Ἀναστασίου Ἀλβανίας τριλογία ἱεραποστολική

Πρώτη φορά ἀπό τό 1958 πού καταπιάνομαι  μέ  παρουσίαση βιβλίου, δυσκολεύομαι ν’ ἀρχίσω γραπτό γιά τήν Ἱεραποστολική Τριλογία, τοῦ Μακαριώτατου Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου  καί πάσης Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου. Πολυτάλαντο πρόσωπο  καί χαρισματικό, βαρύ τό ὄνομα, αὐτοῦ πού ἔκανε ἐπικαιρότητα τήν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, ἀφιερώνοντας ἀσκητικά ὅλη τή ζωή του στή μαρτυρία Σταυροῦ  καί Ἀνάστασης Χριστοῦ σέ ὅσους  τήν ἀγνοοῦσαν,  καί ἀπό  τήν περίπτωση τῆς Ἀλβανίας, σέ ὅσους ἀναγκάστηκαν νά  τήν κρύψουν στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς. Ἀναφέρομαι στά βιβλία: 1. «ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ στά ΙΧΝΗ  τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ - Θεολογικές Μελέτες  καί Ὁμιλίες», ἕνα ἀληθινό «Ἆσμα Ἀσμάτων», γιά τή φλόγα  τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔρωτα, πού  ἀναπηδᾶ ἀπό κάθε λέξη ἤ φράση ἀναφορᾶς στίς θεολογικές βάσεις  καί ἀφετηρίες τῆς ἱεραποστολῆς. 2. «ΕΩΣ ΕΣΧΑΤΟΥ τῆς ΓΗΣ - Ἱστορικά ἱεραποστολικά Μελετήματα», κάτι σάν «Ραψωδία ἱεραποστολική», τῶν σταθερῶν ἀναστάσιμων βηματισμῶν τῆς Ἐκκλησίας στήν οἰκουμένη ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή.  3. «ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ - ἄρθρα, μελέτες, ἀπολογισμοί, ὁδοιπορικά», ἕνα ἁπαλό, «Te Deum laudamus”-«ἱεραποστολικό Ὕμνο στό Θεό», ἀπό  τήν ὀρθόδοξη ἰχνηλασία  καί  τήν πλούσια συγκομιδή στήν Ἀφρική. Ὅλα σελίδες 1240, καί, ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἀποστολική Διακονία…».     Καί τά τρία σέ ἄλλη γραμμή, σέ ἄλλη γραφή, ὄχι ψυχρή ἀκαδημαϊκή καταγραφή,  καί τυπική παραπομπή. Αὔρα ἁπαλή, «δρόσος Ἀερμών», σταλάγματα βιωμάτων ἀσκητικῆς ἐντός  τοῦ κόσμου τούτου ζωῆς, στήν ὅλη κατάθεση, στήν εὐρεία Ἁγιογραφική παράθεση, στήν ἐκτενή προσφυγή σέ ἐμπειρία  καί σοφία Πατερική.  Μέ  πολικό ἀστέρα παντοῦ  καί ἐλπιδοφόρο ὁδηγό,  τήν ἐσχατολογική προοπτική.  Μέ  βλέμμα στραμμένο σέ ὁρίζοντα ἀνοιχτό,  μέ  ἀγάπη περισσῶς τρυφερή, σέ ὅσο «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» ἔχει ἀπομείνει στούς «ἐκτός τῆς Πίστεως καί ἀνά πάσας τάς ἡπείρους  τοῦ πλανήτου ἡμῶν θεοπλάστους ἀδελφούς». Συνάμα, σέ εὐθεία ἀναζήτησης διόδων ‘παρεμβολῆς’ Χριστοῦ στή σημερινή κοσμογονία  καί ἀνασύνταξη τῶν πάντων,  τήν  καί ἀπαρχή τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐποχῆς !

    Ὅπως θά φανεῖ εὐδιάκριτα στά ἐνδεικτικά ἀποσπάσματα, πού ἀκολουθοῦν  τήν ἐπιβλητική στήν ἀρχαιοπρεπή της ἔκφραση, συνάμα  καί γλαφυρή στή ροή  τοῦ λόγου, τιμητική, οὐσιαστικά γιά ὅλη  τήν τριλογία, προλογική ἐπιστολή  τοῦ Παναγιώτατου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, ἐπισημαίνοντος μεταξύ ἄλλων: «Πολύπτυχος  καί καλλίκαρπος εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ προσφορά τῆς Ὑμετέρας χαρισματικῆς  καί φίλης ἡμῖν Μακαριότητος εἰς  τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἰδίᾳ μετά  τήν ἔνδυσιν τῆς ἱερατικῆς  καί ἀρχιερατικῆς ἀξίας,  τήν ὁποίαν Αὕτη ἀρχῆθεν εἶδεν  καί ἐβίωσεν ὡς ἔργον χριστοειδοῦς  καί θυσιαστικῆς διακονίας. Ὅθεν, δέν θά εὑρεθῶμεν ἐκτός πραγματικότητος τονίζοντες τόν πρωταρχικόν ρόλον τόν ὁποῖον διεδραμάτισεν ἡ Ὑμετέρα Μακαριότης εἰς  τήν ἀναγέννησιν  καί ἐπανενεργοποίησιν ἐν τοῖς χρόνοις ἡμῶν τῆς ἱεραποστολικῆς πρακτικῆς  καί διακονίας, ὡς ἀναγκαιοτάτου ἔργου  καί χρεωστικῆς ἐκφράσεως τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς ἐκτός τῆς Πίστεως  καί ἀνά πάσας τάς ἠπείρους  τοῦ πλανήτου ἡμῶν θεοπλάστους  ἀδελφούς»! Πιό εἰδικά:


Βιβλίο 1ο. Περιλαμβάνει δεκαπέντε «Θεολογικές Μελέτες  καί Ὁμιλίες», πού εἰσηγήθηκε σέ διεθνή ἱεραποστολικά συνέδρια ἤ δημοσίευσε σέ ἑλληνικά  καί ξένα περιοδικά,  μέ  ἀναφορά  τοῦ  ποῦ   καί πότε κάθε μιᾶς. Πρώτη, ὡς θεμελιακή ὁρίζουσα ὅλων ἡ: «’Γενηθήτω τό θέλημά σου’: ἱεραποστολή στά ἴχνη  τοῦ Χριστοῦ». Πού, παρουσίασε ὡς πρόεδρος στό Παγκόσμιο ἱεραποστολικό Συνέδριο  τοῦ 1989, στό Σάν Ἀντόνιο  τοῦ Τέξας, ἐνώπιον 722 ἀντιπροσώπων ἀπό 106 χῶρες, ἀνάμεσά τους 100 ὀρθόδοξοι, ὅπου ἔθεσε πρώτη φορά τό πρόβλημα  τοῦ ἀθεϊστικοῦ  ὁλοκληρωτισμοῦ  στήν Ἀλβανία,  τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς ὁποίας, θά εὐλογεῖτο νά ἀναλάβει δύο χρόνια μετά.
