Τὸ τετράμορφο τῶν Εὐαγγελίων

                                    

 

 

 

«κύκλῳ τοῦ θρόνου τέσσαρα ζῷα γέμοντα ὀφθαλμῶν» (Ἀποκ. 4, 6).

               

Τό τετράμορφη στήν ἐκκλησιαστική ζωγραφική, συναντᾶται στὰ τέσσερα σφαιρικὰ τρίγωνα τοῦ τρούλου τῶν ναῶν τοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ. Τὴν πρώτη μαρτυρία τοῦ «Τετραμόρφου» μᾶς προσφέρει ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ, στὸ πρῶτο του βιβλίο: «καὶ ἐν μέσῳ, ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζώων». Ὁ Προφήτης καταυγάζεται ἀπὸ ἔκπαγλο φῶς καὶ στὸ κέντρο ἐμφανίζονται τέσσερα ζῶα, τῶν ὁποίων ἡ θέα εἶχε ἀνθρώπινη ὁμοιότητα. Τὴν ἴδια εἰκόνα ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψή του. Ἡ εἰκόνα ἐμφανίζεται ὡς ἑξῆς: μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, στὸ μέσον καὶ γύρω ἀπ’αὐτόν: «τέσσερα ζῶα γέμοντα ὀφθαλμῶν, ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν καὶ τὸ ζῶον τὸ πρῶτον ὅμοιον Λέοντι, καὶ τὸ δεύτερον ζῶον ὅμοιον Μόσχῳ, καὶ τὸ τρίτον ζῶον ἔχον τὸ πρόσωπον ὡς Ἀνθρώπου, καὶ τὸ τέταρτον ζῶον Ἀετῷ πετωμένῳ» (Ἀποκ.4, 6-9).

 


Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σύντομα προσέγγισαν τὰ τέσσερα ζῶα καὶ τὰ συνάρτησαν στοὺς τέσσερεις Εὐαγγελιστές, ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν Εὐαγγελίων τους.Ἡ Ἐκκλησία, περιγράφοντας ἤ καὶ υἱοθετώντας τὰ ζῶα αὐτὰ, δὲν καινοτομεῖ. Ἀπλᾶ, ἀντιγράφει καὶ προσλαμβάνει στὸ ρεπερτόριό τῶν συμβόλων, πράγματα τὰ ὁποῖα ἦταν γνωστὰ στὴν ἀρχαιότητα.
Τὰ σύμβολα αὐτὰ συναντῶνται στὴν ἀρχαιότητα καὶ πιὸ συγκεκριμένα, στὴ Μεσοποταμία, στὴν Αἴγυπτο, στὴν Ἑλλάδα. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, μνημονεύουμε ἀσσυριακὰ Χερουβὶμ καὶ αἰγυπτιακὲς Σφίγγες. Οἱ τέσσερεις φιγοῦρες πρόσφεραν στοὺς πολιτισμοὺς τῆς ἐποχῆς διάφορες ἔννοιες, ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχοσύνθεση καὶ τὴ θρησκευτικὴ βάση τῶν λαῶν. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ μποροῦμε ἐπ σης νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ ἐκεῖνο τῶν προοστορικῶν σπηλαίων καὶ ἵσως νὰ ἀποκαλυφθοῦν παρόμοιες παραστάσεις στὸ μέλλοντα χρόνο. Πάντως, ὁ χαρακτήρας εἶναι καθαρὰ θρησκευτικὸς καὶ ἡ ἀναγωγὴ ἔχει σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ θεῖο. Στὴν υἱοθέτηση διακοσμήσεως τῶν ναῶν, μὲ εἰδωλολατρικὲς παραστάσεις, ἡ ἀρχικὴ ἔννοια ἔχει χάσει τὸ νόημά της. Ἀρχικά, τὰ σχήματα εἶχαν διακοσμιτικὸ χαρακτῆρα.  Ἀγότερα, ἡ Ἐκκλησία ἐπανέφερε τὴν τετράμορφη εἰκόνα, ἐξαιτίας τῆς πλούσιας σημασίας της.

 


Γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν Ἄγνωστο, τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ, προσπαθοῦμε νὰ πλησιάσουμε τὰ βήματά του, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαμαν οἱ πρωτόγονοι, μέσα στὰ σπήλαια, μὲ διάφορες συνθέσεις, ὅμοιες μὲ τὸ Τετράμορφο. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ προξένησε πάμπολλα σχόλια. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶδε στὸ σχῆμα τῶν ποδιῶν τοῦ Μόσχου μιὰ δικαίωση ἐπικρατήσεως τοῦ κύκλου πάνω στὸ τετράγωνο. Στὴν εἰκόνα αὐτὴ ἔχουμε μικροσκοπικὴ θέα καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἀνήγγειλαν οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές.

