Ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου


Μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως 25 ἐτῶν ἀπό τή μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης στή Δημοτική (1989) ἀπό ὁμάδα εἰδικῶν καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία ἐτίμησε τή 12η Δεκεμβρίου 2014 σέ εἰδική ἐκδήλωση στό Πολιτιστικό Κέντρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν τούς τέσσερις μεταφραστές, καθηγητές Γ. Γαλίτη, Ἰ. Καραβιδόπουλο, Ἰ. Γαλάνη καί Π. Βασιλειάδη. Ὁ πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας σεβ. μητροπολίτης Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιος προσεφώνησε τούς τιμώμενους καθηγητές καί τούς ἐπέδωσε εἰδικό χρυσοποίκιλτο ἀντίτυπο τῆς μεταφράσεως, ἐκ μέρους δέ αὐτῶν ἀντιφώνησε ὁ καθηγητής Γ. Γαλίτης.

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία συνεκάλεσε διεθνές συνέδριο τή 12η καί 13η Δεκεμβρίου, μέ θέμα: «Ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου στήν Ἐκκλησία καί στήν ἐκπαίδευση».

Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν ἐκπρόσωποι τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τῶν Μακαριωτάτων Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας καί Ἰεροσολύμων καί τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καθώς καί πολλοί ἀρχιερεῖς, κληρικοί, καθηγητές  πανεπιστημίου καί ἄλλοι.

Κατωτέρω παραθέτουμε:

Α. Τήν ἀντιφώνηση τοῦ καθηγ. Γ. Γαλίτη καί

Β. σχετικό ἄρθρο τοῦ καθηγ. Ἰ. Καραβιδοπούλου.

Α΄

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ἀντιφώνηση τοῦ καθηγ. Γ. Γαλίτη

Ἐκπροσωπώντας (ὡς ἀρχαιότερος καί μό­­νο) τούς μεταφραστές τῆς Καινῆς Δια­θήκης, ἐπιθυμῶ ἐν πρώτοις νά ἐκφράσω τή βαθειά συγκίνησή μου καί τήν εὐγνωμοσύνη μου γιά τήν προσγενομένη σέ μᾶς τιμή, γιά τό ταπεινό μας ἔργο.

Καί εἶναι ὄντως ταπεινό τό ἔργο μας, ὅσο ταπεινά εἶναι τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου μπροστά στά μάτια τοῦ ὕψιστου Θεοῦ. Ναί, ταπεινό, συνάμα ὅμως καί ὑψηλό, ἄν ἀναλογισθεῖ κανείς ποιό μήνυμα προσπαθήσαμε νά μεταφέρουμε στόν λαό μας. Εἶναι ἕνα ἔργο ἀνθρώπινο, ἀλλά καί θεῖο, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, πού εἶναι, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, σάρξ καί πνεῦμα, καί γι’ αὐτό εἶναι «μικρός καί μέγας, ταπεινός καί ὑψηλός, θνητός καί ἀθάνατος, ἐπίγειος καί οὐράνιος» (Migne, 35, 785). Ἔτσι μποροῦμε κι ἐμεῖς νά λέμε μαζί μέ τόν Παῦλο: «ἐκοπίασα, οὐκ ἐγώ δέ, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σύν ἐμοί» (Α΄ Κορ. 15, 10). Τό ἔργο μας εἶναι ἔργο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ μετάφραση, ἡ ἑρμηνεία, τό κήρυγμα καί αὐτή ἡ ἀνάγνωση τῆς Γραφῆς εἶναι λειτουργήματα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἐδῶ θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ἀναλύσω τή φράση αὐτή. Προϋπόθεση τῆς μεταφράσεως εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἡ μετάφραση εἶναι ἀπόρροια τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία τῆς θεόπνευστης Γραφῆς γίνεται μέσα στόν φυσικό της χῶρο, στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γραφή εἶναι ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κατα-Γραφή τῆς ἐμπειρίας της σχετικά μέ τήν προέλευσή της καί μέ τή φύση της ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατα-Γραφή αὐτή, ἡ Γραφή σέ ἕνα βιβλίο, στή Βίβλο, ἀκριβῶς ἐπειδή ἐκφράζει τήν ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἐμπειρία αὐτή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν προσφέρει ἔτσι στόν ἄνθρωπο, εἶναι θεό­πνευστη.

