Τὸ Βιβλίο τῶν Γραφῶν καὶ τὰ ζωδιακὰ σημεῖα

 

 

 

 «Τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον

καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;» (Ἀποκ. 5, 2).

 

Τό βιβλίο τῶν Γραφῶν, ἐξαρτήματος ἀναγκαίου, ποὺ κρατεῖται ἀπὸ τὰ ἱερὰ πρόσωπα, ἀποδίδεται συγκεκριμένος συμβολισμός. Ἡ ἐξεικόνιση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν ἀποκαλύπτει τὴν εἰκονογραφική του ἔννοια, ἐὰν δὲν τὸ παρατηρήσουμε, ὡς τὸ σκεῦος παροχῆς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Ἕνας ἁπλὸς παρατηρητής, ἀμύητος μάλιστα στὴν ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθεῖ καὶ νὰ ἐπικοινωνήσει. Ἁπλούστατα, παρατηρεῖ μιὰ λεπτομέρεια στὸ σύνολο τῆς παραστάσεως.
    Χωρίς, λοιπόν, τὴ δυνατότητα εἰσόδου στὰ «μυστικὰ» τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ κόσμος ὁλόκληρος παραμένει σφραγισμένος καὶ δυσεξήγητος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος προσλαμβάνει τὶς κοσμικὲς ἐμφανίσεις τῶν διαφόρων συμβάντων, ἀνίκανος νὰ κατανοήσει τὴ σημασία του Βιβλίου. Ὁ Ἰωάννης, στὸ πέμπτο κεφάλαιο, εἶναι ἀποκαλυπτικός: «τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλιον;» (5,2).

 


    Μνημονεύουμε, ὅτι μιὰ θαυμάσια παράσταση τῶν κεφαλάιων 4 καὶ 5 τῆς Ἀποκαλύψεως συναντᾶται σὲ χειρόγραφο, μὲ τὴν ὀνομασία (Beatus Fo 92), καὶ ἐναπόκειται στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἱστορίας στὴ Μαδρίτη. Ἡ παράσταση, πιὸ συγκεκριμένα, ἐμφανίζει τὸν Ἀμνὸ, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται ἀπὸ τὸ Τετράμορφο, μέσα σὲ κύκλο, ἐνῶ στὸ ἐξωτερικὸ παριστάνονται οἱ εἰκοσιτέσσερεις πρεσβύτεροι, σὲ τέσσερεις ὁμάδες.Ἡ παράσταση τοῦ Ἀμνοῦ συμβολίζει τὸ Χριστὸ, καθὼς ὀκτακόσια χρόνια πρὶν τὴν ἔλευσή Του, ὁ Ἡσαΐας εἶχε μιλήσει καὶ ἀποτέλεσε τὸ σημεῖο ἐπαφῆς τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, μὲ τὸν ἀξιωματοῦχο Αἰθίοπα τῆς Κανδάκης: «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη· καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος» (Πρξ. 8,32).
     Ὁ Ἀμνὸς, λοιπόν, ἐκφράζει τὴ Σάρκωση τοῦ Λόγου «καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» καὶ δίνει νόημα καὶ ἔννοια στὴν Ἱστορία. Συμβολίζει τὴν ἀρχή, τὸ κέντρο καὶ τὸ τέλος, τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα· διαδηλώνει τὸ θεῖο σχέδιο καὶ τὸ περιεχόμενό του, μὲ τὴ γλῶσσα τῶν παραστάσεων, σὰν ἕνα κυνηγητὸ τῶν κύκλων τοῦ κοσμικοῦ χώρου, χωρὶς τέλος. Αὐτὸ εἶναι τὸ δρᾶμα τῶν ἀνατολικῶν θρησκευμάτων, ὅπως τοῦ Ἰνδουισμοῦ, τοῦ Βουδισμοῦ καὶ ἄλλων, γενικὰ, φυσικῶν θρησκευμάτων. Ἐπαγγέλονται λύτρρωση στοὺς μυημένους, ἀλλὰ ἡ λύτρωση εἶναι τὸ ζητούμενο. Προσπαθοῦν, νοσταλγικά, νὰ τὴ συναντήσουν, νὰ τὴ βιώσουν, ἀλλὰ παραμένουν στὴν ἀναζήτηση, γιατὶ ἁπλᾶ δὲν ὑπάρχει. Ἐδῶ, ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ εἰδοποιὸς διαφορά ἀνάμεσα στὸ χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος κατέχει καὶ προσφέρει λύτρωση καὶ στὰ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύματα.

 

 

 

    Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, ὁ Θεὸς συνήθως παρουσιάζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Ἀμνοῦ: «καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου…ἀρνίον, ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον» (5, 6). Εἶναι ἡ προσωπικὴ διαδήλωση τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, τοῦ δημιουργικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου του καὶ στὴν τέχνη ἐξεικονίζεται, ἄλλοτε ὡς τετράγωνο βιβλίο καὶ ἄλλουε ὡς εἰλητάριο.
    Ἡ αἰώνια φρουρὰ τῶν ἀγγέλων ψάλλει: «τὶς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;» (5,2). Τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ ἀνήκει στὸ Σαρκωμένο Λόγο καὶ συγχρόνως Θεὸ καὶ Δημιουργό. Γίνεται, ἑπομένως, ἀντιληπτό, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς δὲν ἐξεικονίζεται στὰ ἔργα τῆς τέχνης. Γνωρίζουμε ἐξάλλου ὅτι ὁ Θεὸς δὲ διαθέτει ἐξωτερικὴ μορφή· εἶναι πνεῦμα καὶ γι’αὐτὸ εἶναι ἀναπαράστατος στὴν τέχνη. Ὅμως, ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὸ Λόγο του, ἐπειδὴ ὁλόκληρη ἡ δημιουργία εἶναι δική του ἔκφραση: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. 1,3).
     Τὸ καλλιτεχνικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἁγιογράφων καὶ γενικὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς τέχνης ἐπικεντρώνεται στὸ Λόγο, γιατὶ αὐτὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ κατασκήνωσε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς τοῦ διαχρονικοῦ ἀνθρώπου: «ὅ ἦν ἀπ’ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν».

 

 

 


    Ἡ χριστιανικὴ τέχνη στὴν πορεία της υἱοθέτησε σύνολα, μὲ σημασία ἐξωεκκλησιαστική. Πρόθεσή της ἦταν ὁ ἐναγκαλισμὸς τῶν παγανιστικῶν στοιχείων καὶ ἡ ἐπένδυσή τους μὲ καθαρά χριστιανικὴ σημασία καὶ συμβολισμό. Ὁ λόγος γιὰ τὰ Ζωδιακὰ Σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐντάσσονται στὴν πελώρια παράσταση: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον» καὶ καλύπτει τοὺς θόλους τῶν προνάων τῶν Καθολικῶν τῶν Μονῶν.  

   Δημιουργικὴ αἰτία τῆς πελώριας αὐτῆς παραστάσεως εἶναι τὸ δοξολογικὸ περιεχόμενο τῶν Ψαλμῶν 148 καὶ 149· συνοψίζεται στὴ φράση: «Θεὸς καὶ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ Θεοῦ». Πιὸ συγκεκριμένα: τὸ περιεχόμενο τοῦ 148 Ψαλμοῦ ἀναφέρεται στὴν πρόσκληση τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς, τῶν ἐμψύχων καὶ ἀψύχων ὄντων, γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὸν Κύριον. Ἐκεῖνο τοῦ 149 Ψαλμοῦ συνοψίζεται στὴ φράση: «εὐφροσύνη τῶν συναθροι- σθέντων πιστῶν μὲ τὸ Δημιουργὸ καὶ Βασιλέα τους».

 

 


    Ἡ ὕπαρξη τῶν ζωδιακῶν σημείων δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀστρολογία καὶ τοὺς σύγχρονους ἀστρολόγους. Ἐπιδίωξη τῶν ἁγιογράφων καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ παραστήσουν τὸ Χριστὸ ὡς Χρονοκράτορα καὶ κύριο τῆς τροχιᾶς τοῦ ἔτους καὶ κατ’ἐπέκταση τοῦ ἡμερολογίου τοῦ ἔτους. Καθιερώνει τοὺς φυσικοὺς κύκλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς συμβολισμούς, τοὺς ὁποίους δημιούργησε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατέχει τὴν κεντρικὴ θέση τῆς παραστάσεως. Εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ ἐλευθερία τοὺς ὁδηγεῖ νὰ ἐξεικονίσουν τὸ Σωτῆρα τους ὡς «Χρονοκράτορα» καὶ «Παντοκράτορα», κύριο τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν χρονικῶν ρυθμῶν.

 

 

 


   Ἡ προσωποποίηση καὶ ἀντικατάσταση τοῦ Ἡλίου ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶναι παλαιά. Βρέθηκε στὴ νεκρόπολη τοῦ Βατικανοῦ, στὴν ὀροφὴ τοῦ τάφου τοῦ πάπα Ἰουλίου, μωσαϊκὸ τοῦ 3ου αἰῶνα, ὅπου ἐξεικονίζεται ὁ Χριστὸς σὲ ἅρμα, ὡς Ἀπόλλων καὶ ἡ κεφαλή του περιβάλλεται ἀπὸ θαυμάσιες ἀκτῖνες. Τὸ ἀρχαῖο εἰδωλολατρικὸ ὑπόδειγμα τῶν ζωδιακῶν σημείων, ἀναμιγνύοντας τὶς ἐργασίες τῶν μηνῶν, εἰσήχθηκε στὴ χριστιανικὴ εἰκονογραφία καὶ ἑρμηνεύει θαυμάσια τὴν φωταψία ἀπὸ τὸ Χριστὸ - Ἥλιο καὶ τὶς ἐργασίες τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖες ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὶς έποχικὲς μεταβολές.

 

 

 


   Ὁ ἐκχριστιανισμένος χρόνος παρέχει στὰ ἱερὰ γεγονότα τὴν ἔννοια τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ὁ Νύσσης Γρηγόριος, γιὰ να καθορίσει τὸ χρόνο χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Ἀκολουθία». «Εἶναι τεταγμένη διαδοχὴ καὶ καθορίζει τὴν ἐξέλιξη καὶ τὸ μετασχηματισμὸ σὲ πρὸ καὶ μετὰ καὶ κατευθύνει τὰ σπέρματα στὸν τελικὸ τους σκοπό» (P.G. 46, 304 c).

 

 

 


   Ὁ χρόνος μὲ τὸ Χριστὸ βρίσκει τὸν ἄξονά του, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή του ἡ Ἱστορία κατευθύνεται σ’Αὐτόν. Εἶναι ὁ χρόνος τῆς κυοφορίας, τῶν προαπεικονίσεων καὶ τῆς προσδωκόμενης ἐλπίδας. Μετὰ τὴ Σάρκωση τὸ πᾶν κατευθύνεται ἀπὸ τὶς κατηγορίες τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ πλήρους, τοῦ ἀπόντος καὶ τοῦ παρόντος, τοῦ ἀτελοῦς καὶ τοῦ ἄρτιου, ἐνῶ τὸ πραγματικὸ καὶ τὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο τοῦ χρόνου συντελεῖται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

 

 

 


    Ὁ Χριστὸς δὲν ἀφανίζει τὸ χρόνο, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει, τὸν ἐπαυξάνει καὶ τὸν ἀπελευθερώνει. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα δὲν ἐξαφανίζονται πιὰ, ἀλλὰ παραμένουν κατατεθειμένα μὲ τρόπο ἀνεξίτηλο στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πραγματικὴ λειτουργία τοῦ χρόνου δὲν ἐμφανίζεται καὶ δὲν κατανοεῖται παρὰ στὸ θεολογικὸ πεδίο. Εἶναι ἡ θεολογία τοῦ χρόνου.

 

 


    Ὁλόκληρη, λοιπόν, ἡ δημιουργία προῆλθε ἀπὸ τὸ Λόγο καὶ εἶναι ἐκδήλωση τοῦ θείου ἔργου, γιατὶ ὁ τριαδικὸς Θεός, μέσα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ κοινωνία ἀποφασίζει καὶ κατασκευάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Το Βιβλίο, εἰκονογραφικὰ καὶ αὐτὸ διαδεδομένο, συμβολίζει τὴν Ἀποκάλυψη· ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ἀποκαλύψει τὰ μυστικὰ τοῦ κόσμου καὶ τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο.
    Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ λειτουργικὴ σύνθεση τοῦ ἐμψυχωμένου σὐμπαντος· εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου καὶ ὁ λειτουργικὸς ἄνθρωπος βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς σταυρόσχημο οἰκοδόμημα δὲν εἶναι τόσο τὸ συγκεκριμένο σχέδιο πάνω στὴ γῆ, ὅσο ἡ προσφιλὴς διευθέτηση πρὸς τὶς τέσσερεις κατευθύνσεις τοῦ σύμπαντος, τὶς ὁποῖες ἀγκαλιάζει μὲ τὶς κεραῖες του.

 

Νικ. Δ. Πάσσας Δρ.Θ.
 

Τὸ τετράμορφο τῶν Εὐαγγελίων

                                    

 

 

 

«κύκλῳ τοῦ θρόνου τέσσαρα ζῷα γέμοντα ὀφθαλμῶν» (Ἀποκ. 4, 6).

               

Τό τετράμορφη στήν ἐκκλησιαστική ζωγραφική, συναντᾶται στὰ τέσσερα σφαιρικὰ τρίγωνα τοῦ τρούλου τῶν ναῶν τοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ. Τὴν πρώτη μαρτυρία τοῦ «Τετραμόρφου» μᾶς προσφέρει ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ, στὸ πρῶτο του βιβλίο: «καὶ ἐν μέσῳ, ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζώων». Ὁ Προφήτης καταυγάζεται ἀπὸ ἔκπαγλο φῶς καὶ στὸ κέντρο ἐμφανίζονται τέσσερα ζῶα, τῶν ὁποίων ἡ θέα εἶχε ἀνθρώπινη ὁμοιότητα. Τὴν ἴδια εἰκόνα ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψή του. Ἡ εἰκόνα ἐμφανίζεται ὡς ἑξῆς: μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, στὸ μέσον καὶ γύρω ἀπ’αὐτόν: «τέσσερα ζῶα γέμοντα ὀφθαλμῶν, ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν καὶ τὸ ζῶον τὸ πρῶτον ὅμοιον Λέοντι, καὶ τὸ δεύτερον ζῶον ὅμοιον Μόσχῳ, καὶ τὸ τρίτον ζῶον ἔχον τὸ πρόσωπον ὡς Ἀνθρώπου, καὶ τὸ τέταρτον ζῶον Ἀετῷ πετωμένῳ» (Ἀποκ.4, 6-9).

 


Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σύντομα προσέγγισαν τὰ τέσσερα ζῶα καὶ τὰ συνάρτησαν στοὺς τέσσερεις Εὐαγγελιστές, ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν Εὐαγγελίων τους.Ἡ Ἐκκλησία, περιγράφοντας ἤ καὶ υἱοθετώντας τὰ ζῶα αὐτὰ, δὲν καινοτομεῖ. Ἀπλᾶ, ἀντιγράφει καὶ προσλαμβάνει στὸ ρεπερτόριό τῶν συμβόλων, πράγματα τὰ ὁποῖα ἦταν γνωστὰ στὴν ἀρχαιότητα.
Τὰ σύμβολα αὐτὰ συναντῶνται στὴν ἀρχαιότητα καὶ πιὸ συγκεκριμένα, στὴ Μεσοποταμία, στὴν Αἴγυπτο, στὴν Ἑλλάδα. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, μνημονεύουμε ἀσσυριακὰ Χερουβὶμ καὶ αἰγυπτιακὲς Σφίγγες. Οἱ τέσσερεις φιγοῦρες πρόσφεραν στοὺς πολιτισμοὺς τῆς ἐποχῆς διάφορες ἔννοιες, ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχοσύνθεση καὶ τὴ θρησκευτικὴ βάση τῶν λαῶν. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ μποροῦμε ἐπ σης νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ ἐκεῖνο τῶν προοστορικῶν σπηλαίων καὶ ἵσως νὰ ἀποκαλυφθοῦν παρόμοιες παραστάσεις στὸ μέλλοντα χρόνο. Πάντως, ὁ χαρακτήρας εἶναι καθαρὰ θρησκευτικὸς καὶ ἡ ἀναγωγὴ ἔχει σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ θεῖο. Στὴν υἱοθέτηση διακοσμήσεως τῶν ναῶν, μὲ εἰδωλολατρικὲς παραστάσεις, ἡ ἀρχικὴ ἔννοια ἔχει χάσει τὸ νόημά της. Ἀρχικά, τὰ σχήματα εἶχαν διακοσμιτικὸ χαρακτῆρα.  Ἀγότερα, ἡ Ἐκκλησία ἐπανέφερε τὴν τετράμορφη εἰκόνα, ἐξαιτίας τῆς πλούσιας σημασίας της.

 


Γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν Ἄγνωστο, τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ, προσπαθοῦμε νὰ πλησιάσουμε τὰ βήματά του, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαμαν οἱ πρωτόγονοι, μέσα στὰ σπήλαια, μὲ διάφορες συνθέσεις, ὅμοιες μὲ τὸ Τετράμορφο. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ προξένησε πάμπολλα σχόλια. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶδε στὸ σχῆμα τῶν ποδιῶν τοῦ Μόσχου μιὰ δικαίωση ἐπικρατήσεως τοῦ κύκλου πάνω στὸ τετράγωνο. Στὴν εἰκόνα αὐτὴ ἔχουμε μικροσκοπικὴ θέα καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἀνήγγειλαν οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές.

