Ὁ Πάπας στή Δύση καί στήν Ἀνατολή

 

Στό τέταρτο μιᾶς σειρᾶς ἄρθρων περί τοῦ διεξαγομένου Διαλόγου μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, εἴχαμε ὑποσχεθεῖ, ὅτι κάποτε θά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς «σχέσεις μας μέ τόν Πάπα καί τούς Δυτικούς γενικότερα» (τεῦχος 452/2011, σελ. 69). Τό ἄρθρο αὐτό, ὀφειλόμενη ἀπάντηση σέ σεμνή ἐπιστολή εὐλαβεστάτου κληρικοῦ καί προσφιλοῦς φοιτητοῦ μου, ἀλλά καί πιστῶν χριστιανῶν πού ζητοῦν πληροφόρηση ἐπί τοῦ καυτοῦ θέματος τούτου, καθυστέρησε λόγῳ παρεμβληθέντων ἄλλων ἐπικαίρων θεμάτων καί, φυσικά λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας στήν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ ἐξ αἰτίας τῆς κρίσεως στήν πατρίδα μας.

          Ζητῶν συγγνώμην γιά τήν καθυστέρηση, εἰσέρχομαι ἀμέσως στό θέμα μου. Ἴσως πολλά ἀπό αὐτά πού θά λεχθοῦν νά εἶναι κοινός τόπος γιά τούς εἰδικούς, θά πρέπει ὅμως νά ἀρχίσουμε ἀπό τό ἄλφα γιά τούς μή ἐπαΐοντες καί, φυσικά, χωρίς ἀπαίτηση ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος, γιά τό ὁποῖο ἔχουν γραφεῖ χιλιάδες βιβλία.

 

-Τί εἶναι ὁ Πάπας;

Πάπας σημαίνει «πατέρας», ὅ,τι καί τό ἑλληνικό «παπᾶς», λατινικά papa. Ὡς τίτλο, τόν ἔχουν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καί ὁ ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Βέβαια καί οἱ δύο εἶναι Πατριάρχες. Ὁ πολύς κόσμος γνωρίζει ὡς Πάπα τόν Πατριάρχη τῆς Ρώμης καί ἐλάχιστοι γνωρίζουν, ὅτι καί ὁ ὀρθόδοξος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας φέρει καί τόν τίτλο τοῦ Πάπα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Πάπας, Πατριάρχης, Μητροπολίτης, Ἀρχιεπίσκοπος, εἶναι ὅλοι τίτλοι ἐπισκόπων, πού τούς κατέχουν ἀνάλογα μέ τήν ἕδρα τῆς ἐπαρχίας πού ποιμαίνουν. Γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς: ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι μιᾶς συγκεκριμένης περιοχῆς συνέρχονται σέ σύνοδο, γιά νά ἀποφασίσουν ἐπί θεμάτων τῆς περιοχῆς τους. Τῆς συνόδου αὐτῆς προεδρεύει ὁ ἐπίσκοπος τῆς κυριότερης πόλης τῆς ἐπαρχίας, τῆς μητροπόλεως (=πρωτεύουσας), ὁ μητροπολίτης ἐπίσκοπος. Ἔτσι, μιά μητροπολιτική περιφέρεια ἀποτελεῖται ἀπό ἐπί μέρους ἐπισκοπές, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες, λόγῳ ξεχωριστῆς θέσης τῆς ἕδρας τους, μπορεῖ νά ὀνομάζονται καί ἀρχιεπισκοπές καί ὁ κάτοχός τους ἀρχιεπίσκοπος. Πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κανονική τάξη, πού τηρεῖται σέ πολλές ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἐνῶ σέ ἄλλες οἱ τίτλοι μητροπολίτης ἤ ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά σημαίνουν καί προεδρία συνόδου, ἀλλά εἶναι ψιλοί τίτλοι. Ἡ Α΄ Οἰκουμενική σύνοδος (325 μ.Χ.) ὅρισε ὅτι πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων εἶναι ἡ Ρώμη.

 Εὐρύτερη τῆς μητροπόλεως περιφέρεια εἶναι τό Πατριαρχεῖο, ὅπου ἰσχύουν τά ἀνάλογα.

          Πάνω ἀπό τό Πατριαρχεῖο δέν ὑπάρχει θεσμός μέ παγκόσμια δικαιοδοσία, ὅπως δέχονται οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Ἡ παγκόσμια δικαιοδοσία ὡς θεσμός εἶναι ἔννοια ἄγνωστη στήν Ἐκκλησία. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ μία Ἐκκλησία, ἀποτελεῖται ἀπό πολλές τοπικές ἐκκλησίες, κάθε μία ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ἔκφανση καί φανέρωση τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».

          Κάθε τοπική ἐκκλησία πού εἶναι «αὐτοκέφαλη», ἔχει δηλαδή δική της «κεφαλή», δικό της Πρῶτο πού προεδρεύει στή δική της σύνοδο, εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό κάθε ἄλλη. Μόνον σέ ἔκτακτες περιπτώσεις μπορεῖ νά συγκληθεῖ μιά «οἰκουμενική», παγκόσμια σύνοδος, κατά τά ἄλλα οἱ «κεφαλές» τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν μποροῦν νά ἀντιμετωπίσουν τά παγκόσμιας ἐμβέλειας προβλήματα μέ ἄλλους τρόπους.