Ὁ σκοπός τῆς ἑρμηνείας εἶναι νά συλλάβει τό βαθύτερο νόημα τῶν γραφομένων, καί γιά νά προσεγγίσει τόν σκοπό αὐτό, ὁ ἑρμηνευτής πρέπει νά ἔχει «νοῦν Χριστοῦ», κατά τή ρήση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἐφ’ ὅσον τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, ζωοποιεῖται διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Παρακλήτου, πού τήν ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», ἄρα τό ἅγιο Πνεῦμα ὡς Πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Ἐκεῖνο, πού ἑρμηνεύει αὐθεντικά τή Γραφή, τό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας, τό ἐμπνευσμένο ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (θεό-πνευστο). Τό ἅγιο Πνεῦμα εἶναι συνεπῶς Ἐκεῖνο πού καθοδηγεῖ τόν ἑρμηνευτή νά δεῖ τό βαθύτερο νόημα ἑνός θεό-πνευστου κειμένου. Τό αὐθεντικό νόημα τοῦ κειμένου τῆς Γραφῆς, ὡς κειμένου πού ἐκφράζει θεοπνεύστως τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ καί τῆς σωτηρίας πού ἀπορρέει ἀπό τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση, μόνον ἡ Ἐκκλησία ἡ ἴδια μπορεῖ νά μᾶς δώσει. Μόνον αὐτή μπορεῖ νά μᾶς πεῖ ποιά πίστη καί ποιά βιώματα κρύβονται πίσω ἀπό τίς λέξεις καί τίς φράσεις τῆς Γραφῆς. Αὐτό ἀκριβῶς ἐννοούσαμε ὅταν ἀναφέραμε παραπάνω ὅτι ἡ μετάφραση, τό κήρυγμα καί ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἕνα ἐνιαῖο λειτούργημα τῆς Ἐκκλησίας, πού κατά συνέπειαν τελεῖται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς Ἐκκλησίας καί γιά τήν Ἐκκλησία.

Ὅσα εἴπαμε, εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ἑρ­μηνείας καί, συνεπῶς, καί τῆς μεταφράσεως. Αὐτά ὅμως δέν ἀναιροῦν τό ἐπιστημονικό μέρος τῆς ἑρμηνείας. Ὁ ἑρμηνευτής οἱουδήποτε θύραθεν κειμένου εἶναι τόσο πιό καλός ἑρ­μηνευτής, ὅσο πιό καλή γνώση ἔχει τῶν σχε­τικῶν μέ τό κείμενο πληροφοριῶν, ἔτσι ὥστε νά πλησιάσει τόν «νοῦν» τοῦ συγγραφέα ὅταν ἔγραφε τό κείμενο. Ὁ βιβλικός ἑρμηνευτής, ἑρμηνεύοντας ἕνα θεόπνευστο κείμενο, πρέπει νά ἔχει «νοῦν Χριστοῦ», ὅπως εἴπαμε, παράλληλα ὅμως νά ἀξιοποιεῖ, ὅπως καί ὁ θύραθεν ἑρμηνευτής, ὅλες τίς δυνατότητες πού τοῦ παρέχει ἡ ἐπιστήμη, μέ τήν ἔρευνα καί τήν ἀναζήτηση τῶν πληροφοριῶν πού σχετίζονται μέ τή συγγραφή τοῦ κειμένου καί μέ τή λιπαρά γνώση τῶν ἑρμηνευτικῶν μεθόδων. Ἐπί πλέον πρέπει νά κατέχει πολύ καλά τή γλώσσα τοῦ κειμένου, τή σύνταξη, τούς ἰδιωματισμούς, τίς ξένες γλωσσικές καί πολιτιστικές ἐπιδράσεις, τό ἱστορικό καί πολιτιστικό περιβάλλον, τίς ἱστορικές, κοινωνικές, οἰκονομικές καί πολιτικές συνθῆκες τῆς ἐποχῆς, καί γενικά νά κινεῖται ἄνετα μέσα στόν ἱστορικό καί γεωγραφικό χῶρο στόν ὁποῖον ἀνήκει τό κείμενο.

Καί ἐρχόμαστε τώρα στή μετάφραση.