 


 

 

Ἡ ἀναλογία Εὐαγγελιστῶν καὶ ζώων ἔχει ὡς ἑξῆς: στὸ Ματθαῖο ἀντιστοιχεῖ ὁ Ἄγγελος καὶ στὸν Ἰωάννη ὁ Ἀετός. Οἱ ἁγιογράφοι τοὺς τοποθετοῦν ὑψηλά, γιατὶ ἀνήγγειλαν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ζῶα ἀπέκτησε ἔννοια ἰδιαίτερη. Στὸ Μᾶρκο ἀποδίδεται ὁ Λέων καὶ στὸ Λουκᾶ ὁ Μόσχος. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Ματθαῖος ἔχει ὡς σημεῖο-σύμβολο τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ ἄρχισε τὸ Εὐαγγέλιό του, ἀπὸ τὴ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἄνθρωπος ὑπενθυμίζει τὴ σάρκωση, τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Ἐπὶ πλέον, ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Τὸ ὄνομα ἄνθρωπος ἐκφράζει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ζῶα. Εἶναι ὁ ἄνω θρώσκων, ὁ προορισμένος γιὰ τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ αἰώνια.


 

Ὁ Μόσχος ἤ ὁ Βοῦς, ζῶο τῆς θυσίας, συμβολίζει τὸ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὸ Εὐαγγέλιο ἀρχίζει μὲ τὴ θυσία, τὴν ὁποία πρόσφερε ὁ ἱερέας Ζαχαρίας. Ὁ Μόσχος, θύμα κάτω ἀπὸ τὸν παλιὸ Νόμο, ὁδηγεῖ στὴ σκέψη τοῦ Πάθους, ὅπου ὁ Λυτρωτὴς θυσίασε τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει ἐπίσης νὰ εἶναι ἕνας Μόσχος, γιατὶ ἀποποι- ούμενος τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις καὶ τὰ σχήματα τῆς κοινωνίας θυσιάζεται ὁ ἴδιος στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης.

 


 

Τὸ Λιοντάρι χαρακτηρίζει τὸ Μάρκο, ὁ ὁποῑος ἀπὸ τὶς πρῶτες γραμμὲς τοῦ Εὐαγγελίου του, μᾶς κάνει λόγο γιὰ τὴ φωνή, ἡ ὁποία φωνάζει στὴν ἔρημο. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν παράσταση τοῦ «Ἀναπεσόντα», καὶ κοιμᾶται μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτά.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ τέχνη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὴν ποιητικὴ λυρικὴ ἔξαρση τῆς διδασκαλίας, τόσο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅσο καὶ τῆς Ἱερῆς Παραδόσεως. Τὸ Στιχηρὸ Ἰδιόμελο τῶν Αἴνων τῆς πρωΐας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἀναφέρεται στὶς ἰδιότητες τοῦ λέοντος: «Δεῦτε, ἴδωμεν τὴν ζωὴν ἡμῶν, ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τοὺς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσει. Δεῦτε, σήμερον τὸν ἐξ Ἰούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν. Ἀναπεσὼν κεκοίμησαι ὡς λέων, τὶς ἐγερεῖ σε, Βασιλεῦ; Ἀλλ’ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως, Κύριε, δόξα σοι». Ἐπίσης, ἡ συμβολικὴ σημασία τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου βασίζεται στὴ Γένεση καὶ συγκεκριμένα στὸ Κεφ. 49, 9 ὅπου καὶ διαβάζουμε: «σκύμνος λέοντος Ἰούδα, ἐκ βλαστοῦ υἱέ μου ἀνέβης, ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος, τὶς ἐγερεῖ;»

 


 

Ὁ ὑμνογράφος τοῦ Ἰδιομέλου καθὼς καὶ ἡ Γένεση προσδίδουν στὸ Χριστὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ κοιμωμένου λέοντος. Πρόκειται γιὰ τὴν παράσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς «Ἀναπεσόντος». Ἡ σύνθεση τῆς παραστάσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς εἰκονίζεται νέος, εἶναι ἀνακεκλιμένος πάνω σὲ στρωμνὴ καὶ τὰ μάτια του, ἐνῶ κοιμᾶται, εἶναι ἀνοιχτά. Ἡ σύνθεση πράγματι ἐντυπωσιάζει καὶ ἐπειδὴ στὴν εἰκονογραφία τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖο, προσπαθήσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ συμβολισμὸ τῆς παραστάσεως τοῦ «Ἀναπεσόντα».
Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, ρίχνει ἄπλετο φῶς στὸ συβολισμὸ αὐτὸ καὶ γράφει χαρακτηριστικά: «Ὄταν τέξηται τὸν ἑαυτῆς σκύμνον, ἡ λέαινα ἄπνουν τε τυγχάνοντα ἐμβλέπουσα, προσκαθέζεται προσέχουσα αὐτῷ τριήμερον. Μετὰ δὲ τὸ συμπληρωθῆναι τὰς τρεῖς τῶν ἡμερῶν, προσπελάζων ὁ ἄρρην λέων καὶ ἐμφυσήσας αὐτῷ, καὶ εὐθὺς βλέπει καὶ ζῇ. Ὅταν οὔν κοιμᾶται, γρηγοροῦσιν αὐτοῦ οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἀπὸ ἑπτὰ βημάτων τοῦ κυνηγοῦ προαισθάνεται καὶ διαδιδράσκει, τοῦ μὴ συνεμπεσεῖν αὐτῷ» (P.G. Στὸ Φυσιολόγο, 43, 520).
Ἡ ἐμφύσηση τοῦ λέοντα πάνω στὸ λεοντιδέα συμβολίζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀποτελέσματος τῆς ἐμφυσήσεως (δυνάμεως), τοῦ Πατέρα. Ὁ Χριστὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνα λιοντάρι. Τὸ λιοντάρι εἶναι ζῶο μὲ κουράγιο, μὲ δύναμη, μὲ ὑπομονὴ καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ὁ βασιλέας τῶν ζώων. Σὲ προέκταση καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ δίκαιος καὶ ὁ ἄκακος, ὁ ὁποῖος ἀποποιήθηκε τὰ σχήματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ποιότητα καὶ τὴν παρουσία αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἔτσι καὶ ὁ δίκαιος ἄνθρωπος ἔχει πίστη στὶς δυνάμεις του, συνεπικουρούμενες ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ. Ἐξάλλου, ἡ πίστη ἀπομακρύνει τὸ φόβο καὶ τοὺς ὅποιους ἐνδοιασμούς.

 


 

Ὁ Ἀετός, τέλος, εἶναι ἡ φιγούρα, μὲ ἀνταπόκριση στὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀκόμη τοῦ Εὐαγγελίου του τοποθετεῖται ἀπέναντι στὴ θεότητα τοῦ Λόγου, τὸ πραγματικὸ φῶς. Ὁ ἀετός, μόνος ἀπὸ τὰ ζῶα, ἔχει τὸ προνόμιο-πλεονέκτημα νὰ βλέπει τὸν ἥλιο κατὰ πρόσωπο. Εἶναι συχγρόνως ἡ φιγούρα τῆς Ἀναλήψεως, γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνεβαίνει μέχρι τὰ σύννεφα.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνας ἀετός, γιατὶ ἀγγίζει τὴν ὑπερβατικὴ πραγματικότητα, πετᾶ στὰ ὕψη καὶ βλέπει τὸν ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, χωρίς νὰ κλείνει τὰ βλέφαρα.Τοποθετεῖται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μὲ τὸ Δημιουργό του, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσμονή του. Εἶναι τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, ἐπειδὴ: «νοῦς ὁρᾶ καὶ νοῦς ἀκούει». Ὀφείλει, τέλος, νὰ βλέπει κατὰ πρόσωπο τὰ αἰώνια πράγματα καὶ σ’αὐτὰ στρέφει τὸ ἐνδιαφέρον του.

 


 

Ὁ Ἰωάννης ἀρχίζει μὲ τὸ Λόγο καὶ τὸν ταυτίζει μὲ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ Ἰωάννης, ὅπως καὶ ὁ Παῦλος, εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπ’τὴ φιλοσοφία τοῦ Λόγου, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴν Ἰωνία. Θεολογεῖ μὲ τὶς σκέψεις του καὶ γίνεται ὁ ὑψιπέτης ἀετὸς τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ Θεό.Τὸν ταυτίζουμε μὲ τὸν αἰθέρα, γιατὶ ἡ ὅραση καὶ ἡ ἀκοὴ ὑπηρετοῦν τὴ νόηση καὶ τὴ λογική. Σχετίζονται μὲ τὸν ἀνώτερο αἰθέρα καὶ εἶναι ὁ πιὸ διαπεραστικὸς ἀπὸ τὰ στοιχεῖα. Ἡ πρώτη περίοδος τῆς Βίβλου χαρακτηρίζεται ἀπ’τὴν ἀρετὴ τῆς συνέσεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὸ Δημιουργό.
Τὰ ζῶα, γενικά, ἐκφράζουν ἕνα μυστήριο καὶ σχετίζονται μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου. Ἐάν τὰ ζῶα παίζουν πρωταρχικὸ ρόλο στὴ θρησκευτική μας φαντασία, συμβαίνει, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἐξεικονίσουν ἕνα σύστημα τοῦ προεπιστημονικοῦ κόσμου. Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι γνωρίζουν ὅτι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων σχηματίστηκε ἀπὸ τὰ τέσσερα στοιχεῖα:
τὴ φωτιά, ξηρὴ καὶ ζεστή,
τὴ γῆ, ζεστὴ καὶ ὑγρή,
τὸ νερό, ὑγρὸ καὶ κρύο,
τὸν ἀέρα, κρύο και ζεστό.

Νικ. Δ. Πάσσας Δρ.Θ.
 

Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ

πατήρ  ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Μέ πολύ δισταγμό πιάνω τήν γραφίδα γιά νά ἀποτυπώσω στό χαρτί –τί; Τί μπορεῖ νά γράψει κανείς γιά μιά προσωπικότητα πού κάλυψε μέ τήν ἁγιοσύνη καί τήν ἐν πνεύματι σοφία του πολλές δεκαετίες, πού ἐποίμανε χιλιάδες ψυχές, σώζοντάς τες ἀπό τόν ὄλεθρο καί ὁδηγώντας τες «εἰς τόπον χλόης»; Γιά τόν παρηγορητή, τόν σύμβουλο, τόν πατέρα, τήν καταφυγή κάθε πονεμένης ψυχῆς καί κάθε μπερδεμένης σκέψης; Γιά τόν τελευταῖο τῆς γενιᾶς τῶν ἁγίων πατέρων πού εὐδόκησε ὁ Θεός νά χαρίσει στήν πατρίδα μας, οἱ ὁποῖοι θανόντες ζοῦν ἐπειδή ζῶντες ἀπέθαναν γιά τόν κόσμο, «ἵνα ζήσει ὁ κόσμος» διά τοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖον τόν ὁδήγησαν μέ τή βιοτή καί τή διδαχή καί τίς προσευχές τους; Τί νά πεῖ κανείς γιά τόν ἰσάξιο τῶν μεγάλων γερόντων τῆς ἐποχῆς μας, Παϊσίου, Πορφυρίου, Σωφρονίου, Ἰακώβου, στήν ταπείνωση, στή διάκριση, στή σοφία, στήν ἀγάπη;
Ἀναλογιζόμενος ὅλα τά παραπάνω, ὅταν μοῦ ζητήθηκε ἀπό τά πνευματικά τέκνα καί κληρονόμους τῆς ἱερῆς παρακαταθήκης τοῦ γέροντα Συμεών, νά γράψω κάτι εἰς μνημόσυνον, ἀρνήθηκα, φοβούμενος ὅτι δέν θά κατορθώσω νά ἱστορήσω σωστά, μέ ὅ,τι κι ἄν πῶ, τήν εἰκόνα του καί θά μικρύνω ἕνα πνευματικό ἀνάστημα, μή μπορώντας νά ἀποδώσω, ἔστω καί ἀμυδρῶς, αὐτό πού ἦταν ὁ μακαριστός πατήρ. Τό ἀντεπιχείρημα, ὅτι τόν ἔχω ζήσει σχεδόν μισόν αἰώνα καί ὅτι ἡ σχέση μας δέν ἦταν μόνον πνευματικῆς πατρότητος ἀλλά καί στενῆς φιλίας, μέ ὁδήγησε στό νά δεχθῶ νά γράψω, καταθέτοντας ὅμως προσωπικές μου ἐμπειρίες καί μόνον. Ἰδού λοιπόν:


Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1969, μόλις εἶχα ἀναλάβει ὑπηρεσία στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ἐπισκέφθηκα τό βιβλιοπωλεῖο τοῦ Πουρναρᾶ, πού ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν, ὄχι μόνον τόπος πωλήσεως βιβλίων, ἀλλά καί συναντήσεως συναδέλφων. Ἦταν «σημεῖο ἀναφορᾶς», ὅπως θά ἔλεγε κάποιος. Περιεργαζόμενος τά καινούργια βιβλία πού ἦταν ἁπλωμένα στόν πάγκο, ἀκούω κάποιον νά ρωτάει τόν Παναγιώτη Πουρναρᾶ: «Ἔμαθα ὅτι ἦρθε ἕνας καινούργιος καθηγητής στό Πανεπιστήμιο, ὁ κ. Γ. Μήπως τόν ξέρεις;». Στράφηκα καί εἶδα μιά συμπαθητική μορφή, ἕναν κληρικό μέ κόκκινη γενειάδα, γαλήνια ὄψη, καλωσυνάτα μάτια καί φωτεινό χαμόγελο, τήν ἴδια στιγμή πού ὁ Παναγιώτης τοῦ ἔδειχνε ἐμένα, κάνοντας τίς συστάσεις. Συζητήσαμε λίγο, καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ἐνδιαφέρον του γιά τά καινούργια βιβλία, ἀλλά καί ἡ ἐνημέρωσή του στά θεολογικά θέματα. Παρακολουθοῦσε τήν τρέχουσα θεολογική κίνηση, πράγμα ὄχι πολύ συνηθισμένο γιά ἕναν κληρικό πού εἶναι δοσμένος στό ποιμαντικό ἔργο.
Σύντομα ξαναεῖδα τόν π. Συμεών στό Μητροπολιτικό Μέγαρο. Εἶχα ὁρισθεῖ μέλος τῆς Ἐφορίας τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, στήν ὁποία ἐκεῖνος ἦταν διευθυντής. Πρόεδρος τῆς Ἐφορίας ἦταν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Λεωνίδας, ὁ ὁποῖος, μέ ὅλη τήν πληθωρικότητα πού τόν διέκρινε, φερόταν πρός τόν π. Συμεών μέ ὑπερβολική οἰκειότητα, μέ τά πειράγματά του καί τό ἐλαφρῶς εἰρωνικό καί ὑποτιμητικό ὕφος του, πού ἐμένα τουλάχιστον μέ ἔφερνε σέ δύσκολη θέση. Καί ὅμως, ὁ π. Συμεών, ἀτάραχος, φερόταν ἐκείνη τή στιγμή σάν «παπαδάκι», ἔβαζε στρωτή μετάνοια καί σιωποῦσε. Ἡ ἐνόχλησή μου γινόταν τότε θαυμασμός πρός τό μεγαλεῖο τῆς ταπείνωσης.
Τό γραφεῖο τοῦ π. Συμεών στήν Ἁγία Θεοδώρα ἦταν στή δεξιά πτέρυγα, στόν πρῶτο ὄροφο. Μοῦ ζήτησε νά τόν ἐπισκέπτομαι ἐκεῖ, πράγμα πού ἔκανα συχνά καί μέ πολλή εὐχαρίστηση. Ἐρχόταν καί ἐκεῖνος στό γραφεῖο μου, ὄχι πολύ τακτικά ὅμως, γιατί δέν ἔπρεπε νά λείπει ἀπό τή Σχολή. Ἀναπολῶ μέ νοσταλγία τίς μακρές συζητήσεις μας ἐπί ὅλων τῶν θεμάτων: πνευματικῶν, θεολογικῶν, ἐκκλησιαστικῶν. Ἦταν ὁ βαθύς ἀνατόμος τῆς ψυχῆς καί παράλληλα ὁ ἐμβριθής θεολόγος μέ σπάνια θεολογική μόρφωση, τήν ὁποία συνεχῶς προσπαθοῦσε νά διευρύνει. Καλός συζητητής, μέ καθαρό μυαλό, εὐρύτητα πνεύματος καί ἰδιάζουσα εὐφυΐα, ἔπιανε ἀμέσως τό θέμα καί ἐκινεῖτο ἄνετα ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς θύραθεν παιδείας.