          Σήμερα οἱ ἱστορικές συνθῆκες ὁδήγησαν στή δημιουργία πολλῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν. Στή Δ΄ Οἰκουμενική σύνοδο (451 μ.Χ.) καθιερώθηκε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας καί ἡ σειρά τῶν πέντε Πατριαρχείων: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων. Κανείς Πατριάρχης δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τούς ἄλλους καί κανείς δέν προέβαλε ἀξίωση παγκόσμιας ἐξουσίας, γιατί τά πρεσβεῖα συνεδέθησαν μέ τίς συγκεκριμένες ἕδρες καί ὄχι μέ τά πρόσωπα πού τίς κατέχουν. Αὐτή ἡ ἀξίωση δημιουργήθηκε πολύ ἀργότερα καί ἄρχισε νά καλλιεργεῖται συστηματικά ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ρώμης, μέ ἀποτέλεσμα, σιγά-σιγά καί μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων νά ἐπιβληθεῖ στή Δύση καί νά προκαλέσει τό Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ.

Τό πῶς δημιουργήθηκε καί ἐξελίχθηκε καί τελικά ἐπιβλήθηκε ἡ ἀξίωση αὐτή, δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἔχει ἐξ ἄλλου γραφεῖ μέγα πλῆθος βιβλίων σχετικῶν, τά ὁποῖα ὁ καθένας μπορεῖ νά βρεῖ εὔκολα. Καί τά βιβλία αὐτά δέν εἶναι μόνον λαϊκά, ἀλλά καί ἐμβριθεῖς ἐπιστημονικές μελέτες, ὄχι μόνον Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί Ρωμαιοκαθολικῶν, πού δέν μποροῦν νά ἀρνηθοῦν τήν ἱστορική ἀλήθεια γιά τήν ἐκ τοῦ μηδενός γένεση, ἐξέλιξη καί ἐπιβολή τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ δόγματος τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, τό ὁποῖο ἦταν ἄγνωστο στήν Ἀρχαία Ἐκκλησία. Καί αὐτό, ἀσχέτως τοῦ ἄν τελικά ἀναγκάζονται νά τό δικαιολογήσουν, γιατί ἀλλιῶς θά τιναζόταν ὅλο τοῦ οἰκοδόμημα τοῦ κατά τούς Δυτικούς παπικοῦ θεσμοῦ στόν ἀέρα.

 

-Τί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τό ρωμαιοκαθολικό δόγμα περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα;

Σύμφωνα μέ τή ρωμαιοκαθολική θεολογία, ὁ Πάπας ὡς ἐπίσκοπος Ρώμης καί διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἶναι θείῳ δικαίῳ (jure divino) προκαθήμενος συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας καί βικάριος (ἀντιπρόσωπος) τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Μέχρι τόν προηγούμενο Πάπα ἔφερε καί τόν τίτλο «Πατριάρχης τῆς Δύσεως», τόν ὁποῖο ὁ Βενέδικτος XVI ἀπήλειψε, μέ τό αἰτιολογικό, ὅτι σήμερα ἡ ἔννοια «Δύση» ἔχει πάψει νά ἀποτελεῖ τοπικό προσδιορισμό, καί ἐξ ἄλλου ρωμαιοκαθολικοί ὑπάρχουν παντοῦ στόν κόσμο καί ὄχι μόνο στή Δύση, ἄρα ἡ δικαιοδοσία του ἐκτείνεται καί σ’ αὐτούς. Ἡ ἀπάλειψη αὐτή δυσαρέστησε καί ἀπογοήτευσε τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι καί διαμαρτυρήθηκαν, διότι πάντοτε ὁ Πάπας ἐθεωρεῖτο ὡς ἕνας ἐκ τῶν πέντε Πατριαρχῶν, ὁ μοναδικός Πατριάρχης στή Δύση, ἐνῶ οἱ τέσσερις ἄλλοι ἐποίμεναν ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ τίτλου «Πατριάρχης τῆς Δύσεως» ἐνισχύει τίς παπικές ἀπαιτήσεις γιά ἐξουσία παγκόσμια καί ὄχι περιορισμένη μόνον στή Δύση.

Κατά τούς Ρωμαιοκαθολικούς, τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ἀσκεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου, ὄχι μόνον τοῦ Πατριαρχείου του, ἀλλά καί ἀπό κάθε ἄλλη ἀπόφαση συνόδου ἄλλου Πατριαρχείου ἤ αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας. Ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις οἰκουμενικῆς συνόδου δέν δεσμεύουν τόν Πάπα. Κάθε ἀπόφαση οἱασδήποτε συνόδου ἀποκτᾶ κύρος μόνον μετά τήν ἀποδοχή της ἀπό τόν Πάπα. Καί ναί μέν ἡ Β΄ σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ (1962-65) (ἐπαν)ἀναγνώρισε τόν θεσμό τῆς συνοδικότητας στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά παραμένει τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν συλλογικῶν ὀργάνων ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Πάπα: τό Πρωτεῖο δέν θίγεται!  Ἀπό τό ἄλλο μέρος πάλι, ὅλα τά διατάγματα τῆς Β΄ συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, πού θεωρεῖται «οἰκουμενική» ἀπό τούς Δυτικούς, δέν ὑπογράφονται μόνον ἀπό τόν Πάπα, ὅπως εἶχε ἐπικρατήσει, ἀλλά ἀπό ὅλους τούς συνοδικούς ἐπισκόπους, κατά τό ἀρχαῖο ἔθιμο. Ἕνα μικρό, δειλό βῆμα πρός τήν κανονικότητα; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό γε νῦν ἔχον, οἱουδήποτε ἐπιπέδου σύνοδος εἶναι στήν οὐσία ἁπλῶς ἕνα συμβουλευτικό σῶμα τοῦ Πάπα.