 


 

 

Ἡ ἀναλογία Εὐαγγελιστῶν καὶ ζώων ἔχει ὡς ἑξῆς: στὸ Ματθαῖο ἀντιστοιχεῖ ὁ Ἄγγελος καὶ στὸν Ἰωάννη ὁ Ἀετός. Οἱ ἁγιογράφοι τοὺς τοποθετοῦν ὑψηλά, γιατὶ ἀνήγγειλαν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ζῶα ἀπέκτησε ἔννοια ἰδιαίτερη. Στὸ Μᾶρκο ἀποδίδεται ὁ Λέων καὶ στὸ Λουκᾶ ὁ Μόσχος. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Ματθαῖος ἔχει ὡς σημεῖο-σύμβολο τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ ἄρχισε τὸ Εὐαγγέλιό του, ἀπὸ τὴ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἄνθρωπος ὑπενθυμίζει τὴ σάρκωση, τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Ἐπὶ πλέον, ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Τὸ ὄνομα ἄνθρωπος ἐκφράζει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ζῶα. Εἶναι ὁ ἄνω θρώσκων, ὁ προορισμένος γιὰ τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ αἰώνια.


 

Ὁ Μόσχος ἤ ὁ Βοῦς, ζῶο τῆς θυσίας, συμβολίζει τὸ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὸ Εὐαγγέλιο ἀρχίζει μὲ τὴ θυσία, τὴν ὁποία πρόσφερε ὁ ἱερέας Ζαχαρίας. Ὁ Μόσχος, θύμα κάτω ἀπὸ τὸν παλιὸ Νόμο, ὁδηγεῖ στὴ σκέψη τοῦ Πάθους, ὅπου ὁ Λυτρωτὴς θυσίασε τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει ἐπίσης νὰ εἶναι ἕνας Μόσχος, γιατὶ ἀποποι- ούμενος τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις καὶ τὰ σχήματα τῆς κοινωνίας θυσιάζεται ὁ ἴδιος στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης.

 


 

Τὸ Λιοντάρι χαρακτηρίζει τὸ Μάρκο, ὁ ὁποῑος ἀπὸ τὶς πρῶτες γραμμὲς τοῦ Εὐαγγελίου του, μᾶς κάνει λόγο γιὰ τὴ φωνή, ἡ ὁποία φωνάζει στὴν ἔρημο. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν παράσταση τοῦ «Ἀναπεσόντα», καὶ κοιμᾶται μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτά.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ τέχνη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὴν ποιητικὴ λυρικὴ ἔξαρση τῆς διδασκαλίας, τόσο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅσο καὶ τῆς Ἱερῆς Παραδόσεως. Τὸ Στιχηρὸ Ἰδιόμελο τῶν Αἴνων τῆς πρωΐας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἀναφέρεται στὶς ἰδιότητες τοῦ λέοντος: «Δεῦτε, ἴδωμεν τὴν ζωὴν ἡμῶν, ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τοὺς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσει. Δεῦτε, σήμερον τὸν ἐξ Ἰούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν. Ἀναπεσὼν κεκοίμησαι ὡς λέων, τὶς ἐγερεῖ σε, Βασιλεῦ; Ἀλλ’ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως, Κύριε, δόξα σοι». Ἐπίσης, ἡ συμβολικὴ σημασία τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου βασίζεται στὴ Γένεση καὶ συγκεκριμένα στὸ Κεφ. 49, 9 ὅπου καὶ διαβάζουμε: «σκύμνος λέοντος Ἰούδα, ἐκ βλαστοῦ υἱέ μου ἀνέβης, ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος, τὶς ἐγερεῖ;»

 


 