Μία μετάφραση δέν μπορεῖ νά εἶναι σωστή, ἄν δέν στηρίζεται στή βαθειά γνώση τῆς ἑρμηνείας. Μόνον ἕνας ἑρμηνευτής μπορεῖ νά ἀναλάβει τό ἔργο τῆς μεταφράσεως. Τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου μεταφέρεται στόν ἀναγνώστη ἤ ἀκροατή μέ ἕνα ὄχημα, καί τό ὄχημα αὐτό εἶναι ἡ γλώσσα. Ἄν τό ὄχημα δέν εἶναι κατάλληλο, πρέπει νά τό ἀλλάξουμε, νά μεταφέρουμε δηλαδή τό περιεχόμενο ἀπό τό ἕνα ὄχημα σ’ ἕνα ἄλλο. «Φράσον ἡμῖν τήν πα­­ραβολήν ταύτην», ἔλεγαν οἱ μαθητές στόν Ἰησοῦ (Μτθ. 15,15, πρβλ. 13,36). Ἡ μετα-φορά τῆς φράσεως σέ ἄλλο ὄχημα, πιό κατάλληλο γιά νά φθάσει τό μήνυμα στόν ἀποδέκτη, αὐτό εἶναι ἡ μετά-φραση.

Παρ’ ὅλα αὐτά, δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε μιάν ἀλήθεια: ὅτι, ὅπως γράψαμε καί ἀλλοῦ (Θεολογία τῆς Μεταφράσεως, στό: Ἡ μετάφραση τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Εἰσήγηση Δ΄ Συνάξεως Ὀρθοδόξων Βιβλικῶν Θεολόγων, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 41), «καμμιά μετάφραση δέν εἶναι τέλεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι πάντοτε κατά τή μετα-φορά τοῦ μηνύματος κάτι χάνεται, λίγο ἤ πολύ. Προσπάθεια τῆς μεταφράσεως εἶναι νά χαθεῖ ὅσο γίνεται λιγότερο ἀπό τό ἀρχικό μήνυμα. Ὅσο λιγότερο χαθεῖ, δηλαδή ὅσο καλλίτερα γίνει ἡ μεταφορά, τόσο καλύτερη ἡ μετάφραση. Τό ἰδανικό εἶναι βέβαια νά μή χαθεῖ τίποτε. Τέλεια μετάφραση θά γινόταν, ἄν μποροῦσε ὁ μεταφραστής νά σκεφθεῖ κατά τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο μέ τόν συγγραφέα, νά αἰσθανθεῖ ὅ,τι ἀκριβῶς ἐκεῖνος αἰσθανόταν, νά βιώσει ὅ,τι ἐβίωνε τή στιγμή πού συνέγραφε, δηλαδή νά ταυτισθεῖ κατά πάντα πρός τόν συγγραφέα καί κατόπιν νά μεταφέρει αὐτά τά πάντα στή νέα φράση, δηλαδή νά τά μετα-φράσει. Αὐτό ὅμως τό “πάντα” εἶναι ἀνέφικτο». Γι᾽ αὐτό μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι, τόσο τελειότε­ρη, πληρέστερη καί ἀληθέστερη εἶναι μία μετάφραση, ὅσο περισσότερο πλησιάζει στόν νοῦ καί στό βίωμα τοῦ συγγραφέα.

*  

Σέ λίγες ἡμέρες θά ἑορτάσει ἡ Χριστιανοσύνη τή σάρκωση τοῦ Λόγου. «Ὁ Λόγος, σάρξ ἐγένετο». Δηλαδή, «μετεφέρθη αὐτό πού ἦταν τελείως ἀπρόσιτο στίς ἀντιληπτικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου σέ κάτι ἄλλο, πού εἶναι κοινό καί οἰκεῖο στόν ἄνθρωπο. Ὁ Θεός μετέφρασε τόν ἑαυτό του μέ τή σάρκωση τοῦ Λόγου ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά δεχθεῖ τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ καί νά γίνει κοινωνός τῆς ἀποκαλύψεώς του. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε μέ τή σάρκωση τοῦ Λόγου εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ κένωσή του, ἡ ταπείνωσή του καί ἡ προσαρμογή του στά ἀνθρώπινα μέτρα μέ τήν πρόσληψη μορφῆς ὅμοιας μέ τήν ἀνθρώπινη. Ἔτσι ὁ Λόγος, χωρίς νά χάσει τίποτε ἀπό τή θεϊκή του οὐσία, χωρίς νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατρός, “’ἐπί γῆς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος’’, γιά νά καλέσει “ὁμοίῳ τό ὅμοιον’’, νά μιλήσει στούς ἀνθρώπους σέ ἀνθρώπινη γλώσσα ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί νά τούς μεταφέρει τό μήνυμά του. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, τή μόνη “γλώσσα’’ πού μπορεῖ νά “καταλάβει’’ ὁ ἄνθρωπος» (ὅ.π., σελ. 40). Δηλαδή, κατά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη, «ὁ μονογενής υἱός, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, Ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰω. 1,18)  - δηλαδή ἑρμήνευσε, μετέφρασε.