 

-Ποιές εἶναι κατά τήν ὀρθόδοξη ἄποψη καί τή διδασκαλία καί πρακτική τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Πρώτου, τίς ὁποῖες ἐπεκτείνει ὁ Πάπας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο;

«Πρῶτος», ἤτοι κεφαλή, στήν Ἐκκλησία εἶναι κατά κυριολεξίαν ὁ Χριστός: «καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας· .... ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων» (Κολ. 1, 18).

Ὁ εὑρισκόμενος «εἰς τόπον Χριστοῦ» ἐπίσκοπος εἶναι ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, διά τοῦ ὁποίου προσφέρει τή θυσία τῆς εὐχαριστίας ὁ ἴδιος ὁ Χριστός («ὁ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος...»). Ὁ κατ’ ἐντολήν καί «εἰς τόπον τοῦ ἐπισκόπου» ἐνεργῶν πρεσβύτερος εἶναι ὁμοίως ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστίας. Σέ περίπτωση συλλειτουργίας, πάντοτε ἕνας εἶναι ὁ προεξάρχων-Πρῶτος.

Σέ μία σύνοδο ἐπισκόπων, ὁ Πρῶτος (Μητροπολίτης, Πατριάρχης, Πάπας, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐκθέσαμε στήν ἀρχή),

κατά τούς κανόνες, προεδρεύει τῆς τοπικῆς συνόδου, τήν ὁποία καί συγκαλεῖ. Οἱ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται ἀπό τή σύνοδο (καί δέν διορίζονται ἄνωθεν, ὅπως στή Δύση), καί χειροτονοῦνται ἀπό τόν Πρῶτο.

Κομβικό σημεῖο ἐν προκειμένῳ εἶναιἡ σχέση τοῦ Πρώτου μέ τή σύνοδο. Τή σχέση αὐτή καθορίζει ὁ 34ος Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, θεσπίζοντας, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν μπορεῖ νά ἐνεργεῖ μόνος χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τῆς συνόδου, ἀλλά καί ἡ σύνοδος δέν μπορεῖ νά ἀποφασίζει χωρίς τόν Πρῶτο. Αὐτονόητο εἶναι, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀρνησικυρίας (veto). Σμειωτέον ὅτι, γιά νά συμπεριληφθεῖ ὁ κανόνας αὐτός στό ἐπίσημο κείμενο τῆς Ραβέννας, διεξήχθη σκληρός ἀγώνας, οἱ Ὀρθόδοξοι θεώρησαν τόν κανόνα ὡς βάση τῶν συζητήσεων καί ἀπείλησαν μέ ἀποχώρηση, μέ ἀποτέλεσμα τελικά νά γίνει δεκτή ἡ θέση τῶν Ὀρθοδόξων περί τοῦ θεσμοῦ τῆς συνοδικότητας ὡς βασικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς, ὅπως αὐτή διατυπώνεται στό κείμενο τοῦ ὡς ἄνω κανόνος.

Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔννοια «Πρῶτος» ἀπαιτεῖ ἕναν προσδιορισμό: εἶναι Πρῶτος μιᾶς συνόδου συγκεκριμένης, τῆς συνόδου του: αὐτό εἶναι ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἄρα στήν περίπτωση αὐτή εἶναι Πρῶτος «θείῳ δικαίῳ» (jurecanonico). Συνεπῶς τό πρωτεῖο νοεῖται μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς συνοδικότητας. Ἄν δέν ὑπάρχει σύνοδος (ὄχι βέβαια μέ συμβουλευτικές ἀλλά μέ ἀποφασιστικές ἁρμοδιότητες), δέν ὑπάρχει Πρῶτος.

«Πρῶτος»εἶναι ὁ κάτοχος μιᾶς συγκεκριμένης ἕδρας στήν ὁποία ἀπονέμονται «πρεσβεῖα τιμῆς». Τά πρεσβεῖα καθορίστηκαν ἀπό τούς κανόνες (jurocanonico) – γιά ἱστορικούς λόγους: ἡ Ρώμη, ὡς πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας (καί ὄχι γιατί ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, γιατί τότε θά ἔπρεπε νά εἶναι πρώτη ἡ ἕδρα τῶν Ἱεροσολύμων, ὡς ἱδρυθεῖσα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό!), ἀνεδείχθη πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων (Α΄ οἰκουμενική σύνοδος) καί ἀργότερα πρώτη μεταξύ τῶν Πατριαρχείων (Δ΄ οἰκουμενική σύνοδος). Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀνυψώθηκε στή δεύτερη θέση, ὡς Νέα Ρώμη. Ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων ἀνυψώθη σέ Πατριαρχεῖο, κατέλαβε ὅμως τήν πέμπτη θέση, μετά τίς ἐκκλησίες τῶν τότε διοικητικῶν κέντρων τῆς αὐτοκρατορίας. Γιά ἱστορικούς λόγους πάλι καταργήθηκαν Πατριαρχεῖα, ὅπως π.χ. τό Πατριαρχεῖο Τυρνόβου, τό Πατριαρχεῖο Ἀχρίδος, καθώς καί τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀπό 1719 ἕως 1917. Ἱστορικοί λόγοι πάλι ὁδήγησαν στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας, ὅπως γιά ἱστορικούς λόγους ἔχει σήμερα ἀτονίσει ὁ θεσμός αὐτός. Ἄρα τό πρωτεῖο ἀνήκει στήν ἕδρα, ὄχι στό πρόσωπο. Ὁ Ρώμης εἶναι πρῶτος ἐντός τοῦ πατριαρχικοῦ συστήματος, ἄρα ὡς ἕνας ἐκ τῶν Πατριαρχῶν. Συνεπῶς ἡ θέση τοῦ Ρώμης ὡς Πρώτου εἶναι jurecanonicoκαί ὄχι jure divino, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία, θεωροῦσα τήν κοινωνία μέ τή Ρώμη ὡς συστατικό στοιχεῖο καί κριτήριο τῆς κανονικότητας μιᾶς ἐκκλησίας.

Ἡ πενταρχία δέν νοεῖται ὡς μία σύνοδος καί δή παγκόσμιας δικαιοδοσίας. Καθένας τῶν Πατριαρχῶν εἶναι πρῶτος τῆς δικῆς του συνόδου, ἡ δέ σειρά τῶν πρεσβείων καθορίζεται ἀπό τούς κανόνες. Φυσκά, οἱ κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων πού ἀνήψωσαν ἐκκλησίες σέ Πατριαρχεῖα καθορίζοντας καί τά πρεσβεῖα, δέν ἔχουν τήν ἴδια ἰσχύ καί τό ἴδιο κύρος μέ τίς ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων πού ἵδρυσαν ἤ κατήργησαν Πατριαρχεῖα.

Ἐξ ἑτέρου, οὔτε ἡ σύνοδος τοῦ πρώτου μεταξύ τῶν Πατριαρχῶν δύναται νά λάβει ἀποφάσεις δεσμευτικές γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία. Παγκόσμια σύνοδος εἶναι μόνον ἡ οἰκουμενική σύνοδος, οἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας εἶναι δεσμευτικές  γιά ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Ἡ ἀπαίτηση ἑνός παγκοσμίου πρωτείου, ἔστω καί ἄν ἠσκεῖτο στό πλαίσιο μιᾶς παγκόσμιας συνόδου π.χ. ἀποτελουμένης ἀπό τούς Πρώτους τῶν τοπικῶν ἐκλκησιῶν ἤ τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας (πράγμα ἄγνωστο στούς Ἐκκλησία), ἀναιρεῖ τήν ἔννοια τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, τῆς ὁποίας τό ἔργο καί ἡ συγκρότηση εἶναι τελείως διαφορετικά ἀπό αὐτά μιᾶς συνόδου τοπικῆς ἐκκλησίας.

Κατά ταῦτα:

Ἡ ἀναγνώριση τῆς Ρώμης ὡς τῆς πρώτης Ἕδρας τῆς Ἐκκλησίας, οὐδόλως σημαίνει ὅτι τό πρωτεῖο της ἀνήκει στή δομή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θεσμός τοῦ Πρώτου τῆς συνόδου εἶναι θέμα θεολογικό - ἐκκλησιολογικό, ἐνῶ ἡ σειρά τῶν πρεσβείων τῶν ἑδρῶν εἶναι θέμα ἱστορικό – κανονικό.

Ἐφαρμοζομένης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, προκύπτουν πρακτικές συνέπειες, ὅπως:

-Ὁ πάπας εἶναι βέβαια Πρῶτος ἐντός τῆς συνόδου του. Σύμφωνα μέ τούς κανόνες (π.χ. 34ος Ἁγίων Ἀποστόλων), ὁ Πρῶτος δέν ὑπέρκειται τῆς συνόδου του: πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν, νά δεχθεῖ κανείς τή θέση, ὅτι οἱ ἀποφάσεις καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Ρώμης; Ἀφοῦ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δέν ὑπέρκειται τῆς τοπικῆς συνόδου του, πῶς ὑπέρκειται μιᾶς οἰκουμενικῆς συνόδου;

-Ὁ Ρώμης σήμερα δύναται νά δικασθεῖ, ὅπως συνέβη π.χ. μέ τήν καταδίκη τοῦ πάπα Βιγιλίου ἀπό τήν Ε΄ καί τοῦ πάπα Ὁνωρίου ἀπό τήν Στ΄ Οἰκουμενική σύνοδο;

-Τί θά συμβεῖ στήν περίπτωση ἑνός Πάπα πού παραβαίνει τά δόγματα καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ἀποκλείεται ἕνας Πάπας νά εἶναι αἱρετικός; Ποῦ εἶναι τότε τό ἀλάθητο; Καί ποιός θά τόν δικάσει;

          Ἕνας ἐπίσκοπος δέν ἐκλέγεται ὡς Πρῶτος, ἀπολελυμένως, ἀλλά ὡς ἐπίσκοπος μιᾶς συγκεκριμένης ἐπαρχίας. Ἐάν ἡ ἐπαρχία κατέχει πρεσβεῖα τιμῆς, αὐτός εἶναι καί Πρῶτος τῆς ἀντίστοιχης συνόδου: π.χ. ὁ οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκλέγεται ὡς ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν οἰκεία σύνοδο, καί ὡς κατέχων τόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης ἔχει τά σχετικά πρεσβεῖα τιμῆς. Στήν περίπτωση τοῦ Ρώμης, σήμερα ἐκλέγεται ἕνας παγκόσμιος Πρῶτος ἀπό ἐπισκόπους ὅλης τῆς οἰκουμένης, καί ὡς τοιοῦτος καθίσταται καί ποιμένας τῆς πρωτόθρονης ἐκκλησίας. Σύμφωνα ὅμως μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου, ἀκόμη καί ὁ μητροπολίτης δέν ἐκλέγεται ἄνωθεν, ἀπό μία π.χ. πατριαρχική σύνοδο, ἀλλά ἀπό τήν οἰκεία ἐπαρχιακή σύνοδο, καί τό μόνο προνόμιο πού ἔχει ὁ Πατριάρχης εἶναι ἡ χειροτονία του. Πολλῷ μᾶλλον δέν δύναται νά ὑπάρξει μία σύνοδος Πατριαρχῶν, ἡ ὁποία νά ἐκλέξει ἕναν Πατριάρχη.

 

-Ποῦ στηρίχθηκε ὁ Πάπας γιά νά διεκδικήσει τό παγκόσμιο Πρωτεῖο;

          Ἀναφέραμε παραπάνω τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας κατά μίαν ὁρισμένη σειρά. Ἡ σειρά αὐτή ἔχει οἰκουμενικό κῦρος, γιατί καθορίστηκε ἀπό κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Σύμφωνα μέ αὐτούς, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι πρῶτος στήν πεντάδα. Προσοχή, ὅμως! Τά πρεσβεῖα δέν τά κατέχει ὁ ἴδιος, ἀλλά ἡ ἕδρα του, ὅπως εἴπαμε διότι ἡ Ρώμη ἦταν τό κέντρο τῆς οἰκουμένης, ὡς πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους! Μέ τήν ἴδια λογική ἔρχεται δεύτερη ἡ νέα Ρώμη, ἡ Κωνσταντινούπολη καί μέ κάποιο σκεπτικό καί οἱ ἄλλες ἕδρες. Συνεργούντων πολλῶν ἱστορικῶν (καί ὄχι θεολογικῶν!) παραγόντων,  τό πρωτεῖο τοῦ Ρώμης βαθμηδόν ἐπεξετέθη σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, κάτι πού δέν ἀναγνωρίστηκε ἀπό τά λοιπά Πατριαρχεῖα, ἀλλά μόνον ἀπό τούς ἐπισκόπους τοῦ Πατριαρχείου του, κι αὐτό μέ πάρα πολλές ἀντιδράσεις, διά μέσου τῶν αἰώνων. Καί τό πρωτεῖο δέν παρέμεινε, φυσικά, ἕνας τιμητικός τίτλος, ἀλλά κατέστησε βαθμηδόν τούς ἐπισκόπους ἁπλᾶ διοικητικά ὄργανα τοῦ θεσμοῦ, ἐπιβάλλοντας ἕνα εἶδος «δικτατορίας». «Ἀπορῶ» ἔλεγα σέ ρωμαιοκαθολικό ἐπίσκοπο, «πῶς δεχθήκατε οἱ δυτικοί ἐπίσκοποι νά ἀφαιρεῖ ὁ Πάπας κάθε τόσο κάτι ἀπό τίς ἐπισκοποικές δικαιοδοσίες σας, ἐφαρμόζοντας τήν ‘’τακτική τοῦ σαλαμιοῦ’’. Τελικά, τί θά σᾶς μείνει;»

          Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, λοιπόν, ὁ Πάπας εἶναι Πρῶτος τῆς συνόδου του, ἤτοι ἐντός τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του, ὅπως Πρῶτος εἶναι καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀλεξανδρείας ἤ ὁ Ἱεροσολύμων καί κάθε «κεφαλή» αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας ἐντός τῶν ὁρίων της. Καί, φυσικά, ὅπως παντοῦ ὑπάρχουν πρεσβεῖα τιμῆς, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: Πρώτη ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης, ἕπεται ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως κ.ο.κ., χωρίς αὐτό νά σημαίνει καί πρεσβεῖα ἐξουσίας, ἀνύπαρκτα στήν ἐκκλησία. «Ὅπως στήν ἁγία Τριάδα», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, «τά τρία πρόσωπα εἶναι ἰσότιμα, ἀλλά ὑπάρχει ἐντός τῆς Τριάδος μία τάξη, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: λέμε, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό ἅγιο Πνεῦμα, κατά ὁρισμένη τάξη, δηλαδή ὀνομάζουμε πρώτα τόν Πατέρα καί ὕστερα τόν Υἱό καί τό ἅγιο Πνεῦμα,χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἰσότιμα τά τρία Πρόσωπα καί χωρίς τό ἕνα νά ὑπερτερεῖ τοῦ ἄλλου· ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἡ τάξη, ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες ὅμως εἶναι ἰσότιμες, χωρίς νά εἶναι κάποια ἀνώτερη ἀπό μιάν ἄλλη».

          Συνεπῶς: ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης εἶναι κατά τούς κανόνες πρώτη, δέν ἔχει ὅμως καμία ἐξουσία ἐπί τῶν ἄλλων. Ὁ Πρῶτος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι Πρῶτος γιά τή σύνοδό του, οἱ ἁρμοδιότητές του ὅμως δέν ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του. Τό ὅτι ἡ ἕδρα του εἶναι πρώτη στή σειρά τῶν Πατριαρχείων δέν συνεπάγεται καί πρωτεῖο οἰκουμενικό, ἀφοῦ τό Πρωτεῖο συνδέεται μέ μία σύνοδο (=Πρῶτος μιᾶς συνόδου), οἱ δέ Πατριάρχες καί λοιποί πρῶτοι τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν δέν ἀποτελοῦν σύνοδο.

 

-Μήπως ὅμως ἔχει κάποια βιβλική βάση ἡ παπική ἀπαίτηση περί πρωτείου ἐξουσίας, ὅπως διατείνονται οἱ Δυτικοί;

Ἡ Κ. Διαθήκη ἀγνοεῖ παντελῶς κάθε τέτοια ἰδέα: Τό πρωτεῖο στηρίζεται στήν ἰδέα, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ἐν πρώτοις, τό ὅτι ὁ Πέτρος ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενο. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός τούς Ρωμαίους μαρτυρεῖ ποιμαντική φροντίδα (καί) ἀπό ἄλλον ἀπόστολο. Καί τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Σύ εἷ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), πού κατά τούς ἑρμηνευτές σαφῶς ἀναφέρονται στήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι «ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (στ. 16), ἔτσι εἶχαν νοηθεῖ καί στή Δύση κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ὁ δέ Πάπας στήν ἀρχή, στηρίζοντας τίς ἀπαιτήσεις του γιά παγκόσμιο πρωτεῖο, δέν ἀναφέρεται ποτέ τούς στίχους αὐτούς.

          Ἀλλά, ἄς παρακάμψουμε αὐτό, καί ἄς δεχθοῦμε, ὅτι τό Πάπας εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου καί κληρονόμος τῶν «κλειδιῶν  τῆς βασιλείας» (στ. 19), ὅπως τό θέλουν καί τά χαλκευθέντα ἔγγραφα τῶν Ψευδοϊσιδωρείων Διατάξεων[1].Τί σημαίνει αὐτό; Παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας;  Ἄς δοῦμε τί γράφει σχετικά ἡ Κ. Διαθήκη:

          Στό 16ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γίνεται λόγος γιά τή λεγόμενη«Ἀποστολική Σύνοδο», ἡ ὁποία συνῆλθε γιά νά λυσει ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα: οἱ ἐξ ἐθνικῶν προσερχόμενοι στόν Χριστιανισμο, ὄφειλαν νά τηροῦν τόν μωσαϊκό νόμο; Πρέπει νά περιτέμνονται, νά τηροῦν τό Σάββατο, νά συχνάζουν στή συναγωγή, μέ ἄλλα λόγια, νά εἶναι καί Ἰουδαῖοι, δηλαδή νά εἶναι ὁ Χριστιανισμός μιά ἰουδαϊκή αἵρεση; Ὁ Παῦλος ἦταν κατηγορηματικός: ὄχι!  Ὁ Χριστός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τοῦ Νόμου (τοῦ Μωυσέως). «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5,1). Ὁ Πέτρος δέν τά ἠρνεῖτο αὐτά, γιά νά μή «σκανδάλισει» ὅμως τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς, δέν τολμοῦσε νά προβεῖ στή μεγάλη, ὁδυνηρή, πλήν ἀναγκαία ρήξη. Ἡ διαφωνία τῶν δύο κορυφαίων Ἀποστόλων ὑπῆρξε σοβαρή. Διηγεῖται ὁ Παῦλος: «Ὅτε δέ ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, κατά πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν (=ἦταν ἀξιοκατάρκιτος) (σ. 23) Πρό τοῦ γάρ ἐλθεῖν τινας ἀπό Ἰακώβου, μετά τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν (=συνέτρωγε μέ ἐθνικούς, πράγμα ἀπαγορευμένο γιά τούς Ἰουδαίους). Ὅτε δέ ἦλθον, ὑπέστελλε καί ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τούς ἐκ περιτομῆς (=τούς Ἰουδαίους). Καί συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καί οἱ λοιποί Ἰουδαῖοι», ἀκόμη καί ὁ μαθητής τοῦ Παύλου Βαρνάβας. «Ἀλλ’ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρός τήν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων·» (Γαλ. 2, 11-14). Καί ἀκολουθεῖ ὁ σκληρός ἔλεγχος τοῦ Παύλου πρός τόν Πέτρο, στηριζόμενος σέ θεολογικούς λόγους. Ὁ Παῦλος δέν μᾶς λέει ἄν ἐπείσθη ὁ Πέτρος. Ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅμως, συμπεραίνουμε, ὅτι ἡ διαφωνία ἔλαβε διαστάσεις τέτοιες, πού χρειάστηκε νά συνέλθει ἡ Σύνοδος τῶν Ἀποστόλων γιά νά λύσει τό θέμα.

          Μά, ὁ Πέτρος δέν ἦταν «Πάπας»; Ὁ Πάπας δέν εἶναι «διάδοχος τοῦ Πέτρου», ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπόστολος κιόλας, θά εἶχε ἐξουσία πολύ ἀνώτερη ἀπό τούς διαδόχους του; Ὄχι, ὁ Πέτρος δέν ἐπικαλέσθηκε κανένα «ἀλάθητο», κανένα «πρωτεῖο». Ἡ διαφωνία λύθηκε, ὄχι μέ μία παπική «βούλλα», ἀλλά δημοκρατικά, ἐν συνόδῳ, διότι ἡ συνοδικότητα ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπαράβατη ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων.

          Ποιός προήδρευσε στή σύνοδο; Ὁ Πέτρος; Ὄχι! Προήδρευσε ὁ Ἰάκωβος, ὁ προκαθήμενος τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ τοπικός ἐπίσκοπος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.

          Καί ἡ σύνοδος ποιόν δικαίωσε; Τόν Παῦλο!

          Συγκρίνετε τώρα ὅλα αὐτά, βάζοντας στή θέση τοῦ Πέτρου τόν «διάδοχό» του Πάπα. Θά ἦταν σήμερα ἀδιανόητο νά συμβεῖ κάτι ἀπό ὅλα αὐτά.

          Καί κάτι ἄλλο ἀκόμη:

          Βασικό στοιχεῖο τῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «ἀποστολικῆς διαδοχῆς» τῶν ἐπισκόπων. Αὐτό σημαίνει, ὅτι οἱ ἀπόστολοι χειροτόνησαν ἐπισκόπους, ἐκεῖνοι ἄλλους καί ἐκεῖνοι ἄλλους, μέχρι τούς σημερινούς ἐπισκόπους. Κάθε ἐπίσκοπος χειροτονεῖται κατά τούς κανόνες ἀπό τουλάχιστον δύο ἤ τρεῖς ἄλλους ἐπισκόπους. Αὐτοί εἶναι οἱ «γονεῖς του» στήν ἀρχιερωσύνη. Καί καθένας ἀπό αὐτούς χειροτονήθηκε ἀπό ἄλλους δύο ἤ τρεῖς τουλάχιστον. Ἄν ἀνατρέξουμε ἔτσι πρός τά πίσω μέχρι τήν ἀποστολική ἐποχή, σέ ποιόν ἀπόστολο καταλήγει ἡ γραμμή διαδοχῆς; Σέ ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἡ ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» δέν ἐδόθη στήν Πέτρο μόνο (Ματθ. 16, 19), ἀλλά σέ ὅλους τούς ἀποστόλους συλλογικῶς κατά τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος «οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», ὅταν «ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ἰω. 20, 19.22). Καί ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Θωμᾶς δέ ... ὁ λεγόμενος Δίδυμος οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν». Αὐτός δέν ἔλαβε τό ἄγιο Πνεῦμα καί τήν ἀποστολική ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν; Καί ἀπαντᾶ: «κατά παντός ἐχώρει ἡ τοῦ Πνεύματος δύναμις ... δέδωκε δέ ὁ Χριστός οὔ τισιν ἀνά μέρος (=ὄχι στόν καθένα χωριστά),ἀλλ’ ὅλοις τοῖς μαθηταῖς ... εἰς ἅπαντα ... τόν τῶν ἁγίων ἀποστόλων χορόν» (PG 74, 717-720), ὡς ἀπόδειξη τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (PG 44, 1116-1117). Τό ἀνήκειν στόν χορό τῶν ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων των ἐπισκόπων εἶναι ἐκεῖνο πού χορηγεῖ τήν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» καί ὄχι ἡ κατοχή τῆς ἕδρας ἑνός συγκεκριμένου ἐπισκόπου. Διότι ἡ ἀποστολική διαδοχή νοεῖται ὡς διαδοχή ὅλων τῶν ἀποστόλων καί ὄχι ἑνός μόνον.

          Κατά ταῦτα κάθε ἐξουσία καί κάθε πρωτεῖο στήν Ἐκκλησία πηγάζει ἀπό αὐτόν τόν Θεό καί κανείς δέν μπορεῖ νά διεκδικήσει παγκόσμια καί μοναδική ἐξουσία πάνω στή σύνολη Ἐκκλησία. Μία τέτοια ἐξουσία ἔχει μόνον  ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, καί τή διαχειρίζεται ἡ Ἐκκλησία συλλογικῶς, ἤτοι συνοδικῶς.

*

          Ὅσα εἴπαμε ἀγαπητέ ἀναγνώστα, ἀποτελοῦν τήν ἐπίσημο θέση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας περί τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ. Θέση, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἕνα διανοητικό κατασκεύασμα, ἀλλά ἑδράζεται στήν Καινή Διαθήκη, στά ἱστορικά δεδομένα καί στήν ἐκκλησιολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή διετηρήθη ἀναλλοίωτη στήν ὀρθόδοξη θεολογία.

 

-Αὐτά, τά λέμε στόν διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς;

          Φυσικά καί τά λέμε. Αὐτά ἀποτελοῦν τή βάση τοῦ Διαλόγου καί δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξο μέλος πού νά φρονεῖ διαφορετικά. Πρέπει νά γνωρίζει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι στήν ἀρχή ὁ Διάλογος διεξήγετο ἐπί τῶν ἑνούντων ἡμᾶς, ὅταν δέ διαπιστώθηκε ὅτι, καί ἐπί τῶν «ἑνούντων» ὑπῆρχαν διαφοροποίησεις, ἀποφασίστηκε νά συζητήσουμε τά χωρίζοντα, μέ πρῶτο τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα.

          Βέβαια, δέν πρέπει νά ἀναμένει κανείς, ὅτι οἱ ἀνωτέρω θέσεις μας θά γίνουν δεκτές χωρίς συζήτηση. Τό πρωτεῖο διαμορφώθηκε βαθμιαῖα, ρίζωσε στή συνείδηση καί στήν πράξη τῆς Δύσεως καί ὅλη ἡ δομή τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ στηρίχθηκε σ’ αὐτό. Ἄρνηση τοῦ πρωτείου σημαίνει κατάρρευση ὅλου τοῦ οἰκοδομήματος,πράγμα πού συναντᾶ τήν ἀντίδραση τοῦ ρωμαϊκοῦ κατεστημένου. Μία λύση θά ἦταν ἴσως μία «ἐπανερμηνεία» τοῦ πρωτείου.