     Ἱεραποστολή, τονίζει, εἶναι ἡ ἀνταπόκριση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ  γιά «ἐγκαθίδρυση τῆς Βασιλείας Του - «πανταχοῦ  τῆς γῆς … φυτευθῆναι  τήν ἀλήθειαν», Ἰωάννης Χρυσόστομος - αποσκοπεῖ σέ ριζικότερη ἀλλαγή - «τήν οὐρανοποίησιν τῆς γῆς», Ὠριγένης - καί πραγματοποιείται  μέ  θεανθρώπινη συνεργασία»

. Ἔχει πάντα, «Τριαδική σχέση  καί ἀναφορά», στά δε ὅρια αὐτῆς ὁ Χριστός, Θεός συνάμα  καί ἄνθρωπος, «δέν εἶναι μόνο Σωτήρας τῶν ψυχῶν, ἀλλά ὁλόκληρης τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας, ὁλόκληρης τῆς ὑλικοπνευματικῆς κτίσεως». Ἡ ἱεραποστολή κομίζει «τό ριζοσπαστικά  καί αἰώνια νέο: Ἀγάπη.  Καί ἀνατρέπει τίς καθιερωμένες μορφές ἐξουσίας, σοφίας», ἀποκαλύπτοντας ὅτι, «τό ζωτικό κέντρο  τοῦ παντός εἶναι ἡ ἀγάπη».  Μέ   τήν ὁποία, «στενά συνδεδεμένα βρίσκονται ἡ ἐλευθερία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀπελευθέρωση  καί ἀδελφοσύνη ὅλων τῶν ἀνθρώπων». Γιατί, «ὁ Ἰησοῦς δέν μίλησε  μέ  ἀόριστη  καί φιλοσοφική γλώσσα γιά τά μεγάλα  καί ἱερά αὐτά, τά ἀποκάλυψε ἐν δυνάμει  μέ  σημεῖα  καί λόγο σαφή, κυρίως  μέ  τή ζωή Του». Καί, ἔχει τεράστια σημασία «ὅτι συνταυτίστηκε  μέ  τούς ταπεινούς …τούς καταφρονεμένους, τούς φτωχούς, τούς ξένους, τούς πονεμένους ὅλης τῆς οἰκουμένης», ὅπερ καί, «παραμένει γραμμή καθοριστική γιά  τήν Ἐκκλησία σέ ὅλους τούς αἰῶνες»    
     Τό ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι, αὐτά τά ἔκανε ἀπό «τό παράδοξο τῆς ταπεινώσεως  καί τῆς σταυρικῆς θυσίας», πού  σημαίνει: «Ἡ ἱεραποστολή θά εἶναι πάντοτε ἡ διακονία … διακονία κινδύνων, δοκιμασιῶν, ταπεινώσεων.  Καί μόνο ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά ἀποδεχτοῦν -μέ γενναιότητα  καί ἐμπιστοσύνη στό Χριστό- θυσία, πόνο, ἀμφισβήτηση, ἀπόρριψη γιά χάρη Του, μποροῦ ν νά ἀντέξουν». Ἀλλιῶς διατρέχουμε τόν κίνδυνο, «νά λησμονήσουμε στήν πράξη τό σταυρό,  καί νά διαμορφώσουμε ἕναν ἀνώδυνο, βολεμένο τύπο χριστιανοῦ, πού θέλει τό σταυρό σάν παράσημο, καί πού συχνά προτιμᾶ νά σταυρώνει τούς ἄλλους, ἀντί νά σταυρώνεται ὁ ἴδιος» !!
    Τώρα,  μέ  δεδομένο ὅτι, ὁ Χριστός δέν ἐπέτρεψε στούς μαθητές πρίν τή Σταύρωση  καί  τήν ἀνάστασή Του νά πορευτοῦν στήν οἰκουμένη, δείχνει πώς ἡ ἱεραποστολή ὀφείλει νά ἐμπνέει  τήν αἴσθηση ὅτι κινεῖται σέ γραμμή, «ὅλα στό φῶς τῆς ἀναστάσεως  καί τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς». Γιατί οὐσιαστικά, «ἐκεῖνο πού λαχταροῦν οἱ ἀδελφοί μας στίς ἀπομονωμένες  γωνιές τῆς Ἀφρικῆς… ἤ στίς παρυφές τῶν μεγάλων πόλεων μέσα στήν ἀποκαρδίωση  καί τή μοναξιά τους, δέν εἶναι ἀόριστα παρηγορητικά λόγια ἤ λίγα ὑλικά ἀγαθά ἤ πολιτιστικά ψίχουλα. Ποθοῦν, μυστικά ἤ συνειδητά  τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια,  τήν ἐλπίδα,  τήν ὑπέρβαση  τοῦ θανάτου. Ἀναζητοῦν τελικά τόν ζώντα Χριστό…»
    Καί «ἐκ βαθέων», τό δυναμικό θεμέλιο τῆς ἱεραποστολῆς. «Ὁ σκληρός ἐσωτερικός ἀγώνας καθάρσεως  καί ἁγιασμοῦ  εἶναι ἡ προϋπόθεση καί ἡ μυστική δύναμη τῆς ἱεραποστολῆς». Ὁ διάκονός της τελεῖ σέ κοινωνία  μέ  τό «μυστήριο ἀγάπης  τοῦ Τριαδικοῦ  Θεοῦ ». Αὐτό, τόν ἀνοίγει σέ ἕνα «ἁγιασμένο μεθύσι ἀγάπης»  μέ  ἐπίκεντρο «τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, -πού παραμένει τό κατ’ ἐξοχήν ἱεραποστολικό γεγονός»- καί σέ ἕναν «ἁγιοπνευματικό ἐνθουσιασμό ... ἐντελῶς ξένο πρός  τήν πνευματική ὑπεροψία  καί αὐτάρκεια». Ἐφόδια θεμελιακά γιά ἕνα έργο «πού ἀναφέρεται σέ ὅλη  τήν οἰκουμένη, σέ ὅλο τόν κόσμο», μάλιστα, αὐτόν «τῆς σημερινῆς κρίσιμης ἱστορικῆς καμπῆς, κατά  τήν οποία διαμορφώνεται ἕνας νέος παγκόσμιος πολιτισμός, ὁ ἠλεκτρονικός… ἕνας νέος τύπος ἀνθρώπου»! Πού  ὅμως,  καί ὅταν εἶναι «ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως», γιατί δέν τή γνώρισε ἤ καί γιατί πάγωσε στήν ψυχή του, «δέν παύει νά κινεῖται μέσα στή μυστική ἀκτινοβολία τῆς δόξης  τοῦ Θεοῦ». Καί,  μέ  δεδομένο ὅτι ὁ Χριστός «κινήθηκε  καί ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους ἄλλης πίστεως … τό ὑπόδειγμά  του παραμένει καθοριστικό: Εὐεργετική διακονία  καί εἰλικρινής σεβασμός γιά ὅ, τι πολύτιμο διατηρεῖ κάθε ἄνθρωπος ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ » !
    Αὐτά δείχνουν καθαρά ὅτι, στήν ὀρθόδοξη ἱεραποστολή, «καλούμεθα …νά ὑπερβοῦμε τίς προκαταλήψεις καί τούς δισταγμούς, καί νά συναντήσουμε τούς συγχρόνους μας στήν περιοχή τῶν πιεστικῶν προβλημάτων τους,  μέ  εἰλικρινή σεβασμό πρός  τήν ἰδιοτυπία κάθε λαοῦ καί πολιτισμοῦ, πρός τήν ἐλευθερία καί ἀξιοπρέπεια κάθε ἀνθρώπινου προσώπου». Αὐτά δέ σημαίνουν ὅτι τά ἔξωθεν  καί ἔσωθεν ἐμπόδια δέν εἶναι λίγα, τό ἀντίθετο, ὅπως διαβάζουμε στήν εἰσήγηση, «Θεολογία, ἱεραποστολή  καί Ποιμαντική» - Συνέδριο ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἀθήνα, 1976. «Τά πλήθη τά ὁποῖα ἀπό μακροῦ  ἀνήκουν σέ ἄλλα θρησκευτικά συστήματα, πού ἔχουν διαποτίσει τόν πολιτισμό  καί τή συνείδησή τους… τό στρῶμα τῶν μαζῶν, οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτουν γενικά τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες ὡς κάτι τό περιττό, τό ἄχρηστο ἤ ἐπιβλαβές… τό σῶμα τῶν κατ’ ἐξοχήν φορέων τοῦ μηνύματος, ὁ κλῆρος, παρουσιάζεται πνευματικά φιλάσθενος … πολλοί κληρικοί … ἄλλα κηρύττουν  καί ἄλλα ζοῦν… στή σύγχρονη Θεολογία εἶναι αἰσθητή μιά πνευματική ἀτονία… Οἱ διοικητικές δομές ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς  καί ἀπρόσφορες… Γενικότερα διαπιστώνεται μιά νάρκωση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ  πληρώματος, πού  ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα  τήν ἀδράνεια  καί παθητικότητα».
    Παρά ταῦτα -«Διάλογοι  καί ἱεραποστολή»- μέ δεδομένο ὅτι, «κατά τή συνάντησή  του  μέ τούς Ἀθηναίους στόν Ἄρειο Πάγο, ὁ Ἀπ. Παῦλος προχωρεῖ σέ μιά ἄμεση μαρτυρία». 'Eπίσης ὅτι, «τό μεγαλύτερο μέρος τῆς πατερικῆς θεολογίας εἶναι καρπός ἑνός ἄμεσου ἤ ἔμμεσου διαλόγου  μέ  τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο,  μέ  τά θρησκευτικά ρεύματα ὅσο  καί τά καθαρῶς φιλοσοφικά, ἄλλοτε σέ ἀντίθεση,  καί ἄλλοτε σέ σύνθεση». Οἱ δέ, «Βυζαντινοί ἐπεδίωξαν τόν διάλογο μέ τούς μουσουλμάνους, χωρίς ὅμως νά ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἀνάλογη ἀνταπόκριση». Τέλος, λαμβανομένου ὑπόψη ὅτι, «σήμερα στήν ἀπέραντη μεγαλούπολη πού  καλεῖται γῆ, μέσα σέ μιά νέα πολιτιστική, θρησκευτική,  καί ἰδεολογική ζύμωση, ὁ διάλογος παρουσιάζεται ὡς νέα δυνατότητα καί πρόκληση… ὁ καθένας καί ἡ κάθε παράδοση ὀφείλουν νά προσφέρουν ὅ, τι καλύτερο ἔχουν κληρονομήσει ἀπό τό παρελθόν»... Ἤγουν, ὀρθῶς «ἡ ὀρθοδοξία… μέ ἐμπιστοσύνη στήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ταυτότητά της εἶναι… ἀνοιχτή στό διάλογο», τό διά-χριστιανικό  καί διά-θρησκειακό. Γιατί τῆς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά δώσει, ἀλλά  καί νά πάρει ἐμπειρία λίαν ἐπωφελή γιά τή συγκαιρινή της ἀποστολή, καί βέβαια, γιά τήν ἀρτιότερη ἀνάπτυξη  τοῦ ἱεραποστολικοῦ  ἔργου της.
    Κλείνω τήν ἀναφορά μου στό 1ο βιβλίο μέ τό κείμενο 15, «ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε γαλλικά κατά τόν ἑορτασμό τῆς 75ης ἐπετείου τῆς διά-χριστιανικῆς θεολογικῆς κινήσεως ‘Πίστις καί Τάξις’» - Λωζάνη, 2002 - τό “ὁποῖο θέτει θαυμάσια «ἀντί ἐπιλόγου» τό δυναμικό τρίπτυχο πού μπορεῖ νά ἐμπνέει, ἐμψυχώνει  καί ἀναζωογονεῖ τούς πάντες καί τά πάντα στήν ἱεραποστολή. Γιατί, τά «τελευταῖα συγκλονιστικά λόγια, τά ὁποῖα ὁ ἀναστάς Χριστός ἀπευθύνει στούς μαθητές του» - «Ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ  καί ἐπί τῆς γῆς», «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη», «Καί ἰδοῦ ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί»- «συνιστοῦν ἀδιάσπαστη ὀργανική ἐνότητα… ἀλληλοσυνδέονται, ὅπως στό σῶμα μας τά τρία συστήματα, μυϊκό, κυκλοφορικό, καί νευρικό».
    Πράγμα πού μέ  τή σειρά του δείχνει ὅτι: 1. «Ἡ οὐσία τῶν ὅσων ἔκτοτε συμβαίνουν εἶναι διαφορετική ἀπό ἐκεῖνο πού  φαίνεται. Ἡ ἀληθινή ἐξουσία δέ βρίσκεται πλέον στά χέρια τοῦ αὐτοκράτορα… ἡ πορεία τοῦ κόσμου, δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή γνώση πού  συσσωρεύεται ἀπό τούς εὐφυεῖς  καί τούς σοφούς τῆς γῆς… Ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν Παντοδύναμο  καί Παντοκράτορα Πατέρα, τό Θεό τῆς ἀγάπης, στόν Υἱό, πού  ἐνσάρκωσε  τήν ἀγάπη στήν ἀκρότατη μορφή της,  μέ  τήν ἀποδοχή  τοῦ σταυροῦ». 2. «Τό πρῶτο ὅραμα παγκοσμιότητος καθόρισε ὁ ἀναστάς Χριστός. Αὐτή ὅμως ἡ παγκοσμιότητα δέν ἔχει σχέση  μέ  τή σημερινή παγκοσμιοποίηση τῆς οἰκονομίας τῆς ἀγορᾶς… (στήν ὁποία) ἐμφωλεύει ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νά γυρίσει στή ζούγκλα ἑνός ἀδιάφορου ἠθικά ἀνταγωνισμοῦ καί, ἐνῶ ζητεῖ νά γίνει ὑπεράνθρωπος, νά καταντήσει τελικά ὑπάνθρωπος… ἡ ἀποστολή τῶν μαθητῶν πρός ‘πάντα τά ἔθνη’ ἀποβλέπει στήν παγκοσμιότητα τῆς ἀγάπης… Σκοπός τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος… εἶναι ἡ δημιουργία κοινωνίας ἀλληλεγγύης, μιᾶς κοινωνίας ἐλευθέρων, ἀγαπωμένων προσώπων». 3. «Ἐγώ, ὁ Λόγος, ἡ σοφία  τοῦ Πατρός, ἡ ἀρχή  καί τό τέλος, τό Α  καί τό Ω. Εἶμαι μαζί σας,  καί στίς ἡμέρες τίς ἀνέφελες, ὅπου ὅλα ἐξελίσσονται ὁμαλά,  καί στίς ἡμέρες τίς θολές, ὅπου ἡ ὁμίχλη τῆς ἀβεβαιότητος τίς σκεπάζει,  καί στίς ἡμέρες τῆς ἀμφιβολίας σας μέσα στήν τρικυμία… ἡ συνείδηση τῆς παρουσίας  τοῦ ἀγαπημένου, ὁ ὁποῖος εἶναι τό πλήρωμα τῆς ἀγάπης… μᾶς γεμίζει  μέ σταθερή ἀγαλλίαση  καί ἤρεμο φῶς». Αὐτά δέν ἀποτελοῦν ἕνα κάποιο ἰδεολόγημα, «κάτι ἐγκεφαλικό, πού  συντελεῖται στή νοητική σφαίρα. Ἀλλά μιά ἀκτινοβολία τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος… πού βιώνεται  τήν ὥρα τῆς προσευχῆς,  τοῦ στοχασμοῦ   τοῦ λόγου  τοῦ Θεοῦ , ἀλλά κυρίως  τήν ὥρα τῆς λατρείας» !
    Καί θά θεωρήσω ὡς ἄριστο ἐπιστέγασμα τοῦ ὅλου βιβλίου καί, συνακόλουθη ἐπαλήθευση, ἰδιαίτερα  τοῦ τρίτου σημείου  τοῦ τρίπτυχου, πράγμα πού ἔχει τεράστια σημασία γιά τό σταυρικό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, τή συνοπτική ἔκθεση  τοῦ ἔσχατου κινδύνου τύφλωσης πού διέτρεξε στήν Οὐγκάντα, καί τοῦ πώς, «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι…ἐρύσατο αὐτόν ὁ Κύριος». «Τόν πήγαινε», θά ἔλεγε ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, καί μάλιστα «ἐκ κοιλίας μητρός», θά πρόσθετε ὁ ἴδιος-Ἀναστάσιος -ἀφοῦ  ὅπως εἶχε ἀποκαλύψει παλιά σέ τηλεοπτική ἐκπομπή, εἶναι καρπός χριστιανικῆς ὑπέρβασης βεβαιωμένου ἰατρικά θανάσιμου κινδύνου πού διέτρεχε ἡ μητέρα του, ἄν δέ διέκοπτε τήν κύησή του, αὐτοπαραδοσῆς της στήν ἀγάπη  τοῦ Θεοῦ  ! 