Ἡ «μετάφραση» αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Λόγου του νομιμοποιεῖ καί ἐπιβάλλει καί τή μετάφραση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς εὐαγγελικοῦ μηνύματος σέ γλώσσα προσιτή καί κατανοητή σέ κάθε ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό εἶναι μέγα τό ἔργο τῶν Βιβλικῶν Ἑταιρειῶν, πού δέν φείδονται κόπων καί χρημάτων, γιά νά μπορεῖ ὁ καθένας νά ἔχει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στή γλώσσα του. Στό πλαίσιο αὐτό καί ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία ἐπιτελεῖ ἀξιολογώτατο ἔργο γιά τή διαφώτιση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρός δόξαν Θεοῦ. Ἐμεῖς, ὡς μεταφραστές, ἐπράξαμε τό αὐτονόητο: τό καθῆκον μας ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ἐπιστημόνων, πού τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐκάλεσε νά Τόν ὑπηρετοῦμε ἀσχολούμενοι μέ τό Βιβλίο τῶν βιβλίων. Ὅ,τι ἐπράξαμε, "οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον" (Ἐφ. 2,8). Εὐχαριστοῦμε γιά τήν τιμή πού μᾶς προσεγένετο, τήν ὁποίαν ἐπιστρέφουμε στήν Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία, χωρίς τήν πρωτοβουλία καί τή βοήθεια τῆς ὁποίας δέν θά ὑπῆρχε ἡ μετάφραση.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤ. ΓΑΛΙΤΗΣ

Β΄

ΟΙ ΒΙΒΛΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

Ἄρθρο τοῦ καθηγ. Ἰ. Καραβιδοπούλου

 

1. Ἡ ἄνθηση τῶν βιβλικῶν σπουδῶν στήν Ἑλλάδα

 Ὁ ἐκλιπών τό ἔτος 2009 καθηγητής τῆς Ἑρμηνείας τῆς Καινῆς Διαθήκης Σάβ­βας Ἀ­γουρίδης, στή Θεολογική Σχολή τῆς Θεσ­σα­λο­νίκης ἀρχικά καί τῆς Ἀθήνας κατόπιν, καί παράλληλα πρόεδρος ἐπί τρεῖς δεκαετίες καί πλέον τοῦ Βιβλικοῦ Κέντρου «Ἄρτος Ζωῆς» καί ὑπεύθυνος ἔκδοσης τοῦ εἰδικοῦ περιοδι­κοῦ Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν, προώθησε τίς βιβλικές σπουδές στήν Ἑλλάδα κατά τόν 20ό αἰώνα. Βέβαια, αὐτό μέ κανένα τρόπο δέν σημαίνει ὅτι παραγνωρίζουμε τήν προσφορά τῶν ἀειμνήστων καθηγητῶν Βασιλείου Ἰωαν­νίδη καί Μάρκου Σιώτη, καθώς καί τοῦ νῦν ὁμότιμου καθηγητῆ κ. Γεωργίου Γαλίτη (γιά νά περιοριστῶ στήν Καινή Διαθήκη). Ἐάν ἀνέφερα πρῶτον τόν Σάββα Ἀγουρίδη, εἶναι γιά τήν εἰδική σχέση του μέ τόν προαναφερθέντα «Ἄρτο Ζωῆς», τοῦ ὁποίου προΐσταται τώρα ὁ κ. Σταῦρος Ζουμπουλάκης. Πέρα ἀπό τή συμβολή τῶν παραπάνω καθηγητῶν καί τῶν μαθητῶν τους, ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς ποιές ἄλλες ἐξω­τερικές συνθῆκες εὐνόησαν τή ραγδαία ἄνθηση τῶν βιβλικῶν σπουδῶν ἀπό τά μέσα τοῦ 20οῦ αἰῶνα μέχρι καί σήμερα. Αὐτές, κατά τή γνώμη μας, εἶναι:

α) Ἡ ἀνάγκη μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο νά ἀντιμετωπίσει κανείς τά ἐρω­τή­ματα πού δημιουργήθηκαν στούς ἀνθρώ­πους ξεκινώντας ἀπό μιά στέρεη βάση, ὅπως εἶναι οἱ βιβλικές πηγές τῆς πίστης. Αὐτό ὑπῆρξε ἕνα γενικότερο φαινόμενο στήν Εὐρώπη. Ἀναφέρω γιά παράδειγμα τό Renouveau Biblique στόν Ρωμαιοκαθολικό χῶρο, πού προκλήθηκε ἀπό τήν ἀνάγκη δια­λόγου μέ τήν ἀκμάζουσα Προτεσταντική βι­βλική ἑρμηνευτική καί ἐνθαρρύνθηκε ἀπό ἀξιόλογες σχετικές παπικές ἐγκυκλίους. Ἀπό τόν Προτεσταντικό κόσμο ἀξίζει νά μνημονευθοῦν οἱ ἑρμηνευτικές κατευθύνσεις τῆς Μορφοϊστορίας (Formgeschichte), τῆς Ἱστορίας τῆς Σύνταξης (Redaktionsgeschichte) καί τῆς πολυσυζητημένης καί ἀμφιλεγόμενης Ἀπομυθευτικῆς θεωρίας τοῦ R.Bultmann. Ἀνάλογες ἦταν καί οἱ ἀπαιτήσεις στόν Ὀρ­­θόδοξο κόσμο, ἀφοῦ οἱ ἀνάγκες πού δη­μιουρ­γήθηκαν μετά τή λήξη τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί, ἐπί πλέον στή χώρα μας, μετά τή λήξη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου (1946-49), ὑπῆρξαν τεράστιες καί ζητοῦσαν ἄμεση ἀντι­μετώπιση.

β) Οἱ ἐξειδικευμένες σπουδές τῶν Ἑλλήνων βιβλικῶν θεολόγων σέ πανεπιστήμια τῆς Εὐ­ρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου δέχτηκαν ποι­κίλες προκλήσεις, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τόν ἐπιστημονικό διάλογο μεταξύ τῆς ἑρμη­νευτικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν σύγχρονων ἐπιστημονικῶν ρευμάτων. Ἀ­κόμη καί οἱ ἀρνητικές προκλήσεις δη­μιούρ­γησαν γόνιμους προβληματισμούς μέ θετικά ἀποτελέσματα.

Καί

γ) ἡ ἵδρυση μιᾶς δεύτερης Θεολογικῆς Σχολῆς στήν Ἑλλάδα, στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τό 1943 (μετά ἀπό αὐτήν τῆς Ἀθήνας τό 1837), αὔξησε τόν ἀριθμό τῶν βιβλικῶν θεολόγων στή χώρα μας καί συνεπῶς καί τήν ἐκ­παίδευση τῶν φοιτητῶν στήν πε­ριοχή τῆς βι­βλικῆς ἐπιστήμης.

Στή βιβλική βιβλιογραφική ἄνθηση συ­νέβαλε τά μέγιστα τό εἰδικό περιοδικό Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν καί οἱ ἐκδόσεις τοῦ «Ἄρ­του Ζωῆς». Ἀνάμεσα στίς πολλές ἐκδόσεις ἀνα­φέρουμε τίς δυό σειρές «Ἑρμηνεία Και­νῆς Διαθήκης» (10 τόμοι ἑρμηνευτικῶν ὑπο­μνημάτων) καί «Βιβλική Βιβλιοθήκη» (60 μελέτες) τῶν ἐκδόσεων Π. Πουρναρᾶ (Θεσ­σαλονίκη). Τέλος, ἄς προστεθεῖ καί ἡ σειρά 20 τόμων Πρακτικῶν τῶν Παυ­λείων Συνεδρίων, πού διοργανώνονται κατ’ ἔτος στή Βέροια μέ πρωτοβουλία τοῦ σεβ. μητροπολίτη Βεροίας, Ναού­­σης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμονα καί μέ τή συνεργασία τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς (Ἰ. Καραβιδόπουλος, Ἰ. Γαλάνης, Χ. Ἀτματζίδης). Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ εἴκοσι τόμοι βρα­βεύτηκαν ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τόν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 2014.

 

2. Οἱ νεοελληνικές μεταφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Τό δεύτερο σημεῖο πού θέλουμε νά ἀνα­δείξουμε εἶναι ἡ ἀφθονία τῶν νεοελ­ληνικῶν μεταφράσεων τόσο τῆς Παλαιᾶς ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καί ἀρχίζουμε μέ τίς δυό μεταφράσεις, τοῦ πολυγραφότατου καθηγητῆ Παν. Τρεμπέλα ἀφενός καί τοῦ θεολόγου Ἰω. Κολιτσάρα ἀφετέρου (ἤ μᾶλλον «ἑρμηνευτικές ἀποδόσεις» τῆς Κ. Διαθήκης, ὅπως τίς ἀπο­καλοῦν οἱ συγγραφεῖς τους), πού γνώρισαν ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις καί διαβάστηκαν ἀπό χιλιάδες πιστούς. Ἄς ἀναφέρουμε ἐπίσης τίς μεταφράσεις τῆς Κ. Διαθήκης τῶν Ἀθ. Δε­ληκωστόπουλου (1995), Ν. Σωτηρόπουλου (2001), τῶν Π. Δημητρόπουλου-Μ. Καψῆ, μέ γενική ἐπιστασία Ν. Λούβαρι (1960), τοῦ Ν. Ψαρουδάκη (1978), τήν Ἁγία Γραφή-Βίβλο (εἰκονογραφημένη ἔκδ. Κουμουνδουρέα, μέ τήν ἑρμηνευτική ἀπόδοση τοῦ Ἰω. Κολι­τσάρα), τόμ. 1-7, 1981 ἑξ., τοῦ ἐπισκόπου Βε­λεστίνου Δαμασκηνοῦ (Καζανάκη) (2004), τοῦ Σπ. Μακρῆ, στίς ἐκδ. Χ. Πάτση, χ.χ., γιά νά μήν ἀναφέρουμε τίς μεταφράσεις μεμονωμένων βιβλίων τῆς Κ. Διαθήκης ἀπό τόν μακαριστό μητροπολίτη Πρεβέζης Μελέτιο καί ἀπό γνωστούς λογοτέχνες, ὅπως ὁ Ὀδ. Ἐλύτης, ὁ Γ.Σεφέρης, ὁ Ἄγγ. Βλάχος, ὁ Γιοζέφ Ἑλιγιά καί ὁ Ντ. Χριστιανόπουλος.

Τέλος, ἀναφέρουμε τήν τεράστια ἐκδοτική ἐπιτυχία πού γνώρισαν οἱ μεταφράσεις τῆς Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας, τόσο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τό πρωτότυπο ἑβραϊκό κείμενο ἀπό ὁμάδα καθηγητῶν τῆς Ἑρμηνείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν πανεπιστημίων Ἀθήνας καί Θεσσαλονίκης (1997), ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης τῶν Νεοφύτου Βάμβα (ἀπό τό 1844 ἑξ.), τή γνωστή ὡς «μετάφραση τῶν τεσσάρων καθηγητῶν» (Β. Βέλλα, Εὐ. Ἀντωνιάδη, Ἁ. Ἀλιβιζάτου, Γ. Κονιδάρη -κυρίως ὅμως τοῦ πρώτου), πού ἐκδόθηκε ἀπό τή Βιβλική Ἑταιρεία τό 1967 καί ἐπανεκδίδεται συνεχῶς μέχρι σήμερα καί ἀπό τήν Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1981 ἑξ.), καί τή μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης στή Δημοτική ἀπό ὁμάδα καθηγητῶν τῶν πανεπιστημίων Ἀθήνας καί Θεσσαλονίκης (1989, μέ συνεχεῖς ἐπανεκδόσεις), γιά τή συμπλήρωση 25 ἐτῶν τῆς ὁποίας ἔγινε λόγος στήν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Τήν τελευταία αὐτή μετάφραση παραγγέλλουν πολλές μητροπόλεις τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τίς ἀνάγκες τοῦ πληρώματός τους, καθώς ἐπίσης σχολεῖα Μ. Ἐκπαίδευσης καί σύλλογοι γιά τή διάδοση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού τή διανέμουν δωρεάν σέ νοσοκομεῖα, στρατό καί κατοίκους πόλεων καί χωριῶν.

Ἄς ἀναφέρουμε, τέλος, καί τήν ἀναμενόμενη μετάφραση τῆς Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας γιά τήν Παλαιά Διαθήκη ἀπό τό ἑλληνικό κείμενο τῶν Ἑβδομήκοντα, πού τόν 3ο π.Χ. αἰώνα μετέφρασαν ἑβδομήντα δύο λόγιοι ἑλ­ληνομαθεῖς Ἰουδαῖοι ἀπό τά Ἑβραϊκά στά Ἑλληνικά τῆς ἐποχῆς τους, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ βασιλιᾶ Πτολεμαίου Β΄ τοῦ Φιλαδέλφου.

ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΣ