Στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν

 

«στοιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δέντρων
Καί ἐστρώννυον εἰς τήν ὁδόν»
Μάρκος, κεφ. Ια΄
                                                                                                                            

Ἀπ’ τή Βηθσφαγή ὥς τόν Ναό,
ἕνά μικρό παιδάκι νά΄ μουνα
μέ τά βάγια μου στό χέρι
νά ψέλνω τά ὡσαννά
νά Σοῦ στρώνω μέ κλαδιά τόν δρόμο.

«ἐκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων
κατηρτίσω αἶνον»

Θεέ μου στήν οὐράνια χορωδία,
Τῆς βαϊοφόρου Σου πορείας
ἀπ’ τή Βηθανία
ὥς τό σπίτι τοῦ πατέρα Σου,
μικρό ἀνθάκι νά’ μουν πού τό ἄγγιξε
ἡ ὁπλή τοῦ πουλαριοῦ.

Στρώνουν τά ροῦχα τους γιά νά καθίσεις
Ψέλνουν «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος».

Νά’ μουν μια ἀχτίδα πού ἔφτασε
στό θεῖο πρόσωπό Σου,
Ἐκεῖ στή Βηθσφαγή, στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Γέρνει ὁ ἥλιος καθώς στό Σπίτι Σου βαδίζεις.
Καί οἱ κολλυβιστές νά πληγώνουν
τήν αὐλή τοῦ οὐράνιου Πατέρα Σου.

Ἀργά -ἀργά πέφτουν τά φύλλα τῶν φοινίκων
Τοῦ δοξασμένου Σου ἐρχομοῦ,
Νά Σέ τοιμάσουν γιά τό ἐπικείμενο μαρτύριο.

Τῆς μέρα πού ἔφυγε
τριαντάφυλλο ἀμάραντο νά εἶχα μείνει
τίς ὧρες τῆς θείας Σου δόξας
αἰώνια ν’ ἀναπνέω,
μέ τά μικρά παιδιά νά εὐωδιάζω
στήν ἄμωμη πορεία Σου.

Δροσοσταλιά στα δέντρα πού’ κοψαν τούς κλάδους,
ἕνα χαλίκι στήν ἄκρη ἐκεῖ πεσμένο νά Σε δῶ.

Γιατί θά Σ’ ἔβλεπα καί δίχως μάτια.
Θά σέ αἰσθανόμουνα καί χωρίς καρδιά.
Δημιουργέ πού διάβηκες
ἀπ’ τό «χωρίον ἱερέων»…

Ἀπ’ τή Βηθσφαγή στά Ἱεροσόλυμα.


                                                                                                                                                ΕΛΕΝΗ ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ
Ἀπό τό βιβλίο της «Σάν λίθος ἴασπι ἤ δέκα χιλιάδες στάδια».
ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1998