Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

Ἕκτο Στιχηρό Προσόμοιο τοῦ Ἑσπερινοῦ:
Ἦχος δ΄:
«Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι»

 

Ἐν θαλάσσῃ με πλέοντα,
ἐν ὁδῷ με βαδίζοντα,
ἐν νυκτί καθεύδοντα περιφρούρησον·
ἐπαγρυπνοῦντα διάσωσον,
παμμάκαρ Γεώργιε,
καί ἀξίωσον ποιεῖν
τοῦ Κυρίου τό θέλημα·
ὅπως εὕρημι
ἐν ἡμέρᾳ τῆς δίκης
τῶν ἐν βίῳ
πεπραγμένων μοι τήν λύσιν
ὁ προσδραμών ἐν τῇ σκέπῃ σου.

Ὅταν πλέω στή θάλασσα,
σάν βαδίζω στό δρόμο μου
καί τή νύχτα νά ‘σαι στόν ὕπνο φύλακας·
στίς δυσκολίες μου σῶσε με,
Γεώργιε, ἔνδοξε,
καί βοήθει νά ποιῶ
τοῦ Κυρίου τό θέλημα·
γιά νά βρῶ κι ἐγώ
τήν ἡμέρα τῆς κρίσης τή συγνώμη
ὅσων ἔπραξα στό βίο
ἐγώ πού τρέχω στή σκέπη σου.

                                                          Μεταγλώτισση: Γ.Γ.

Στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν

 

«στοιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δέντρων
Καί ἐστρώννυον εἰς τήν ὁδόν»
Μάρκος, κεφ. Ια΄
                                                                                                                            

Ἀπ’ τή Βηθσφαγή ὥς τόν Ναό,
ἕνά μικρό παιδάκι νά΄ μουνα
μέ τά βάγια μου στό χέρι
νά ψέλνω τά ὡσαννά
νά Σοῦ στρώνω μέ κλαδιά τόν δρόμο.

«ἐκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων
κατηρτίσω αἶνον»

Θεέ μου στήν οὐράνια χορωδία,
Τῆς βαϊοφόρου Σου πορείας
ἀπ’ τή Βηθανία
ὥς τό σπίτι τοῦ πατέρα Σου,
μικρό ἀνθάκι νά’ μουν πού τό ἄγγιξε
ἡ ὁπλή τοῦ πουλαριοῦ.

Στρώνουν τά ροῦχα τους γιά νά καθίσεις
Ψέλνουν «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος».

Νά’ μουν μια ἀχτίδα πού ἔφτασε
στό θεῖο πρόσωπό Σου,
Ἐκεῖ στή Βηθσφαγή, στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Γέρνει ὁ ἥλιος καθώς στό Σπίτι Σου βαδίζεις.
Καί οἱ κολλυβιστές νά πληγώνουν
τήν αὐλή τοῦ οὐράνιου Πατέρα Σου.

Ἀργά -ἀργά πέφτουν τά φύλλα τῶν φοινίκων
Τοῦ δοξασμένου Σου ἐρχομοῦ,
Νά Σέ τοιμάσουν γιά τό ἐπικείμενο μαρτύριο.

Τῆς μέρα πού ἔφυγε
τριαντάφυλλο ἀμάραντο νά εἶχα μείνει
τίς ὧρες τῆς θείας Σου δόξας
αἰώνια ν’ ἀναπνέω,
μέ τά μικρά παιδιά νά εὐωδιάζω
στήν ἄμωμη πορεία Σου.

Δροσοσταλιά στα δέντρα πού’ κοψαν τούς κλάδους,
ἕνα χαλίκι στήν ἄκρη ἐκεῖ πεσμένο νά Σε δῶ.

Γιατί θά Σ’ ἔβλεπα καί δίχως μάτια.
Θά σέ αἰσθανόμουνα καί χωρίς καρδιά.
Δημιουργέ πού διάβηκες
ἀπ’ τό «χωρίον ἱερέων»…

Ἀπ’ τή Βηθσφαγή στά Ἱεροσόλυμα.