          Ἄς μή σκανδαλισθεῖ ὁ ἀναγνώστης μέ τή λέξη «ἐπανερμηνεία». Αὐτό δέν σημαίνει ἀποδοχή τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἀπό ἐμᾶς· Ἀλλά καί ἄς μήν περιμένουμε νά παραιτηθοῦν οἱ δυτικοί ἀπό τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου, γιά τούς λόγους πού προαναφέραμε. Ἡ «ἐπανερμηνεία» εἶναι ὁ ὅρος πού θά χρησιμοποιήσουν οἱ συνομιλητές μας, ὅταν ἀναπροσαρμόσουν καί ἐπανατοποθετήσουν τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου στή θέση πού εἶχε αὐτό στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί τοῦ δώσουν τό ἀρχικό του περιεχόμενο. Στήν «ἐπανερμηνεία» αὐτή, ἤ, ἄν θέλετε, τήν «ἐπαναδιατύπωση», μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν ὅ,τι λέξη ἤ ὅρο θέλουν, ἀρκεῖ νά βρίσκονται μέσα στό ἀνωτέρω ἐκτεθέν πλαίσο.

          Πιό συγκεκρινμένα:

          Σέ περίπτωση ἑνώσεως, ὅποτε ὁ Θεός τό θελήσει, ὁ Ρώμης θά εἶναι Πρῶτος, ὅπως τώρα πρῶτος εἶναι ὁ Κωνσταντινουπόλεως, καί ὅπως ἦταν Πρῶτος στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία.

          Ὡς Πρῶτος, δέν θά ἔχει παγκόσμια ἐξουσία, θά ἔχει ὅμως αὐξημένες, συντονιστικές κυρίως, ἁρμοδιότητες, αὐτές δηλαδή  πού εἶχε στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία στό πλαίσιο τῆς πενταρχίας.

         

 

-Ἐάν λυθεῖ τό θέμα τοῦ πρωτείου, θά γίνει ἡ ἕνωση;

          Κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, τό πρωτεῖο εἶναι ὁ κυριότερος ὀγκόλιθος πού κλείνει τό δρόμο πρός τήν ἕνωση. Τά ὑπόλοιπα, ἀλάθητο, filioque κ.λ.π., παρά τήν ὑψίστη δογματική σημασία τους, θά εἶναι πολύ πιό εὔκολα θέματα στή συζήτηση.

 

-Εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ὅτι τό θέμα τοῦ πρωτείου θά λυθεῖ σύντομα; Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι θά γίνει ἡ ἕνωση σύντομα, δηλαδή ὅτι θά ξεπεραστοῦν τά προβλήματα σύντομα;

          Ἀπάντηση: Τό «σύντομα» εἶναι πολύ σχετικό. Χωρισμός αἰώνων δέν ξεπερνιέται «σύντομα». Καί γιά νά εἶμαι πιό σαφής, κατ’ ἄνθρωπον δέν βλέπω «φῶς στό βάθος τοῦ τοῦνελ».

          Εἶπα, «κατ’ ἄνθρωπον». Κατά Θεόν .... μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει, μόνον Αὐτός μπορεῖ. Κατ’ ἄνθρωπον, πιό εὔκολο εἶναι «κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν» (Ματθ. 19,24), παρά νά ἀρθοῦν διαφορές παγιωμένες ἀπό αἰώνων. Ὅμως, «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρά τῷ Θεῷ». Ἡ ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν δέν εἶναι ἔργο δικό μας, εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μόνον Ἐκεῖνος μπορεῖ σέ μιά νέα Πεντηκοστή, νά συνάψει τά «διεστῶτα» καί νά ἐκπληρώσει τήν εὐχή πού ἀναπέμπει σέ κάθε θεία λειτουργία ἡ Ἐκκλησία, «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Γ. Α. ΓΑΛΙΤΗΣ


 

 

 

[1]Πρόκειται γιά συλλογή γνησίων ἀλλά καί πλαστῶν παπικῶν ἐγγράφων, πού καταρτίστηκε τά μέσα τοῦ Θ΄ αἰώνα μ.Χ. στή Γαλλία. Διά τῶν 94 πλαστῶν παπικῶν διατάξεων (δεκρετάλια) ἀποσκοπεῖ ὁ συντάκτης στό νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὑπεράνω πάντων, καί αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος, εἶναι δηλαδή ἡ «κεφαλή πάσης τῆς οἰκουμένης» (caput totius orbis). Στά 94 δεκρετάλια προσετέθη καί ἡ «ψευδοκωνταντίνειος δωρεά», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Μ. Κωνσταντίνος, ἀποχωρώντας ἀπό τή Ρώμη γιά τή Νέα Ρώμη, τήν Κωνσταντινούπολη, παρέδωσε στόν Πάπα τή διοίκηση τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Σήμερα κανείς δέν δέχεται τή γνησιότητα τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, οὔτε κἄν ἡ ἴδια ἡ ρωμαϊκή ἐκκλησία, ὅμως τά κείμενα αὐτά κατά τήν ἐποχή τους ὑπῆρξαν ἰσχυρότατα ὅπλα τῶν παπῶν στόν ἀγώνα τους γιά παγκόσμια (καί πολιτική) κυριαρχία. Κατά τόν Β. Στεφανίδη (Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἀθῆναι 1948, σελ. 274), «οὐδεμία ἄλλη νοθεία ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ συνετελέσθη μετά τόσης τέχνης καί οὐδεμία ἄλλη εἶχε τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα».