγεια παρουσία τους, γιατί μόνη αὐτή ὑπάρχει. Εἶναι, ἡ πίστη τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τό πέρα ἀπ’ ἐδῶ, τό «au dela». Ὅμως, ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι, πού, ἐκμεταλλευόμενοι τήν πίστη αὐτή, ἐμφανίζονται ὡς ἄλλοι προφῆτες καί προαναγγέλλουν τό τέλος τοῦ κόσμου.
    Ὁ Χριστός προσπαθεῖ νά καταστήσει τούς μαθητές του προσεκτικούς: «βλέπετε μή τίς ὑμᾶς πλανήσῃ». –Πολλοί θά ‘ναι ἐκεῖνοι πού θά ἐμφανισθοῦν μέ τό ὄνομά μου καί πολλοί θά πλανηθοῦν. Θά ὑπάρξουν ἀκοές γιά πολλούς θά πλανηθοῦν. Θά ὑπάρξουν ἀκοές γιά πολέμους, γιά πεῖνες καί ἐπιδημικές ἀρρώστιες, γιά σεισμούς καί καταστροφές ἀνυπολόγιστες, ἀλλά ὅλα αὐτά θά ειναι ἡ ἀπαρχή τῶν ὠδινῶν καί τῶν πόνων. Ἰδιαίτερα, σᾶς πληροφορῶ ὄτι ἀξειτίας τοῦ ὀνόματός μου θά γίνετε μισητοί. Πολλοί θάἐξεγερθοῦν, ψευδοπροφῆτες θά περιτρέχουν τήν οἰκουμένη καί πολλοί θά πλανηθοῦν. Ἡ ἁμαρτία καί ἡ κακία θά πληθυνθοῦν καί θά παγώσει ἡ ἀγάπη πρός τό συνάνθρωπο (Ματθ. 24, 4-12).
    Σημαντική, ἐπίσης, εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Χριστοῦ γιά τή Συντέλεια, ἡ ὁποία θά ἐπισυμβεῖ ὅταν τό Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας θά κηρυχτεῖ: «ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι καί τότε ἤξει τό τέλος». (Ματθ. 24, 14).
    Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐπιφάνεια τοῦ υἱοῦ τοῦ ΘΕοῦ ὁ λόγος του δέν εἶναι ἀόριστος καί ἀφηρημένος. Γίνεται συγκεκριμένος, ἀλλά μέ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δανείζεται εἰκόνες ἀπ’ τή φύση, ὥστε οἱ ἀκροατές του νά διατηρήσουν ἀναξίτηλα στή μνήμη τους τά σπουδαῖα του λόγια. Τά πράγματα εἶναι ἁπλά, γιατί ἡ ἁπλότητα ἔχει τή μεγαλοσύνη καί τήν κατανόηση. Ἐξάλλου, ὁ Χριστός δέν ἐπιδιώκει τήν πληροφόρηση κα΄ιτήν κατάρτιση τῶν καλλιεργημένων, ἀλλά τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, πού ἔχουν τήν ἀνάγκη τῆς μαθήσεως.
    Ἡ εἰκόνα τῆς παρουσίας τῶν φαινομένων εἶναι φυσική, τήν ὁποία ὅλοι μας ἔχουμε ἀντικρύσει, ἔχουμε ἐντυπωσιαστεῖ ἤ καί φοβηθεῖ: «ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἐξέρχετιαἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». (Ματθ. 24, 27). Ἡ ὁμολογία εἶναι ἁπλῆ· ἡ εἰκονα σέ ὅλους εἶναι γνωστή. Ὅμως, αὐτό πού ἐκπλήσσει εἶναι ἡ ἀστραπή, τό φῶς. Φῶς στή Βάτο τή φλεγομένη καί μή καιομένη· φῶς στή Μεταμόρφωση στό ὄρος Θαβώρ, φῶς τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅλα τά πράγματα τοῦ Θεοῦ εἶναι λουσμενα στό φῶς· τά πάντα εἶναι φωτεινά καί ἀπαστράπτοντα. Ἔτσι προτιμᾶ νά ἐκδηλώνεται ὁ Θεός· ἔτσι ἐμφανίζεται στόν ἄνθρωπο. Ἡ δεύτερη, λοιπόν, ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θάγίνει σάν τήν ἀστραπή, μεγαλειώδης καί λαμπρερή, ὥστε οἱ πάντες, πού στή συγκυρία αὐτή θά ‘ναι στή ζωή, νά ἀντικρύσουν τό μεγαλεῖο τῆς ἐπιφάνειάς Του.
    Στή συνέχεια, θά ἐπακολουθήσουν καί ἄλλα βοηθητικά σημεῖα τοῦ κεντρικοῦ γεγονότος. Πιό συγκεκριμένα, ὁ ἥλιος θά σκοτεινιάσει καί τό φεγγάρι δέ θά φωτίζει τή νύχτα, τά ἀστέρια θά πέφτουν ἀπ’ τόν οὐρανό καί τότε θά ἐμφανιστεῖ: «τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. 24, 30). Οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τόν Χριστό νά μεταφέρεται ἀπ’ τά σύννεφα τ’ οὐρανοῦ, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι μέ σάλπιγγα βροντερή θά συγκεντρώσουν τούς ἐκλεκτούς του ἀπ’ ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς. Ἐντυπωσιάζεται κανείς μέ τήν ὁμοιότητα τῶν στοιχείων, τά ὁποῖα συναντᾶ διαβάζοντας τήν α’ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός τούς Θεσσαλονικεῖς (κεφ. 4, 13-17|), κείμενο πού ἀναγινώσκεται κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία.
    Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἡμέρα καί τήν Ὥρα: «οὐδείς οἶδεν οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν εἰ μή ὁ πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24, 36). Σαφής ἡ ἀναφορά καί μάλιστα ἀντιμέτωπη μέ τίς ἀνόητες προβλέψεις πολλῶν, περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Λόγια ψευδοπροφητῶν καί ἀνθρώπων, πού διαφημίζουν τήν κενότητα τῆς δῆθεν πίστεώς τους, ἀλλά τό μόνο πού ἐπιτυγχάνουν εἶναι νά τρομοκρατοῦν τούς συνανθρώπους.
    Τά πάντα εἶναι προβλεπόμενα ἀπ’ τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ προσοχή ἀπ’ τούς πιστούς καί νά μή δίνουν προσοχή στά λόγια αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Κανείς, μά ἀπολύτως κανείς, δέν γνωρίζει τή στιγμή τῆς συντελείας τοῦ κόσμου καί τῆς ἐπανεμφανίσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἴμαστε ἀπληροφόρητοι καί δέν βρισκόμαστε στήν ἄγνοια. Ἀπληροφόρητοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἐκ πεποιθήσεως ἀρνοῦνται τή μεταφυσική πραγματικότητα.
    Ὁ Δανιήλ πληροφορεῖται ὅτι ἡ ὅρασή του ἀφορᾶ: «τήν ὥρα τοῦ τέλους» καί, ἀκόμη, μέ ποιό τρόπο θά ἐνεργήσει ἡ ὀργή: «γιά τίς ὧρες τοῦ χρόνου τοῦ τέλους». Ἡ ὥρα, ἐδῶ, ἐπικεντρώνει τή σημασία της στό ὁριστικό τέλος, πού θά σημάνει συγχρόνως καί τήν καταστροφή τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ἐχθρός παίρνει διάφορες σημασίες καί ἡ ἑρμηνευτική τῶν Γραφῶν τείνει σέ μιά ἀποσαφήνιση, πού ἄλλοτε εἶναι κατάσταση καί ἄλλοτε γίνεται πρόσωπο.
    Ἀκόμη, τό Ἀπόκρυφο βιβλίο τοῦ Ἐνώχ μετρᾶ τίς ὧρες διαδοχῆς τῶν ἱερέων τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Ἐντυπωσιακό, ἐπίσης εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ Κουμρανική Κοινότητα τῶν Ἐσσαίων ὀνειρεύεται «τό χρόνο τοῦ τέλους». Ἡ ὥρα, λοιπόν, τῶν ἐσχάτων καιρῶν εἶναι διάχυτη στή σκέψη τῶν Ἑβραίων καί ἐκφράζει τήν ἐλπίδα τῆ μεταλλαγῆς. Προέκταση αὐτῆς τῆς θέσεως εἶναι καί ἡ ἀναγγελία τῆς Ὥρας τοῦ τελικοῦ θριάμβου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ νίκη εἶναι γεγονός μελλοντικό, ἄγνωστο ὅμως τό πότε, ἡ συντελεστική ὥρα, τό συμβάν. Ἐξάλλου, τά πάντα στήν ἀνθρώπινη πορεία καί Ἱστορία εἶναι συμβάντα τά ὁποῖα ἀποχωρίζονται κάι ἱστοροῦνται ὡς γεγονότα.
    Ὁ Ματθαῖος, ἐδῶ, ἐκφράζει ἄποψη συγκεκριμένη: «περί δέ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί τῆς ὥρας οὐδείς εἶδεν». Ἡ Ἀποκάλυψη, τό γεγονός τοῦ τέλους, τό χαρακτηρίζει ὡς θερισμό. Ἡ ὥρα ἔφτασε ἐπειδή: «ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ θερισμος τῆς γῆς» (Ἀποκ. 14, 15). Εἷναι μμιά ἀποτίμηση τοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους, ἐνάντια στό κακό τῶν ἀνθρώπων τοῦ σατανᾶ.
    Στήν ἄγνοια τοῦ τέλους, συμπριλαμβάνεται καί ἡ στιγμή τῶν διαφόρων ἐπισκέψεων πού θά ἀναγγείλουν τήν τελευταία ὡρα· θά ἐπσυμβοῦν γενικές δοκιμασίες· «κἀγῶ σέ τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπί τῆς οἰκουμένης ὅλης» (Ἀποκ. 3, 10). Ἡ ἐγρήγορση καί ἡ ἑτοιμότηατα εἶναι στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τόν πιστό καί ἰδιαίτερα γι’ αὐτή τήν ἀκριβῆ ὥρα, ἄν καί εἶναι ἀπροσδιόριστη: «γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ εἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾖ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. 24, 42).
    Ἡ φράση αὐτή τοῦ Ματθαίου ἀποτελεῖ ἀπάντηση σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατά καιρούς προσδιορίζουν μέ ἔμφση τήν ὥρα τοῦ τέλους. Ὅμως, ὁ Χριστός γνωρίζει τήν Ὥρα, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγύς καί μάλιστα μέ τήν ἔννοια τῆς προσεγγίσεως. Ἡ Ὥρα, ἀκόμη, βρίσκεται σέ πορεία καί θά σημάνει τό ἔσχατο τέλος, τήν ἔσχατη ὡρα τοῦ ἀντιχρίστου καί ὅλων ἐκείνων, πού παρατάχθηκαν στίς τάξεις του: «ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν» (Α’ Ἰωάν. 2, 18).
    Μέσα ἀπ’ τήν πορεία αὐτή τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀντιχρίστου ἀπαιτεῖται ἐνεργητική ἐπαγρύπνηση καί τέλεια λατρεία στό χῶρο τῆς οἰκειότητας καί τῆς πατρότητας τοῦ Θεοῦ.
    Ἡ Ὥρα ταυτίζεται ἀκόμη μέ τόν ἀντίχριστο, μέσα ἀπό τό φαινομενικό θρίαμβο τοῦ σκότους. Καυτηριάζεται μιά δράση ἔξω ἀπ’ τήν ὁποιαδήποτε κοινωνική δεοντολογία καί νομιμότητα. Ἡ ἀναφορά εἶναι συγκεκριμένη καί ἐπικεντώνεται στή συμπεριφορά τῶν ἀντιχρίστων, οἱ ὁποῖοι καθημερινά βρίσκονταν μέ τόν Χριστό, ἀλλά δέν ἅπλωναν τά χέρια πάνω του, γιά νά πάρουν τήν εὐλογία καί τή Χάρη. Παρέμεναν ἀπαθεῖς καί σχολίαζαν τήν ὅλη Του δράση εἰρωνικά καί κακόβουλα. Ἤθελαν, ὅμως καί ἐπιζητοῦσαν τό σκοτάδι καί τόν δόλο: «αὕτη ἐστιν ὑμῶν ἡ ὥρα καί ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους» (Λουκ. 22. 53).
    Πάντως, ἡ κατακλεῖδα τῆς ὅλης παρουσίας καί πληροφόρησης εἶναι ἕνα εἶδος συστάσεως διαχρονικῆς, λόγω τῆς ἄγνοιας, τοῦ ἀπροειδοποίητου καί τοῦ ξαφνικοῦ. Τό μόνο πού ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάμει εἶναι ἡ προετοιμασία, ἡ ἐγρήγορση καί ἡ ἑτοιμότητα: «γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται» (Ματθ. 24, 42). Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, συνιστᾶ τήν ἐγρήγορση καί τήν προετοιμασία τῶν πιστῶν, γιατί «ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί ἔρχεται» (Α’ Θεσ. 5, 2). Τό μόνο φάρμακο τῆς ἑτοιμότητας γιά τούς πιστούς, γιά ὅλους μας, εἶναι ἡ προειδοποίηση τοῦ Παύλου, πρός τούς Θεσσαλονικεῖς: (Α’ Θεσ. 5, 6): «μή καθεύδομεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν». Αὐτό τό «νήφωμεν» δημιούργησε, ἰδιαίτερα στούς μοναχούς, τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι» καί ὀνομάστηκαν Νηπτικοί πατέρες. Γιά τούς κοσμικούς, ἄς εἶναι ἡ προσοχή, ἡ προσευχή καί ἡ ἐναπόθεση τῶν ἐλπίδων μας στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θά ὁρίσει τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα τῆς ἐπανεμφανίσεως καί τοῦ τέλους τῶν πάντων.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ. Θ.