                                                                                                                                                ΕΛΕΝΗ ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ
Ἀπό τό βιβλίο της «Σάν λίθος ἴασπι ἤ δέκα χιλιάδες στάδια».
ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1998
 

Κύριε, δεῖχνε μου τόν Σταυρό Σου

Ὅταν πονῶ,
γιά νά ὑπομένω

Ὅταν ἀσθενῶ,
γιά νά παίρνω δύναμη.


Ὅταν ταράσσομαι,
γιά νά γαληνεύω.


Ὅταν κλονίζομαι,
γιά νά στηρίζομαι.


Ὅταν θλίβομαι,
γιά νά παρηγοροῦμαι.


Ὅταν ἀποτυγχάνω,
γιά νά μήν ἀπελπίζομαι.


Ὅταν ἀδικοῦμαι,
γιά νά συγχωρῶ.

 

Ὅταν κακολογοῦμαι,
γιά νά εὐλογῶ.


Ὅταν ἁμαρτάνω,
γιά νά μετανοῶ.


Κύριε,
δεῖχνε μου πάντα
τόν Σταυρό Σου,
τό ὅπλο τῆς σωτηρίας μου.
 

Τί λοιπόν;

     Τί λοιπόν;

 

 

  Τί λοιπόν; Τῆς ζωῆς µας τό σύνορο
θά τό δείχνη ἕνα ὀρθό κυπαρίσσι;
Κι ἀπ’ ὅ,τι εἴδαµε, ἀκούσαµε, ἀγγίξαµε
τάφου γῆ θά µᾶς ἔχει χωρίσει;

 

Ὅ,τι ἀγγίζουµε, ἀκοῦµε καί βλέπουµε,
τοῦτο µόνο Ζωή µας τό λέµε;
Κι αὐτό τρέµουµε µήπως τό χάσωµε
καί χαµένο στούς τάφους τό κλαῖµε;


Σ’ ὅ,τι ἀγγίζουµε, ἀκοῦµε καί βλέπουµε
τῆς ζωῆς µας ὁ κόσµος τελειώνει;
Τίποτε ἄλλο; Στερνό µας ἀπόρριµµα
τό κορµί πού σκορπιέται καί λιώνει;


Κάτι ἀνέγγιχτο, ἀνάκουστο, ἀθώρητο,
µήπως κάτω ἀπ’ τούς τάφους ἀνθίζει
κι ὅ,τι µέσα µας κρύβεται ἀγνώριστο
µήπως πέρ’ ἀπ’ τό θάνατο ἀρχίζει;


Μήπως ὅ,τι θαρροῦµε βασίλεµα
γλυκοχάραµ’ αὐγῆς εἶναι πέρα
κι ἀντί νά ’ρθει µιά νύχτ’ ἀξηµέρωτη
ξηµερώνει µι’ ἀβράδιαστη µέρα;


Μήπως εἶν’ ἡ ἀλήθεια στό θάνατο
κι ἡ ζωή µήπως κρύβει τήν πλάνη;
Ὅ,τι λέµε πώς ζεῖ µήπως πέθανε
κι εἶν’ ἀθάνατο ὅ,τι ἔχει πεθάνει;
   


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ


Του πατέρα

Του πατέρα

(ϯ 22.1.2003)

 

Εσύ πατέρα μου, δεν ήσουν μαθημένος να σωπαίνεις,
κι’ όταν δεν χόρευες, έψαλλες μόνος ή τραγούδαγες
μαθαίνοντας και στα παιδιά και στα εγγόνια σου,
ώσπου, στο έβδομο δισέγγονο, σταμάτησες
κι’ έπιασες ένα μυστικό διάλογο, δίχως παράπονα,
με το δικό σου άγγελο, κ’  ύστερα με το θάνατο.

