Τὸ Βιβλίο τῶν Γραφῶν καὶ τὰ ζωδιακὰ σημεῖα

 

 

 

 «Τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον

καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;» (Ἀποκ. 5, 2).

 

Τό βιβλίο τῶν Γραφῶν, ἐξαρτήματος ἀναγκαίου, ποὺ κρατεῖται ἀπὸ τὰ ἱερὰ πρόσωπα, ἀποδίδεται συγκεκριμένος συμβολισμός. Ἡ ἐξεικόνιση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν ἀποκαλύπτει τὴν εἰκονογραφική του ἔννοια, ἐὰν δὲν τὸ παρατηρήσουμε, ὡς τὸ σκεῦος παροχῆς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Ἕνας ἁπλὸς παρατηρητής, ἀμύητος μάλιστα στὴν ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθεῖ καὶ νὰ ἐπικοινωνήσει. Ἁπλούστατα, παρατηρεῖ μιὰ λεπτομέρεια στὸ σύνολο τῆς παραστάσεως.
    Χωρίς, λοιπόν, τὴ δυνατότητα εἰσόδου στὰ «μυστικὰ» τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ κόσμος ὁλόκληρος παραμένει σφραγισμένος καὶ δυσεξήγητος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος προσλαμβάνει τὶς κοσμικὲς ἐμφανίσεις τῶν διαφόρων συμβάντων, ἀνίκανος νὰ κατανοήσει τὴ σημασία του Βιβλίου. Ὁ Ἰωάννης, στὸ πέμπτο κεφάλαιο, εἶναι ἀποκαλυπτικός: «τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλιον;» (5,2).

 


    Μνημονεύουμε, ὅτι μιὰ θαυμάσια παράσταση τῶν κεφαλάιων 4 καὶ 5 τῆς Ἀποκαλύψεως συναντᾶται σὲ χειρόγραφο, μὲ τὴν ὀνομασία (Beatus Fo 92), καὶ ἐναπόκειται στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἱστορίας στὴ Μαδρίτη. Ἡ παράσταση, πιὸ συγκεκριμένα, ἐμφανίζει τὸν Ἀμνὸ, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται ἀπὸ τὸ Τετράμορφο, μέσα σὲ κύκλο, ἐνῶ στὸ ἐξωτερικὸ παριστάνονται οἱ εἰκοσιτέσσερεις πρεσβύτεροι, σὲ τέσσερεις ὁμάδες.Ἡ παράσταση τοῦ Ἀμνοῦ συμβολίζει τὸ Χριστὸ, καθὼς ὀκτακόσια χρόνια πρὶν τὴν ἔλευσή Του, ὁ Ἡσαΐας εἶχε μιλήσει καὶ ἀποτέλεσε τὸ σημεῖο ἐπαφῆς τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, μὲ τὸν ἀξιωματοῦχο Αἰθίοπα τῆς Κανδάκης: «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη· καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος» (Πρξ. 8,32).
     Ὁ Ἀμνὸς, λοιπόν, ἐκφράζει τὴ Σάρκωση τοῦ Λόγου «καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» καὶ δίνει νόημα καὶ ἔννοια στὴν Ἱστορία. Συμβολίζει τὴν ἀρχή, τὸ κέντρο καὶ τὸ τέλος, τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα· διαδηλώνει τὸ θεῖο σχέδιο καὶ τὸ περιεχόμενό του, μὲ τὴ γλῶσσα τῶν παραστάσεων, σὰν ἕνα κυνηγητὸ τῶν κύκλων τοῦ κοσμικοῦ χώρου, χωρὶς τέλος. Αὐτὸ εἶναι τὸ δρᾶμα τῶν ἀνατολικῶν θρησκευμάτων, ὅπως τοῦ Ἰνδουισμοῦ, τοῦ Βουδισμοῦ καὶ ἄλλων, γενικὰ, φυσικῶν θρησκευμάτων. Ἐπαγγέλονται λύτρρωση στοὺς μυημένους, ἀλλὰ ἡ λύτρωση εἶναι τὸ ζητούμενο. Προσπαθοῦν, νοσταλγικά, νὰ τὴ συναντήσουν, νὰ τὴ βιώσουν, ἀλλὰ παραμένουν στὴν ἀναζήτηση, γιατὶ ἁπλᾶ δὲν ὑπάρχει. Ἐδῶ, ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ εἰδοποιὸς διαφορά ἀνάμεσα στὸ χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος κατέχει καὶ προσφέρει λύτρωση καὶ στὰ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύματα.

 

 

 

    Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, ὁ Θεὸς συνήθως παρουσιάζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Ἀμνοῦ: «καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου…ἀρνίον, ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον» (5, 6). Εἶναι ἡ προσωπικὴ διαδήλωση τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, τοῦ δημιουργικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου του καὶ στὴν τέχνη ἐξεικονίζεται, ἄλλοτε ὡς τετράγωνο βιβλίο καὶ ἄλλουε ὡς εἰλητάριο.
    Ἡ αἰώνια φρουρὰ τῶν ἀγγέλων ψάλλει: «τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;» (5,2). Τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ ἀνήκει στὸ Σαρκωμένο Λόγο καὶ συγχρόνως Θεὸ καὶ Δημιουργό. Γίνεται, ἑπομένως, ἀντιληπτό, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς δὲν ἐξεικονίζεται στὰ ἔργα τῆς τέχνης. Γνωρίζουμε ἐξάλλου ὅτι ὁ Θεὸς δὲ διαθέτει ἐξωτερικὴ μορφή· εἶναι πνεῦμα καὶ γι’αὐτὸ εἶναι ἀναπαράστατος στὴν τέχνη. Ὅμως, ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὸ Λόγο του, ἐπειδὴ ὁλόκληρη ἡ δημιουργία εἶναι δική του ἔκφραση: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. 1,3).
     Τὸ καλλιτεχνικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἁγιογράφων καὶ γενικὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς τέχνης ἐπικεντρώνεται στὸ Λόγο, γιατὶ αὐτὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ κατασκήνωσε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς τοῦ διαχρονικοῦ ἀνθρώπου: «ὅ ἦν ἀπ’ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν».

 

 

 


    Ἡ χριστιανικὴ τέχνη στὴν πορεία της υἱοθέτησε σύνολα, μὲ σημασία ἐξωεκκλησιαστική. Πρόθεσή της ἦταν ὁ ἐναγκαλισμὸς τῶν παγανιστικῶν στοιχείων καὶ ἡ ἐπένδυσή τους μὲ καθαρά χριστιανικὴ σημασία καὶ συμβολισμό. Ὁ λόγος γιὰ τὰ Ζωδιακὰ Σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐντάσσονται στὴν πελώρια παράσταση: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον» καὶ καλύπτει τοὺς θόλους τῶν προνάων τῶν Καθολικῶν τῶν Μονῶν.  

   Δημιουργικὴ αἰτία τῆς πελώριας αὐτῆς παραστάσεως εἶναι τὸ δοξολογικὸ περιεχόμενο τῶν Ψαλμῶν 148 καὶ 149· συνοψίζεται στὴ φράση: «Θεὸς καὶ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ Θεοῦ». Πιὸ συγκεκριμένα: τὸ περιεχόμενο τοῦ 148 Ψαλμοῦ ἀναφέρεται στὴν πρόσκληση τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς, τῶν ἐμψύχων καὶ ἀψύχων ὄντων, γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὸν Κύριον. Ἐκεῖνο τοῦ 149 Ψαλμοῦ συνοψίζεται στὴ φράση: «εὐφροσύνη τῶν συναθροι- σθέντων πιστῶν μὲ τὸ Δημιουργὸ καὶ Βασιλέα τους».

 

 


    Ἡ ὕπαρξη τῶν ζωδιακῶν σημείων δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀστρολογία καὶ τοὺς σύγχρονους ἀστρολόγους. Ἐπιδίωξη τῶν ἁγιογράφων καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ παραστήσουν τὸ Χριστὸ ὡς Χρονοκράτορα καὶ κύριο τῆς τροχιᾶς τοῦ ἔτους καὶ κατ’ἐπέκταση τοῦ ἡμερολογίου τοῦ ἔτους. Καθιερώνει τοὺς φυσικοὺς κύκλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς συμβολισμούς, τοὺς ὁποίους δημιούργησε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατέχει τὴν κεντρικὴ θέση τῆς παραστάσεως. Εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ ἐλευθερία τοὺς ὁδηγεῖ νὰ ἐξεικονίσουν τὸ Σωτῆρα τους ὡς «Χρονοκράτορα» καὶ «Παντοκράτορα», κύριο τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν χρονικῶν ρυθμῶν.

 

 

 


   Ἡ προσωποποίηση καὶ ἀντικατάσταση τοῦ Ἡλίου ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶναι παλαιά. Βρέθηκε στὴ νεκρόπολη τοῦ Βατικανοῦ, στὴν ὀροφὴ τοῦ τάφου τοῦ πάπα Ἰουλίου, μωσαϊκὸ τοῦ 3ου αἰῶνα, ὅπου ἐξεικονίζεται ὁ Χριστὸς σὲ ἅρμα, ὡς Ἀπόλλων καὶ ἡ κεφαλή του περιβάλλεται ἀπὸ θαυμάσιες ἀκτῖνες. Τὸ ἀρχαῖο εἰδωλολατρικὸ ὑπόδειγμα τῶν ζωδιακῶν σημείων, ἀναμιγνύοντας τὶς ἐργασίες τῶν μηνῶν, εἰσήχθηκε στὴ χριστιανικὴ εἰκονογραφία καὶ ἑρμηνεύει θαυμάσια τὴν φωταψία ἀπὸ τὸ Χριστὸ - Ἥλιο καὶ τὶς ἐργασίες τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖες ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὶς έποχικὲς μεταβολές.

 

 

 


   Ὁ ἐκχριστιανισμένος χρόνος παρέχει στὰ ἱερὰ γεγονότα τὴν ἔννοια τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ὁ Νύσσης Γρηγόριος, γιὰ να καθορίσει τὸ χρόνο χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Ἀκολουθία». «Εἶναι τεταγμένη διαδοχὴ καὶ καθορίζει τὴν ἐξέλιξη καὶ τὸ μετασχηματισμὸ σὲ πρὸ καὶ μετὰ καὶ κατευθύνει τὰ σπέρματα στὸν τελικὸ τους σκοπό» (P.G. 46, 304 c).

 

 

 


   Ὁ χρόνος μὲ τὸ Χριστὸ βρίσκει τὸν ἄξονά του, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή του ἡ Ἱστορία κατευθύνεται σ’Αὐτόν. Εἶναι ὁ χρόνος τῆς κυοφορίας, τῶν προαπεικονίσεων καὶ τῆς προσδωκόμενης ἐλπίδας. Μετὰ τὴ Σάρκωση τὸ πᾶν κατευθύνεται ἀπὸ τὶς κατηγορίες τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ πλήρους, τοῦ ἀπόντος καὶ τοῦ παρόντος, τοῦ ἀτελοῦς καὶ τοῦ ἄρτιου, ἐνῶ τὸ πραγματικὸ καὶ τὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο τοῦ χρόνου συντελεῖται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

 

 

 


    Ὁ Χριστὸς δὲν ἀφανίζει τὸ χρόνο, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει, τὸν ἐπαυξάνει καὶ τὸν ἀπελευθερώνει. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα δὲν ἐξαφανίζονται πιὰ, ἀλλὰ παραμένουν κατατεθειμένα μὲ τρόπο ἀνεξίτηλο στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πραγματικὴ λειτουργία τοῦ χρόνου δὲν ἐμφανίζεται καὶ δὲν κατανοεῖται παρὰ στὸ θεολογικὸ πεδίο. Εἶναι ἡ θεολογία τοῦ χρόνου.

 

 


    Ὁλόκληρη, λοιπόν, ἡ δημιουργία προῆλθε ἀπὸ τὸ Λόγο καὶ εἶναι ἐκδήλωση τοῦ θείου ἔργου, γιατὶ ὁ τριαδικὸς Θεός, μέσα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ κοινωνία ἀποφασίζει καὶ κατασκευάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Το Βιβλίο, εἰκονογραφικὰ καὶ αὐτὸ διαδεδομένο, συμβολίζει τὴν Ἀποκάλυψη· ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ἀποκαλύψει τὰ μυστικὰ τοῦ κόσμου καὶ τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο.
    Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ λειτουργικὴ σύνθεση τοῦ ἐμψυχωμένου σὐμπαντος· εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου καὶ ὁ λειτουργικὸς ἄνθρωπος βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς σταυρόσχημο οἰκοδόμημα δὲν εἶναι τόσο τὸ συγκεκριμένο σχέδιο πάνω στὴ γῆ, ὅσο ἡ προσφιλὴς διευθέτηση πρὸς τὶς τέσσερεις κατευθύνσεις τοῦ σύμπαντος, τὶς ὁποῖες ἀγκαλιάζει μὲ τὶς κεραῖες του.

 

Νικ. Δ. Πάσσας Δρ.Θ.