Βιβλίο 2ο. Μετά τήν τηλεγραφική, ἀλλά πλήρη σύσταση τοῦ ἁγίου Ἀλβανίας-«συνέδεσε τή ζωή του ἀπό τή νεανική του ἡλικία, μέ τή μαρτυρία τοῦ χριστιανικοῦ  μηνύματος τόσον ἐντός, ὅσον κυρίως ἐκτός τῶν ἑλλαδικῶν συνόρων»- ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμος Β΄, στό «ἐκ βαθέων»  τοῦ τιμητικοῦ προλόγου του, ἐπισημαίνει: «Ὁ ἀνά χεῖρας τόμος εἶναι ἕνα δῶρο σέ ὅλους ἐμᾶς, εἶναι μιά ἐνίσχυση σέ ὅσους ἔχουμε νωπή  τήν ἐντολή  τοῦ Χριστοῦ : ‘πορευθέντες’... ἀλλά εἶναι  καί ἕνας κόλαφος γιά ὅσους ἀπό ἐμᾶς ἐξαντλοῦμε τό ἐνδιαφέρον μας γιά τόν κόσμο στά στενά ἑλλαδικά ὅρια». Καί, ἀφοῦ  μοῦ ἐπιτρέψει ὁ Μακαριώτατος νά περιλάβω στό διπλό ‘ὅσους’ ὅλο τό φάσμα τῶν κληρικῶν, τῶν μοναχῶν, τῶν λαϊκῶν θεολόγων, δευτεροβάθμιας  καί τριτοβάθμιας ἐπαγγελματικῆς διαδρομῆς, νά βγῶ μαζί  του στή συνέχεια: «Πρόκληση  καί πρόσκληση νά ἐξέλθουμε ἀπό  τήν πνευματική μας αὐτάρκεια, γιατί ὄχι  καί ἀπό τό κοινωνικό ἤ  καί ἐθνικό μας Ἐλντοράντο, καί νά κοιτάξουμε τόν ξένο, τόν ἕτερο, τόν ἄλλο» ! Καθώς, ὑποσυνείδητα ἤ  καί συνειδητά, παραπλήσιο «ἐκ βαθέων» προκαλεῖ τό βιβλίο, ἀπό αὐτό  του τόν τίτλο,  τήν ἐντολή  τοῦ Χριστοῦ, «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»! Πολύ περισσότερο ἀπό, ἀκόμα καί μιά ἁπλή ἀνάγνωση τῶν ὀκτώ «ἱστορικῶν ἱεραποστολικῶν μελετημάτων», πού κατανέμει σέ δύο μέρη- «Βυζαντινή ἐποχή», «Νεώτεροι χρόνοι»- καί ὁλοκληρώνει  μέ τό εὐδιάκριτα ἀφυπνιστικό «ἐπίμετρο»-«Ἀδιαφορία γιά  τήν ἱεραποστολή, σημαίνει ἄρνηση τῆς ὀρθοδοξίας»- τό ὁποῖο καταθέτει ὡς καταστάλαγμα τῆς διά βίου ἱεραποστολικῆς διακονίας του.     
    Πρώτη μελέτη, δημοσιευμένη στήν «Ἐκκλησία» τό 1966, καί ἐδῶ ὡς θεμελιακή ὁρίζουσα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ τίτλος. «Κύριλλος  καί Μεθόδιος: Δεῖκτες πορείας». Σ’ αὐτή θά ἐπιμείνει κυρίως στήν ἔξαρση «τῆς συναίσθησης τοῦ εὐρύτερου Ἐκκλησιαστικοῦ καί ἱστορικοῦ χρέους» τῶν δύο ἁγίων ἱεραποστόλων, προσέξτε, σέ μία λίαν ταραχώδη ἐποχή -9ος αἰώνας. Στή «συγκρότηση καί τίς πνευματικές προϋποθέσεις», ἤγουν, στήν πρότερη πνευματική προετοιμασία, καί τή συνακόλουθη κοινωνική καταξίωση καί διεθνή ἀκτινοβολία τους. Στή «νηφαλιότητα καί τό σύστημα», πού ἕδρασαν, καθώς ἔθεσαν ὡς βασική ἱεραποστολική ἀρχή, τό «σεβασμό στήν ὀντότητα  τοῦ λαοῦ» - «Οἱ δύο Ἕλληνες ἱεραπόστολοι ἀγάπησαν ἀνυπόκριτα τό σλαβικό λαό…καί ἔκαναν τό πᾶν νά τόν βοηθήσουν νά εἰσέλθει τό συντομότερο στήν προηγμένη χριστιανική κοινωνία, ἀναπτύσσοντας τήν ἰδιαίτερη προσωπικότητά του». Στήν «ἄρση σταυροῦ »-«πλῆθος δυσκολιῶν καί σκευωριῶν τούς πίκραναν ἀπό τά πρῶτα ἔτη» -καί στήν «μετέπειτα καρποφορία»- «Ἄν θά ἤθελε, λοιπόν, κανείς νά ἐξετάσει τούς καρπούς τῆς ἐργασίας» τους, θά βρισκόταν μπρός στό «ἀξιοπρόσεκτο ‘παράδοξο’. Τό ἔργο τῶν δύο Θεσσαλονικέων ἀδελφῶν, πού  κατέρρευσε ἐξωτερικῶς, ἔφερε ἀργότερα τά σοβαρότερα στήν ἱστορία τῆς χριστιανικῆς ἱεραποστολῆς ἀποτελέσματα».
    Στά ἑπόμενα 2-4 ἱστορικά μελετήματα  τοῦ 1ου μέρους -«Μοναχοί καί ἱεραποστολή κατά τόν 4ο αἰῶνα», «ἱεραποστολικό ἔργο τῶν Βυζαντινῶν», καί «ἱεραποστολική δράση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς στήν Κεντρική καί ἀνατολική Ἀσία», κατά τούς μέσους χρόνους- ἐκπλήσσει ἡ ἐνδελεχής, ἔγκυρη καί μέχρι ἀξιόλογων λεπτῶν στοιχείων θερμή ἐξιστόρηση καί ἀναφορά, δέν ξέρω ὅμως ἄν πιό πολύ, ἡ πλούσια ξένη βιβλιογραφία !  καί στά 5-8  τοῦ 2ου -«Ἡ ὀρθοδοξία στήν Κίνα», «Ὁ ὄρθρος τῆς ὀρθοδοξίας στήν Ἰαπωνία»,  «Ἡ ὀρθοδοξία στή χώρα  τοῦ ἀνατέλλοντος Ἡλίου», (οἱ ἑπόμενες ὧρες μετά τόν ὄρθρο), καί, «Ἡ ὀρθοδοξία στή χώρα τοῦ ‘Ἥλιου τοῦ Μεσονυκτίου’» -(Ἀλάσκα)- ἀφοῦ  «Εἰσαγωγικά» μᾶς πληροφορήσει ὅτι, «μετά  τήν πτώση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας  τήν ἱεραποστολική προσπάθεια συνέχισαν οἱ Ρῶσοι», θά προχωρήσει σέ ἀντίστοιχη ἐνδελεχή, ἔγκυρη,  καί ἐδῶ θερμή ἀναφορά καί ἐξιστόρηση ἐνδιαφερόντων σημείων, τῶν πλείστων ἐντελῶς ἄγνωστων εὐρύτερα, ἐκπλήττοντάς μας  μέ   τήν ἀκαταπόνητη ἐργατικότητα καί συνακόλουθη προσεκτική προσφυγή σέ «βασικές πληροφορίες» -Κίνα- σέ σπουδαία ξένη «Βιβλιογραφία»-Ἰαπωνία. Ἐνῶ στό, «Ἡ ὀρθοδοξία στή χώρα  τοῦ ‘Ἡλίου  τοῦ Μεσονυκτίου», θά ἐπισυνάψει ἕνα «Σύντομο ὁδοιπορικό στήν ὀρθόδοξη Ἀλάσκα», γιά τό ὁποῖο  μέ  εὐδιάκριτη συγκινησιακή φόρτιση θά πεῖ: «Μετά ἀπό τή μελέτη  καί καταγραφή τῆς ἱστορίας τῆς ἐκεῖ ὀρθόδοξης ἱεραποστολής, ὑπῆρξε ἕνα προσκύνημα καί μιά συγκλονιστική ἐμπειρία». Ὄντως ! Ἄλλωστε, φαίνεται στό σχετικό φωτογραφικό ὑλικό.
    Στό «ἐπίμετρο», μέ τό ὁποῖο κλείνει τό βιβλίο, καί, δεδομένης τῆς ὁμολογίας  τοῦ Ἀρχιεπίσκοπου Ἱερώνυμου -«ἕνας κόλαφος γιά ὅσους ἀπό ἐμᾶς ἐξαντλοῦμε τό ἐνδιαφέρον μας γιά τόν κόσμο στά στενά ἑλλαδικά ὅρια»- πάλι θά πῶ,  μέ  κάθε δίκιο, λέει τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, ἀπερίφραστα, ὡς καί ἱερεμιακά, ἀφοπλίζοντας μας ἀπό τό πρῶτο κιόλας γραπτό: «Ἀδιαφορία γιά  τήν ἱεραποστολή σημαίνει ἄρνηση τῆς ὀρθοδοξίας», ὅπου τονίζει. «Ἡ ἀποστολικότητα καί οἰκουμενικότητα ἀποτελοῦν οὐσιαστικά στοιχεία τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας… τό θέμα τῆς παγκόσμιας ἱεραποστολῆς… εἶναι … ἄμεση συνέπεια κεντρικοῦ  ἄρθρου  τοῦ Πιστεύω … Χωρίς αὐτή τή συνέπεια ἡ ὀρθοδοξία … καθίσταται προβληματική» !(Α) «Πῶς εἶναι δυνατόν νά σκεπτόμαστε, νά ψάλλουμε, νά ζοῦμε τόσο ἔντονα τήν ἀνάσταση, καί νά παραμένουμε νωθροί στήν κλήση τῆς οἰκουμενικῆς ἱεραποστολής;»(Β). «Πολύς λόγος γίνεται τά τελευταῖα χρόνια γιά  τήν ‘ὀρθόδοξη πνευματικότητα’ πού  πρέπει  μέ κάθε θυσία νά διατηρηθεῖ στόν ἑλληνικό χῶρο». Ἀλήθεια ὅμως, ὁ Χριστός. «Ἀδιαφορεῖ γιά τά ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποῦ  ζοῦν, ‘ὡς ἐλπίδα μή ἔχοντες  καί ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ’; Τί εἴδους ὀρθόδοξη πνευματικότητα μπορεῖ νά ἀνθίσει χωρίς αὐτό τόν πόνο»;(Γ) Ἐδῶ τολμᾶ ἐγχειρητική τομή ἐποχῆς ! Τότε πού γράφονταν αὐτά -1968- κορυφωνόταν ἡ προβολή ὡς  καί μυθοποίηση ἀσκητικῶν  καί μοναστικῶν προτεραιοτήτων. Γι’ αὐτό τό θέμα εἶχε καταθέσει προφητικά  τήν ἀγωνία του -1962- στό θαυμάσιο κήρυγμα: «Τό ρίγος τῆς Προηγιασμένης», λέγοντας: «Τόσο δύσκολο ὅμως εἶναι νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι, μιά ‘πνευματικότητα’ ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει τό οἰκουμενικό στοιχεῖο, ὁ πόνος  καί ὁ ἀγώνας γιά τή σωτηρία τοῦ ‘σύμπαντος κόσμου’ εἶναι ἀνάπηρη πνευματικότητα»; Βλέπετε, τό μοντέλο Μ. Βασιλείου-Ἰωάννη Χρυσόστομου ὅτι, τό ἀσκητικό ἤ μοναστικό πεδίο νά ἀποτελεῖ ἐντατικό φροντιστήριο πνευματικότητας, κι ἀπό κεῖ νά ἀκολουθεῖ ἔξοδος σέ χριστιανική κοινωνική παρουσία -Μ. Βασίλειος- κοινωνική καί ἱεραποστολική, τό δεύτερο καί ὡς ἐξόριστος -Ἰωάννης Χρυσόστομος- εἶναι Σταυρός βαρύς, ὄχι ἐλαφρύ «σταυρικό ὑποκατάστατο» !
    Καί, βέβαια, δέν ὑποκύπτω στόν πειρασμό νά προσθέσω ὅτι, τό Ἡσυχαστικό μοντέλο, πού κατοχυρώνεται  καί προβάλλεται ὡς τό κατ’ ἐξοχήν ὀρθόδοξο, εἶναι γιά πολλούς καλό ἀραξοβόλι! Γιατί, στό γραπτό: «Διαφορά ἀντιλήψεων» -1961- γραπτό, ἀνύσταχτη προσευχή ἀγωνίας, μέ  τό οποίο βάζει τελεία  καί παῦλα στό βιβλίο, τό λέει, θαρρῶ, εὐδιάκριτα, μέ  τή λεπτότητα  καί γλυκύτητα  τοῦ τρόπου του, ἀμφότερα καρπό τῆς ἀγάπης πού τόν διακρίνει. «Χριστέ μου, σέ βλέπω καί πάλι νά βγαίνεις… σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων νά σπείρεις τό λόγο Σου… Γιά ὅλους πονᾶς, γιατί ὅλοι εἶναι δικοί Σου. Κι οἱ μαῦροι, κι οἱ κίτρινοι,  καί οἱ λευκοί εἶν’ ἀδελφοί Σου… Ἀλλά, ἔχω δίκιο, Κύριε, ἄν πῶ, ὅτι τά μάτια Σου μοῦ φαίνονται ὑγρά;… δέν βλέπεις, λές, ὅσους θά ’πρεπε ἐργάτες κοντά Σου; Συγχώρησέ μας, Κύριε. Εἶναι, βλέπεις ‘ἡ διαφορά ἀντιλήψεων’. Αὐτή ἡ διαφορά ἐξηγεῖ ἴσως ἀρκετά  τήν ἀνεξήγητη ἀδιαφορία μας»!!   


Βιβλίο 3ο. Ἐδῶ δέν «φαίνονται ὑγρά» τά μάτια  τοῦ Χριστοῦ! Ἀκτίνες χαρᾶς! Ἐκκλησίες ὑπαίθριες, κάτω ἀπό ἕνα δέντρο, ἀχυροκαλύβες ἤ παραπήγματα,  καί ἀντάξιες «τῆς εὐπρέπειας τοῦ οἶκου Του», κι ὕμνος πού ἀναπέμπεται Τριαδικός. Ἕνας ἐπίσκοπος -καί ἄλλοι κληρικοί  καί λαϊκοί- ἰχνηλατεῖ  τήν ἀγάπη  του στήν ἀφρικανική σαβάνα ἤ «στή Λαϊκίπια -Κένυα- σ’ ἕνα ὑψίπεδο 2000 μ. κοντά στόν Ἰσημερινό», σέ ψυχές πού  τήν πρόσμεναν αἰῶνες. «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν», ὕμνος εὐχαριστίας  καί δοξολογίας, «φαιδρῷ τῷ προσώπῳ» ἀπό «τούς κατακαημένους μαύρους Του». Αὐτοί τή φορά δέν ἦρθαν «χριστιανοί» γιά δουλεία  καί ἐκμετάλλευση, ἦρθαν ἄλλοι,  καί τούς ἔμαθαν νά ὁμολογοῦν καί νά ἐπαναλαμβάνουν στούς Θωμάδες ἐποχῆς: «Ἑωράκαμεν τόν Κύριον»! Κι ἀπό κοντά, ἡ αὐτοῦ  Θειοτάτη Μακαριότητα, ὁ Πάπας  καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς κ. Θεόδωρος Β΄, νά κάνει τίς ἀπαραίτητες συστάσεις. «Πρωτεργάτης ἀκάματος, ὁ πολιός ἀδελφός Μακαριώτατος… Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, ὁ ὁποῖος ἀνάλωσε τόν ἑαυτό  του στόν ἀγώνα τῆς Ἀφρικῆς».  Καί μέσα  του νά προσθέτει: «Ἤμουνα κι ἐγώ ἐπί ἕνα διάστημα φοιτητής  του ‘στα πανεπιστημιακά ἀμφιθέατρα, ὅπου ἔκανε θερμή ἀναφορά καί πρόσκληση γιά τήν ἀναζωπύρωση τοῦ ὀρθόδοξου ἱεραποστολικοῦ  φρονήματος’... Καί δέν ἔμεινα στήν ἀκρόαση μόνο. Ἦρθα» !      
    Σ’ αὐτόν τόν ἐκ 478 σελίδων τόμο, ὡς Καθηγητής τῆς Θρησκειολογίας θά ἐξηγήσει ἀρχικά τά τῆς Ἀφρικανικῆς θρησκευτικότητας.  Καί ἀπό χαρακτηριστικές φωτογραφίες θά δείξει, σέ τί ἔδαφος πῆγε νά καλλιεργήσει ὡς ἱεραπόστολος. Σέ ἀνθρώπους πού ἀποζητοῦσαν τή λύτρωση, ζώντας «τούς μέν χρόνους τῆς ἀγνοίας», πού εὐτυχῶς «ὑπερεῖδεν ὁ Θεός», ὄντως, «ἐν χώρᾳ  καί σκιᾷ θανάτου»!  Καί μετά, θά παρουσιάσει ἐνδεικτικά  καί διακριτικά ποιό Ἐκκλησιαστικό, πολιτιστικό, κοινωνικό έργο ἐπιτέλεσε στήν Οὐγκάντα, Κένυα καί Τανζανία κατά τίς περιόδους, 1964-1967, 1981-1986, τή δεύτερη καί ὡς «Τοποτηρητής» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Εἰρηνουπόλεως γιά νά σβήσει φωτιά πού ἄναψε ἐκεῖ -καί 1987-1990, τῆς ἱεραποστολικῆς του ἐξόρμησης καί παρουσίας.
    Θά ἔλεγα ὅμως ὅτι, πέρα ἀπό ὅσα ἀναφέρει πώς εὐλόγησε ὁ Θεός νά ἐπιτελέσει, πού μπορεῖ νά διαβάσει κανείς  καί νά θαυμάσει, ἔκτακτο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ σελίδες ἀναφορᾶς  του στήν ἐκπληκτική ροή  καί διάδοση πού ἐπιτυγχάνει στήν Ἀφρική τό Ἰσλάμ. Σ’ αὐτές μεταξύ ἄλλων ἐπισημαίνει: «Τό σημαντικότερο ὅμως ὅπλο γιά  τήν ἐξάπλωση τοῦ Ἰσλάμ, τό δίδουν οἱ ἀσυνέπειες τῶν λεγομένων χριστιανικῶν λαῶν, τίς ὁποῖες φροντίζουν  μέ  ἰδιαίτερη ἐπιμονή νά ἐκμεταλλεύονται οἱ μουσουλμάνοι κήρυκες, ἰδιαιτέρως ἐκεῖνες πού θίγουν τό ἐθνικιστικό αἴσθημα τῶν ἀφυπνιζομένων λαῶν -ὅπως π.χ. τίς φυλετικές διακρίσεις καί τήν οἰκονομική ἐκμετάλλευση… σέ μερικά δέ μέρη, ὅπως στή Νιγηρία, καί τή Σιέρα Λεόνε τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς ἡ ἐξάπλωσή  του εἶναι ραγδαία. Κατά τή δεκαετία τοῦ 1950, σχεδόν 10.000.000 Ἀφρικανοί προσηλυτίσθηκαν στόν Ἰσλαμισμό. Ὑπολογίζεται ὅτι, σέ ἕναν ἰθαγενή πού προσέρχεται στή χριστιανική πίστη, ἀντιστοιχοῦν δέκα ἄλλοι πού γίνονται μουσουλμάνοι. Λέγεται ὅτι, ὁμάδες χριστιανῶν στό Βελγικό Κογκό  καί τήν Ταγκανίκα προσεχώρησαν στό Ἰσλάμ. Καθώς δε δείχνουν τά πράγματα, ‘οἱ Μαῦροι τῆς Κεντρικῆς Ἀφρικῆς ἰδιαιτέρως, ὅταν ἀφεθοῦν νά κερδηθοῦν ἀπό τή μουσουλμανική προπαγάνδα, εἶναι σχεδόν χαμένοι γιά τό Χριστιανισμό, πιό σύνθετο στήν πίστη του, καί πιό ἀπαιτητικό στίς ἐντολές  του γιά  τήν ἠθική ζωή’» -σ.70-71.