Ἀργότερα ἄρχισε τίς ἀγρυπνίες στήν Ἁγία Θεοδώρα. Σέ μία ἀπ’ αὐτές εἶχε τή χαρά νά τελέσει τήν κουρά τοῦ πρώτου μαθητῆ του, τοῦ πατρός Ἐμμανουήλ. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ π. Συμεών ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητής τῆς νέας μορφῆς ἀγρυπνίας, πού δέν εἶναι ὁλονυκτία, ἀλλά καλύπτει 2-3 ὧρες πρό τοῦ μεσονυκτίου καί περίπου μία μετά, μέ μία ἡμίωρη ὁμιλία. Ἔτσι ὁ σύγχρονος ἐργαζόμενος ἄνθρωπος, πού δέν μπορεῖ νά παρακολουθήσει μία λειτουργία τό πρωΐ καί πού μία ὁλονύκτια ἀγρυπνία θά ἦταν πολύ μακρά γι’ αὐτόν, ἔχει τήν δυνατότητα νά μετάσχει στή λειτουργική ζωή, καί μάλιστα ἔτσι ὅπως τήν πρόσφερε ὁ π. Συμεών. Ἡ πρακτική αὐτή βρῆκε πολλούς μιμητές καί σήμερα εἶναι πολύ δημοφιλής σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδας.
Κάθε λειτουργία τοῦ π. Συμεών ἦταν ἀληθινή καί κατά κυριολεξίαν μυσταγωγία. Κατανυκτική, χωρίς τρεναρίσματα ἀλλά οὔτε καί βιαστική, χωρίς κορῶνες ἀλλά οὔτε καί μονότονη. Στήν ἀρχή δέν εἶχε ψάλτες. Ὅποιος μποροῦσε, πήγαινε στό ψαλτῆρι –κι ἐγώ ἔψαλλα μερικές φορές. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αὐτοσχέδιοι ψαλτάδες ἔψελναν συνήθως ἄτεχνα, πράγμα πού δημιούργησε τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτό ἤθελε ὁ π. Συμεών: χαμηλοί τόνοι, ὄχι ἐπιτηδεύσεις, αὐτό «φέρνει» κατάνυξη. Κάποιο δικό μου πρόσωπο μοῦ ἔκανε παρατήρηση, ὅταν ἔφευγα ἀπό αὐτόν τόν «κανόνα». Ὅμως σύντομα βρέθηκαν καί οἱ καλοί ψάλτες, καί οἱ ἄριστοι, καί ἡ καλλιέργεια τῆς μουσικῆς στό περιβάλλον τοῦ π. Συμεών συνέβαλε μέ τόν τρόπο της στήν ὅλη ἀγωγή πού ἔπαιρνε κανείς κοντά στόν μακαριστό γέροντα.
Παράλληλα μέ τή λειτουργία καί τίς λοιπές ἀκολουθίες ὁ π. Συμεών ἔκανε συνάξεις «σιωπηλές». Κανείς δέν μιλοῦσε. Μάλλον, κανείς δέν ἄκουγε, ἄν καί ὅλοι μιλοῦσαν -ἀλλά μιλοῦσαν μυστικά, μέ τόν Θεό, κάνοντας «κομποσχοίνι» καί λέγοντας τή νοερά προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱέ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Στόν ἅγιο Ἀθανάσιο, γεμάτη ἡ ἐκκλησία, ὅλοι καθιστοί, μέ σκυμμένο κεφάλι, κρατώντας τό κομποσχοίνι ζητοῦσαν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτές οἱ συνάξεις διαρκοῦσαν ἀκόμη καί μία ὥρα.
Μεγάλη σημασία ἔδινε ὁ π. Συμεών στό κήρυγμα. Τό θεωροῦσε ἰσόκυρο μέ τήν ἱερουργία, ὅπως εἶναι ἐξ ἄλλου: ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πρέπει πρῶτα νά ληφθεῖ διά τῆς ἀκοῆς, ὡς κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε νά πιστέψει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ἱκανός νά Τόν δεχθεῖ ὕστερα καί ὡς θεία κοινωνία. Ὁ γέροντας ὁμιλοῦσε, ὄχι μόνον στή θεία λειτουργία, ἀλλά καί σέ πολλές ἄλλες εὐκαιρίες. Ὁ λόγος του ἦταν πάντοτε πρωτότυπος. Κάποτε τόν ρώτησα: «πῶς τά καταφέρνετε, νά μιλᾶτε τόσα χρόνια, χωρίς ποτέ νά ἐπαναλαμβάνετε τόν ἑαυτό σας;» Χαμογέλασε, δέν θυμᾶμαι τί μοῦ ἀπήντησε, ἀλλά βεβαίως ὁ π. Συμεών ὁμιλοῦσε ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας· καί πρέπει νά εἶχε ἡ καρδιά του ἄφθονο περίσσευμα, γιατί ἀλλοιῶς θά ἔλεγε κοινοτοπίες, ἤ θά ἀπευθυνόταν στό μυαλό καί ὄχι στήν καρδιά. Ἡ καρδιά τοῦ γέροντα ἦταν πάντα γεμάτη καί τό περίσσευμα ξεχείλιζε, γιατί τήν τροφοδοτοῦσε συνεχῶς μέ τή μελέτη, τήν προσευχή καί τίς πνευματικές ἐμπειρίες. Ὅπως μοῦ ἔλεγε δέ κάποτε, στήν ἐξομολόγηση ἀκούει προβλήματα πού ἀπασχολοῦν πολλούς, ἀλλά δέν ἔχει χρόνο νά τά συζητήσει διεξοδικά μέ τόν καθένα. Αὐτά τά ἀναπτύσσει στά κηρύγματά του. Κατά βάσιν όμως ἄφηνε τόν τελικό λόγο στόν Θεό. «Νά δοῦμε τί θά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός νά ποῦμε σήμερα!» ἔλεγε, φροντίζοντας πάντα ὥστε, αὐτό πού θά πεῖ νά μήν εἶναι καθόλου λόγος δικός του, ἀλλά τοῦ Θεοῦ.


Τό κήρυγμα τοῦ π. Συμεών δέν εἶχε ρητορεία. Δέν περιεῖχε τορνευμένες φράσεις, ρητορικά σχήματα, καλλιέπεια, ὅ,τι τέλος πάντων θαυμάζει ὁ κόσμος σ’ ἕναν καλόν ὁμιλητή. Ὁ λόγος του ἦταν ἁπλός, χωρίς νά τοῦ λείπουν οἱ ἐξάρσεις, ὅταν τό θέμα τόν ὁδηγοῦσε ἐκεῖ. Ὁ π. Συμεών ἐβίωνε τό κήρυγμα. Ἔπασχε νά μεταδώσει, ὄχι ἰδέες, ἀλλά τήν ψυχή του, στούς ἀκροατές. Βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἀνέλυε μέ σαφήνεια τά θέματα καί, σάν νά κρατοῦσε χειρουργικό νυστέρι πού τέμνει μέχρι τό κόκκαλο, βοηθοῦσε τόν ἀκροατή νά δεῖ τά ἄδυτα τῆς ψυχῆς του, κι ἀπό ‘κεῖ νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια. Καί ὄντως, ἀπό τό κήρυγμα τοῦ π. Συμεών ἀμέτρητες ψυχές ὁδηγήθηκαν στή μετάνοια, καί ἔνοιωσαν τήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα κάτω ἀπό τό πετραχήλι του.


Ὁ τρίτος πυλώνας τοῦ ἔργου τοῦ π. Συμεών ἦταν, μετά τήν ἱερουργία καί τό κήρυγμα, ἡ ἐξομολόγηση. Οἱ λίγοι στήν ἀρχή ἔγιναν πλῆθος πολύ. Πόσες μέρες μέ πόσες ὧρες τήν ἡμέρα ἐπαρκοῦν γιά νά ἐξομολογηθοῦν χίλιοι, ἤ χίλιοι πεντακόσιοι ἄνθρωποι; Καί ποῦ θά περιμένουν; Ὁ γέροντας βρῆκε τή λύση. Μοίραζε ἀριθμούς. Ὑπολόγιζε νά βλέπει πενήντα τήν ἠμέρα. Ἔτσι ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τόν ἀριθμό του ἤξερε τήν ἡμέρα καί περίπου τήν ὥρα πού θά τόν δεῖ. Ὁ δέ π. Συμεών, κλεισμένος ὁλημερίς στό ἐξομολογητήριο, ξεχνοῦσε ἀκόμη καί νά γευματίσει, ἀκούγοντας τόν πόνο καί σηκώνοντας τά βάρη μαζί μέ τόν μετανοοῦντα, δίνοντας ἄφεση, συμβουλές, καθοδήγηση, ἀγωνιστικό θάρρος, δύναμη νά νεκρώσει ὁ καθένας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τόν παλαιό του ἑαυτό γιά νά ἀναστηθεῖ ὁ νέος ἄνθρωπος, πού θά περιπατεῖ «ἐν καινότητι ζωῆς».
Στήν ἐξομολόγηση δέν ἦταν ὁ αὐστηρός δικαστής. Οὔτε ὁ ἐλεγκτής, ὁ τιμωρός. Δέν τρόμαζες, δέν ἀπελπιζόσουν. Ἦταν ὁ γιατρός πού σέ γιάτρευε, ὁ πατέρας πού σέ ἀγαποῦσε, ὁ φίλος πού σε συνόδευε. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶχε τίποτε τό καταθλιπτικό, τό τυπικό, τό δικανικό. Κάποτε ἔτυχε νά εἴμαστε μαζί σέ ἕνα συνέδριο ἐξομολόγων στή Μονή Παρακλήτου στήν Ἀττική. Τόν περισσότερο χρόνο ἄκουγε σιωπηλός. «Ἐσεῖς, πάτερ Συμεών, πῶς τά καταφέρνετε καί ἔχετε τόση ἐπιτυχία στήν ἐξομολόγηση;» τόν ρώτησε κάποιος πνευματικός. «Φροντίζω νά βρίσκομαι», ἀπάντησε, «ὅσο πιό κάτω γίνεται, ὥστε, ὅσο χαμηλά κι ἄν πέσει ὁ ἐξομολογούμενος, ἐγώ νά βρίσκομαι ἀκόμη πιό κάτω, γιά νά τόν πιάσω». Σοφός λόγος, πού περικλείει ὅλο τό νόημα, ὅλη τήν τακτική τοῦ μυστηρίου.
Στήν ἐξομολόγηση, ὅπως καί στήν καθημερινή ἀναστροφή, ἦταν ὅλος ἀγάπη. Ξεχείλιζε ἡ ἀγάπη ἀπό μέσα του. Ἐξέπεμπε ἀγάπη, ὄχι μέ λόγια οὔτε μέ πράξεις: μόνο μέ τό βλέμμα του, τό χαμόγελό του, μέ ἕνα του μόνο λόγο. Δέν ἦταν ἀνοιχτός σέ οἰκειότητες, καί ὅμως τόν αἰσθανόσουν οἰκεῖο, πατέρα, ἀδελφό, φίλο. Ἦταν αὐστηρός στόν ἑαυτό του, ἐπιεικής στούς ἄλλους. Τυπικός, ἀλλά ὄχι ὑποδουλωμένος στούς τύπους. Θυμᾶμαι ἕνα σχετικό περιστατικό: Μοῦ εἶχε δώσει τόν ἀριθμό τοῦ προσωπικοῦ του τηλεφώνου στό δωμάτιό του. Τόν ἔπαιρνα συνήθως μεταξύ 11-12 πρίν τά μεσάνυχτα- ἦταν ἡ καταλληλότερη ὥρα γι’ αὐτόν, ὅπως μοῦ ἔλεγε: «Γιά μένα τώρα εἶναι ἀπόγευμα», ἐξηγοῦσε. Καί μιλούσαμε χωρίς χρονικό περιορισμό, κι ὅμως ἐκεῖνος θά σηκωνόταν πρωΐ γιά τόν κανόνα του. «Πέντε μέ ἕξι ὧρες εἶναι ἀρκετές», ἔλεγε. Κάποιο βράδυ, περί τά μεσάνυχτα, μοῦ τηλεφωνεῖ στό σπίτι ὁ γιός κάποιου φίλου μου, πνευματικό παιδί τοῦ π. Συμεών, πού σπούδαζε στό ἐξωτερικό. Ἀναστατωμένος, ζήτησε τή βοήθειά μου σέ κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα, πού ἔπρεπε νά λυθεῖ ἀμέσως. Ἐγώ δέν μποροῦσα νά δώσω συμβουλή. Μόνον ὁ γέροντας μποροῦσε νά βοηθήσει, ἀλλά πῶς; Τέτοια ὥρα, τηλέφωνο στό μοναστῆρι δέν θά σήκωνε κανείς. Δίστασα, ἄν ἔπρεπε νά δώσω τό ἀπόρρητο τηλέφωνό του, γιατί μοῦ εἶχε πεῖ νά μήν τό δώσω σέ κανέναν ἀπολύτως. Ἡ περίπτωση ὅμως ἦταν τέτοια, πού ἀποφάσισα ὅτι ἔπρεπε νά παραβῶ τήν ἀπαγόρευση. Καί τό ἔδωσα. Καί τό παιδί σώθηκε. Ο πατέρας ἔσωσε τό παιδί του. Ὅταν τήν ἄλλη μέρα τοῦ ζήτησα συγγνώμη γιά τήν παράβαση, μέ καθησύχασε, βεβαιώνοντάς με ὅτι ἔπραξα αὐτό πού ἔπρεπε.
Αὐτός ἦταν ὁ πατέρας Συμεών! Ὁ διακριτικός, ὁ παρηγορητής, ὁ φωτισμένος σύμβουλος, στόν ὁποῖον προστρέχαμε ἤ παραπέμπαμε κάποιον σέ κάθε δυσκολία, γιά νά βρεῖ καταφύγιο.


*

 

Στά κηρύγματά του, στίς συνομιλίες του, στήν ἐξομολόγηση, ὁ π. Συμεών δέν ἀπέφευγε τίς τοποθετήσεις σέ φλέγοντα, καυτά θέματα, πού ἄλλοι δέν τολμοῦσαν νά θίξουν, γιά νά μήν ἔρθουν σέ ἀντίθεση μέ μιάν ἀρρωστημένη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Ἐξηγοῦμαι: Πολύς θόρυβος εἶχε γίνει κάποτε γιά τό 666, ἦταν τό θέμα πού ἐτάρασσε συνειδήσεις. Ὁ πατέρας Συμεών δέν ἄφησε τά παιδιά του ἀδιαφώτιστα. Σέ μιά σειρά ὁμιλιῶν ξεκαθάρισε τό θέμα, καθησυχάζοντας τούς ἀνησυχοῦντες. Τό ἴδιο καί γιά τόν γραμμικό κώδικα καί ἄλλα παρόμοια θέματα, πού ξεσήκωναν τούς ἀπληροφόρητους πιστούς. Γενικά, τά μεγάλα ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά θέματα τά ἀντιμετώπιζε μέ σκέψη καθαρή, μέ θεολογικό βάθος, μέ γνώση τῆς πατερικῆς παράδοσης. Καί ὅλα αὐτά μέ νηφαλιότητα, χωρίς ἐριστικό πνεῦμα. Καί σέ δικά μου ἄρθρα, ὅταν ἤθελα καί μιά δεύτερη γνώμη καί τά ἔθετα ὑπ’ ὄψιν του, μοῦ ἔκανε πάντοτε χρήσιμες παρατηρήσεις, π.χ. ὅταν χρησιμοποιοῦσα δριμεῖα γλῶσσα, ὑποδεικνύοντας να χαμηλώσω τούς τόνους.


Γενικά, ὁ λόγος του ἦταν προφητικός. Ὅπως στόν ἀρχαῖο Ἱσραήλ ὁ Θεός ἔστελνε τούς προφῆτες, πού μιλοῦσαν ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ λέγοντας τήν ἀλήθεια, καυτηριάζοντας τό ψέμα καί ὁδηγώντας τόν λαό, ἔτσι καί στήν περίπτωση τοῦ π. Συμεών. Ἀκούγοντάς τον εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἀκοῦς τή φωνή τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ λόγος του εἶναι ὑπεύθυνος, αὐθεντικός, ἔγκυρος. Δέν ἐπεβάλλετο μέ ἀνθρώπινο καταναγκασμό, ἀλλά μέ τό κῦρος τοῦ ὁμιλοῦντος «ἐν πνεύματι ἁγίῳ». Χωρίς ὑπεκφυγές στόχευε κατ’ εὐθεῖαν στήν οὐσία τοῦ θέματος, καί δέν ὡραιοποιοῦσε τόν λόγο του γιά νά φανεῖ ἀρεστός. Ἔλεγε τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἀτόφια, ὅσο βαριά κι ἄν φαινόταν σέ πολλούς. Ἦταν ὁ προφήτης, μέ τή βιβλική ἔννοια, πού ταρακουνοῦσε τίς ψυχές γιά νά ἀποβάλουν τά ψιμμύθια μέ τά ὁποῖα τίς φόρτωσε ὁ ἐγωϊσμός καί νά δοῦν τή γυμνή πραγματικότητα.
Ἀκόμη, ὁ λόγος του ἦταν θεολογικός. Δέν παραμελοῦσε τό δόγμα, δέν περιοριζόταν σέ ξηρά ἠθικολογία, δέν εἶχε ἀνούσιους βερμπαλισμούς, οὔτε φανταχτερές κορῶνες. Στρωτός, κατανοητός, χρησιμοποιοῦσε τή θεολογία ὄχι ὡς σύστημα γνώσεων, ἀλλά ὡς οὐσία ζωῆς, πού διαποτίζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Κέντρο τῆς θεολογίας του ἦταν ἡ Βίβλος, τήν ὁποία κατεῖχε σέ βάθος. Τά κηρύγματά του ἦταν βιβλικά κατά βάσιν, καί τήν ἀνάγνωση τῆς Γραφῆς συνιστοῦσε στά «παιδιά» του, ὁρίζοντας μάλιστα τήν ἀνάγνωση ἑνός κεφαλαίου ἀπό τήν Καινή Διαθήκη κάθε μέρα, κοινό για όλους. Ὁ ἴδιος μελετοῦσε τή Γραφή ἐρευνητικά, διαλεγόμενος μέ τό κείμενο καί ἐντρυφώντας στά ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα, πατερικά καί σύγχρονα. Πολλές φορές συζητούσαμε στό τηλέφωνο διεξοδικά γιά ἕνα χωρίο ἤ μία λέξη.
Ὁ θεολογικός του λόγος δέν ἦταν ἐπιφανειακός. Ἐγνώριζε τή θεολογία εἰς βάθος, ἦταν ἐνήμερος γιά τή θεολογική βιβλιογραφία, παρακολουθοῦσε τίς ζυμώσεις στόν χῶρο τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης. Στά συνέδρια τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Βιβλικῶν Σπουδῶν ἦταν συνήθως παρών καί μετεῖχε στίς συζητήσεις, μέ εὔστοχες παρατηρήσεις, ὑπενθυμίζοντάς μας μέ τόν λόγο του, ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι μόνον γνώση ἀλλά καί βίωμα, χωρίς τό ὁποῖο ἡ γνώση «φυσιοῖ». Καί ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ συνεδρίου, ὅπου ὁ π. Συμεών ἀναστρεφόταν μαζί μας ὡς ἁπλός σύνεδρος, σκορποῦσε γύρω του τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ μέ τόν λόγο του, τό χαμόγελό του, τήν παρουσία του. Σέ ἕνα τέτοιο συνέδριο στήν Κύπρο ἕνας θεσσαλονικιός καθηγητής πλησίασε σ’ ἕνα διάλειμμα ἕνα πηγαδάκι μέ μερικά νέα παιδιά (γιατί ἐκτός ἀπό τούς συνέδρους παρακολουθοῦσαν καί φοιτητές καί ἄλλοι θεολόγοι), πού συζητοῦσαν μέ τόν π. Συμεών, καί τούς λέει: «ξέρετε τί εὐλογία ἔχετε αὐτή τή στιγμή; Στή Θεσσαλονίκη τόν ἀπολαμβάνουν τόν π. Συμεών μέ τό σταγονόμετρο· κι ἐσεῖς ἐδῶ, τόν ἔχετε ὅποτε καί ὅσο θέλετε!».
Ὁ π. Συμεών ποτέ δέν διαφήμισε τό ἔργο του. Ποτέ δέν προσκάλεσε κάποιον στίς ὁμιλίες του. Μάθαινε κανείς γι’ αὐτόν ἀπό ἄλλους. Μοῦ ἔλεγε κάποιος πού παρηκολούθησε τίς ὁμιλίες του μετά ἀπό σύστασή μου: «ὑπῆρχε τέτοιος ἄνθρωπος στή Θεσσαλονίκη, καί δέν μοῦ τό εἶπες νωρίτερα;».

 

*

 

Βλέποντας τόν π. Συμεών, δέν ἐντυπωσιαζόσουν ἀπό τό παρουσιαστικό του. Ἦταν ἕνας συνηθισμένος κληρικός, καί ὁ ἴδιος δέν φρόντιζε νά δείξει τίποτα παραπάνω. Πολλές φορές, μά πάρα πολλές, ἐτόνιζε ὅτι εἶναι «μή ὄν», ἀναφερόμενος προφανῶς στή φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό Α΄ Κορ. 1, 28. Καί τό πίστευε ὄντως αὐτό βαθιά, καί τό ἔδειχνε μέ τή συμπεριφορά του. Ἐνῶ εἶχε πλῆθος πνευματικῶν παιδιῶν, οὐδέποτε εἶπε γιά κάποιον ὅτι εἶναι «πνευματικό του παιδί». Τόν τίτλο «γέροντας» τόν ἀπεποιεῖτο. Εἴχαμε πάει κάποτε μερικοί καθηγητές μέ μιά ὁμάδα φοιτητῶν νά τόν ἐπισκεφθοῦμε, στά πρῶτα χρόνια τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἡσυχαστηρίου. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Στογιάννος τόν προσεφώνησε κάποια στιγμή «γέροντα». «Ποιός εἶναι ὁ γέροντας;» ρώτησε, δῆθεν ξαφνιασμένος. «Ἡ ὑμετέρα πανοσιολογιότης», ἀπήντησε ὁ Στογιάννος, μέ μιάν ὑπόκλιση. Ὁ π. Συμεών δέν είπε τίποτα, ἀλλά τόν κοίταξε μέ ἕνα βλέμμα, πού ἔδειχνε σαφῶς ὅτι δέν ἀποδεχόταν τόν τίτλο. Καί ὅμως, ἦταν γέροντας. Κι ἄν δέν δεχόταν νά τόν προσφωνοῦν ἔτσι καί τοῦ ἀρκοῦσε τό ἁπλό «πάτερ», φαντάζομαι ὅτι θά μοῦ ἐπιτρέπει τώρα, στό κείμενό μου, νά τόν ὀνομάζω μέ τή λέξη πού ἀποδίδει αὐτό πού ἦταν στήν πραγματικότητα.
Ἀπέκρουε κάθε μορφή προσωπολατρίας. Εἶναι μεγάλος ὁ πειρασμός, οἱ σχέσεις πνευματικῆς πατρότητας νά διολισθήσουν στήν προσωπολατρία. Πολλοί «γέροντες» τό καλλιεργοῦν αὐτό ἤ τό ἐπιτρέπουν ἤ έστω τό ἀνέχονται. Ὁ π. Συμεών δέν είλκυε τους ἀνθρώπους πρός τόν ἑαυτό του. Ἦταν ἁπλῶς ὁ «νυμφαγωγός», ὁ ὁδηγός πρός τόν Νυμφίο.


Τή θέση τοῦ νυμφαγωγοῦ εἶχε καί στίς δύο ἀδελφότητες πού ἵδρυσε, μοναχῶν καί μοναζουσῶν. Στήν πραγματικότητα δέν τίς ἵδρυσε εκείνος: τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές τοῦ τίς ἔστειλε ὁ Νυμφίος. Αὐτός οὐδέποτε προπαγάνδισε, οὐδέποτε προσηλύτισε. Μοῦ ἔλεγε ὅτι πολλές ψυχές τοῦ ἐξέφραζαν τόν πόθο τους νά μονάσουν, καί αὐτός μέ μιά μικρή παρακίνηση θά τίς εἶχε ὁδηγήσει στόν μοναχισμό. Ὅμως, οὔτε αὐτή τή μικρή παρακίνηση δέν ἀναλάμβανε. Ὅλοι οἱ μονάζοντες κοντά του προσῆλθαν τελείως ἐλεύθερα, χωρίς ἐπηρεασμό. Ἄφηνε νά μιλήσει ὁ Θεός καί ὄχι ὁ ἴδιος στίς ψυχές τους.
Οὐσιαστικά, ὁ Θεός ἦταν Αὐτός πού ἐρρύθμιζε τή ζωή του. Ὁ ἴδιος δέν προγραμμάτιζε τίποτε, πράγμα πού θά φαινόταν ἀσύνετο γιά τόν συνήθη ἄνθρωπο. Ὁ π. Συμεών ὅμως δέν ἦταν συνηθισμένος ἄνθρωπος. Ἔκανε σχέδια χωρίς «ἴδιον θέλημα», ὅλα τά ἀνέθετε στόν Θεό. Ἦταν ἀπολύτως παραδομένος στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔκανε χρονοδιαγράμματα. «Ἄφησε νά δείξει ὁ Θεός», συνήθιζε νά λέει.
Δέν περίμενε όμως «νά δείξει ὁ Θεός» μοιρολατρικά. Ὡς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς ζητοῦσε τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές, ὅταν χρειαζόμουν τή γνώμη ἤ τή συμβουλή του γιά κάτι, ἔλεγε: «Ἀφῆστε νά δοῦμε τί θά πεῖ ὁ Θεός», ἐννοώντας, τί θά ἀπαντήσει στίς προσευχές του.
Ἐπισκεπτόταν συχνά τό Ἅγιον Ὄρος. Πολλές φορές μέ καλοῦσε νά τόν συνοδεύσω. Συνήθως ἐρχόταν μαζί καί ὁ καλός μας Νίκος ὁ Χίτογλου μέ τό αὐτοκίνητό του. Κάποτε πήγαμε μόνον γιά μιά μέρα στή Μονή Δοχειαρίου γιά νά προσκυνήσουμε τήν Γοργοεπήκοο. Φαίνεται πώς σέ κάποιο αἴτημά του ἤθελε γοργή τήν ἀπάντηση! Γενικά, ὡς γνήσιος μοναχός, ἀγαποῦσε πολύ τά μοναστήρια. Ἀξέχαστες θά μοῦ μείνουν οι ἐπισκέψεις μας στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στη Σκόπελο και στή Μονή τῆς Ζούρβας στήν Ὕδρα.
Εκεί στην Ὕδρα, στο μητροπολιτικό ναό, εἴχαμε παραστεῖ στή βάπτιση ἑνός ζεύγους Ἱσπανῶν ἀπό τόν μακαριστό μητροπολίτη Ὕδρας κυρό Ἱερόθεο, κατά τή διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας, στήν ὁποία ὁ πατήρ ἐπ’ οὐδενί λόγῳ ἤθελε νά μιλήσει καί ἐπέμενε νά μιλήσω ἐγώ. Τελικά ἔκανα ὑπακοή, ἄν καί πίστευα ὅτι ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐκκλησιάσματος θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη ἄν ὁμιλοῦσε ἐκεῖνος!...
Γιά νά στεγάσει τά τέκνα του ἀγόρασε ἕνα παλιό πτηνοτροφεῖο καί σιγά – σιγά τό μετέτρεψε σε μοναστῆρι. Καί ὅταν μοῦ ἔδειχνε τά σχέδια τοῦ ναοῦ, «πολύ μικρός, πάτερ», ἔλεγα. «Γιά τούς τωρινούς ἐκκλησιαζομένους, εἶναι κανονικός. Βλέπω ὅμως ὅτι τό ἐκκλησίασμα συνεχῶς αὐξάνει. Τί θά κάνετε σέ λίγα χρόνια;». «Ἔχετε δίκιο», μοῦ ἀπάντησε. Καί ἔκανε τόν ναό μεγαλύτερο, πού ὅμως καί πάλι ἀποδείχθηκε μικρός καί τόν ἐπεξέτεινε.


Μέ τόν καιρό ἀπέκτησε πνευματικά παιδιά καί στήν Ἀθήνα, κυρίως ἀπό μετακομίσαντες ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Καί γι’ αὐτούς ἔλαβε πρόνοια, ἐρχόμενος συνήθως μιά φορά τόν μῆνα γιά ἐξομολόγηση, τελώντας συγχρόνως καί ἀγρυπνία. Στούς λίγους προστέθηκαν καί ἄλλοι Ἀθηναῖοι, καί σύντομα γινόταν καί ἐδῶ συναγερμός μέ τήν ἄφιξή του.
Γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει σέ ἄλλη ἐπισκοπική περιφέρεια, ὅπως εἶναι ἡ Ἀθήνα, χρειάστηκε ἡ κανονική ἄδεια τῶν δύο ἐπισκόπων, τῆς Θεσσαλονίκης καί τῶν Ἀθηνῶν. Μεσολάβησα στόν μακαριστό Παντελεήμονα τῆς Θεσσαλονίκης, φίλο ἀπό τά φοιτητικά μας χρόνια, πού ἔδωσε τήν ἄδεια. Ὅταν ζήτησα τήν ἄδεια καί ἀπό τόν μακαριστό ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, μοῦ λέει μέ τό χαρακτηριστικο ὕφος του: «Καί μοῦ ζητᾶς ἄδεια γι’ αὐτό; Νά μοῦ πεῖς, θέλω νἄρχεται ὁ φίλος μου. Καί θά σοὔλεγα ὄχι; Ἄσ’ τό παπαδάκι νἄρχεται, τί θά μοῦ κάνει πού θἄρχεται;». Ποῦ νἄξερε ποιόν ἔλεγε «παπαδάκι»!
Ἐξομολογοῦσε καί λειτουργοῦσε ἀρχικά στό ἐκκλησάκι τοῦ ἱδρύματος «Ἄρτος Ζωῆς» στό Μαρούσι. Ἀργότερα, γιά ὁρισμένους λόγους, πήγαμε στό μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου στήν Πλάκα, καί τέλος στό μετόχι τῆς Μονῆς Σινᾶ στούς Ἀμπελοκήπους. Καί ὁ μακαριστός Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Διόδωρος καί ὁ Σεβ. ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου κ. Δαμιανός ἔδωσαν εὐχαρίστως τήν ἄδεια.


Δέν εἶχε μόνο στήν Ἀθήνα πνευματικά τέκνα. Ἡ ἀκτινοβολία του ἐκτεινόταν σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα, στήν Εὐρώπη, καί στήν Ἀμερική ἀκόμη. Ἕνα διάστημα πήγαινε τακτικά στή Γερμανία. Ἀλλοῦ πήγαινε ἐκτάκτως. Γενικά, τά ταξίδια δέν τόν τρόμαζαν παρά τήν ἀσθενική κράση του.
Μέσα στήν ποιμαντική του ἐργασία εἶχε κατατάξει καί τίς προσκυνηματικές ἐκδρομές. Ἀνελλιπῶς ἐπί πολλά χρόνια ἐπισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι τά Ἱεροσόλυμα καί τή Μονή Σινᾶ μαζί μέ τά πνευματικά του τέκνα, καί ἀργότερα, διαπιστώνοντας τήν πνευματική ὠφέλεια πού προσέφεραν αὐτές οἱ ἐκδρομές, τίς ἐπεξέτεινε καί στήν Ἑλλάδα καί στήν Εὐρώπη. Ἦταν ἀκούραστος, ἀξιοθαύμαστης ἀντοχῆς, καί ἐνδιαφερόταν γιά ὅλα. Μετά ἀπό ἕνα συνέδριο στή Φιλλανδία, πού τοῦ διηγήθηκα τά τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκεῖ, ἐνθουσιάστηκε. Τήν ἑπομένη ἐκδρομή τήν ὅρισε γιά τή Φιλλανδία.
Μερικούς μῆνες πρό τῆς κοιμήσεώς του, ὅταν εἶχε ἀρχίσει πλέον νά βαραίνει, μέ ρώτησε σέ μιά συζήτησή μας: «Φοβᾶστε τόν θάνατο;» «Ἔχω τήν αἴσθηση», τοῦ ἀπάντησα, «ὅτι βρίσκομαι σ’ ἕναν προθάλαμο μαζί μέ πολλούς, καί περιμένω νά ἀνοίξει ἡ πόρτα καί νά μέ καλέσουν. Τί θά βρῶ ὅταν κλείσει ἡ πόρτα πίσω μου, δέν γνωρίζω. Τρέμω ‘’τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς κρίσεως’’, ἀλλά καί ‘’θαρρῶ εἰς τό ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας Του’’· γι’ αὐτό δέν μέ κυριεύει ὁ φόβος. Κι ἐσεῖς;» «Ἀκριβῶς τό ἴδιο κι ἐγώ», μοῦ ἀπάντησε λιτά.

 

*

 

Αὐτός ἦταν τελικά ὁ πατήρ Συμεών; Μέ λίγα ἀποσπασματικά στιγμιότυπα, μέ μερικές εἰκόνες φευγαλέες, μέ μερικές ματιές στήν ἐπιφάνεια, μπορεῖς νά δεῖς τό βάθος; Ἡ ἁγιότητα δέν περιγράφεται, δέν ἀποτυπώνεται. Οἱ ἐμπειρίες, πού κρύβονται ἐπιμελῶς ἀλλά πού τίς μαντεύει κανείς ἀπό πολλές ἐνδείξεις, ξεφεύγουν ἀπό τήν παρατήρηση καί τήν καταγραφή. Καί ὅμως, αὐτές εἶναι ὁ ἄνθρωπος: τά προσωπικά του βιώματα καί ὄχι οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις.
Εἶχα τήν εὐλογία νά γνωρίσω ἕναν Ἄνθρωπο. Ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Νά δῶ τόν Θεό στό πρόσωπό του. Στό πρόσωπό του εἶδαν τόν Θεό ἀμέτρητοι ἄνθρωποι. Τώρα ὁ ἴδιος βλέπει τόν Θεό πρόσωπον πρός πρόσωπον. Τώρα παρακάθηται στό δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, «συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ» ἐκλεκτός καί κεκλημένος «εἰς τούς γάμους τοῦ Ἀρνίου», φορώντας τό λαμπρό ἔνδυμα τοῦ γάμου, πού ἑτοίμαζε μέ τούς ἀγῶνες του σ’ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή του. Καί ἐκεῖ κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, θά συνεχίζει νά μεριμνᾶ γιά τήν πνευματική του οἰκογένεια, πού ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ «ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου» στήν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος», θά μεσιτεύει γιά τίς ψυχές πού ἡ ἀγάπη του σμίλευε καί θά τίς βοηθεῖ μέ τόν τρόπο πλέον πού μόνον ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει!

Γ. Α. ΓΑΛΙΤΗΣ

 


 

Ἀντίγραφα τῆς εἰκόνας τῆς Πορταῒτισσας τῆς Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων στήν Ρωσσία

Ἡ εἰκόνα τῆς "Πορταΐτισσας" τῆς ἱ. Μονῆς Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους

 

Ἡ εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας τῆς Ἱ. Μονῆς τῶν Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι μία ἀπό τίς πιό εὐλαβούμενες ἀπό τούς Ρώσσους εἰκόνες τῆς Θεοτόκου καί γιά τόν λόγο αὐτό σέ ὅλους σχεδόν τούς Ρωσσικούς ναούς ὑπάρχει σέ περίοπτη θέση εἰκόνα ἀναφερόμενη στήν Παναγία τῶν Ἰβήρων. Τό χρονικό τῆς παρουσίας στήν Ρωσσία αὐτῆς τῆς εἰκόνας, ἀπό την ὁποία ἐπήγασε ἡ εὐλάβεια ταῶν Ρώσσων, καί ἡ μέχρι σήμερα ἱστορία της ἔχουν ὡς ἑξῆς:

Τό ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Πορταΐτισσας τοῦ ἔτους 1648

 

Στά μέσα τοῦ 17ου αἰῶνα, μία ἀπό τίς θυγατέρες τοῦ τσάρου Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς (1645-1676), πατέρα τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ἀσθένησε βαρειά. Μετά ἀπό ὄραμα τῆς Παναγίας πού εἶδε ἡ ἀσθενής καί γιά τήν θεραπεία της, ὁ τσάρος ζήτησε ἀπό τήν Ἱ. Μονή Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά φέρουν στήν Μόσχα τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς Πορταΐτισσας. Ἐπειδή ὅμως τοῦτο δέν ἦταν δυνατόν νά γίνη, μεσολάβησε ὁ ἡγούμενος τῆς Νέας Μονῆς τοῦ Σωτῆρος (Νοβοσπάσσκυ) τῆς Μόσχας Ἀρχιμανδρίτης Νίκων (ὁ μετέπειτα Πατριάρχης) πρός τόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἰβήρων Ἀρχιμανδρίτη Παχώμιο, ὁ ὁποῖος τό ἔτος 1647 βρισκόταν στήν Ρωσσία γιά νά συλλέξη χρήματα γιά τήν Μονή, καί τοῦ ζήτησε τήν κατασκευή ἀντιγράφου τῆς ἁγίας εἰκόνας τῆς Πορταΐτισσας γιά νά ἀποσταλῆ στήν Μόσχα.
Ὁ Παχώμιος ἀποδέχθηκε τό αἴτημα καί ἀνέθεσε τήν ἱστόρηση τοῦ ἀντιγράφου στόν ἁγιογράφο τῆς Μονῆς ἱερομόναχο Ἰάμβλιχο. Λεπτομέρειες γιά τήν κατασκευή τοῦ ἀντιγράφου πληροφορούμεθα καί ἀπό τίς σχεδόν ὅμοιου περιεχομένου ἐπιστολές τοῦ Παχωμίου τίς ὁποῖες ἔστειλε τήν 15η Ἰουνίου 1648, μαζί μέ τήν εἰκόνα, στόν τσάρο Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς καί στόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Νοβοσπάσσκυ Νίκωνα.
Στήν ἐπιστολή τοῦ Παχωμίου πρός τόν τσάρο Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα:

«Εὐσεβέστατε, θεόστεπτε, κραταιότατε, ὑψηλότατε, γαληνότατε, χριστιανικώτατε, ἀήττητε ἐλέῳ Θεοῦ μέγα αὐθέντα βασιλεῦ καί μέγα κνέζη ΑΛΕΞΙΕ ΜΙΧΑΛΟΒΙΤΖΗ πάσης Ρωσίας καί αὐτοκράτορ Βλαντιμυρίας, Μοσχοβίας, Νοβογραδίου, βασιλεῦ Καζανίου, ... μέγα αὐθέντα Πισκοβίου, μέγα κνέζη Σμολέντζκας, Τφερίας, ... ἡμῶν δε βασιλεῦ ὑψηλότατε καί εὐεργετικώτατε, ... κατά τόν ὁρισμόν τῆς μεγίστης σου βασιλείας καί τόν λόγον τοῦ ἁγιωτάτου ἀρχιμανδρίτου κυρ Νίκωνος ἀπό τοῦ Νοβοσπάσου τό μοναστήριον, ὡς ἦλθα εἰς τό μοναστήριον ἐσύναξα τούς τξε’ ἀδελφούς καί ἐποιήσαμεν παράκλησιν μεγάλην ἀπό ἑσπέρας ἕως πρωΐ. Καί τό πρωΐ ἐποιήσαμεν ἁγιασμόν μετά ἁγίων λειψάνων. Καί τό ἁγίασμα ἐχύσαμεν ἀπάνω εἰς τήν ἁγίαν καί θαυματουργόν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς πορταϊτίσσης τήν παλαιάν καί μέ μεγάλην λεκάνην τό ἐμάσαμεν. Καί πάλιν τό ἐχύσαμεν ἀπάνω εἰς τήν νέαν εἰκόνα, τήν ὁποίαν ἐκατασκευάσαμεν ὅλην ἀπό κυπαρίσσινον ξύλον. Και πάλιν ἐμάσαμε τό ἁγίασμα εἰς τήν λεκάνην καί οὕτω ἐποιήσαμεν τήν θείαν καί ἱεράν λειτουργίαν μετά παρρησίας πολλῆς. Καί μετά τήν ἱεράν λειτουργίαν ἔδωσα τό ἁγίασμα καί τά ἅγια λείψανα τόν ζωγράφον, τόν ὁσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καί πνευματικοῖς πατράσι κυρ Ἰάμβλιχον τοῦ κυρ Ρωμανοῦ, ἵνα σμίγῃ τό ἁγίασμα καί τά ἅγια λείψανα μέ τήν ὕλην τῶν βαφῶν διά νά ζωγραφίση τήν ἁγίαν καί ἱεράν εἰκόνα, ἵνα γένηται ὅλη ἡ ὕλη τῆς ἁγίας εἰκόνος διά τοῦ ἁγιάσματος καί τῶν θείων λειψάνων. Ὁ ὁποῖος, ζωγραφίζοντας ταύτην τήν ἁγίαν εἰκόνα, κατά σάββατον καί κυριακήν μόνον μετελάμβανε τροφῆς. Καί μετά πολλῆς ἐπιμελείας καί ἀγρυπνίας ἐν ἡσυχίᾳ πολλῇ ἐτελείωσεν αὐτήν. Καί ἐν ὅσῳ καιρῷ ἱστορίζετο ἡ ἱερά αὕτη εἰκών, ἐγώ ὁ ἀρχιμανδρίτης Παχώμιος ἱερομόναχος μέ τούς τξε’ ἀδελφούς δίς τήν ἑβδομάδα ἐψάλλομεν παράκλησιν μεγάλην ἀπό ἑσπέρας ἕως πρωΐ καί καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἱεράν λειτουργίαν, ἕως οὗ ἐτελειώθη ἡ ἱστορία. Καί μετά ταῦτα ἔκλεξα ἀπό τξε’ ἀδελφούς τόν ὁσιώτατον καί αἰδεσιμώτατον ἐν ἱερομονάχοις καἰ ἐκκλησιάρχην κυρ Κορνήλιον ἱερομόναχον, τόν ἀσκητικώτατον, ὁ ὁποῖος φεύγων τήν παρρησίαν ταῶν πολλῶν καί ἀγαπῶν τήν πεφιλημένην Θεῷ ἡσυχίαν, ἀσκητεύσας εἰς τό ὅρος ἐν τῷ ἀσκητηρίῳ τοῦ ἁγίου καί τρισμάκαρος Γαβριήλ τοῦ δι' ἀποκαλύψεως δεξαμένου τήν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐκ τῆς θαλάσσης καί μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ προσομιλῶν, κατά σάββατον μόνον καί κυριακήν μεταλαμβάνων τροφῆς, πρός μίμησιν τοῦ θεοφόρου ἐκείνου Γαβριήλ. Καί ἀποστέλλω αὐτόν μέ τήν ἁγίαν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί μετά τῆς ἑτέρας ἱστορίας τῆς ἐχούσης τό ἅγιον ἡμῶν μοναστήριον ἱστορισμένον καί μετά τῶν πέριξ κελλίων καί ἐκκλησιῶν αὐτών καί πάντα τά περί αὐτοῦ θαύματα τῆς Θεοτόκου. Ὁ δέ ἐκκλησιάρχης ἀσυνήθης ὤν τοῦ ὁδεύειν καί ὑπό τῆς πολλῆς ἐγκρατείας τό σῶμα σφόδρα ἀδύνατος, ἐφοβήθη ἐλθεῖν τό τοσοῦτον μῆκος τῆς ὁδοῦ. Ὅμως θαρρήσας ἐκ τῆς βοηθείας τῆς ἁγίας εἰκόνος καί τήν ὑπακοήν ποιήσας ἔρχεται Θεοῦ βοηθοῦντος διά πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου. Πλήν πολλά παρακαλῶ τήν μεγίστην σου βασιλείαν, ἵνα δεχθῇ αὐτόν σύν τῇ αὐτοῦ συνοδείᾳ ἐν ἰλαρῷ βλέμματι καί εὐμενεῖ προσώπῳ, ὅτι ἐγώ εἰς τό ἡμέτερον πρόσωπον ἀποστέλλω τόν ἁγιώτατον καί ἀσκητικώτατον ἐκκλησιάρχην κυρ Κορνήλιον. Καί εἰς τό πρόσωπον τοῦ κελλάρη ἀποστέλλω τό τέκνον μου τόν ὁσιώτατον ἐν μοναχοῖς κυρ Ἰγνάτιον, τό καί πρώην ἐλθόν, καί εἰς τό πρόσωπον τοῦ ἱεροδιακόνου μου τόν ἱεροδιάκονον κυρ Δαμασκηνόν φέρνοντες τήν ἁγίαν καί ἱεράν νέαν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία δέν ἀλλάσσει ἀπό τήν πρώτην καθόλου, οὔτε κατά τό μῆκος, οὔτε κατά τό πλάτος, οὔτε κατά τό σχῆμα, ἀλλά ὅλως διόλου ὁμοία ἐστί ἡ νέα εἰς ταἀ πάντα τῆς παλαιᾶς. Λοιπόν, πάλιν δέομαι τῆς μεγίστης βασιλείας σου ἵνα ὡς καθώς ἐδέχθη ἐμέ εἰς τά πάντα, τοιουτοτρόπως δεχθῇ καί τά ἀγαπητά μου τέκνα τά αὐτόθι ἐρχόμενα, καί εὐεργετήσῃ διά τῆς πλουσιοδώρου αὐτῆς δεξιᾶς ὅ,τι ἄν βουληθείη, ὅπως δυνηθῶσιν ἐλθεῖν πρός τήν ἡμετέραν μονήν καί μάθωμεν τήν ὑγείαν καί τήν εὐτυχίαν αὐτῆς εὐφρανθῶμεν πνευματικῶς ὡς ἡμετέρου νέου κτήτορος καί εὐεργέτου. Καί τό προσκυνητόν σου ὄνομα μετά τῶν λοιπῶν ὧν ὅρισες μνημονεύομεν ἀκαταπαύστως ἐν ἑσπέρᾳ καί πρωΐ καί μεσημβρίᾳ μετά τῶν εὐσεβεστάτων βασιλέων τῶν μακαρίων κτητόρων. Ὁ δέ παντοδύναμος Χριστός ὁ Θεός στηρίξη, αὐξήση καί κρατύνη τήν κραταιάν σου βασιλείαν τήν θεόστεπτον εἰς γήρας βαθύ καί μεγίστην εἰρήνην. Πρεσβείαις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν. αχμη’, Ἰουνίου ιε’. »
Τό ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας ἔφθασε στήν Μόσχα τήν 13η Ὀκτωβρίου 1648 (ἄλλοι θεωροῦν ὡς χρόνο ἐλεύσεως τῆς εἰκόνας στήν Μόσχα τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1648), καί τό ὑποδέχθηκαν στήν Πύλη Νεγκλίναγυα τῶν τειχῶν τῆς ἔσω πόλεως (Κιτάϊ Γκόροντ) τῆς Μόσχας ὁ τσάρος Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς μέ τήν οἰκογένειά του, ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωσήφ περιστοιχούμενος ἀπό τούς ἡγουμένους τῶν Μονῶν τῆς πόλεως, τόν κλῆρο καί τούς μοναχούς, οἱ Ἄρχοντες (Βογυάροι) καί μεγάλο πλῆθος λαοῦ. Ἡ Πύλη αὐτή ὀνομάσθηκε ἀργότερα Βοσκρισένσκαγυα (τῆς Ἀναστάσεως).

Κατά ὑπάρχουσα παράδοση, τήν στιγμή τῆς ὑποδοχῆς τῆς εἰκόνας, ἡ ἀσθενοῦσα πριγκήπισσα ζήτησε νά ἰδῆ τούς γονεῖς της. Καί ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι εἶχαν μεταβῆ γιά νά προϋπαντήσουν τήν εἰκόνα, ἀπόρησε πῶς μπόρεσαν νά κάνουν κάτι τέτοιο χωρίς νά τήν πάρουν μαζί τους. Καί χωρίς τήν βοήθεια κανενός σηκώθηκε ἀπό τήν κλίνη της, ζήτησε νά τήν ντύσουν, περπάτησε καί πῆγε γιά νά προσκυνήση τήν ἁγία εἰκόνα. Ἔτσι, ἡ Θεοτόκος τῶν Ἰβήρων ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς ἀφίξεώς της στήν Μόσχα ἄρχισε νά θαυματουργῆ.

Ἡ ἑλληνική Μονή τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Μόσχα, τό ἀθωνικό Μετόχι στήν καρδιά τῆς Μόσχας

 


Γιά τήν ἱστορία τοῦ ἀντιγράφου τῆς εἰκόνας στήν Ρωσσία ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη, ἡ εἰκόνα ἐναποτέθηκε ἀρχικά στήν Ἑλληνική Μονή τοῦ ἁγίου Νικολάου στήν Μόσχα, πού ἦταν Ἀθωνικό Μετόχι παραχωρηθέν ἀπό τόν τσάρο Ἰβάν Βασίλιεβιτς Δ’, τόν Τρομερό, γιά τίς ἀνάγκες τῶν διερχομένων ἀπό τήν Μόσχα Ἁγιορειτῶν μοναχῶν. Στήν συνέχεια ἡ εἰκόνα τοποθετήθηκε στήν Πύλης τῆς Ἀναστάσεως, στήν εἴσοδο τῆς Ἐρυθρᾶς Πλατείας, καί ἀργότερα, τό 1669, σέ παρεκκλήσιο πού κατασκευάστηκε ἐκεῖ. Τό ἔτος 1934, ὅταν καταστράφηκαν ἀπό τό καθεστώς ἡ Πύλη καί τό παρεκκλήσιο, μεταφέρθηκε στόν ναό τῆς Ἀναστάσεως στήν περιοχή Σοκόλνικυ τῆς Μόσχας. Ἀπό τήν εἰκόνα αὐτή προῆλθαν τά ἀντίγραφα τά ὁποῖα εἶχαν στήν κατοχή τους ἡ τσαρική οἰκογένεια καί ἄλλες οἰκογένειες εὐγενῶν.
Κατά τήν δεύτερη καί πιθανώτερη ἐκδοχή, τό Ἀθωνικό ἀντίγραφο ἀπό τήν Μονή τοῦ ἁγίου Νικολάου μεταφέρθηκε ἀπό τόν Νίκωνα (πού τό 1652 εἶχε γίνει Πατριάρχης Μόσχας) στό Κρεμλίνο, στό τσαρικό ἀνάκτορο, στό ἰδιαίτερο παρεκκλήσιο τῆς τσαρίνας Μαρίας Ἰλύνιτσνα Μιλοσλάβσκαγυα. Τοῦτο ἀναφέρεται στήν διήγηση τοῦ διακόνου Παύλου τοῦ Χαλεπίου πού ἐπισκέφθηκε, μαζί μέ τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, τήν Μόσχα τό 1655-1656. Γιά τό ἀντίγραφο αὐτό κατασκευάσθηκε ἀργότερα μέ δαπάνες τοῦ Πατριάρχη Νίκωνα χρυσό κάλυμμα (πουκάμισο) τό ὁποῖο ἐκάλυπτε ὅλη τήν εἰκόνα, ἐκτός τῶν προσώπων καί τῶν χειρῶν. Σύμφωνα μέ χρονικό τῆς ἐποχής, τήν 15η Μαΐου 1654 ὁ Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς, κατά τόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Πολωνῶν, μετά ἀπό προτροπή τῶν στρατιωτικῶν, ἔφερε μαζί του στό μέτωπο τῆς Βυάζμα τό ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας καί ἔφθασε μέχρι τό Σμολένσκ. Μετά τόν πόλεμο ἡ εἰκόνα τῆς Πορταῒτισσας ἐπέστρεψε στό παρεκκλήσιο τῆς τσαρίνας στό Κρεμλίνο.

Ἡ Μονή Νοβοντέβιτσι στήν Μόσχα, ὅπου βρίσκεται τό πρῶτο ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς Πορταΐτισσας

 


Τό Ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας κληρονόμησε ἡ θυγατέρα τοῦ Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς τσαρίνα Σοφία (1682-1689) ἡ ὁποία καί τό μετέφερε τό ἔτος 1689 στήν Μονή Νοβοντέβιτσι, ὅπου ἐγκλείσθηκε ἀπό τόν ἀδελφό της Μεγάλο Πέτρο. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τόν κύριο κατάλογο τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῶν Ἰβήρων ἀνῆκε στήν Σοφία, ἡ ὁποία τήν 7η Ιουλίου 1704 ἔγινε μοναχή καί ἔλαβε τό ὄνομα Σουσάννα. Μετά τόν θάνατό της, ἡ εἰκόνα τοποθετήθηκε στό Καθολικό τῆς Μονῆς, στόν ναό τῆς Παναγίας τοῦ Σμολένσκ, στόν τοῖχο ἐπάνω ἀπό τόν τάφο της καί ἔκτοτε παρέμεινε στήν Μονή Νοβοντέβιτσι.
Σύμφωνα μέ ἄλλη παράδοση, ὁ ἰδιος ὁ τσάρος Ἀλεξέϊ Μιχαήλοβιτς, γιά λόγους πολιτικοθρησκευτικούς, ἐδώρησε τήν εἰκόνα στήν Μονή Νοβοντέβιτσι τῆς Μόσχας, στήν ὁποία εἶχε φροντίσει νά μεταφερθοῦν γηραιές μοναχές ἀπό τήν γυναικεία Μονή Κουτεΐνσκυ.

Μετά τήν μεταφορά τοῦ Ἀθωνικοῦ ἀντιγράφου τῆς εἰκόνας στό τσαρικό ἀνάκτορο, ὁ Πατριάρχης Νίκων παράγγειλε στήν Ἱ. Μονή τῶν Ἰβήρων τήν κατασκευή καί δεύτερου ἀντιγράφου τῆς εἰκόνας τῆς Πορταῒτισσας, τό ὁποῖο καί παρέλαβε τό ἔτος 1656. Κατά τόν Μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο Μπουλγκάκωφ (1816-1882), τό ἀντίγραφο αὐτό ἔστειλε στόν Νίκωνα ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιος Γ’ (1656-1657). Σύμφωνα μέ ὑπάρχουσα παράδοση, τό ἀντίγραφο αὐτό μεταφέρθηκε τό 1656 στό Βαλντάϊ στήν Μονή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού εἶχε ἱδρύσει ὁ Πατριάρχης Νίκων τό 1655 καί τήν εἶχε ὀνομάσει Μονή τῶν Ἰβήρων. Σ’ αὐτήν μετέφερε μοναχούς ἀπό τήν Λευκορωσσία. Τό δεύτερο αὐτό ἀντίγραφο ἐναποτέθηκε ἀργότερα στόν Καθεδρικό ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στό Κρεμλίνο καί τήν 19η Μαΐου 1669 τοποθετήθηκε σέ ειδικό προσκυνητάρι στήν Πύλη τῆς Ἀναστάσεως. Μέ τήν ἀνακατασκευή τῆς Πύλης τό ἔτος 1680, στό μεταξύ τῶν δύο ἀψίδων της μέρος κατασκευάστηκε ξύλινος ναΐσκος γιά τήν εἰκόνα τῆς Πορταῒτισσας. Ἐκεῖ τοποθετήθηκε τό δεύτερο Ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων πού ἀπό ἐνωρίς ἔγινε ἀντικείμενο πολλῆς εὐλαβείας, λόγῳ τῶν πολλῶν θαυμάτων της. Στόν ἴδιο ναῒσκο ὑπῆρχε καί εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου.

Ὁ ναός τῆς Ἀναστάσεως στό Σοκόλνικι τῆς Μόσχας, ὅπου βρίσκεται τό ἀντίγραφο τοῦ 1656


Τό 1722 μέ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας καταργήθηκαν ὅλα τά παρεκκλήσια τῆς Μόσχας, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων πού, λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης εὐλάβειας τοῦ λαοῦ πρός τήν θαυματουργή εἰκόνα, διατηρήθηκε καί κατέστη ἀπαραβίαστο. Τό 1735 ἡ εἰκόνα καλύφθηκε μέ ἀργυρό ἐπικάλυμμα καί τό ἴδιο ἔτος, σύμφωνα μέ χρονικό τῆς ἐποχῆς, διασώθηκε θαυματουργικά ἀπό τήν καταστροφική πυρκαϊά τῆς Μόσχας. Τό 1738 μεταφράσθηκε ἀπό τά ἑλληνικά στά ἐκκλησιαστικά σλαβωνικά ὁ Παρακλητικός Κανόνας στήν Θεοτόκο τήν Πορταΐτισσα τῶν Ἰβήρων.
Ἡ αὐτοκράτειρα Ἐλισαβέτα Πετρόβνα (1741-1761) δώρησε τό 1758 στήν εἰκόνα χρυσό κάλυμμα, ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ καλλιτέχνη Βασίλη Κούνκιν. Τό 1790, μέ τήν ἀρωγή καί εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας Πλάτωνος Λέβσιν (1775-1812), κατασκευάσθηκε γιά τήν εἰκόνα πλούσια χρυςῆ θήκη μέ στέμμα, διακοσμημένο μέ μαργαριτάρια καί πολύτιμους λίθους, πού πλύθαιναν συνεχῶς ἀπό εὐσεβεῖς δωρεές.
Σύμφωνα μέ παλαιές περιγραφές, μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα ἔκαιαν χρυσές καί ἀργυρές κανδύλες, ἐνῶ ἐτελοῦντο συνεχῶς Παρακλήσεις. Στό παρεκκλήσιο ἐτηροῦντο χειρόγραφα βιβλία στά ὁποῖα κατέγραφαν τά θαύματα τά ὁποῖα ἐγίνοντο μέ τήν μεσιτεία τῆς Πορταῒτισσας. Ὑπῆρχε δέ ἡ συνήθεια ὅταν οἱ τσάροι καί οἱ τσαρίνες τῆς Ρωσσίας ἔφθαναν στήν Μόσχα, πρίν ἀκόμη εἰσέλθουν στό Κρεμλίνο, νά ἐπισκέπτονται τό παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς Ἰβηρίτισσας γιά νά προσκυνήσουν τήν ἁγία εἰκόνα. Σ’ αὐτό, σύμφωνα μέ ἀπογραφή τοῦ ἔτους 1748, ὑπῆρχε καί ἄλλο ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας (ὄχι Ἀθωνικό), οὕτως ὥστε ὅταν ἡ θαυματουργή εἰκόνα μεταφερόταν, σέ ειδικές περιπτώσεις, σέ ναούς ἤ οἰκίες τῆς Μόσχας γιά θεραπεῖες ἤ ὡς εὐλογία, νά ὑπάρχη στό παρεκκλήσιο εἰκόνα τῆς Ἰβηρίτισσας.
Τό 1791, κατόπιν ἐντολῆς τῆς αὐτοκράτειρας Αἰκατερίνης Β’ τῆς Μεγάλης (1762-1796), οἰκοδομήθηκε γιά τήν εἰκόνα πέτρινο παρεκκλήσιο, ἐνῶ ἀργότερα ὁ τσάρος Ἀλέξανδρος Α’ (1801-1825) μερίμνησε γιά τήν διακόσμησή του.
Τό 1812, ὅταν ὁ Ναπολέων ἐπλησίαζε τήν Μόσχα, ἡ εἰκόνα τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων, μαζί μέ τίς θαυματουργές εἰκόνες τῆς Παναγίας τοῦ Βλαντίμιρ (ἀπό τόν Καθεδρικό ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στό Κρεμλίνο) καί τῆς Παναγίας τοῦ Σμολένσκ (ἀπό τό Καθολικό τῆς Μονῆς Νοβοντέβιτσι), δηλαδή οἱ πιό εὐλαβούμενες εἰκόνες τῆς Μόσχας, μεταφέρθηκαν μεσάνυχτα ἀπό τόν Βοηθό Ἐπίσκοπο τῆς Μητροπόλεως Μόσχας Αὐγουστῖνο πρῶτα στό Βλαντίμιρ καί κατόπιν στό Μούρομ, ὅπου παρέμειναν ἀπό τήν 2α ἕως τήν 27η Σεπτεμβρίου. Μετά τήν ἀποχώρηση τῶν στρατευμάτων τοῦ Ναπολέοντα καί τήν ἐξομάλυνση τῆς καταστάσεως, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων μετεφέρθη τήν 10η Νοεμβρίου 1812 στήν Μόσχα καί τοποθετήθηκε μέ λιτανεία στήν θέση της, στό παρεκκλήσιό της στήν Πύλη τῆς Ἀναστάσεως.
Δέν ἀναφέρεται πουθενά τί συνέβη τότε μέ τό πρῶτο Ἀθωνικό ἀντίγραφο πού ὑπῆρχε στόν τάφο τῆς τσαρίνας Σοφίας στήν Μονή Νοβοντέβιτσι. Ἴσως τότε ἡ εἰκόνα τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Πορταῒτισσας νά ἐθεωρεῖτο πιό σημαντική, ἐπειδή ἦταν πολύ δημοφιλής και περισσότερο γνωστή. Πολύ πιθανόν ὅμως νά φυλάχθηκε μαζί μέ τά πολυτιμα ἀντικείμενα τῆς Μονῆς.
Τό 1929 ἡ σοβιετική κυβέρνηση ἀπαγόρευσε τήν λειτουργία τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων, τό ὁποῖο κατεδαφίσθηκε τό 1934 μαζί μέ τήν Πύλη τῆς Ἀναστάσεως. Ἔκτοτε, ἡ κατάληξη τοῦ δεύτερου Ἀθωνικοῦ ἀντιγράφου τῆς εἰκόνας εἶναι ἀβέβαιη. Κατά πάσαν πιθανότητα, ἡ εἰκόνα τῆς Πορταῒτισσας πού βρίσκεται σήμερα στόν ναό τῆς Ἀναστάσεως στήν περιοχή Σοκόλνικυ τῆς Μόσχας, θεωρούμενο μέχρι πρό τινος ὡς τό πρῶτο ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας, εἶναι τό δεύτερο ἀντίγραφο πού παράγγειλε ὁ Πατριάρχης Νίκων τό 1656 καί εἶχε τοποθετηθῆ στό παρεκκλήσιο τῆς Πύλης τῆς Ἀναστάσεως.
Μέ βάση τά δύο Ἀθωνικά ἀντίγραφα τῆς Πορταῒτισσας ἔγιναν πολλές εἰκόνες, μερικές ἀπό τίς ὁποῖες θεωροῦνται θαυματουργές. Μεταξύ αὐτῶν, σπουδαιότερο εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Νίζνι-Νόβγκοροντ πού ἱστόρησε ὁ περίφημος Ρῶσσος ἁγιογράφος Σίμων Οὐσακώφ τό 1672. Στό Κισινιώφ τῆς Μολδαβίας ὑπάρχει, ἐπίσης, καί ἄλλο Ἀθωνικό ἀντίγραφο πού ἱστορήθηκε τό 1852 ἀπό τούς ἁγιορεῖτες ἱεροδιακόνους Γεννάδιο καί Γρηγόριο
Τό πρῶτο Ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων (τοῦ 1648) βρίσκεται στήν Μονή Νοβοντέβιτσι τῆς Μόσχας, στό Μουσεῖο τῆς ὁποίας καί ἐκτίθεται ἀπό τό 1972. Ἡ εἰκόνα φέρει στήν κορυφή καί μεταξύ δύο ἀγγέλων τήν ἐπιγραφή «Ἡ Πορταΐτισσα τῶν Ἰβήρων», ἀριστερά τῆς Θεοτόκου τήν ἔνδειξη «Ἡ Ἐλεοῦσα» καί στό κάτω μέρος ἐπιγραφή μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγιογράφου Ἰαμβλίχου καί τήν ἡμερομηνία «ζρνς’» (7156 -ἀπό κτίσεως κόσμου) καί ἄλλη μέ τό ὄνομα τοῦ «ἱερομονάχου Παχωμίου Ἀρχιμανδρίτου τῶν Ἰβήρων» καί τήν ἡμερομηνία «αχμη’» (1648). Ἡ εἰκόνα εἶναι ἀκριβές ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Πορταῒτισσας ὅσον ἀφορᾶ στό σχῆμα, στίς διαστάσεις, στήν μορφή, καθώς καί στά πρόσωπα τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δέ πιθανόν ὁ Ἰάμβλιχος, ἐπειδή ἡ εἰκόνα ἦταν καλυμμένη μέ τό ἀργυρόχρυσο Ἰβηρικό πουκάμισο (τῶν ἀρχῶν τοῦ 15ου αἰῶνα), νά ἀντέγραψε τά πρόσωπα, νά ζωγράφισε τά ἐνδύματα καί τό μαφόριο (πέπλο) τῆς Θεοτόκου σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατοῦσα Ὀρθόδοξη παράδοση, ἑνῶ τά φωτοστέφανα καί τό πλαίσιο μέ δική του ἐλεύθερη σύνθεση ἤ κατ’ ἀπομίμηση τῆς διακοσμήσεως τοῦ καλύμματος τῆς εἰκόνας.
Ἐπειδή τόσο στήν εἰκόνα ὅσο καί στίς δύο ἐπιστολές τοῦ Παχωμίου τοῦ 1648 μνημονεύεται τό γένος τοῦ Ἰαμβλίχου, «τοῦ κυρ Ρωμανοῦ», κάτι πού δέν συμβαίνει γιά τούς ἄλλους ἀναφερόμενους μοναχούς, τοῦτο θά πρέπει νά ἀποτελῆ ἔνδειξη ὅτι τέθηκε σκοπίμως γιά νά δείξη ὅτι ὑπῆρχε στενή συγγενική σχέση αὐτοῦ μέ τήν ἄρχουσα στήν Ρωσσία δυναστεία τῶν Ρωμάνωφ. Τήν ἄποψη αὐτή υἱοθετούν καί οἱ Ρῶσσοι μελετητές, ἀναφερόμενοι σ’ αὐτόν ὡς Ἰάμβλιχο Ρωμάνωφ, κάτι ἄλλωστε πού βεβαιώνεται καί ἀπό τήν ὑπάρχουσα στήν εἰκόνα σχετική ἐπιγραφή τοῦ ἴδιου τοῦ ἁγιογράφου: «Ἰάμβλιχος γράψαιτο τήνδε (εἰκόνα), σύνγονος τοῦ Ρωμανοῦ ὤν, (εἰς) τά Ἰβήρων κελλία – ἔτους ζρνς΄».
Θά πρέπει νά σημειωθῆ, πάντως, ὅτι τά δύο ἀντίγραφα, πού ἐστάλησαν στήν Ρωσσία τό 1648 καί τό 1656, παρουσιάζουν μεγάλη ὁμοιότητα˙ καί στά δύο τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι στραμμένο πρός τήν Θεοτόκο, ἐνῶ στό πρωτότυπο εἶναι λίγο στραμμένο πρός τά ἐμπρός. Τοῦτο πιθανόν νά σημαίνη ὅτι καί τά δύο παλαιά ἀντίγραφα, παρά τίς ἐπί μέρους διαφορές τους, εἶναι ἱστορημένα ἀπό τόν ἴδιο ἁγιογράφο ἤ εἶχαν ὡς πρότυπο ἀντίγραφο τοῦ πρωτότυπου τῆς εἰκόνας τῆς Πορταῒτισσας.

Ἡ νέα Πύλη τῆς ἀναστάσεως στή Μόσχα μέ τό παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων στό  μέσον

 

Μετά τήν ἀνέγερση τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων στήν οἰκοδομηθεῖσα ἐκ νέου Πύλη τῆς Ἀναστάσεως (1994) στήν Ἐρυθρά Πλατεία τῆς Μόσχας, ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος Β’, ἐπειδή δέν εἶχε ἀκόμη τότε ταυτισθῆ ἡ εἰκόνα πού βρίσκεται στήν Μονή Νοβοντέβιτσι μέ τό πρῶτο Ἀθωνικό ἀντίγραφο τῆς Πορταῒτισσας, κάτι πού ἔγινε μετά τόν νεώτερο καθαρισμό της, παράγγειλε στόν τότε ἡγούμενο τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων Ἀρχιμανδρίτη π. Βασίλειο (Γοντικάκη) τήν κατασκευή νέου ἀντιγράφου τῆς εἰκόνας γιά τό παρεκκλήσιο αὐτό. Τό νέο θαυμάσιο ἀντίγραφο τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας, ἀποκαλούμενο «νεο-Ἰβηρίτισσα», ἔργο τοῦ ἁγιογράφου ἱερομονάχου Λουκᾶ Ξενοφωντινοῦ, δωρήθηκε ἀπό τήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων στήν Ρωσσική Ἐκκλησία. Εἶχα τήν εὐλογία νά μοῦ δείξη ὁ π. Λουκᾶς καί νά προσκυνήσω τό ἀντίγραφο αὐτό κατά τήν ἐπίσκεψή μου στήν Μονή Ξενοφῶντος, λίγες ἡμέρες πρίν μεταφερθῆ στήν Μόσχα.
Τήν 25η Ὀκτωβρίου 1995 τό ἀντίγραφο τῆς Πορταῒτισσας μεταφέρθηκε μέ ἑλληνικό στρατιωτικό ἀεροσκάφος στήν Μόσχα, μέ τήν συνοδεία 12 Ἰβηριτῶν μοναχῶν, ἔχοντας ἐπί κεφαλῆς τόν ἡγούμενό της π. Βασίλειο. Στό ἀεροδρόμιο ὑποδέχθηκαν τήν εἰκόνα ὁ Πατριάρχης Μόσχας, Ἀρχιερεῖς, κληρικοί καί πλῆθος πιστῶν, παρουσίᾳ τιμητικοῦ στρατιωτικοῦ ἀγήματος. Ἀπό ἐκεῖ μεταφέρθηκε στόν Πατριαρχικό ναό τῶν Θεοφανείων, ὅπου ἐψἀλει ὁ Παρακλητικός Κανόνας καί ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τήν ἑπομένη ἡμέρα, 26η Ὀκτωβρίου (13η Ὀκτωβρίου μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο) –ἴδια ἡμερομηνία κατά τήν ὁποίαν ἔφθασε στήν Μόσχα τό πρῶτο ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Πορταῒτισσας τό 1648-- διά τῆς ὁδοῦ Νικόλσκυ (ὅπου βρισκόταν ἡ Μονή τοῦ ἁγίου Νικολάου, Μετόχι τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων) μέ λιτανεία μεταφέρθηκε στόν νεοανεγερθέντα ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, στήν Ἐρυθρά Πλατεία, στόν ὁποῖον τελέσθηκε Πατριαρχική Θεία Λειτουργία. Κατόπιν ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε πανηγυρικά καί ἐναποτέθηκε στό παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων στήν Πύλη τῆς Ἀναστάσεως, παρουσίᾳ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν (Δημάρχου Μόσχας, κ.ἄ.) καί πλήθους κόσμου.
Τό παρεκκλήσιο παραμένει ἀνοικτό καθ᾿ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας καί πλῆθος Ρώσσων πιστῶν προσέρχονται συνεχῶς γιά νά προσκυνήσουν καἰ νά προσευχηθοῦν μπροστά στήν ἅγία εἰκόνα τῆς Πορταῒτισσας.
Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῶν Ἰβήρων ἑορτάζεται ἀπό τήν Ρωσσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τρείς φορές τόν χρόνο: τήν 12η Φεβρουαρίου (ἡμέρα πού σύμφωνα μέ τήν παράδοση ἡ εἰκόνα ἔφθασε στἠν Μονή Ἰβήρων), τήν Τρίτη τῆς ἑβδομάδος τῆς Διακαινησίμου (ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται εἰς τό Ἅγιον Ὄρος) καί τήν 13η Ὀκτωβρίου (ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἔφθασε στήν Μόσχα τό πρῶτο ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας).


1.  Πρίγκηπα.
2.  365.
3.  15η Ἰουνίου 1648.

* * *

Πηγές

1) «Слава Пресвятыя Владычицы нашея Богородицы и Присно-девы Марии, открывшаяся въ явленияхъ чудотворныхъ ея иконъ въ России» (Η Δόξα της Υπεραγίας Κυρίας ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, αποκαλυφθείσα σε θαυμαστά περιστατικά των εικόνων της στην Ρωσσία), (Μόσχα, έκδ. 2α, 1853).
2) Αρχιμ. Σεργίου: «Η Αγία και Θαυματουργός Εικόνα της Θεοτόκου των Ιβήρων» (Iverskaya svyataya i chudotvornaya ikona Bogomateri)(Mόσχα, 1879).
3) Μητροπολίτου Μακαρίου (Bulgakov): «Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας» (Istoriya Russkoi tserkvi), τόμος 12.
4) Okorokov, V.: «Οδηγός της Μόσχας» (Putevoditel po Moskve), μέρος 2ο.
5) Μοναχού Μάξιμου Ν. Ιβηρίτου: Ιστορικά σημειώματα. Περί του εις Μόσχαν μεταφερθέντος νέου Αντιγράφου της θαυματουργού εικόνος της Παναγίας της Πορταϊτίσσης, κατά ημερομηνία 13/26 Οκτωβρίου 1995 («Πρωτάτον», περ. Β’, αριθ. 62 – Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1996).

 

 

Ἀνδρέας Στ. Χελιώτης, Δρ. Θ.
 

Η μοναδική Θ. Λειτουργία του Πάσχα του 1945 στο Νταχάου!

 

6 Μαΐου 2016

 

(6 Μαΐου – Ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος)

 

 

Κάθε πασχαλινή Θεία Λειτουργία είναι αναμφισβήτητα μοναδική. Αυτή όμως που τελέστηκε το 1945 στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, είναι ξεχωριστή στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή τους από τον στρατό των ΗΠΑ στις 29 Απριλίου 1945, εκατοντάδες Ορθόδοξοι Χριστιανοί κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν μιαν αλλιώτικη Ανάσταση.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου ξεκίνησε να λειτουργεί το 1933 σε ένα πρώην εργοστάσιο πυρίτιδας. Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του Αδόλφου Χίτλερ, ο οποίος είχε γίνει καγκελάριος την ίδια χρονιά. Κατά τη διάρκεια των 12 χρόνων ύπαρξης του στρατοπέδου, πάνω από 200.000 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν εκεί. Στην πλειοψηφία τους ήταν χριστιανοί όλων των Ομολογιών, τόσο κληρικοί όσο και λαϊκοί.

Ο Χριστός ανοίγει τις πύλες ενός επίγειου Άδξ καί οδηγεί τους κρατούμενους στην ελευθερία.

Ο Χριστός ανοίγει τις πύλες ενός επίγειου Άδη και οδηγεί τους κρατούμενους στην ελευθερία.

Εικόνα από το Ρωσικό Παρεκκλήσι του Νταχάου.

 

Αμέτρητοι κρατούμενοι πέθαναν στο στρατόπεδο, ενώ εκατοντάδες αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στα απάνθρωπα ιατρικά πειράματα που διεξάγονταν από τον Δρ Σίγκμουντ Ράσερ. Στο μεταξύ, χιλιάδες κρατούμενοι από διαφορετικά στρατόπεδα είχαν σταλεί στιβαγμένοι σε σιδηροδρομικές αποστολές. Η συντριπτική πλειονότητα από αυτούς πέθαναν με φρικτό θάνατο από πείνα, αφυδάτωση και την έκθεση σε ασθένειες.

Όταν οι κρατούμενοι έφτασαν στο στρατόπεδο ξυλοκοπούνταν βάναυσα, κουρεύονταν και όλα τους τα προσωπικά αντικείμενα παίρνονταν από τους φρουρούς. Η ζωή τους βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος των φυλάκων τους, καθώς μπορούσαν να τους σκοτώσουν κάθε φορά που νόμιζαν ότι θα έπρεπε. Οι τιμωρίες για διάφορες παραβάσεις τούς περίμεναν κάθε στιγμή της διαβίωσής τους εκεί και περιλάμβαναν κρέμασμα σε γάντζους για ώρες, σε αρκετό ύψος, ώστε τα πόδια τους να μην αγγίζουν το έδαφος, χτυπήματα, μαστίγωμα και απομόνωση για μέρες σε δωμάτια απίστευτα μικρά.

 

Η μακάβρια επιγραφή της πύλης του στρατοπέδου: Η Εργασία Απελευθερώνει

 

Οι εξευτελισμοί των κρατουμένων έφτασαν στο τέλος τους την άνοιξη του 1945, στις 29 Απριλίου. Οι μαρτυρίες των στρατιωτών είναι συγκλονιστικές:

«… όταν μπήκαμε, αντίκρισα το πιο φρικτό θέαμα που έχουν δει ποτέ τα μάτια μου. Αυτοκίνητα φορτωμένα με πτώματα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν γυμνοί και δεν είχαν άλλο παρά δέρμα και οστά. Τα πόδια και τα χέρια τους είχαν μόνο μερικές ίντσες περίμετρο, χωρίς καθόλου γλουτούς. Πολλοί από τους νεκρούς είχαν τρύπες από σφαίρες στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους» (Επιστολή του G.I. William Cowling).

«Αρκετές εκατοντάδες μέτρα μετά από την κεντρική πύλη, συναντήσαμε την περίφραξη του χώρου συγκέντρωσης. Μπροστά μας, και πίσω από ένα ηλεκτροφόρο, αγκαθωτό συρματόπλεγμα, στάθηκε μια μάζα ενός πλήθους που επευφημούσε, από μισότρελους άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που χοροπηδούσαν και φώναζαν από ευτυχία, οι απελευθερωτές είχαν έρθει! Ο θόρυβος ήταν πέρα ​​από κάθε κατανόηση! Κάθε άτομο (ήταν πάνω από 32.000 συνολικά), ο οποίος θα μπορούσε να αρθρώσει έναν ήχο, ούρλιαζε από χαρά. Οι καρδιές μας έκλαψαν όπως βλέπαμε τα δάκρυα της ευτυχίας να πέφτουν από τα μάγουλά τους» (Walter Fellenz).

Ο κρατούμενος Gleb Rahr από τη Λετονία, μέλος αντιναζιστικής και αντιμπολσεβικικής οργάνωσης, ο οποίος μεταφέρθηκε στο Νταχάου λίγες μέρες πριν και μετά τον πόλεμο θα διδάξει Ρωσική Ιστορία στο Μέριλαντ (κοιμήθηκε το 2006), δίνει μια άλλου είδους μαρτυρία:

«… Φυσικά, είχα διαρκώς επίγνωση του γεγονότος ότι αυτά τα βαρυσήμαντα γεγονότα εκτυλίσσονταν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Αλλά πώς θα μπορούσαμε να το ζήσουμε, έξω από τις σιωπηλές, ατομικές προσευχές μας; Ένας συγκρατούμενος και επικεφαλής διερμηνέας της Διεθνούς Επιτροπής των Αιχμαλώτων, ο Μπόρις Φ., με επισκέφθηκε στη μολυσμένη από τύφο μονάδα μου,το «Μπλοκ 27» -για να με ενημερώσει ότι ήταν σε εξέλιξη προσπάθειες, σε συνεννόηση με Εθνικές Επιτροπές Αιχμαλώτων από τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, για να πραγματοποιηθεί Ορθόδοξη Θ. Λειτουργία για την ημέρα του Πάσχα, 6 Μαΐου.

Υπήρχαν ορθόδοξοι ιερείς, διάκονοι και μια ομάδα μοναχών από το Άγιο Όρος μεταξύ των κρατουμένων. Αλλά δεν υπήρχαν άμφια, καθόλου βιβλία, ούτε εικόνες, κεριά, πρόσφορα ή κρασί. . . . Οι προσπάθειες για να τα βρούμε αυτά από τη ρωσική εκκλησία στο Μόναχο απέτυχαν, καθώς οι Αμερικανοί απλά δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν κανέναν από αυτή την ενορία στην κατεστραμμένη πόλη. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα από τα προβλήματα θα μπορούσαν να επιλυθούν. Οι περίπου τετρακόσιοι καθολικοί ιερείς που κρατούνταν στο Νταχάου είχαν την άδεια να παραμείνουν μαζί σε ένα στρατώνα και να τελούν τη Θ. Λειτουργία κάθε πρωί πριν ξεκινήσει η δουλειά. Έτσι, μας πρόσφεραν στους Ορθόδοξους τη χρήση της αίθουσας προσευχής τους στο «Μπλοκ 26», η οποία ήταν ακριβώς απέναντι στο δρόμο από το δικό μου «Μπλοκ».

Το εκκλησάκι ήταν γυμνό, εκτός από ένα ξύλινο τραπέζι και μια εικόνα της Παναγίας Czenstochowa που κρεμόταν στον τοίχο πάνω από το τραπέζι, μια εικόνα που προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη και αργότερα ήρθε στο Belz στη Γαλικία, όπου στη συνέχεια την πήρε από τους Ορθόδοξους ένας Πολωνός βασιλιάς. Όταν ο ρωσικός στρατός έδιωξε τα στρατεύματα του Ναπολέοντα από την Czenstochowa, ο ηγούμενος της Μονής Czenstochowa έδωσε ένα αντίγραφο της εικόνας στον Τσάρο Αλέξανδρο Α’, ο οποίος το τοποθέτησε στον καθεδρικό ναό Καζάν στην Αγία Πετρούπολη, όπου ετιμάτο μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους.

Η λεγόμενη Μαύρη Παναγία της Τσεστόνκοβα. Κατά την παράδοση βγήκε από τα χέρια του Ευαγγελιστή Λουκά. Θεωρείται θαυματουργή και είναι εθνικό κειμήλιο της Πολωνίας. Ο Πολωνός βασιλιάς Βλαδισλάβος την παρέλαβε από τους Ανδεγαυούς και την αφιέρωσε στο Παυλιανό μοναστήρι της Jasna Gora.

 

Μια δημιουργική λύση στο πρόβλημα των αμφίων βρέθηκε επίσης. Από το νοσοκομείο της πρώην SS-φρουράς μας πήραμε καινούρια λινά υφάσματα. Όταν ράψαμε μεταξύ τους κατά μήκος δύο πετσέτες, σχηματίστηκε ένα πετραχήλι και όταν ράφτηκαν στα άκρα τους προέκυψε ένα Οράριο. Οι κόκκινοι σταυροί που προορίζονταν αρχικά για να φορεθούν από το ιατρικό προσωπικό των φρουρών SS, τέθηκαν στις πετσέτες-άμφια.

Την Κυριακή του Πάσχα, 6 Μαΐου (23 Απριλίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) -που συνέπεσε με την εορτή του Αγίου Γεωργίου- Σέρβοι, Έλληνες και Ρώσοι συγκεντρώθηκαν στο στρατώνα των καθολικών ιερέων, λοιπόν. Παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι ήταν περίπου το 40% των κρατουμένων στο Νταχάου, λίγοι μόνο κατάφεραν να παρευρεθούν στη Θ. Λειτουργία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή «αξιωματικοί επαναπατρισμού» των ειδικών μονάδων SMERSH είχε φτάσει στο Νταχάου από τα αμερικανικά στρατιωτικά αεροπλάνα, και άρχισαν τη διαδικασία ανέγερσης νέων γραμμών του συρματοπλέγματος με σκοπό την απομόνωση των σοβιετικών πολιτών από τους υπόλοιπους κρατούμενους, ως ένα πρώτο βήμα στην προετοιμασία τους για τον ενδεχόμενο αναγκαστικό επαναπατρισμό τους.

Σε ολόκληρη την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπήρξε πιθανώς ποτέ μια Λειτουργία του Πάσχα, όπως αυτή στο Νταχάου το 1945. Έλληνες και Σέρβοι ιερείς μαζί με ένα Σέρβο διάκονο, που φορούσαν τα αυτοσχέδια «άμφια» πάνω από τις ριγέ μπλε και γκρι στολές κρατουμένων. Στη συνέχεια, άρχισαν να ψάλλουν, εναλλάξ από τα ελληνικά στα σλαβικά, και στη συνέχεια πάλι πίσω στα ελληνικά. Ο κανόνας του Πάσχα, τα Πασχάλια στιχηρά ψάλθηκαν όλα από μνήμης! Το Ευαγγέλιο «Εν αρχή ήν ο Λόγος» επίσης από μνήμης…

Και τέλος, η Ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, επίσης από μνήμης. Ένας νεαρός Έλληνας μοναχός από το Άγιο Όρος στάθηκε μπροστά μας και απήγγειλε με τέτοιο πυρετικό ενθουσιασμό που ποτέ δεν θα τον ξεχάσω όσο ζω. Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος φάνηκε να μιλάει μέσα από αυτόν για εμάς και για τον υπόλοιπο κόσμο! Δεκαοκτώ Ορθόδοξοι ιερείς και ένας διάκονος -περισσότεροι από τους οποίους ήταν Σέρβοι συμμετείχαν σε αυτή την αξέχαστη Λειτουργία. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος που τον είχαν κατεβάσει από τη στέγη ενός σπιτιού και τον τοποθέτησαν μπροστά στα πόδια του Χριστού, έτσι και ο Έλληνας Αρχιμανδρίτης Μελέτιος διακομίστηκε σε ένα φορείο μέσα στο παρεκκλήσι, όπου παρέμεινε προσευχόμενος κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας«.

Παρόντες ήταν ο (άγιος πλέον) Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο οποίος μεταφέρθηκε από το Νταχάου το Δεκέμβριο του 1944, και ο Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης Διονύσιος, ο οποίος μετά τον πόλεμο έγινε Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών στην Ελλάδα.

Ο π. Διονύσιος είχε συλληφθεί το 1942 επειδή έκρυψε και φρόντισε Άγγλους αξιωματικούς και στρατιώτες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τους Ναζί. Βασανίστηκε για να μην αποκαλύψει τα ονόματα όσων εμπλέκονταν στην αρωγή στρατιωτών των συμμαχικών δυνάμεων και στη συνέχεια φυλακίστηκε για δεκαοχτώ μήνες στη Θεσσαλονίκη, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, πριν μεταφερθεί στο Νταχάου. Στη Θεσσαλονίκη του δόθηκε χάρη, αλλά την απέρριψε. Κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων στο Νταχάου, βίωσε τη ναζιστική θηριωδία και υπέφερε πολύ. Τις πολλές οδυνηρές εμπειρίες του τις κατέγραψε αργότερα στα βιβλία του. Μεταξύ αυτών ήταν τακτικές πορείες στο εκτελεστικό απόσπασμα, όπου θα γλίτωνε την τελευταία στιγμή, εξευτελισμοί, και στη συνέχεια επιστροφή στην εξαθλίωση του μπλοκ των κρατουμένων. Μάλιστα, ο προσωπικός του γιατρός διηγείται ότι είχε στο σώμα του μια μακρά ουλή από πυρωμένο σίδερο.

Μετά την απελευθέρωση, ο π. Διονύσιος βοήθησε τους Συμμάχους να μετεγκαταστήσουν πρώην κρατουμένους του Νταχάου και να φέρει κάποια ομαλότητα στη ρημαγμένη ζωή τους. Πριν από το θάνατό του, επισκέφθηκε το Νταχάου από την Ελλάδα και τέλεσε την πρώτη Ορθόδοξη Λειτουργία εκεί σε περίοδο ειρήνης. Γράφοντας το 1949, ο π. Διονύσιος θυμήθηκε το Πάσχα του 1945 με τα εξής λόγια:

«…Στην ύπαιθρο, πίσω από την παράγκα, οι Ορθόδοξοι Έλληνες και Σέρβοι είχαν συγκεντρωθεί. Στο κέντρο, οι δύο ιερείς, ο Σέρβος και ο Ἐλληνας. Δεν φορούν χρυσά άμφια. Δεν έχουν ακόμη ράσα. Δεν έχουν κεριά ούτε λειτουργικά βιβλία στα χέρια τους. Αλλά τώρα δεν χρειάζονται εξωτερικά, υλικά φώτα για να υμνήσουν τη χαρά. Οι ψυχές όλων είναι φλεγόμενες, κολυμπούν στο φως.

Ευλογημένος είναι ο Θεός μας. Η μικρή, χαρτόδετη Καινή Διαθήκη μου έχει έρθει στη δόξα της. Ψάλλουμε το «Χριστός Ανέστη» πολλές φορές, και η ηχώ του αντηχεί παντού και αγιάζει το μέρος.

Η Γερμανία του Χίτλερ, το τραγικό σύμβολο ενός κόσμου χωρίς Χριστό, δεν υπάρχει πια. Και ο ύμνος της ζωής της πίστης ανεβαίνει από όλες τις ψυχές, είναι η ζωή που προχωρά από τον καταπράσινο λόφο του Stein με πλεύση προς τον Εσταυρωμένο ».

Στις 29 Απριλίου 1995, στην πεντηκοστή επέτειο από την απελευθέρωση του Νταχάου εγκαινιάστηκε το Ρωσικό Ορθόδοξο παρεκκλήσι των κεκοιμημένων του Νταχάου. Αφιερωμένο στην Ανάσταση του Χριστού, το παρεκκλήσι περιέχει μια εικόνα με αγγέλους που ανοίγουν τις πύλες του στρατοπέδου συγκέντρωσης και ο Ίδιος ο Χριστός οδηγεί τους κρατούμενους προς την ελευθερία.

Η απλή ξύλινη και κωνική αρχιτεκτονική του παρεκκλησίου είναι αντιπροσωπευτική των παραδοσιακών κοιμητηριακών εξωκκλησίων του ρωσικού Βορρά. Τα τμήματα του παρεκκλησίου κατασκευάστηκαν από έμπειρους τεχνίτες στην περιοχή Βλαντιμίρ της Ρωσίας, και συναρμολογήθηκαν στο Νταχάου από τους βετεράνους της Δυτικής Ομάδας των ρωσικών δυνάμεων λίγο πριν από την αναχώρησή τους από τη Γερμανία το 1994. Οι ιερείς που συμμετείχαν στο 1945 στην πασχαλινή Θ. Λειτουργία μνημονεύονται σε κάθε Θ. Λειτουργία που πραγματοποιείται στο παρεκκλήσι, μαζί με όλους τους Ορθόδοξους χριστιανούς που έχασαν τη ζωή τους «σε αυτό το μέρος, ή σε άλλο τόπο βασανιστηρίων».

 

Πηγές:

Douglas Cramer, «Dachau 1945: The Souls of All Are Aflame», AGAIN 26, 1 (Ιαν.-Μάρ. 2004).

«Ο Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος Χαραλάμπους», www.pemptousia.gr

Brigitta Schrade, «ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ. Η Ορθόδοξη τέχνη ως μεσάζων στη Δυτική Κοινωνία», Πνευματική Διακονία 8, σ. 58

 

Ὁδοιπορία στ’ Ἀθωνικά τά μονοπάτια…

 

 

 

Σχέδιο γιά μιά θεραπευτική περιήγηση

 

Στόν σεβαστό Γέροντα π. Δοσίθεο,
ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Τατάρνης

 

Ὅταν ἐπισκεφθεῖς τό ἅγιον Ὄρος, ἀγαπητέ προσκυνητή, προσπάθησε νά συμμαζέψεις κατά πρῶτον τόν νοῦ σου, ὅσο μπορεῖς βέβαια, παραβλέποντας ἀταξίες* καί ἐπιζητώντας εὐκαιρίες, πού θά σοῦ προσφέρουν θεοφιλῆ βιώματα, πόθο κατανύξεως καί, φυσικά, ἐκείνη τή χαρισματική εὐγένεια καί καλωσύνη, τήν ὁποία δέ συναντᾶς στόν κόσμο.
    Ἄν καί στό Ὄρος αὐξήθηκαν τά τροχοφόρα, ἄν καί οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν γρήγορα ἀπό τό ἕνα μοναστήρι στό ἄλλο, καλό εἶναι νά μήν ἐπιδιώξεις τέτοιου εἴδους «περιήγηση». Γιατί κάτι τέτοιο περικλείει μέσα σέ ὅλα καί τό ἁμάρτημα τῆς περιεργείας, κάτι πού πολύ εὔστοχα ἐπιτιμοῦν οἱ Πατέρες· ἄλλωστε, ἡ περιέργεια, ἐκεῖνο δηλαδή τό «νά δοῦμε τό ἕνα καί νά προλάβουμε τό ἄλλο», δημιουργεῖ πολλά ἐσωτερικά κενά. Καί στό Ὄρος πᾶς ν’ ἀναθάλλεις πνευματικά, ἐκτός ἄν ἐπιθυμεῖς «θρησκευτικό» τουρισμό, μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ψυχαγωγία –ἡ λέξη γράφεται μέ τήν κοσμική της ἔννοια, ὄχι τήν κυριολεκτική- ὁπότε καί ζεῖς μιάν ἀκόμη ἀποτυχία. Γι’ αὐτό, ἄν ἐπιθυμεῖς νά ζήσεις μέσα στό ἱερό θάμβος πού ἀκτινοβολεῖ ἡ εἰκοσιτετράωρη δοξολογική πορεία τῶν πατέρων μιᾶς Μονῆς ἤ κι ἑνός ἁπλοῦ Κελλίου, καλό εἶναι νά μείνεις κάπου, νά σταθεῖς ἐκεῖ μέ διάκριση καί ταπεινό φρόνημα, ἀκολουθώντας τόν δρόμο πού σοῦ δείχνουν οἱ Πατέρες κι ὁ Θεός, ὥστε νά ξαποστάσεις πραγματικά.
    Αὐτά τά λίγα, φίλε ἀναγνώστη μου, τά ἔγραψα, γιά νά εἰσέλθω στό θέμα μου πού εἶναι ἡ ὁδοιπορία στά παλιά κι εὐλογημένα δρομάκια καί μονοπάτια τοῦ Ὄρους.


   Καλό λοιπόν εἶναι, ἀγαπητέ προσκυνητή, ὅταν βρεθεῖς στόν Ἅγιο ἐκεῖνο τόπο, ἄν εἶναι ἀκμαῖες οἱ δυνάμεις σου νά τίς ἀξιοποιήσεις γιά δική σου, κατά πρῶτον, ὠφέλεια. Δηλαδή, κάποιες ὧρες τῆς ἡμέρας, πρωϊνές ἤ ἀπόβραδες, νά ἐξέλθεις τῆς Μονῆς καί νά προσπαθήσεις, «κατά μόνας», νά περπατήσεις στά πανάρχαια ἐκεῖνα μονοπάτια καί καλντερίμια -ὅσα δυστυχῶς ἀπόμειναν- γιά νά βεβαιωθεῖς πόσο ψυχωφελής εἶναι αὐτή σου ἡ ἄσκηση. Γιατί, περπατώντας πάνω σ’ ἐκεῖνες τίς πέτρες, πού γυαλοκοποῦν ἀπό τά μυριοβαδίσματα τῶν παλαιῶν Γερόντων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ὁδοιποροῦντες, εἴτε πάνω στά ταπεινά καί ὑπομονετικά ὑποζύγιά τους, μέ κάθε καιρό, ἄφησαν τή σφραγίδα τους, πού δεν εἶναι ἄλλη ἀπό τή μονολόγιστη εὐχή, κάποια εὐλογία θά λάβεις. Καί τοῦτο, ἐπειδή σ’ αὐτά τά μονοπάτια ἔχει ἀποταμιευτεῖ ἕνα μεγάλο κομμάτι τῆς ζωῆς τῶν παλαιῶν ἐκείνων πατέρων. Ὑπάρχουν χωνεμένα δάκρυα προσευχῆς, ἱδρῶτες ὑπακοῆς καί ἔγκοπου ἀσκητικοῦ ἀγῶνος σ’ αὐτά τά δρομάκια· κι ἀκόμη περισσότερο σέ κάποια λιθάρια πού στέκονται ἐδῶ κι ἐκεῖ στις ἄκρες τῶν δρόμων αὐτῶν. Ἐκεῖ, λοιπόν, πού ξαπόσταιναν ἐκεῖνοι οἱ Γεροντάδες, πόσες προσευχές, ὡς μικρά σύννεφα νοητοῦ θυμιάματος, δέν ἀνέβηκαν ἀπό τά θυμιατήρια τῶν ἀγίων τους ψυχῶν· προσευχές προς τήν Παναγία Τριάδα καί τήν Ἔφορο τοῦ Ὄρους, τήν Κυρία Θεοτόκο καί τους Ἁγίους!


   Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτέ κανένας μας ἄν, ἀπό τό καλντερίμι πού ὁδοοιποροῦμε, πέρασε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ἐκεῖνο τό παλευλαβέστατο πρός τήν Παναγία «Φώτισόν μου τό σκότος»· ἤ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, κι οἱ ὅποιοι ἄλλοι πατέρες, τῶν ὁποίων τήν ἁγιότητα δέν βεβαίωσαν οἱ ἄνθρωποι μά ὁ ἴδιος ὁ Θεός;
    Γι’ αὐτό, πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι ἀπό τούς ὁδοιποροῦντες, πού ἄν καί βρίσκονται μακρυά ἀπό Μονές, σκῆτες ἤ Καλύβες αἰσθάνονται μιάν ἄρρητη εὐωδία, λές καί κάπου σιμά τελεῖται ἱερά ἀκολουθία καί θυμιατίζουν μέ εὐωδέστατο μοσχοθυμίαμα. Κι αὐτό, ἀναντίρρητα ἀποδεικνύει τήν ἱερότητα καί τήν ἁγιότητα τοῦ τόπου αὐτοῦ, στόν ὁποῖο βαδίζουμε πάνω στά ἴχνη τῶν βημάτων τῶν ἁγίων. Πόση, στ’ ἀλήθεια, εἶναι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ φιλευσπλαχνία πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ζήσουμε, νά βιώσουμε, νά ἐκταμιεύσουμε τόσες εὐλογίες!
    Θά προεκτείνω τόν λόγο μου γιά ν’ ἀναφερθῶ σέ κάποιες συναντήσεις πού ἔχει ὁ ὁδοιπόρος μέ κεῖνα τά ἐρειπωμένα ἤ ἄδεια κελλιά, τά ὁποῖα παρουσιάζονται μπροστά του ἴσκιοι καθαγιασμένοι ἀπό τό χρόνο καί τήν προσευχή. Γιατί, κι ἀπό αὐτά ἔχει νά μαθητεύσει τήν ἁγιότητα καί τήν ταπείνωση, ἄν σκεφτεῖ ὅτι, στούς χώρους αὐτούς ἔζησαν καί ἀνδρώθηκαν πνευματικά μορφές πού νυχθημερόν δεήθηκαν «ὑπερ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ὅταν ὁ κόσμος τους ἀγνοοῦσε, ὅπως τους ἀγνοεῖ πάντοτε. Κι εὐτυχῶς πού τούς γνωρίζει ὁ Θεός.

 


    Ἄν δέ σταθεῖ καί κάμει τόν σταυρό του πρός τή μεριά τοῦ μισογκρεμισμένου καί ἄδειου ναΐσκου, ἴσως βεβαιωθεῖ, πώς, μέσ’ ἀπό τά ἐρείπια ἀκτινοβολεῖ τό ἱερό θάμβος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων ἐκείνων τῶν πατέρων, τῶν ὁποίων μόνα τεκμήρια ἔχουν ἀπομείνει κάποιο σπασμένο ποτήρι, τό τριμμένο στρωσίδι, ἡ μαυρισμένη ἀπό τή φωτιά κατσαρόλα καί κάποια ἄλλα ἀντικείμενα, άχρηστα γιά τούς πολλούς, χρήσιμα ὅμως γιά τήν ἱστορία, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν καί εἶναι ἀδιάσειστοι μάρτυρες τῆς παρουσίας κάποιων εὐλογημένων ψυχῶν, πού «ἐφύλαξαν τόν τόπο» (Γεροντικό), δοξολόγησαν τόν Θεό καί κάποιοι χειμαζόμενοι βρῆκαν τήν παραμυθία καί τή στήριξη σιμά τους.
    Ἡ ὁδοιπορία στό Ὄρος εἶναι ἀποτοξινωτική εὐεργεσία, εἰσοδικό σέ κόσμο ἡσυχίας καί εἰρήνης, στόν πραγματικό κόσμο τοῦ «καλά λίαν» (Γεν. 1, 25) τῆς Δημιουργίας. Ἡ χλωρίδα πού ποικίλει, τά κρυστάλλινα νερά πού δροσίζουν μέχρις καί τίς ἔσχατες τοῦ εἶναι ἀρτηρίες, ἀλλά περισσότερο ἐκεῖνοι οἱ τροῦλλοι ἀπό τά Μοναστήρια, τά κελλία καί τίς Σκῆτες πού βηματίζουν μαζί σου, σιμά σου, λές κι εἶναι ἡ ἄλλη διάσταση τοῦ οὐρανοῦ πού σέ περιθάλπει, ὅλ’ αὐτά, λοιπόν -ἴσως κι ἄλλα, περισσότερα- ἀνασαίνει ὁ ὁδοιπόρος στά παλιά καλντερίμια καί στά χορταριασμένα μονοπάτια τοῦ Ὄρους. Ἴσως δέ περισσότερα, γιατί ἡ πέννα τοῦ γράφοντος εἶναι φτωχή, οἱ λέξεις του ἐλάχιστες καί ὁ λόγος του πενέστατος, γιά νά περιγράψουν τό μεγαλεῖο πού κλείνει ἕνας τόπος ἱερός καί ἅγιος: τό Ἁγιώνυμο Ὄρος ἤ τό Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς μας.

π. ΚΩΝ. Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ
Σκόπελος

* Γιά ἀποφυγή παρεξηγήσεων θέλω νά ἐξηγήσω στόν ἀναγνώστη μου, πώς ὁ προσκυνητής τοῦ Ὄρους αἰσθάνεται μιά ἀμηχανία στό λιμανάκι τῆς Δάφνης, ὅπου κόσμος, αὐτοκίνητα, ἐμπορεύματα καί κείνη ἡ παράξενη σπουδή δημιουργοῦν μέσα του πολλά ἐρωτήματα. Γι’ αὐτό, πολύ σωστά, ἀπό τά χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ἀκόμη, ὁ πολύς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης συμβουλεύει τόν προσκυνητή, ν’ ἀναχωρήσει ἀμέσως ἀπό τή Δάφνη.
 


Ἕνα Πάσχα στη Σμύρνη πρίν 90 χρόνια

 

Áνέκδοτο κείμενο ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς Ἑνώσεως Σμυρναίων

Ἤμουν τότε πρῶτος κανονάρχος τοῦ Σμύρνης Χρυστοστόμου. Δηλαδή αὐτό τό πρῶτο ἦταν παραπλανητικό, γιατί δέν ὑπῆρχε δά καί δεύτερος κανονάρχος. Καί ἦταν τά Μεγάλ Χρόνια. Τό Πάχα ἐκείνη τή χρονιά ἔπεφτε, ὅπως καλή ὥρα καί ἐφέτος, κατά τά τέλη Ἀπριλίου. Εἶχε ἔρθει ὁ «Λέων», ὁ Μαυρουδῆς πιό μπροστά ὁ Τσουνούκας μέ τόν Ἐρυθρό Σταυρό, ἡ Σμύρνη κολυμποῦσε στό γαλανόλευκο […]. Ἡ θέση μου στήν ἐκκλησία σάν κανονάρχος ἤτανε προνομιακή. Ὁ Τζώρτζης, ὁ δεξιός ψάλτης, ἤτανε νά ποῦμε ὁ διάδοχος τοῦ περίφημου ἐκείνου Πρωτοψάλτη τοῦ Κοραῆ, τό ἴδιο ἀνόητος, ἄν καί νομίζω λιγότερο φλύαρος, τσακισμένος ἀπό τή βιοπάλη ὁ καημένος. Δεν ἤτανε βέβαια φίλος τοῦ Κοραῆ, ἀλλά ἤτανε φίλος τοῦ Κιρκακλακίου τοῦ πατρός μου, καθό Τσεσμελῆς κι αὐτός. Ἔτσι μέ πῆρε κανονάρχο καί εἶχε δομέστιχο τόν Ἀβραμίδη πώς σάν ἤψελνηε, οἱ χριστιανοί μετρούσανε τσή καμῆλες πού περνούσανε ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία. Ὅλα αὐτά γινόντουστε στήν Ἁγία Φωτεινή. […]
Ἅμα ἤβγαλε τό Ἅγιο Φῶς ὁ Δεσπότης, ἑτοιμαστήκαμε νά βγοῦμε γιά τό πρεβολάκι. Μά ἤτανε σχεδόν ἀδύνατο. Οὖλοι φωνάζανε. Τόπο βρέ παιδιά νά περάσει ὁ Δεσπότης. Μά πού νά κάνουν τόπο, πού ἤτανε πατεῖς μέ πατῶ σε. Ἐγώ, στήν ἀρχή, εἶχα κολλήσει πίσω ἀπό τόν Δεσπότη, καθώς βγήκαμε ἀπό τήν πόρτα τσ’ Ἁγίας Φωτεινῆς, πού ἤβγαζε στό Ἑλληνικό Προξενεῖο. Μά ὁ κόσμος μέ ξεκόλλησε καί πῆγα καί κόλλησα πίσω ἀπό τόν Ἀρχιδιάκο, πού ἤτανε τότε ὁ Βασίλειος, ὁ ἔπειτα Φλωρίνης. ἀλλά καί ἀπό κεῖ μέ ξεκολλήσανε, καθώς ἤμουνε μικρός καί κοντός, ἀφοῦ στή γυμναστική ἔκανα πίσω-πίσω ζευγάρι μέ τόν Νικολάκη τόν Ματθαῖο. Κόλλησα ἔπειτα τόν ἈΒραμίδη καί στό τέλος χάθηκα, ἐνῶ ἡ συνοδεία μέ τόν Δεσπότη προχωροῦσε. Μπήκαμε τελικά στό πρεβολάκι καί ‘γώ ἤμουνα ἀπ’ ἔξω, ἀνάμεσα σ’ ἕνα βρακᾶ Σεβδικαλῆ καί ἕναν ἄλλο κοιλαρᾶ. Ἄρχισα, τότες, νά φωνάζω καί, καθώς μέ εἴδανε μέ τό ρασάκι πού φοροῦσα, καταλάβανε πώς δέν μποροῦσε βέβαια νά γίνει Ἀνάσταση χωρίς τόν πρῶτο κανονάρχο καί τότες μέ περάσανε πάνω ἀπό τά κεφάλια τους ἤσαμε τήν κρεβατῆ. Δέν ἤτανε καί δύσκολα. Τότες θα ἤμουν δέν θά ἤμουν ἕνα ξεροπαξιμαδιάρικο 10 μέ 20 ὀκάδες τό πολύ.
Καί ἀρχίσαμε τότε. Τήν Ἀνάστασή Σου Χριστέ Σωτήρ κ.τ.λ. Βαθεία καί ἀπέραντη ἡσυχία σκέπασε ἐκείνη τήν ἀθρωποθάλασσα. Ὁ Δεσπότης διάβασε τό κατά Μάρκον τῶν Ἀθηναίων καί τῶν Ἑλλαδικῶν. Ἀλλά τό κατά Ματθαῖον. Οὔσης οψείας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη τῇ μίᾳ τῶν Σαββάτων … καί ἅμα τελείωσε πρῶτος αὐτός βροντοφώνησε τό Χριστός Ἀνέστη. Θαρρεῖς πώς τόν βλέπω. Μέ τή Μίτρα τοῦ κλίματος τῶν Πατριαρχείων χρυσή καί κόκκινη, τά χρυσά ἄμφια μέ τά αὐτοκρατορικά κόκκινα ἀετουδάκια, μέ κεῖνο τό ἁβρό χέρι, τρυφερό καί στιβαρό μαζί, τό γαλανό μάτι, ξανθομάλλη πολεμιστή ἔλεγε Χριστός Ἀνέστη μά ἀκουγότανε Ἑλλάς Ἀνέστη, στή Σμύρνη Ἀνέστη, τό Γένος Ἀνέστη, τσή φάγαμε τσή Τοῦρκοι, Ἑλληνικιά εἶναι ἡ Σμύρνη. Οὗλα αὐτά στό πανηγυρικό ἐκεῖνο Χριστός Ἀνέστη. Καί τότες, ἀπό τή βάση τοῦ καμπαναριοῦ ξεκίνησε μέσα σέ κολόρια καί φωτιές ἕνας Χριστός, πού ἤβγαινε ἀπό τό μνῆμα καί ἀνέβαινε ψηλά καί οἱ καμπάνες ἄρχισαν να χτυποῦν καί χέρια ἄπειρα, ἄπειρα χέρια σχεδόν οὗλοι καί μόνον ἐμεῖς λείπαμε, ἄρχισαν νά ρίχνουν λιβορβιεριές καί τρομπονιές καί μπόμπες καί τρακατροῦκες καί ὁ ἕνας νά φιλᾶ τόν ἄλλον καί νά κλαῖνε καί νά χοροπηδᾶνε καί νά ψέλουνε καί νά φωνάζουνε καί, μέσα σ’ αὐτό τό μπατιρντί, νά προσπαθεῖ ὁ Δεσπότης νά πάει παρακάτω ἡ λειτουργία, ὥσπου βρέθηκε κι αὐτός, γιά τόν συνεπῆρε ἡ συγκίνηση καί ἄρχισε νά φιλᾶ τσή παπάδες καί τόν Μαυρουδῆ καί τόν Τσανούκα καί τόν Τζώρτζη ἀκόμη κι ἔπειτα ἔνοιωσα τά μαλακά ξανθειά του γένεια καί τά χείλη του νά φυλᾶνε τό κουρεμένο κεφάλι τοῦ πρώτου κανονάρχου! …

ΜΙΧ. ΑΘ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