Ὁ ὑμνογράφος τοῦ Ἰδιομέλου καθὼς καὶ ἡ Γένεση προσδίδουν στὸ Χριστὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ κοιμωμένου λέοντος. Πρόκειται γιὰ τὴν παράσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς «Ἀναπεσόντος». Ἡ σύνθεση τῆς παραστάσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς εἰκονίζεται νέος, εἶναι ἀνακεκλιμένος πάνω σὲ στρωμνὴ καὶ τὰ μάτια του, ἐνῶ κοιμᾶται, εἶναι ἀνοιχτά. Ἡ σύνθεση πράγματι ἐντυπωσιάζει καὶ ἐπειδὴ στὴν εἰκονογραφία τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖο, προσπαθήσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ συμβολισμὸ τῆς παραστάσεως τοῦ «Ἀναπεσόντα».
Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, ρίχνει ἄπλετο φῶς στὸ συβολισμὸ αὐτὸ καὶ γράφει χαρακτηριστικά: «Ὄταν τέξηται τὸν ἑαυτῆς σκύμνον, ἡ λέαινα ἄπνουν τε τυγχάνοντα ἐμβλέπουσα, προσκαθέζεται προσέχουσα αὐτῷ τριήμερον. Μετὰ δὲ τὸ συμπληρωθῆναι τὰς τρεῖς τῶν ἡμερῶν, προσπελάζων ὁ ἄρρην λέων καὶ ἐμφυσήσας αὐτῷ, καὶ εὐθὺς βλέπει καὶ ζῇ. Ὅταν οὔν κοιμᾶται, γρηγοροῦσιν αὐτοῦ οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἀπὸ ἑπτὰ βημάτων τοῦ κυνηγοῦ προαισθάνεται καὶ διαδιδράσκει, τοῦ μὴ συνεμπεσεῖν αὐτῷ» (P.G. Στὸ Φυσιολόγο, 43, 520).
Ἡ ἐμφύσηση τοῦ λέοντα πάνω στὸ λεοντιδέα συμβολίζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀποτελέσματος τῆς ἐμφυσήσεως (δυνάμεως), τοῦ Πατέρα. Ὁ Χριστὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνα λιοντάρι. Τὸ λιοντάρι εἶναι ζῶο μὲ κουράγιο, μὲ δύναμη, μὲ ὑπομονὴ καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ὁ βασιλέας τῶν ζώων. Σὲ προέκταση καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ δίκαιος καὶ ὁ ἄκακος, ὁ ὁποῖος ἀποποιήθηκε τὰ σχήματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ποιότητα καὶ τὴν παρουσία αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἔτσι καὶ ὁ δίκαιος ἄνθρωπος ἔχει πίστη στὶς δυνάμεις του, συνεπικουρούμενες ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Ἐξάλλου, ἡ πίστη ἀπομακρύνει τὸ φόβο καὶ τοὺς ὅποιους ἐνδοιασμούς.

 


 

Ὁ Ἀετός, τέλος, εἶναι ἡ φιγούρα, μὲ ἀνταπόκριση στὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀκόμη τοῦ Εὐαγγελίου του τοποθετεῖται ἀπέναντι στὴ θεότητα τοῦ Λόγου, τὸ πραγματικὸ φῶς. Ὁ ἀετός, μόνος ἀπὸ τὰ ζῶα, ἔχει τὸ προνόμιο-πλεονέκτημα νὰ βλέπει τὸν ἥλιο κατὰ πρόσωπο. Εἶναι συχγρόνως ἡ φιγούρα τῆς Ἀναλήψεως, γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει μέχρι τὰ σύννεφα.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνας ἀετός, γιατὶ ἀγγίζει τὴν ὑπερβατικὴ πραγματικότητα, πετᾶ στὰ ὕψη καὶ βλέπει τὸν ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, χωρίς νὰ κλείνει τὰ βλέφαρα.Τοποθετεῖται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μὲ τὸ Δημιουργό του, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσμονή του. Εἶναι τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, ἐπειδὴ: «νοῦς ὁρᾶ καὶ νοῦς ἀκούει». Ὀφείλει, τέλος, νὰ βλέπει κατὰ πρόσωπο τὰ αἰώνια πράγματα καὶ σ’αὐτὰ στρέφει τὸ ἐνδιαφέρον του.

 


 

Ὁ Ἰωάννης ἀρχίζει μὲ τὸ Λόγο καὶ τὸν ταυτίζει μὲ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ Ἰωάννης, ὅπως καὶ ὁ Παῦλος, εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπ’τὴ φιλοσοφία τοῦ Λόγου, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴν Ἰωνία. Θεολογεῖ μὲ τὶς σκέψεις του καὶ γίνεται ὁ ὑψιπέτης ἀετὸς τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ Θεό.Τὸν ταυτίζουμε μὲ τὸν αἰθέρα, γιατὶ ἡ ὅραση καὶ ἡ ἀκοὴ ὑπηρετοῦν τὴ νόηση καὶ τὴ λογική. Σχετίζονται μὲ τὸν ἀνώτερο αἰθέρα καὶ εἶναι ὁ πιὸ διαπεραστικὸς ἀπὸ τὰ στοιχεῖα. Ἡ πρώτη περίοδος τῆς Βίβλου χαρακτηρίζεται ἀπ’τὴν ἀρετὴ τῆς συνέσεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὸ Δημιουργό.
Τὰ ζῶα, γενικά, ἐκφράζουν ἕνα μυστήριο καὶ σχετίζονται μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου. Ἐάν τὰ ζῶα παίζουν πρωταρχικὸ ρόλο στὴ θρησκευτική μας φαντασία, συμβαίνει, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἐξεικονίσουν ἕνα σύστημα τοῦ προεπιστημονικοῦ κόσμου. Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι γνωρίζουν ὅτι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων σχηματίστηκε ἀπὸ τὰ τέσσερα στοιχεῖα:
τὴ φωτιά, ξηρὴ καὶ ζεστή,
τὴ γῆ, ζεστὴ καὶ ὑγρή,
τὸ νερό, ὑγρὸ καὶ κρύο,
τὸν ἀέρα, κρύο και ζεστό.

Νικ. Δ. Πάσσας Δρ.Θ.