    Σημειῶστε ὅτι, αὐτά γράφονται τό ἔτος 1961. Καί, ἀφοῦ λάβετε ὑπόψη τήν ὄχι μικρή δραστηριότητα πού ἀναπτύσσουν καί τά ἀνατολικά θρησκεύματα καί οἱ σχετικές φιλοσοφίες πιά, ἀλλά  καί τίς ὄχι μικρές ἐπιτυχίες πού ἔχουν στό χριστιανικό κόσμο -Δύσης,  καί λιγότερο ἴσως, ἀνατολῆς. Ὅτι στά πενήντα χρόνια πού  στό μεταξύ ἔχουν διαρρεύσει, ὁ λεγόμενος χριστιανικός κόσμος σέ Δύση, μή γελιόμαστε, ὄχι λιγότερο  καί ἀνατολή, ἔχει ξεκόψει ἀπό τή χριστιανική πίστη, μέ ὅτι αὐτό συνεπάγεται καί σέ κατάρρευση ἠθική. Ὅτι ἡ Κρατική εξουσία βρίσκεται στήν ἀντίπερα ὄχθη, ἀπό κείνην πού ἐπί αἰῶνες ὑποστήριζε ἀνοιχτά τό Χριστιανισμό, καθώς πολιτικές  καί οἰκονομικές ἐλίτ πού σήμερα τίς ἐλέγχουν, δέν ἔχουν τήν παραμικρή σχέση μέ τή χριστιανική πίστη καί ζωή. Τέλος ὅτι, μέ τήν ἀθρόα μετανάστευση ἤ λαθρομετανάστευση, αὐτοί καί αὐτά εἶναι ἐντός τῶν ἀπό καιρό ἐρειπωμένων τειχῶν τῶν λεγομένων, ἀλλά τυπικά μόνο ὄντων χριστιανικῶν λαῶν, καθίστε ἄπρακτοι νά περιμένετε νέα αὐγή ἀπό τίς βυζαντινές γραφικότητες, καί τά ἀλαλάζοντα κύμβαλα πού τά τελευταῖα πενήντα χρόνια εἶναι σέ πρῶτο πλάνο,  καί παίζουν πρῶτο χαρτί ! 
    Μέ τά τελευταῖα, καί νά ἤθελα νά ἐνσπείρω ἀπαισιοδοξία, δέν τό μπορῶ. Γιατί τό βλέμμα μου πέφτει κι ἐδῶ στό, «ἀντί ἐπιλόγου», «Ἀφρικανική ὀρθοδοξία», ὅπου αὐτά πού διαβάζω, κρίνετε κι ἐσεῖς, μοιάζουν καί εἶναι προφητικά. Διό καί προτείνω νά ἀναγνωστοῦν σέ ἀργό ρυθμό, εὐχόμενος νά ριζοβολήσουν δημιουργικά σέ ψυχές ἀνοιχτές στήν ἀγάπη  τοῦ Θεοῦ. «Ἡ … ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ἀναπτύσσεται στίς ἀφρικανικές φυλές ἔχει ἕνα διπλό ρόλο νά παίξει στό κρίσιμο αὐτό πέρασμα ἀπό τόν εἰκοστό στόν εἰκοστό πρῶτο αἰῶνα. Πρῶτον, νά μεταφέρει στήν Ἀφρική ὁλόκληρη  τήν ἐμπειρία  καί παράδοση τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» τῶν εἴκοσι αἰώνων…Δεύτερον νά μεταφέρει στίς παλαιές ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πιό ἄμεσα τή φωνή τῶν περισσότερο ἀδικημένων παιδιῶν τῆς γῆς… νά ὑπενθυμίζει στούς ‘εὐλαβεῖς ὀρθόδοξους’, ὅτι οὔτε τά ὑλικά, οὔτε ἀκόμη περισσότερο, τά πνευματικά, μποροῦν νά τά χαίρονται μόνοι τους…». Πιό ξεκάθαρα, γι’ αὐτό καί σέ ἔντονη γραφή. «Νά τούς τονίζει πώς δέν δικαιοῦνται νά τά παρακρατῦν στούς σιτοβολῶνες τῶν κατανυκτικῶν τους ἀκολουθιῶν καί στήν πνευματική «ἀδολεσχία»-φλυαρία, περιττολογία –τῶν ὀρθοδόξων ἐμπειριῶν τους. Καί ὅτι σήμερα ἀρχίζουν νά χάνουν πολλά ἀπό τά πνευματικά τους ἀγαθά, διότι ἀκριβῶς δέν φρόντισαν ὅσο ἔπρεπε νά τά διοχετεύουν  καί στούς ἄλλους, τούς περισσότερο στερημένους».
    Καί τό πιο σπουδαῖο, τό καί κατά κύριο λόγο προφητικό: «Ἡ Ἀφρικανική ὀρθοδοξία, σιωπηλή ἤ χαμογελαστή, μέ τήν ἀνέχεια καί τίς προσδοκίες της, ἀποτελεῖ ἕνα προφητικό «σημεῖο» κρίσεως, ἀλλά καί ἐλπίδας γιά τή σύγχρονη ὀρθοδοξία». Μέ  ἄλλα λόγια: «Ἀδελφές καί ἀδελφοί μου, ἐκ μέρους  τοῦ λαοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀνήκω, καί πού τήν ἵδρυσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, θέλω νά σᾶς ζητήσω συγγνώμη  γιατί ἤρθαμε τόσο ἀργά, μέ καθυστέρηση αἰώνων». Σ’ αὐτό ὁ ὑπογράφων προσθέτει, ἐλπίζοντας ὁ Ἅγιος Ἀλβανίας νά μη διαφωνεῖ. «Ἄν ὅμως κρίνω, ἀπό τό πῶς ἐμεῖς οἱ παλιοί χριστιανοί φερθήκαμε ὡς τώρα στό Χριστό, ἴσως καί νά φτάσαμε στήν ὥρα, πού  ἡ ἀγάπη  του μέλλει σέ σᾶς νά ἐμπιστευθεῖ  τήν πρωτοπορία τῆς Ἐκκλησίας Του» !

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