 

Στον Βασιλάκη έλεγες:  «επήραμε λίγη παράταση ακόμα,
έλα, όμως, να σε ασπασθώ, γιατί δεν ξέρω
όταν ξανάρθεις, αν θα με προλάβεις όρθιο.
Φίλησε και το χέρι μου για να’ χεις την ευχή μου...»,
κι’ άρχισες πάλι το δημοτικό τραγούδι, που αγαπούσε
ν’ ακούει ο εγγονός σου....

 

Τώρα, μεσ’ στο μνήμα
ακούς τους θρήνους των μανάδων και των γυναικών που έχασαν
τους άνδρες τους, τον άνεμο που τραγουδάει στα κλωνάρια,
ή  στο ψηλό χορτάρι, τον παπά, που λέει το τρισάγιο
τα ονόματα κεκοιμημένων, και ξαφνιάζεσαι
όταν ανάμεσά τους αναφέρεται και το δικό σου....

 

Ώρα σιωπής, πατέρα: να ξεκουραστείς κάτω απ’  τη δρόσο
ψηλού κυπαρισσιού, ύστερ’ από εκατόν δύο χρόνια
μ’ οργώματα, κλαδέματα, χορούς, τραγούδια και τροπάρια...

 

                                                                       Π.Β. ΠΑΣΧΟΣ 
 

Η σκάλα του Ιακώβ

 

 

Κάποτε νιώθω

σαν αητός φυλακισμένος

σ’ ένα στενό κλουβί – το σώμα μου.

Αδύνατα απ’ την ακινησία τα φτερά

και η καρδιά μου

μήτε να κινηθεί μπορεί, μήτε ν’  αγγίξει

τη λύρα της να τραγουδήσει

μόνο να δακρύσει

θέλει και να ονειρευτεί

του Ικάρου τα πετάγματα,

μεσ’ στη γλυκύτητα της μέρας

που ανατέλλει.

με το καυτό της δάκρυ

και τον πόνο απαντέχει τη σκάλα του Ιακώβ να ιδεί στο αίμα της

να πιάνει ρίζες και ν’ ανοίγει έναν ουράνιο

δρόμο για τις επάνω θάλασσες...

 

Π.Β. ΠΑΣΧΟΣ

 

Εἰς μίαν, ἁγίαν...

Kαημός ἑνός εὐλαβοῦς κληρικοῦ, ὅπως μᾶς τόν ἐξέφρασε προφορικά:

Γιατί ξεχνᾶμε στήν καθημερινή προσευχή μας τά τέσσερα ἀρχαῖα Πατριαρχεῖα, Κωνσταντινουπό λεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἰεροσολύμων, πού εἶναι σέ ξένες χῶρες καί ἀλλόδοξες περιοχές;
Γιατί παραλείπουμε στίς δεήσεις μας τά πέντε νεότερα Πατριαρχεῖα, Μόσχας, Γεωρ γίας, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου καί Σόφιας, πού ἔχουν περάσει τόσες καί τόσες δοκιμασίες;
Γιατί ἄλλοτε λησμονοῦμε τίς πονεμένες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες Πολωνίας, Ἀλβανίας, Τσεχίας-Σλοβέκιας καί Φιλλανδίας, πού εἶναι κι αὐτές ἀπομονωμένες καί μακρινές;
Γιατί δέν μνημονεύουμε ὅσο πρέπει τήν πονεμένη Κύπρο μας, πού εἶναι σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μας; Ἀλλά καί τίς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες Ἀμερικῆς καί Αὐστραλίας, καθώς καί τίς ὀρθόδοξες Ἱεραποστολές τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς μακρινῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Διασπορᾶς, πού ἔχουν τόσες καί τόσες ἀνάγκες;
Κάθε φορά πού λέμε τό «Πιστεύω», καταλήγουμε στό ὅτι πιστεύουμε «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν... Ἐκκλησίαν».
Γιατί δέν τό βιώνουμε αὐτό ζωντανά καί φλογερά καί ἀγωνιστικά;
Ἡ ἀπάντηση, εἰς τό «ταμιεῖον» τοῦ καθενός.

Α.Ω
 

Περισσότερα Άρθρα...

  1. Τί λοιπόν;