Του πατέρα

Του πατέρα

(ϯ 22.1.2003)

 

Εσύ πατέρα μου, δεν ήσουν μαθημένος να σωπαίνεις,
κι’ όταν δεν χόρευες, έψαλλες μόνος ή τραγούδαγες
μαθαίνοντας και στα παιδιά και στα εγγόνια σου,
ώσπου, στο έβδομο δισέγγονο, σταμάτησες
κι’ έπιασες ένα μυστικό διάλογο, δίχως παράπονα,
με το δικό σου άγγελο, κ’  ύστερα με το θάνατο.

 

Στον Βασιλάκη έλεγες:  «επήραμε λίγη παράταση ακόμα,
έλα, όμως, να σε ασπασθώ, γιατί δεν ξέρω
όταν ξανάρθεις, αν θα με προλάβεις όρθιο.
Φίλησε και το χέρι μου για να’ χεις την ευχή μου...»,
κι’ άρχισες πάλι το δημοτικό τραγούδι, που αγαπούσε
ν’ ακούει ο εγγονός σου....

 

Τώρα, μεσ’ στο μνήμα
ακούς τους θρήνους των μανάδων και των γυναικών που έχασαν
τους άνδρες τους, τον άνεμο που τραγουδάει στα κλωνάρια,
ή  στο ψηλό χορτάρι, τον παπά, που λέει το τρισάγιο
τα ονόματα κεκοιμημένων, και ξαφνιάζεσαι
όταν ανάμεσά τους αναφέρεται και το δικό σου....

 

Ώρα σιωπής, πατέρα: να ξεκουραστείς κάτω απ’  τη δρόσο
ψηλού κυπαρισσιού, ύστερ’ από εκατόν δύο χρόνια
μ’ οργώματα, κλαδέματα, χορούς, τραγούδια και τροπάρια...

 

                                                                       Π.Β. ΠΑΣΧΟΣ