Ἡ Παιδαγωγική τοῦ πόνου

 

 

 

«Καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται, 
ἡ δέ ὑπομονή δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα». (Ρωμ. 5, 3-4).

 

 

     Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἐνδιάμεσος μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, πού ἔ λαβαν τή δικαίωση μέ τήν πίστη τους, ἀλλά καί τήν εἰρήνη μέ τόν Θεό. Ἡ δικαίωση ἑπομένως ἐπῆλθε διά τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἔφερε στήν περιοχὴ τῆς χάριτος καί καυχώμεθα δικαιολογημένα ὅτι θά ἀπολαύσουμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπόμνηση ἐδῶ εἶναι σπουδαία, γιατί παράλληλα μέ τή δόξα θά ἀντιμετωπίσουμε καί τή βάσανο τῶν θλίψεων. Ἄχ αὐτές οἱ θλίψεις πού μᾶς καθηλώνουν ἀνεπανόρθωτα καί μᾶς καθιστοῦν τίς περισσότερες φορές ἀνενεργούς καί ἀ ντι παραγωγικούς! Ποιός στή θλίψη του δέν ἔπαθε τή σκοτοδίνη τοῦ χαμοῦ καί τοῦ ἀφανισμοῦ τῆς προσωπικότητας! Ποιός δέν πόνεσε καί δέν πέρασε ἀπ’ τό ἀνυποψίαστο καί τό ἀπίθανο στήν κατάσταση τοῦ τέλους, γιατί ὁ νοῦς, ἡ σκέψη σάν ἄλλη περιστερά τοῦ μηνύματος δέν κομίζει κλάδον ἐλαίας, ἀλλά μήνυμα ἀπαισιοδοξίας! 

Εἶναι τό μήνυμα τοῦ ἔλλοπου βίου, τῆς ἄφωνης καί ἀσυντρόφευτης μοναξιᾶς, γιατί ὁ ὅποιος πονεμένος εἶναι μοναχός καί μόνος καί ἀντιμετωπίζει τή θλίψη ὡς ἐνώπιος ἐνωπίῳ παρά τήν παρουσία συγγενῶν καί φίλων. Τό κατά μόνας ἐνεργεῖν, πράττειν καί ὑπάρχειν εἶναι κατάσταση ἄφιλης συμβιώσεως, ὅπου ἡ πλησμονή τῆς συντροφικότητας εἶναι ἀποῦσα καί τό ἐγώ, μόνο καί μοναχό, ἀγκαλιά μέ τή θλίψη περνᾶ τόν Γολγοθᾶ τοῦ μαρτυρίου. Ὅμως, ὁ Γολγοθᾶς δέν παραμένει στή μοναξιά τοῦ πάθους καί τοῦ πόνου, τῆς θλίψεως καί τῶν δακρύων. Εἶναι συνταιριασμένος καί ἑνωμένος μέ τήν ἰδιότυπη χαρά τῆς ἀναστάσεως, πού θραύει τίς πύλες τοῦ ἅδου καί ἐξέρχεται τροπαιοῦχος καί νικητής. 

 

 

 

Ἡ νίκη αὐτή εἶναι τό ἐχέγγυο τῆς ἡδύμολπης πλησμονῆς καί ἀποτελεῖ τή βεβαιό τητα τῆς συντροφικότητας τῶν συμβαλλομένων. Καί οἱ συμβαλλόμενοι, τί περίεργο, δέν εἶναι κοινοί θνητοί, ἄνθρωποι τοῦ περιβάλλοντός μας καί φίλοι ἀγαπητοί! Εἶναι τό ἄγνωστο, ἀλλά γνωριστό καί ὑπαρκτό καί μᾶς συντροφεύει στίς ὅλες μας ἐκδηλώσεις, τῆς χαρᾶς καί τοῦ πόνου. Εἶναι ἡ πελώρια ἀγκαλιά τοῦ Δημιουργοῦ, πού σάν πατέρας σπλαχνικός καί τρυφερός μᾶς παρακολουθεῖ καί μᾶς συντροφεύει. Δέν εἴμαστε, λοιπόν, μόνοι καί μοναχοί, ἀλλά καθοδηγούμενοι καί ὁδοιποροῦντες χέρι χέρι μ’ Αὐτόν πού γνωρίζει τίς μύχιες σκέ ψεις μας, τίς θλίψεις μας, τοὺς πόνους μας, τίς χαρές μας. 
Ὁ πόνος στή ζωή μας! 


   Μιά κατάσταση ἰδιαίτερης σημασίας καί ἀξίας∙ ναί ἀξίας! Δέν εἶναι λόγος ἀδόλεσχος ὡς ἐκ τοῦ περισσοῦ∙ σκέψη μιᾶς στρατεύσεως ἰδεολογικῆς χωρίς ἀξία καί σημασία. Εἶναι λόγος ὁ μέγας, πού ἐκπηγάζει ἀπό τήν πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος καί οἱ διψῶντες προσέρχονται γιά νά δροσιστοῦν καί νά ἀναψύξουν τή δίψα τους. Καί ἐδῶ, ὁ λόγος γίνεται ἀντιφατικός καί ἀντιανθρώπινος. Ὁ πόνος καί ἡ ἀξία του! Ἡ θλίψη καί ἡ σημασία της. Μά δέν εἶναι ἀντίφαση στήν παγιωμένη σκέψη τοῦ πόνου, πού ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία καί στόν πόνο τόν συναισθηματικό; Δέν ἰσχύει στά πνευματικά θέματα ἡ κοσμική αὐτή σκέψη, γιατί τά ἀνθρώπινα ἔχουν τή δική τους περιορισμένη ἀντίληψη καί θέση. 


   Στόν κοσμικό ἄνθρωπο, πού δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τά στενά ὅρια τῶν συμπληγάδων κοσμικῶν ὁρίων, ὁ πόνος εἶναι εἶδος τιμωρίας. Ἡ θέση αὐτή εἶναι πάγια καί καθοριστική. Ὅμως, ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νομίσματος, ἕνα εἶδος ἐπαναστατικῆς ἰδέας, πού ἀντιβαίνει στό ἀνθρώπινο καί συνταιριάζεται μέ τό θεϊκό. Ἐδῶ ὁ πόνος ἀποκτᾶ τή δική του ἠθική σημασία καί κάνουμε λόγο γιά τήν ἠθική τοῦ πόνου. Ὁ πόνος ὡς λέξη καί ἔννοια μνημονεύεται κατ' ἀποκλειστικότητα στό ἀποκαλυπτικο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως: "Καί ὁ πέμτος (ἄγγελος) ἐξέχεε τήν φιάλην αὐτοῦ ἐπί τόν θρόνον τοῦ θηρίου῾ καί ἐγένετο ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἐσκοτωμένη, καί ἐμασῶντο τάς γλώσσας αὐτῶν ἐκ τοῦ πόνου" (Ἀποκ. 16, 10).

-Καί ὁ πέμτος ἄγγελος ἄδειασε τό περιεχόμενο τῆς φιάλης του πάνω στό θρόνο τοῦ θηρίου. Καί ἔγινε κατασκότεινη ἡ βασιλεία του καί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὀπαδοί καί φίλοι του θηρίου, μασοῦσαν τίς γλῶσσες τους ἀπό τόν δριμύ πόνο, πού αἰσθάνονταν μέσα στό ἀδιαπέραστο σκοτάδι-.

 

 

 

Ὁ πόνος ἐδῶ εἶνια δριμύς καί οἱ ἄνθρωποι στό ἀδιαπέραστο σκοτάδι αἰσθάνονταν τή δριμύτητα γεμᾶτοι ἀποελπισία, χωρίς ἐλπίδα προοπτικῆς. Εἶναι ὁ πόνος, ἀποδεσμευμένος καί μοναχικός, χωρίς συνταίριασμα καί συνοδοιπορία μ'αὐτό τό ἄλλο, πού προέρχεται ἀπ' τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ. Εἶναι ὁ πόνος τῆς ἀπωλείας, γιατί οἱ ἄνθρωποι, ἀμετανόητοι καί σκληροί, βαδίζουν τόν δρόμο τῆς ἀποστασίας καί τῆς μοναχικότητας. Ὁ πόνος αὐτός δέν ἔχει προεκτάσεις ἐλπίδας καί σωτηρίας· εἶναι ἀποδεσμευμένος ἀπό κάθε προοπτική προβληματισμοῦ και ἐπαναφορᾶς στήν ἡδυμόλυπη χαρά. Εἶναι ἠ τιμωρία, ὄχι τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ τά πλάσματά Του, ἀλλά τά ἴδια τιμωροῦνται μέ βάση τόν ἠθικό κανόνα τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ. Ἡ φύση καί τά τῆς φύσεως ὁδεύουν μέ βάση τόν ἠθιό κανόνα τοῦ σχεδίου τοῦ ΘΕοῦ. Ἡ φύση καί τά τῆς φύσεως ὁδεύουν μέ βάση τή φυσική νομοτέλεια· ὁ ἄνθρωπος πορεύεται κι αὐτός μέ τόν ἠθικό νόμο, πού δέν εἶναι σχέδιο καί σταθερός νομοκάνονας τῆς κοινωνικῆς ἐμπειρίας, ἀλλά νόμος ἀξεπέραστος καί σταθερός, χωρίς προσθαφαιρέσεις καί διορθώσεις, ὅπως οἱ ἀνθρώπινοι νόμοι.

Ἡ θλίψη, λοιπόν, εἶναι κατάσταση δευτερογενής καί ὀφείλεται ὄχι στήν αὐστηρότητα τῶ νἀπαγορεύσεων τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στήν ἀποστασία και παρακοή τοῦ ἀνθρώπου, πού, παρασυρμένος ἀπ' τήν αὐταπάτη τῆς δυνάμεως τοῦ Κακοῦ γιά ἰσοθεΐα, δέχτηκε τά ἐπίχειρα τ[ςη ἀποστασίας του. Τελικά, ἡ θλιψη στόν καινοδιαθηκικό χῶρο ἔλαβε ἄλλη τροπή καί ἀξία, πού ἐπιμαρτυρεῖται στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στό δωδέκατο κεφάλαιο τῆς πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς κάνει διάκριση μεταξύ τῶν φυσικῶν γονέων και τοῦ οὐρανίου Πατέρα. Ἐκεῖνοι παιδαγωγοῦν τά παιδιά τους, ὅπως νόμιζαν καλό, ὁ δέ Θεός μᾶς παιδαγωγεῖ πρός τό συμφέρον μας, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς ἁγιότητας καί τῆς δόξας Του: "μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητας αὐτοῦ" (ἙΒρ. 12, 10). Στούς πιστούς τῶν Φιλίππων ὁ ἴδιος Ἀπόστολος ὑπενθυμίζει καί συνιστᾶ. Ὑπενθυμίζει ὅτι τούς δόθηκε τό χάρισμα τῆς πίστεως στόν Χριστό, ἀλλά καί συνιστᾶ ὄχι μόνο τήν πίστη, ἀλλά καί νά πάσχουν στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ:  "ὑμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν" (Φιλ. 1,29).

 

 

 

"Τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν"στηρίζεται ἀναμφίβολα στή βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Ἀποστόλους Του: "εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν" (Ἰωάν. 15, 20).Οἱ διωγμοί, πού καί σήμερα ἐνεργοῦνται κατά τῶν χριστινῶν στίς περιοχές τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, ἔχουν τό στοιχεῖο τοῦ πάθους καί τοῦ πόνου. Ὑποφέρουν γιά τήν πίστη τους κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς μεριμνοῦμε και τυρβάζουμε περί ἄλλα. Κι ὅμως ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἡ κάθε οἰκογένεια περνᾶ τό καμίνι τοῦ πόνου καί τῶν θλίψεων, γιατί δέ δημιουργήσαμε μόνο τό οἰκολογικό πρόβλημα καί ἡ φύση στρέφεται κατά τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν ὅλη παραγωγή τῆς γῆς μεταλλάξαμε καί ἔγινε πηγή ἀσθενειῶν καί βασάνων. Πόνος ἀπό τή φύση, πόνος ἀπ' τόν συνάνθρωπο, πόνος ἀπ' τίς ἀρρώστιες μας, πόνος ἀπ' τήν περιορισμένη ἤ καί ἀνύπαρκτη πίστη μας, πόνος παντοῦ καί καθημερινός.

Ὅμως, ἄν μπορούσαμε νά συσχετίσουμε τόν πόνο μέ τήν ὑπομονή, δέν θά ἀπέβαινε "ἄναλον ἅλας"  ἁλάτι χωρίς ἁλάτι, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος (9, 50). Μία κατάσταση πού κατατρύχει τήν ὕπαρξη καί τήν ὁδηγεῖ σέ κατάσταση ἀπέλπιδα καί καταστροφική. Ὁ πόνος, εἴτε σωματικός, εἴτε συναισθηματικός, ὀφείλει νά ἔχει τά ὅριά του. Ὅρια ἀντοχῆς σέ συνδυασμό πάντοτε μέ τήν ἄλλη ὄψη τοῦ πόνου, πού εἶναι εἶδος δοκιμασίας καί καταστάσεως πνευματικῆς. Κι ὁ ὀλιγόπιστος, διαβάζοντας τίς γραμμές αὐτές, ἐνῶ ἐγώ πάσχω καί ὑποφέρω. Ὁ Χριστός, μιλώντας γιά τήν καταστροφή τῆς Ἰερουσαλήμ, εἶπε στούς μαθητές Του, ὅτι ἐάν ὁ Θεός δέν ἐπιτρέψει, δέν μπορεῖ νά πέσει μία τρίχα τῆς κεφαλῆς μας. Τά πάντα, λοιπόν, προέρχονται ἀπό τόν Θεό καί εἶναι εἷδος δοκιμασίας, ὥστε νά ὁδοιπορήσουμε σέ λειμῶνες συμπεριφορᾶς προσοχῆς καί καθαρότητας.

 

 

 

Ὁ πονεμένος, ἐάν ἔχει μέσα του τήν προσοχή καί τήν περίσκεψη, γίνεται πρᾶος καί καταδεκτικός, προσηνής καί ἡσύχιος, ἀλλά κυρίως ἀντιμετωπίζει τή ζωή καί τούς ἀνθρώπους μέ ἄλλη ὀπτική ματιά. Μέσα του συντελεῖται εἶδος ἰστογενέσεως, ὅπως τό βομβύκιο τοῦ μεταξοσκώληκα, ὅπου ἀπ' τήν ἰστόλυση προβάλλει ἡ νύμφη, πανέμορφη, πολύχρωμη καί παιχνιδιάρα. Ἔτσι καί γιά τόν ἀνθρώπινο πόνο, εἶναι μία δοκιμασία καί μέσα ἀπ' αὐτήν προβάλλει ἕνας νέος ἄνθρωπος, ἱματισμένος και σωφρονῶν.

Καί ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, συνεχίζοντας τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του, ἐπιλέγει: "καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται". Τό σχῆμα, κατά τήν κοσμική του σημασία και ἔννοια, εἶναι ὀξύμωρο καί ἀντιφατικ!  Νά καυχώμεθα γιά τίς θλίψεις μας. Μά εἶναι δυνατόν, θά ἐρωτήσει ὁ κατά κόσμον σοφός καί λόγιος. Καί ἡ ἀπάντηση, προερχόμενη ἀπό τήν κατά Θεόν προσέγγιση, εἶναι ἡ ὄντως καύχηση τοῦ ἀνθρώπου γιά τίς τυχόν θλιψεις, πού τόν περιβάλλουν καί τόν ταλανίζουν. Ὅμως, ἡ καύχηση αὐτή εἶναι ἡ κατά Θεόν προσέγγιση, πού ἀντιβαίνει στήν ἀνθρώπινη σκέψη και καταρρίπτει τήν ὅποια ἀντίφαση σ΄τον νομοκάνονα τῆς κοινωνικῆς δεοντολογίας.

Οἱ ἄνθρωποι τῆς πίστεως ὁδηγοῦνται στόν χῶρο τῆς μεταφυσικῆς θέας, πού εἶναι τό ἀθέατο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, γιατί: "Θεόν οὐδείς πώποτε ἑώρακεν", καί τοῦτο ἐπειδή ὁ Θεός δέν ὁρᾶται, ἀλλά νοεῖται καί γίνεται γνωριστός μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν Του. Ἡ θλίψη καί ὁ πόνος εἶναι εἶδος ἐναργέστερης κατανοήσεως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, πού συντελεῖται μέ ρυθμό ἀργό, ἀλλά σταθερό καί ὑποβοηθεῖται μέ τή δύναμη τῆς ὑπομονῆς. Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ δυναμική τῆς ἀνόδου στούς λειμῶνες τῆς μεταφυσικῆς ἡδύμολπης πλησμονῆς καί ὑποκαθιστᾶ τήν ὅποια ἀρνητική καί μικρόψυχη συμπεριφορά, πού καταντᾶ αἰτία ψυχικῆς ἀπώλειας.

 

 

Ὁ λόγος καταγράφεται κλιμακηδόν καί οἱ ἀναβαθμοί του ὁδηγοῦν στό τέλος τῆς ὑπομονετικῆς προσπάθειας: "ἡ δέ ὑπομονή κατεργάζεται δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα". Ἡ ὑπομονή ἔχει ὡς καρπό της τή δοκιμασμένη ἀρετή. Τό δόκιμον εἶναι ἡ ἐστεμμένη προσπάθεια, ὁ ἀγώνας ὁ καλός, πού ὁδηγεῖ ἀσφλῶς στήν ἐπιτυχία τό πνεῦμα  καί αἰσθάνεται τήν ἱκανοποίηση τῆς προσεγγίσεως μέ τό θεῖο. Ὅμως, ἡ κατακλείδα τῆς ὅλης ἀγωνιστικῆς συμμετοχῆς εἶναι ἡ δοκιμασμένη ἐλπίδα, πού ἀπομακρύνει διαρρύδην τήν ὅποια ἀρνητική συμπεριφρορά καί προκαλεῖ τά τραύματα τῆς ἀπελπισίας.

Περικλείεται, λοιπόν, στίς λίγες αὐτές γραμμές, τό νόημα τοῦ θεόλεκτου συγγραφέα Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος καταθέτει συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως τίς σκέψεις του, σκέψεις πού συνάδουν στόν λόγο τοῦ οὐρανοῦ καί συχνά ἀπάδουν στή στείρα καί πεπερασμένη ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λόγος τ' οὐρανοῦ ἀνέκαθεν καί τώρα πολεμεῖται καί ἐξοστρακίζεται, μέ τό αἰτολογικό τῆς στασιμότητας καί τῆς μή δυνατῆς κινητικότητας. Ὅμως, ὁ λόγος αὐτός, οὐρανόθεν σταλμένος, ἔχει ὄντως τό μή ματαβλητό, γιατί κι ὁ Θεός δέν μεταβάλλται και δέν προοδεύει. Ἔτσι, καί ἡ φύση καί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τρεπτές, ἀλλ' εἶναι μεθεκτές τῶν δυνατοτήων τοῦ ἀνθρώπου. Καυχώμεθα, λοιπόν, στίς θλίψεις μας, μέ τή βεβαιότηα, ὅτι ἡ θλίψη κατεργάζεται ὑπομονή, ἡ ὑπομονή δοκιμή, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα.

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.
 

ΚΟΥΤΙ ΕΛΕΟΥΣ: Μια ιδιάζουσα νομοθετική ρύθμιση ελεημοσύνης του μεταβυζαντινού δικαίου.

 

 

I. Η ελεημοσύνη εξυψώνεται σε όλες κατά κανόνα τις θρησκειακές μορφές και δοξασίες σε απαραίτητο μέσο ατομικής τελείωσης και σωτηρίας ενόψει της παραδεδομένης πίστεως για την πέραν του τάφου ζωή. Παράλληλα η φιλαλληλία ή η φιλανθρωπία, ως δεύτερο γενικότερο κίνητρο της ελεημοσύνης, καταγράφεται στις ανθρωπολογικές επιστήμες ως ιδιάζον χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, παρά τα αντίθετα πολυάριθμα ιστορικά συμβάντα. Η τελευταία αυτή διαπίστωση περί φιλαλληλίας αποτελεί αν όχι διαπιστωμένη επιστημονική πεποίθηση, πάντως κοινή παρηγορία, αφού ο αίτιος ή και απλός αδιάφορος σε κάθε προκύπτουσα δυστυχία άνθρωπος χαρακτηρίζεται αυθόρμητα άσπλαχνος και θηρίο. Επειδή όμως η τελείωση του κάθε ανθρώπου είναι πρόβλημα εσωτερικό, κατά το μέτρο των ηθικών που πρεσβεύει κριτηρίων του, ο κοινός νομοθέτης αφήνει την ελεημοσύνη εκτός της εξαναγκαζόμενης συμπεριφοράς στις επιδιώξεις του για επίτευξη ισότητας και δικαιοσύνης. Το αντίθετο θα περιείχε αντίφαση, αφού η ελεημοσύνη έχει ηθική αξία μόνον ως προϊόν εκούσιας εσωτερικής εκδήλωσης φιλαλληλίας και ηθελημένης ηθικής αποδέσμευσης από τον πλούτο, την επάρκεια ή ακόμα και του υστερήματος. Και όμως!
Η οργανωμένη κοινωνία δεν μπορεί να αδιαφορεί και να μην επεμβαίνει εξισορροπητικώς προς αντιμετώπιση καταστάσεων μονίμων φαινομένων ένδειας η περιπτώσεων εκτάκτων αναγκών απο ασθένειες, σιτοδείες, καταστροφές από σεισμούς, πλημμύρες κ.τ.ο., ασχέτως του αριθμού των πολιτών που εμπίπτουν σε τέτοιες καταστάσεις ανάγκης. Η χριστιανική εκκλησία ειδικά ως οργανωμένη κατά το δικό της σύστημα κοινωνία, ανέλαβε ως γνωστόν ήδη από τους πρώτους χρόνους της συστάσεως της την μέριμνα των φτωχών και αδυνάτων κατά τις περί «λογίας» *1 υποδείξεις του αποστόλου Παύλου.

 

 


Στην ορθόδοξη βυζαντινή επικράτεια η λογία, ως θρησκευτική προτροπή συλλογής βοηθημάτων για την ενίσχυση των φτωχών, διευρύνθηκε σε ιδιωνύμους θεσμούς προσαρμογής της ιδιωτικής προδιάθεσης προς ελεημοσύνη σε τρόπους κάλυψης επειγουσών ή μελλοντικών αναγκών προνοίας και αυτό διότι η συγκέντρωση χρημάτων δεν προοριζόταν υπερ μόνον συγκεκριμένων ατόμων, αλλά και για τις ανάγκες γενικοτέρων συντεχνιών ή άλλων τυχαίων ομάδων προσώπων. Στους τρόπους κάλυψης των αναγκών αυτών ανήκει η διενέργεια εράνων, συνήθως κατόπιν ειδικών πατριαρχικών ή επισκοπικών εγγράφων αδειών υπό την μορφή ή κατά μίμηση των λεγομένων «ειρηνικών επιστολών», περί των οποίων ορίζει ο ΙΑ κανών της εν Χαλκιδόνι Οικουμενικής Συνόδου.*2 Πρόκειται κυρίως για τους θεσμούς της ζητείας*3 και του κυτίου ελέους για το οποίο και ειδικώτερον κατωτέρω, εξ αφορμής του ότι ο τελευταίος αυτός θεσμός ως διαχρονικός, έτυχε και ρητής κρατικής πρόβλεψης στους νομοθετικούς κώδικες των παραδουνάβιων χωρών κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, γεγονός που είναι από μόνο του αξιοσημείωτο. Εξάλλου κατά την πραγματική και όχι αυτήν της νομικής υποχρεώσεως μορφή του φιλοπτώχου ταμείου, επιζεί το κουτί ελεημοσύνης και σήμερα στους ιερούς ναούς.

II. Οι ως άνω ειρηνικές επιστολές δεν ήσαν, ως ο ίδιος ο κανών διευκρινίζει, συστατικές, δηλαδή δεν απευθύνονταν κατ΄ ανάγκη σε συγκεκριμένο αποδέκτη για παροχή κάποιας βοήθειας προς τον αιτούντα την επιστολή, ούτε ο τελευταίος αυτός αναφερόταν σ΄ αυτήν ως άτομο ιδιαίτερης ικανότητος και ηθικών χαρισμάτων, ώστε για τον λόγον αυτόν να καθίστατο άξιος της συνιστωμένης αρωγής. Οι εν λόγω επιστολές ενεργούσαν μάλλον αορίστως ως γραπτές άδειες συγκέντρωσης έκτακτης οικονομικής βοήθειας ή ως υπόδειξη ηθικής συνδρομής σε κάποια διαφορά ή έργο, περιλαμβανομένης και της διενεργείας εράνων για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων προσώπων. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει η συνδρομή για κατασκευή ή συντήρηση μοναστηρίων, σχολείων και λοιπών κοινωφελών έργων. Σε αντίθεση προς τις ζητείες, που είχαν οπωσδήποτε ή υπέκρυπταν και το στοιχείο της ανταποδόσεως ή εκπλήρωσης υποχρεώσεως στη συμμετοχή τους, οι καθαρώς για φιλανθρωπικούς σκοπούς έρανοι συστηματοποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου σε προνοιακούς τρόπους ελεημοσύνης, υπό την έννοια ότι πάντα υπήρχε αφενός μόνιμος τρόπος καταβολής εισφορών και αντιστοίχως βοηθημάτων προς τους πένητας, και αφετέρου της σταθερής και ελεγχόμενης διαχείρισης των συλλεγομένων εισφορών για κάλυψη τρεχουσών ή προσεχών αναγκών. Ο τρόπος αυτός συνίστατο πρακτικώς στην χρήση κιβωτιδίων τα οποία τοποθετούμενα σε κατάλληλες θέσεις όπως προφανώς σε ναούς, ή περιφερόμενα σε πανηγύρεις ναών και μοναστηρίων ή ανεξαρτήτως τούτων δια της περιφοράς σε προκαθορισμένες περιοχές ή μεταξύ επαγγελματικώς ομοτέχνων, πετύχαιναν τον σκοπό της συγκέντρωσης χρημάτων για ανακούφιση ενδεών. Τα κιβωτίδια αυτά πήραν την ονομασία κυτία ή κουτιά ελέους ή ελεημοσύνης, και η χρήση τους φαίνεται ότι γενικεύεται τόσον πολύ, αφού άλλωστε και οι ζητείες διεξαγόντουσαν συχνά με τον ίδιο τρόπο της περιφοράς του κυτίου ελεημοσύνης, ώστε, έμμεσα κατά την βυζαντινή περίοδο και άμεσα κατά την μεταβυζαντινή περίοδο στις παραδουνάβιες χώρες, κατέστησαν αντικείμενο ειδικής νομοθετικής ρύθμισης και συνεπώς υποχρεωτικής εφαρμογής.

 

 

 

ΙΙΙ. Αντιπροσωπευτική περίπτωση ευθείας νομοθετικής πρόβλεψης για το κυτίο ελεημοσύνης απαντάται στην διάταξη υπό στοιχείο δ΄ του ΧΧΙΙ τίτλου του από 1876 Συνταγματίου του Αλ. Υψηλάντη, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Όσοι αποθνήσκουσιν άτεκνοι και υστερημένοι ανιόντων συγγενών, αναγκαίως να αφίνουν το τρίτον μέρος της περιουσίας αυτών εις το κοινόν κουτί της ελεημοσύνης δια ψυχωφέλειάν των. Ομοίως και οι επί παισίν αποθνήσκοντες με διαθήκην από τα ψυχικά, οπου αφίνουν, εξάπαντος να διορίζουν μέρος και εις το κουτί κατά το εκδοθέν περί τούτου αυθεντικόν χρυσόβουλλον εξακολουθούντες, ότι οι παραβλέψαντες το κουτί και μη μνησθέντες τούτου ίστωσαν ότι, ως χωλαινούσης λογισθείσης της διαθήκης αυτών, θέλει γίνει ανατροπή των εν αυτή διαταγών » *4
Με τη διάταξη αυτή ενομοθετούντο πολλαπλά δικαιώματα υπέρ του κυτίου ελεημοσύνης, και κατά πρώτον το δικαίωμα νομίμου μοίρας στις κληρονομίες με διαθήκη όσων απέθνησκαν χωρίς τέκνα ή ανιόντες κατ΄ευθείαν γραμμή, όσον και στις κληρονομίες των ατέκνων που απέθνησκαν χωρίς διαθήκη. Στον καθορισμό του ποσοστού της νομίμου μοίρας και στις δύο αυτές περιπτώσεις ίσχυαν οι περί τριμοιρίας *5 διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, ως είχαν διαμορφωθεί επί τουρκοκρατίας, και ως άλλωστε διευκρινίζοντο στον προηγηθέντα τίτλο ΧΧΙ του ιδίου Συνταγματίου. Κατά τις διατάξεις αυτές και στις δύο ως άνω περιπτώσεις προοριζόταν το ένα τρίτο της κληρονομίας για «ψυχικά» , δηλαδή για δωρεές και μνημόσυνα υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του αποβιώσαντος. Αλλά και όσοι είχαν τέκνα, εφ΄όσον συνέτασσαν διαθήκη στην οποία προεβλέποντο αφιερώσεις περιουσίας για «ψυχωφέλεια», δηλαδή διαθέσεις περιουσίας για ευαγείς σκοπούς, όφειλαν υποχρεωτικά να συμπεριλάβουν σ΄αυτές και το κουτί της ελεημοσύνης, προς το οποίο είχαν στενότερο τοπικό ή επαγγελματικό σύνδεσμο, επί ποινή ακυρώσεως των άλλων αυτών περιουσιακών διαθέσεων. Δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο κουτί της ελεημοσύνης καθιέρωναν και άλλοι φαναριωτικοί κώδικες, όπως ο Βλαχικός Κώδιξ του Καρατζά με την διάταξη § 24 τμ. Δ΄κεφ. Γ΄ κατά την οποία «όταν ο αποθαμμένος δεν έχει ούτε συγγενείς, ούτε γυναίκα ή η αποθαμμένη ούτε συγγενείς, ούτε άνδρα, κληρονομείται χωρίς διαθήκην από το κουτί των ελεών» και ο Μολδαυϊκός Κώδιξ στον οποίο μάλιστα συχνά γίνεται λόγος για το «κουτί του ελέους» στο οποίο συχνότατα περιέρχονταν διάφοροι ποιναί, αποζημιώσεις και πρόστιμα, και επί πλέον περιλαμβανόταν ως αναγκαίος κληρονόμος στην τελευταία τάξη της εξ΄αδιαθέτου διαδοχής μαζί με άλλους τυχόν «κοινούς οίκους»,*6 δηλαδή άλλα ευαγή ιδρύματα, ή επαγγελματικά σωματεία, σινάφια, που επίσης εφήρμοζαν υπέρ των μελών τους φιλανθρωπία δια του κιτίου ελεημοσύνης. Ενδιαφέρουσες περιπτώσεις και τρόποι διοίκησης των συλλεγομένων εισφορών από συντεχνιακές ενώσεις δια της εφαρμογής του κιτίου ελεημοσύνης, και της μέσω αυτού ασκήσεως φιλανθρωπίας και προνοιακού έργου υπέρ των μελών τους ή γενικότερα για ανακούφιση ενδεών αναφέρει ο Μιχαήλ Καλινδέρης στο έργο του, Αι Συντεχνίαι και η Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας. *7

 

 

 

IV. Παρά την εκτεταμένη τόσο χρονικά, βυζαντινή δηλαδή και οθωμανική περίοδο, όσο και τοπικά, στα εδάφη των αντίστοιχων αυτοκρατοριών, εφαρμογή του ο θεσμός του κιτίου ελεημοσύνης δεν φαίνεται να απέκτησε τυπική νομική υπόσταση ως αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο, παρότι ο Ιουστινιανός είχε υπό την επίδραση του χριστιανισμού επεκτείνει στα ιδρύματα ειδικού φιλανθρωπικού σκοπού, ως ήσαν τα πτωχοτροφεία, ορφανοτροφεία, γεροντοκομεία, νοσοκομεία κτλ, την ικανότητα δικαίου. *8 Αποτελούσαν δηλαδή οι «οίκοι» αυθύπαρκτα νομικά πρόσωπα με ανεξάρτητη περιουσία και ιδιαίτερο οργανισμό και διοίκηση γενικώς υπό τον διοικητή ή προεστότα, τον πτωχοτρόφο, ορφανοτρόφο, γεροντοκόμο, νοσοκόμο κοκ, και συμβούλιο διοίκησης. Τα ευαγή αυτά ιδρύματα διέφερον του θεσμού του κιτίου ελεημοσύνης κατά το ότι απαιτούσαν ιδρυτική καταστατική πράξη πρώτης κυρίας καταβολής κεφαλαίου από τον ιδρυτή τους, ο οποίος καθόριζε ελευθέρως πέραν του σκοπού του ιδρύματος, δηλαδή τον κύκλο τον ωφελουμένων από αυτό, και την σε γενικές γραμμές οργάνωση και λειτουργία του. Τα ως άνω ιδρύματα κατά την διάρκεια της λειτουργίας τους ενισχύοντο οικονομικώς και δια προσφορών μέσω των κιτίων ελεημοσύνης. Τα κιτία ελεημοσυνών των νοσοκομείων μάλιστα κατέληξαν στην Κωνσταντινούπολη κατά της αρχές του 19ου αιώνος σχεδόν να εξοστρακίσουν τα κιτία όλων των άλλων επαιτούντων *9.
Τα ευαγή γενικώς ιδρύματα συνέπιπταν με την δια του κιτίου ελεημοσύνης διοργανούμενη φιλανθρωπία εκτός του σκοπού, που ήταν γενικά η «ψυχωφέλεια» και στο ότι και οι δύο αυτοί θεσμοί φιλανθρωπίας τελούσαν υπό την εποπτεία και διαχειριστικό έλεγχο του επιχωρίου επισκόπου. Την εποπτική αρμοδιότητα του επισκόπου καθόριζαν γενικώς πλήθος κανονικών διατάξεων αλλά και το όλον πνεύμα και η αδιάλειπτη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

 

 


V. Είναι προφανές ότι η άσκηση φιλανθρωπίας μέσω του κιτίου ελεημοσύνης επιβιώνει σήμερα δια του τηρουμένου στους ναούς της Ελλάδος φιλοπτώχου ταμείου. Εξυπακούεται ότι το ίδιο συμβαίνει και με τον έρανο της αγάπης που διοργανώνεται κατ΄ έτος από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών ή άλλη Ιερά Μητρόπολη και ο οποίος άνετα ανάγεται στον θεσμό της ζητείας του μεταβυζαντινού δικαίου. Αλλά το νομικό καθεστώς λειτουργίας των σημερινών αυτών τρόπων ασκήσεως φιλανθρωπίας εκφεύγει του πλαισίου του παρόντος θέματος.

ΠΕΤΡΟΣ Ι. ΜΑΪΝΑΣ δρ Ν.


Υποσημειώσεις

*1 Λογεία μεταγενεστέρως λογία, εκ του λογεύω, συλλέγω φόρους ή εκούσιες εισφορές για θρησκευτικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς. Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης-Παπύρου.

*2 Ο ΙΑ κανών της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδών 451 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Μαρκιανού) έχει το ακόλουθο περιεχόμενο. «Πάντας τους πένητας και δεομένους επικουρίας, μετά δοκιμασίας επιστολίοις, είτουν ειρηνικοίς εκκλησιαστικοίς μόνοις, οδεύειν ωρίσαμεν, και μη συστατικοίς. δια το τας συστατικάς επιστολάς προσήκειν τοις ούσιν εν υπολήψει μόνοις παρέχεσθαι προσώποις.». Στην ερμηνεία του κανόνος αυτού αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής οι : Ζωναράς, «…Ούτως εχουσών των επιστολών τούτων, φησίν ο κανών, τοις πένησι και δεομένοις βοηθείας, και δια τούτο προσερχομένοις τη εκκλησία ειρηνικάς δειν δίδοσθαι επιστολάς εκ της εκκλησίας, και μη συστατικάς.. χρέος γαρ είχον οι αρχιερείς αντιλαμβάνεσθαι των προσφευγόντων τη εκκλησία πενήτων, ή ορφανών και χηρών, ως καταδυναστευμένων ίσως, ή αδικουμένων, ή αποστερουμένων των ανηκόντων αυτοίς. … Τοις γουν καθ΄οιονδήτινα τρόπον επικουρίας δεομένοις ενεχείριζον επιστολάς οι επίσκοποι, βοηθούσας αυτοίς, εφ οις εδέοντο.» Βαλσαμών, : «… Ωρισε δε ταύτα περί πενήτων και δεομένων επικουρίας, ουχ ως των λοιπών, των υπό τον επίσκοπον, μη οφειλόντων ούτως εφοδιάζεσθαι. Αλλ΄ότι επί πλέον οι πενητεύοντες της εκκλησιαστικής επικουρίας δέονται.» και Αριστηνός, «… Οι δεόμενοι επικουρίας πένητες, επιστολαίς ειρηνικαίς αλλά μη συστατικαίς οδευέτωσαν…» Ράλλη-Ποτλή. Σύνταγμα θείων και ιερών κανόνων. Τόμ. β΄σελίς 243 επομ.

*3 Οι ζητείες αποτελούσαν ένα εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο συλλογής χρημάτων δ΄εράνων μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εντός του οθωμανοκρατούμενου χώρου αλλά και πολύ πέρα από αυτόν. Ζητείες εκτελούνταν από τα Πατριαρχεία τα μοναστήρια και τις εκκλησίες για την κάλυψη τακτικών και έκτακτων αναγκών τους αλλά και από απλούς ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ποικίλα δεινά και προβλήματα. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη : Το φαινόμενο της ζητείας κατά την μεταβυζαντινή περίοδο. Ιόνιος λόγος, τόμος Α χαιρετιστήριος στον Δημήτρη Ζ. Σοφιανό. Κέρκυρα 2007 σελις 247 κ.ε., ένθα εκτενής περαιτέρω ιστορική παρουσίαση του θεσμού.
Κατά τον καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου Αναστάσιο Χριστοφυλλόπουλο,
Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 1965: σελίς 253: Οι επίσκοποι αντί τακτικού μισθού εισέπραττον επίσης υποχρεωτικάς από του ΙΑ αιώνος επ΄ευκαιρία ωρισμένης εορτής «κανίσκια» ή τακτικάς ετησίας εισφοράς των πιστών γενικώς, γνωστάς κατά την τουρκοκρατία ως ζητείας ή τουρκιστί μιρί.

*4 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΟΝ ΝΟΜΙΚΟΝ, Αλεξάνδρου Ιωάννου Υψηλάντη, Βοεβόδα Ηγεμόνος πάσης Ουγγροβλαχίας , 1780. Επανέκδοση με επιμέλεια και εισαγωγή Παν. Ζέπου, από το Γραφείο δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 1936, σελ 195.

*5 πρβλ. Π. Μάινα, Τα δια «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» μνημόσυνα στο βυζαντινό και προϊσχύσαν δίκαιο. Περιοδικό ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, 2009 τ. 441 σελ 72 επ.

*6 πρβλ. Π. Ζέπου, ε.α. Συνταγμάτιον κτλ. Σημ. 4 σελ 121
*7 Μιχαήλ Α. Καλινδέρη. Αι συντεχνίαι και η Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας. Κεφάλαιον Γ΄, Από την συμπαράσταση των Συντεχνιών είς την κοινωνική πρόνοια της Εκκλησίας. 2. Υπέρ των πτωχών. Το κουτί ελεημοσύνης. Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκονταετηρίδος. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας. Αθήναι 1973.

*8 πρβλ. Γ. Πετροπούλου, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, 1949 σελ 183

*9 βλ. Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, ε.α σελ 259.

 

Γνωστικισμός: Τό πολυπλόκαμο σύστημα πού ταλάνισε τήν πρώτη ’Εκκλησία

 

 

Προφανῶς μιά ἀνακάλυψη πού ἐνδιέφερε ζωηρά τούς ἐπιστήμονες καί μόνον, πυροδότησε συζητήσεις, πού ἐκυμαίνοντο συνήθως μεταξύ τῆς παχυλῆς ἄγνοιας καί τῆς φαιδρότητος. Πρόκειται γιά τό διαβόητο «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα», πού βέβαια οὔτε εὐαγγέλιο εἶναι, οὔτε ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης τό ἔγραψε. Ἕνα γνωστικῆς προέλευσης κείμενο, πού γνωρίζαμε τήν ὕπαρξή του ἀλλά δέν εἴχαμε ἀντίγραφό του, ὅπως συμβαίνει μέ πάρα πολλά ἀρχαῖα κείμενα, βρέθηκε ἐπί τέλους. Μεγάλη ἡ ἀνακάλυψη, γιά ὅσους ἀσχολοῦνται μέ τόν Γνωστικισμό, ἀλλά μηδαμινῆς σημασίας γιά τόν ἄνθρωπο τῆς διπλανῆς πόρτας, τόν ὁποῖον ἴσως θά τόν ἐνδιέφερε, ἄν εἶχε ἐγκυκλοπαιδικά ἐνδιαφέροντα, νά μάθει τί εἶναι ἐπί τέλους αὐτός ὁ Γνωστικισμός.
Γι αὐτόν καί γιά κάθε φιλομαθῆ ἀναγνώστη γράφονται οἱ ἀκόλουθες γραμμές.

* * *

 

 

Ὁ Γνωστικισμός δέν εἶναι μιά θρησκεία ἤ μιά αἴρεση, ὅπως αὐτές πού γνωρίζουμε. Δέν ἔχει δηλαδή ἕνα ἑνιαῖο καί συγκροτημένο σύνολο ἰδεῶν ἤ δογμάτων, δέν ἔχει ἕναν ὁρισμένο ἀρχηγό, δέν ἐμφανίστηκε σέ ἕναν σύγκεκριμένο τόπο, δέν ἱδρύθηκε μιά συγκεκριμένη στιγμή, οὔτε τά μέλη του ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο συγκροτημένο σῶμα. Ἐμφανίστηκε κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους, ἤδη πρίν ἀπό τήν ἐποχή τῆς δράσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, μάλλον ὡς θρησκευτικό κίνημα, ἀποτέλεσμα τῶν συγκρητιστικῶν τάσεων τῆς ἐποχῆς, δηλαδή τῶν τάσεων ἀναμίξεως παντοειδῶν φιλοσοφικῶν καί θρησκειακῶν στοιχείων, κυριως τῶν χωρῶν τῆς Μεσογείου, τῆς Μεσοποταμίας καί τοῦ Ἰράν. Οἱ τάσεις αὐτές πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στό πλαίσιο τῆς «οἰκουμενικότητας» πού ἀκολούθήσε τίς κατακτήσεις τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τή συνακόλουθη ὄσμωση τῶν πολιτιστικῶν, φιλοσοφικῶν καί θρησκειακῶν στοιχείων τῆς ζωῆς τῶν λαῶν. Ἡ ὄσμωση αὐτή ἐπέφερε τή σχετικοποίηση τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, καί τήν κατανόηση τῆς ἀδυναμίας ἐπιλύσεως τῶν ὑπαρξιακῶν προβλημάτων, τόσο ἀπό τίς γνωστές θρησκεῖες ὅσο καί ἀπό τίς μυστηριακές λατρεῖες. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀναζήτηση νέων ἀπαντήσεως στά ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἔτσι, γεννήθηκε ὁ Γνωστικισμός: χωρίς ἱδρυτή, χωρίς ἀρχηγό, ξεπήδησε ἀπό πολλά σημεῖα, σέ διαφόρους τόπους, σχεδόν ταυτόχρονα, σάν ἕνα κύμα, ἕνα ρεῦμα, πού μεταφέρεται καί ἐξεπλώνεται ταχύτατα ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο. Κυρίως ὁ Γνωστικισμός ξεκίνησε ἀπό τίς χῶρες, ὅπου ὁ ἑλληνικός πολιτισμός συνάντησε τόν ἰουδαϊκό, τόν αἰγυπτιακό, τόν βαβυλωνιακό καί τόν περσικό (πρβλ. Π. Κ. Χρήστου, Γνωστικισμός, ΘΗΕ 4, στ. 592). Οἱ κοινές προϋποθέσεις ἐξηγοῦν τά κοινά σημεῖα τῶν ποικίλων γνωστικῶν συστημάτων. Ἡ ποικιλία προελεύσεως τῶν στοιχείων πού χρησιμοποιεῖ κάθε γνωστικό σύστημα ἑρμηνεύει τήν πολυμορφία τοῦ γνωστικοῦ κινήματος. Ὅταν δέ ἐμφανίστηκε ὁ Χριστιανισμός, ὁ Γνωστικισμός παρέλαβε ἀπό αὐτόν τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ - σωτῆρος καί τήν ἐνέταξε στό ὑπάρχον σύστημά του.
Κοινό στοιχεῖο καί βάση τοῦ Γνωστικισμοῦ εἶναι ἡ Γνώση, ἡ ὁποία μόνη λυτρώνει τόν ἄνθρωπο, καί ὄχι ἡ πίστη, ὅπως δέχεται ὁ Χριστιανισμός. Τό περιεχόμενο τῆς γνώσεως αὐτῆς εἶναι ὁρισμένες «ἀλήθειες», πού ἀπαντοῦν στά βασικά ἐρωτήματα κάθε ἀνθρώπου. Κατά τόν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα, ἀπό τόν ὁποῖον μαθαίνουμε ἀρκετά πράγματα γιά τούς Γνωστικούς, τά ἐρωτήματα αὐτά εἶναι: «τίνες ἦμεν; τί γεγόναμεν;ποῦ ἦμεν; ποῦ ἐνεβλήθημεν; ποῦ σπεύδομεν; πόθεν λυτρούμεθα; τί γέννησις; τί ἀναγέννησις;» (Ἐπιτομαί Θεοδότου 78,2). Ἡ ἀπάντηση στά ἐρωτήματα αὐτά συνιστᾶ τήν ἀλήθεια. Ἐπειδή δέ ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι μία ἀλλά πολλές, γι’ αὐτό καί ὁ Γνωστικισμός δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀλλά πολλά. Γενικά, ἡ γνώση δέν νοεῖται στούς Γνωστικούς ὡς διανοητική λειτουργία μόνον, ἀλλά καί ὡς ἕνωση μέ τό ἀντικείμενό της, τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία δέν ταυτίζεται ἀπαραίτητα μέ τόν Θεό. Ἡ ἕνωση αὐτή ὁδηγεῖ στή λύτρωση.
Ἡ λύτρωση διά τῆς γνώσεως δέν εἶναι καινούργιο στοιχεῖο στόν Γνωστικισμό. Ἀπαντᾶ καί σέ ἄλλες θρησκεῖες, ἐδῶ ὅμως ἀποκτα[νέο περιεχόμενο καί ἀπολυτοποιεῖται.
Ἀμέσως μόλις ἐμφανίστηκε, ὁ Γνωστικισμός ὑπέστη τήν ἐπίδραση συστημάτων καί ἰδεῶν, πού προέρχονταν ἀπό διαφορετικότατες κατευθύνσεις. Ἡ Αἴγυπτος, ἡ Περσία, ἡ Συρία, ἀλλά και ὁ Ἰουδαϊσμός, ὁ Ἑλληνισμός, οἱ Σαμαρεῖτες και τελικά ὁ Χριστιανισμός, ἔθεσαν τή σφραγιδα τους ποικιλοτρόπως στόν Γνωστικισμό, μέ ἀποτέλεσμα τή δημιουργία πλήθους συστημάτων πού διαφέρουν μεταξύ τους σέ πολλά, ἀλλά πού τούς συνδέει ἡ κοινή παραδοχή τῶν βασικῶν θέσεων τῆς Γνώσεως. Τίς βασικές αὐτές θέσεις ἀντλοῦσαν, ὅπως προείπαμε, ἀπό τίς διάφορες φιλοσοφίες καί θρησκεῖες τῆς ἐποχῆς, μετά δέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ, διαβλέποντες ὅτι ἀυτός μέ τή δυναμικότητά του καί τήν ἀπήχηση στίς μάζες ἦταν κατάλληλο ὄχημα γιά τή διάδοση τῶν ἰδεῶν του, ἐσύλησαν τή διδασκαλία του, ἑρμηνεύοντας αὐτήν κατά τό δοκοῦν, παρεμβάλλοντας χωρία στά γνήσια συγγράμματα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί προσαρμόζοντας τά στοιχεῖα πού τούς ἐνδιέφεραν στίς ἀπόψεις τους. Δέν δίστασαν μάλιστα νά συγγράψουν καί νέα κείμενα, τά ὁποῖα ἰσχυρίζοντο ὅτι προήρχοντο ἀπό τούς ἀποστόλους καί ἔφθασαν μέχρι αὐτούς μέ «ἀπόκρυφο» τρόπο. Ἕνα τέτοιο εἶναι καί τό πολυσυζητημένο στίς ἡμέρες μας Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα. Τήν Παλαιά Διαθήκη τήν ἀπεχθάνονταν, γιατί θεωροῦσαν ὅτι ὁ Θεός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ὁ κακός θεός. Παρά ταῦτα, ὁρισμένες ὁμάδες Γνωστικῶν τιμοῦσαν ἰδιαιτέρως πρόσωπά της, ὅπως τόν Ἀδάμ, τόν Σήθ οἱ Σηθιανοί καί τόν Κάϊν οἱ Καϊνῖτες, ἀπό τούς ὁποίους προέρχεται τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα.

 


Οἱ κοινές βασικές θέσεις τῶν Γνωστικῶν μποροῦν νά συνοψισθοῦν στά ἑξῆς:
1.Ἡ διαρχία. Δέν ὑπάρχει ἕνας Θεός ἀλλά δύο: ὁ θεός τοῦ καλοῦ καί ὁ θεός τοῦ κακοῦ. Ἐδῶ εἶναι προφανής ἡ ἐπίδραση τοῦ Ζωροαστρισμοῦ τοῦ Ἰράν, ὅπου καλός θεός εἶναι ὁ Ἀχούρα Μάζδα καί κακός ὁ Ἀριμάν. Στή διαρχία ἔφτασε ὁ Γνωστικισμός προσπαθώντας νά ἐξηγήσει τήν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ στόν κόσμο. Δεχόμενος ὅτι τό κακό ὑφίσταται ὀντολογικά καί δέν εἶναι ἡ ἄρνηση ἤ ἡ ἀνυπαρξία τοῦ καλοῦ, τό ταύτισε μέ τήν ὕλη, τῆς ὁποίας ὁ δημιουργός θεός εἶναι κακός, ἐφ’ ὅσον ἡ ὕλη εἶναι συνδεδεμένη μέ τόν πόνο καί τό φυσικό κακό. Ὁ θεός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ θεός δημιουργός, ἄρα ὁ κακός, γι’ αὐτό καί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἀπορριπτέα. Τά περισσότερα γνωστικά συστήματα ἐξ ἄλλου ἀντιμετώπιζαν τό κακό στήν ὕλη διά τῆς μαγείας.
2. Οἱ Αἰῶνες. Ἐκτός τῶν δύο αὐτῶν θεῶν, ὑπάρχει στούς Γνωστικούς μιά σειρά κατωτέρων θεῶν, οἱ αἰῶνες, πού προῆλθαν ἀπό τόν θεό. Κατά τά περισσότερα γνωστικα΄συστήματα αὐτοί προῆλθαν δι’ ἀπορροῆς, ἀπέρρευσαν δηλαδή ἀπό τόν θεό· ἄλλα συστήματα δέχονται τή γέννηση, ἐνῶ ἄλλα τή δημιουργία τῶν αἰώνων. Πολλά γνωστικά συστήματα δέχονται πλῆθος αἰώνων, πού λέγονται καί ἄρχοντες ἤ ἄγγελοι. Σέ πολλούς Γνωστικούς αἰῶνες εἶναι οἱ ἑπτά πλανῆτες, τά δώδεκα ζώδια, ἤ προσωπικότητες τῆς Π. Διαθήκης, ὅπως ὁ Σήθ καί ὁ Κάϊν, ἐνῶ οἱ ἄλλες εἶναι προσωποποιημένες φιλοσοφικές ἔννοιες, ὅπως Σοφία, Νοῦς, Λόγο κ.λ.π.
3. Ἡ Ἠθική. Ἡ ἰδέα περί τῆς ὕλης ὡς φορέως τοῦ κακοῦ ἐπίδρασε στήν ἠθική διδασκαλία τῶν Γνωστικῶν, δημιουργώντας δύο ἀπόψεις. Ἡ πρώτη καί μάλλον ἀρχαιότερη, εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ὕλη εἶναι κακή, πρέπει νά τήν καταπολεμοῦμε φθείροντάς τήν: «παραχρήσασθαι τῇ σαρκί» ἦταν τό σύνθημα τῶν Νικολαϊτῶν (Κλήμ. Ἀλεξ. Στρωμ. 3,4), πού τό ἐννοοῦσαν ὡς ἐπίδοση στίς παντοῖες καταχρήσεις καί στήν ἀκολασία. Οἱ Ἀντιτάκτες ἀσκοῦσαν τήν ἀκολασία ὡς ἀντίδραση στήν ἐντολή τοῦ κακοῦ θεοῦ δημιουργοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «ἐπεί οὖν οὗτος ‘‘οὐ μοιχεύσεις’’ εἴρηκεν, ἡμεῖς μοιχεύσωμεν ἐπί καταλύσῃ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ» (Κλήμης Ἀλεξ., ὅ.π.). Πολλές φορές οἱ τελετουργίες τους περιλάμβαναν καί σεξουαλικές πράξεις.
Ἡ δεύτερη ἄποψη περί ἠθικῆς, πού ἀκολουθοῦσε ἄλλη ὁμάδα γνωστικῶν συστημάτων, εἶναι ἡ τῆς αὐστηρῆς ἐγκράτειας, μέ σκοπό τήν ἀπονέκρωφση τῆς ὕλης ὡς φορέως τοῦ κακοῦ. Ὁ Μαρκίων, καί οἱ ὁπαδοόι του Μαρκιωνῖτες ἀπαγόρευαν τόν γάμο καί ἀπό τούς ἔγγαμους ἀπαιτοῦσαν τό διαζύγιο ἀπό τόν ἤ τήν σύζυγό τους. Πιό ἐπιεικεῖς οἱ Μανιχαῖοι, ἀπέφευγαν τήν τεκνογονία, γιά νά μή διαιωνίζεται ἡ φυλάκιση τῶν ψυχῶν στά σώματα καί συνεπῶς ἡ ὑποδούλωσή τους στήν ὕλη. Ἄλλες ὁμάδες ἀσκοῦσαν αὐστηρότατες νηστεῖες καί ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές. Ἡ ἐγκράτεια τῶν Γνωστικῶν ἐντάσσεται στό εὐρύτερο σύστημα τῆς αἵρεσης τῶν Ἐγκρατιτῶν. Δέν ἦτνα ὅλοι οἱ Ἐγκρατῖτες Γνωστικοί, αὐτός ὅμως πού διαμόρφωσε τήν αἵρεση συστηματοποιώντας τίς ὑπάρχουσες ἐγκρατιτικές τάσεις τῆς ἐποχῆς ἦταν ὁ Γνωστικός Τατιανός, ἐνῶ διαπρεπής Ἐγκρατίτης Γνωστικός ἦταν, ἐκτός τοῦ Μαρκίωνος πού ἀναφέραμε παραπάνω, ὁ Σατουρνῖνος.
4. Ἡ σωτηρία. Ἕνας ἀπό τούς πρώτους καί κυριότερους αἰῶνες εἶναι ὁ σωτήρας, πού ἦρθε στόν κόσμο γιά νά τήν σώσει διά τῆς ἀποκαλύψεις τῆς Γνώσεως. Αὐτός ἐνσαρκώθηκε σέ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο, τό ὁποῖο σέ ὅλα σχεδόν τά γνωστικά συστήματα ταυτίζεται μέ τόν Ἰησοῦ, ὅπως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα. Σέ ἄλλα συστήματα ὁ σωτήρας μετενσαρκώθηκε προηγουμένως διαδοχικά σέ ἄλλους ἀνθρώπους, ὅπως στόν Ἀδάμ, στόν Μωϋσῆ καί στόν Ἡρακλῆ. Ὁ σωτῆρας αὐτός κατά μερικά συστήματα ἐμφανίστηκε «κατά δόκησιν», δηλαδή φαινομενικά, και οἱ ἄνθρωποι νόμιζαν ὅτι τόν ἔβλεπαν. Αὐτοί οἱ γνωστικοί ὀνομάστηκαν Δοκῆτες.
Σέ μερικά συστήματα γνωστικῶν ἡ μορφή τοῦ σωτῆρος ἀντικαθίσταται ἀπό τόν ὄφιν, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε στούς πρωτοπλάστους τή γνώση, ὅτι ἄν φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως θά γίνουν « ὡς θεοί». Αὐτοί οἱ Γνωστικοί εἶναι οἱ Ὀφῖτες.
Οἱ Γνωστικοί κατέτασσαν τούς ἀνθρώπους σέ δύο ἤ τρεῖς ὁμάδες, ἀνάλογα μέ τήν πρόσληψη τῆς Γνώσεως, ἀπό τήν ὁποία ἐξηρτᾶτο ἡ σωτηρία τους. Στά συστήματα μέ τρεῖς κατηγορίες, οἱ πνευματικοί μετέβαιναν στούς οὐρανούς καί ἑνώνονταν μέ τόν θεό. Κατά τίς ὁμάδες τῶν ἐπιδιδομένων στήν ἀκολασία, αὐτοί γίνονταν νύμφες τῶν ἀγγέλων. Ἡ σωτηρία τῶν ψυχικῶν ἦταν ἥσονος σημασίας. Οἱ χοϊκοί ὡς ὐλικοί κατεκαίοντο μαζί μέ τήν ὕλη. Στά συστήματα μέ δύο κατηγορίες, οἱ ψυχικοί ταυτίζονταν μέ τούς πνευματικούς.

* * *

Ἀπό ποῦ ἀντλοῦμε τίς πληροφορίες μας γιά τόν Γνωστικισμό;


Πρῶτα πρῶτα ἀπό τούς συγχρόνους ἀντιαιρετικούς συγγραφεῖς, χριστιανούς ὅπως εἶναι κυρίως ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου (πρόκειται γιά τήν σημερινή Λυών) καί ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου, ἀλλά καί ἐθνικούς, ὅπως Πορφύριος. Ἔπειτα, ἀπό γνωστικά κείμενα. Τέτοια κείμενα, πρό τῆς μεγάλης ἀνακαλύψεως τοῦ 1946 στό Nag Hammadi τῆς ἄνω Αἰγύπτου, ἦταν ἐλάχιστα: Μία Ἐπιστολή Πτολεμαίου πρός Φλώραν, τρεῖς κώδικες γραμμένοι στή σαϊδική διάλεκτο τῆς κοπτικῆς γλώσσας καί δύο ἀποσπάσματα. Ἡ ἐπιστολή δέν ἔχει πληροφοριακή ἀξία. Οἱ κώδικες περιέχουν τό βιβλίο Πίστις Σοφία τοῦ 3ου αἰῶνα, δύο βιβλια τοῦ Jen ἀπό τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰώνα, ἕνα ἀνώνυμο ἔργο σύγχρονο πιθανῶς τοῦ προηγουμένου, ἀποσπάσματα τοῦ Εὐαγγελίου κατά Μαριάμ (ἐννοεῖ τήν Μαρία Μαγδαληνή), Ἀπόκρυφο Ἰωάννου καί Σοφία Ἰησοῦ. Τά δέ ἀποσπάσματα εἶναι: ἕνας πάπυρος τοῦ 3ου αἰῶνα μέ ἀποσπάσματα τοῦ κατά Μαριάμ Εὐαγγελίου στήν ἑλληνική γλώσσα.
Τά γνωστικά κείμενα, ὅπως εἶναι φυσικό, πρόσφεραν λιγότερες πληροφορίες ἀπό ὅτι οἱ ἀντιαιρετικοί συγγραφεῖς. Ἐπειδή δέ οἱ τελευταῖοι, ὅπως εἶναι φυσικό, χρησιμοποιοῦσαν ἐπιθετικό συνήθως ὕφος λόγῳ τοῦ ἀντιρρητικοῦ χαρακτῆρα τῶν συγγραφῶν τους, προκαλοῦσαν κάποια δυσπιστία στούς ἑρευνητές, ὡς πρός τήν ὀρθότητα καί ἀκρίβεια τῶν πληροφοριῶν τους, μερικοί μάλιστα παρουσίαζαν μιά ἰδανική εἰκόνα τους. Μετά ὅμως τήν ἀνακάλυψη τοῦ Nag Hammadi, μέ τήν ὁποία κατεδείσθη ἀπό τά εὑρεθέντα συγγράμματα πόσο ἐπικίνδυνοι ἦταν γιά τήν Ἐκκλησία, οἱ ὅροι ἀντεστράφησαν, καί τώρα πλέον οἱ ἐπιστήμονες κατανοοῦν, πόσο εἶχαν ἀδικηθεῖ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἀντιαιρετικοί συγγραφεῖς. Ἡ μελέτη τῶν γνωστικῶν κειμένων, ὄχι μόνο τούς δικαιώνει ὡς πρός τή γνώμη τους γιά τούς Γνωστικούς, ἀλλά, πολύ περισσότερο, ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτοί ἦταν πολύ χαλεπότεροι αἱρετικοί, ἀπό ὅσο μποροῦμε νά συλλάβουμε ἀπό τίς πληροφορίες τῶν ἀντιαιρετικῶν συγγραφεών. Ὅπως ἔγραφε ἕνας ἀπό τούς κυριότερους μελετητές τῶν χειρογράφων τοῦ Nag Hammadi, ὁ G. Quispel, «ἀπό τῆς πλευρᾶς τῆς διανοητικῆς ὑγείας καί ὀρθοφροσύνης, ὄχι σπάνια αὐτοί (οἱ Γνωστικοί), ὑπῆρξαν ἐπικινδυνότατα ὑποκείμενα καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό οὐσιῶδες σ’ αὐτούς».

 


Οἱ γνώσεις μας λοιπόν γιά τούς Γνωστικούς πολλαπλασιάστηκαν ἀφάνταστα μέ τήν ἀνακάλυψη τῶν χιερογραφων τοῦ Nag Hammadi τό 1946. Τό Nag Hammadi, στήν Ἄνω Αἴγυπτο, 50 χιλιόμετρα βορείως τοῦ Luxor, βρίσκεται στή θέση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλεως τοῦ Χηνοβοσκίου. ἡ πόλη αὐτή θεωρεῖται ἡ γενέτειρα τοῦ μοναχισμοῦ, γιατί σ’ αὐτήν κοντά ἵδρυσε τά πρῶτα μοναστήρια τό 314 μ. Χ. ὁ ἅγιος Παχώμιος. Λίγο ἀργότερα, ἡ περιοχή κατακλύστηκε ἀπό μοναστικά κοινόβια, ἡ ὕπαρξη τῶν ὁποίων ἀνάγκασε τούς Γνωστικούς πού κυριαρχοῦσαν προηγουμένως νά ἀναχωρήσουν. Προηγουμένως ὅμως, ἐνταφιάσαν τά ἱερά τους βιβλία στίς γύρω σπηλιές, ὅπου παρέμειναν φυλασσόμενα ἀπό τή φθορά τοῦ χρόνου, τούς ἱερόσυλους καί τούς ἀρχαιοκάπηλους, ὡς τό 1946, ὁπότε βρέθηκαν τυχαῖα ἀπό τούς φελλάχους τῆς περιοχῆς. Μέ μυθιστορηματικο τρόπο ἔφθασαν στά χέρια τῶν ἐρευνητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκπληκτοι διεπίστωσαν, ὅτι εἶχαν πλέον στή διάθεσή τους 48 κείμενα τῶν Γνωστικῶν, ἀπό τά ὁποῖα μποροῦσαν νά ἀντλήσουν ἀπ’ εὐθείας πληροφορίες γι’ αὐτή τήν περιώνυμη κίνηση, πού ἀπείλησε τόν Χριστιανισμό ἴσως περισσότερο καί ἀπό τούς διωγμούς. Ἡ ἀνακάλυψη αὐτή, καθώς καί ἡ ἄλλη τῶν χειρογράφων τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, πού ἔγινε σχεδόν ταυτόχρονα, θεωροῦνται οἱ μεγαλυτερες ἀνακαλύψεις τοῦ 20ου αἰῶνα στόν τομέα τῶν πνευματικῶν ἐπιστημῶν. Οἱ πάπυροι τοῦ Nag Hammadi, θησαυρός κρυμμένος ἐπί αἰῶνες, μᾶς φέρνουν κατ’ εὐθείαν στίς πηγές τοῦ Γνωστικισμοῦ καί λύνουν πλῆθος προβλημάτων σχετικῶν μέ τή Γνώση. Τέλος, τά βιβλια, πού γνωρίζαμε ὅτι ὑπῆρχαν ἀπό τίς μαρτυρίες ἄλλων συγγραφέων, τώρα ἔφθασαν αὐτούσια σέ μᾶς, σχεδόν στό σύνολό τους.

 


Ἀπό τό περιεχόμενό τους φαίνεται, ὅτι οἱ Γνωστικοί τοῦ Χηνοβοσκίου ἦταν Σηθιανοί, θεωροῦντες δηλαδή ὡς προπάτορά τους τόν Σήθ, υἱό τοῦ Ἀδάμ. Πρέπει νά σημειωθεῖ, ὅτι οἱ Σηθιανοί εἶχαν ἐλάχιστες διαφορές ἀπό ἄλλους Γνωστικούς, ὅπως οἱ Ναασσηνοί, οἱ Ἀρχοντικοί, οἱ Όφέτες, οἱ Βαρβηλιῶτες ἤ Βαρβελῖτες κ. ἄ. Ἕνας κώδικας ἀνήκει στούς Βαλεντινιανούς. Δεδομένων τῶν μικρῶν διαφορῶν τῶν Γνωστικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μεταξύ τους, μποροῦμε νά θεωρήσουμε, ὅτι διά τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν γνωρίζουμε τούς Γνωστικούς, μέ ὅποιο ὄνομα καί ἄν ἐμφανίζονται στήν ἱστορία.
Τά 48 εὑρεθέντα συγγράμματα περιέχονται σέ 13 κώδικες ἀπό πάπυρο, βιβλιοδετημένους καί πολύ καλά διατηρημένους. Σέ δύο ἀπό αὐτούς ἡ βιβλιοδεσία ἔχει καταστραφεῖ.
Ἡ γλώσσα τῶν κωδίκων εἶναι ἡ κοπτική. Οἱ δέκα χρησιμοποιοῦν τήν σαϊδική διάλεκτο, ἑνας κώδικας χρησιμοποιεῖ μιά νέα διάλεκτο, ἕνας ἄλλος τήν σαϊδική καί τή νέα διάλεκτο, καί ἕνας τρίτος τήν κάτω ἀχμιμική, πού ὁμιλεῖτο στό Χηνοβόσκιο.
Οἱ κώδικες ἔχουν γραφεῖ τόν 4ο αἰῶνα, τά περισσότερα ὅμως συγγράμματα πού περιέχουν ἔχουν γραφεῖ παλαιότερα, ἀναγόμενα ὡς τά μέσα ἤ τίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰῶνα μ. Χ. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι παλαιότερα τῶν ὀλίγων γνωστῶν μέχρι τότε.

* * *

Ὁ Χριστιανισμός, διέβλεψε τόν κίνδυνο ἀπό τή διάδοση τῶν διδασκαλιῶν τοῦ Γνωστικισμοῦ, ἦρθε ἀπό τήν ἀρχή ἀντιμέτωπός του, ἀγωνιζόμενος μέ ὅλες τίς δυνάμεις του νά ἀνακόψει τήν πλημμύρα καί νά διατηρήσει ἀνόθευτη τήν ἀποστολική παράδοση. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετώπισαν σθεναρά κάθε ἀπόπειρα διευσδύσεως τῶν γνωστικῶν ἰδεῶν μέ ὁποιαδήποτε μορφή στήν Ἐκκλησία, ἀντικρούοντας καί καταπολεμώντας τες, τόσο προφορικά, ὅπως ὁ Πέτρος τόν θρωρούμενο ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ Γνωστικισμοῦ Σίμωνα τόν Μάγο, ὅσο καί γραπτά, ὅπως βλεπουμε στά συγγράμματα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ὄντως, πολλά σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκηες εἶναι μάρτυρες τοῦ ἀγῶνα αὐτοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς «ψευδωνύμου Γνώσεως», κατά τήν ἔκφραση τῆς Α’ πρός Τιμόθεον ἐπιστολῆς (6, 20). Ἀλλοῦ, ὁ ἀγῶνας εἶναι κατά μέτωπον, ἀλλοῦ πλαγίως, ἐνῶ ἀλλοῦ βλέπουμε τά τρόπαια τοῦ ἀγῶνα, δηλαδή λέξεις ἤ ἰδέες τῶν Γνωστικῶν, τίς ὁποῖες οἱ συγγραφεῖς ἐσκύλευσαν ἀπό αὐτούς καί τώρα τίς χρησιμοποιοῦν μέ τελείως διαφορετική, χριστιανική πλέον, ἔννοια.

* * *

 

Σταυρός στο βογομιλικό νεκροταφείο στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης

 

Ὁ Γνωστικισμός, ἀφοῦ καταταλαιπώρησε τήν Ἐκκλησία καί συντάραξε τά θεμέλια τῆς κοινωνίας γιά μερικούς αἰῶνες, ἄρχισε σταδιακά νά ὑποχωρεῖ , ἤδη μετά τόν 4ο αἰῶνα μ. Χ. Ἄφησε ὅμως κατάλοιπα, τόσο σέ χριστιανικές αἱρέσεις, ὅσο καί ἐκτός τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μικρή ἐπίδραση ἄσκησε ὁ Γνωστικισμός στήν αἵρεση τῶν Μεσσαλιανῶν ἤ Μασσαλιανῶν τοῦ 4ου αἰώνα. Μεγαλύτερη ἐπίδραση βλέπουμε στούς Παυλικιανούς τοῦ 7ου αἰώνα, καί ἀκόμη μεγαλύτερη στούς Βογομίλους τοῦ 10ου αἰώνα, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων εἶναι ἕνα μείγμα Χριστιανισμοῦ, Παυλικιανισμοῦ, Μεσσαλιανισμοῦ καί Δοκητισμοῦ. Τόν 11ο αἰώνα ὁ Βογομιλισμός, πού εἶχε ἀρχικά ἐμφανισθεῖ στή Βουλγαρία, διεδόθη καί στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε ἐπιτυχία μεταξύ τῶν γυναικῶν καί στούς ἀριστοκρατικούς κύκλους. Ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνός ἐξεδίωξε τούς Βογομίλους ἀπό τό Βυζάντιο τό 1110 μ. Χ., αὐτοί δέ μετέβησαν στή Δύση, ὅπου φαίνεται ὅτι ἐπέδρασαν στή διδασκαλία τῶν Καθαρῶν (12ος – 13ος αἰώνας), ἡ ὁποία πάντως ἔχει σαφῶς γνωστικά στοιχεῖα. Οἱ Βογόμιλοι τῆς Βουλγαρίας μετά τόν 14ο αἰώνα ἄρχισαν νά παρακμάζουν, φαίνεται δέ ὅτι μετά τήν τουρκική κατοχή ἐξισλαμίστηκαν. Συγχρόνως ὅμως κατόρθωσαν τήν ἴδια ἐποχή, τόν 14ο αἰώνα, νά διαδόσουν τίς ἰδέες τους στή Θεσσαλονίκη καί δι’ αὐτῆς στό Ἅγιον Ὄρος. Στήν Κωνσταντινούπολη ἀναφέρονται για τελευταία φορά στίς ἀρχές τοῦ 15ου αἰώνα. Στή Βοσνία ἐμφανίζεται ἡ αἵρεση τῶν Παταρίγων.
Κατάλοιπα τοῦ Γνωστικισμοῦ πολλά συναντοῦμε στήν ψευδοϊσλαμική αἵρεση τῶν Δρούσων, λαοῦ 180.000 περίπου ἀνθρώπων, πού κατοικοῦν στόν Λίβανο καί στήν περιοχή τῆς Δαμασκοῦ. Ἡ αἵρεση, πού ἐμφανίστηκε τόν 11ο αἰώνα, εἶναι ἕνα συνοθύλευμα Ἰουδαϊσμοῦ, Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ, μέ ἄφθονα γνωστικά στοιχεῖα . Δέν εἶναι ἀπίθανο, οἱ Δροῦσοι νά εἶναι ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν Γνωστικῶν.
Ἐπίσης, κατάλοιπα τοῦ Γνωστικισμοῦ βλέπουμε στήν ἰουδαϊκή Καββάλα, καθώς καί στήν παραχριστιανική θρησκεία τῆς Χριστιανικῆς Ἐπιστήμης» (Christian Seience). Ἐπίσης, στίς θεοσοφικές κινήσεις, στόν τεκτονισμό καί ἰδίως στίς νεαρότερες παραθρησκεῖες τῶν Νεογνωστικῶν, οἱ ὁποῖες συνειδητά ἐπιχειροῦν νά ἀναστήσουν τό νεκρό σῶμα τοῦ τεθνεῶτος Γνωστικισμοῦ, τοῦ τόσο ἐπικίνδυνου αὐτοῦ ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ὀρθοῦ Λόγου καί τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας.

* * *

Φυσικά, αὐτά ὅλα δέν τό γνώριζαν, ὅσοι σκανδαλίστηκαν, θορυβήθηκαν ἤ θεώρησαν ἐπιχαίροντες ὅτι ἡ ἀνακάλυψη ἑνός ἀκόμη κειμένου τῶν Γνωστικῶν θά ἔφερνε «ἀνατροπή» στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἤ θά τήν ἐκανε νά κλυδωνισθεῖ. Ἡ Ἐκκλησία ἐπεβίωσε καί ἡ διδασκαλία της δέν «ἀνετράπη» ὅταν ἀκόμη ὁ Γνωστικισμός ἦταν ζωντανός, ἐπιθετικός, σκληρός. Τώρα, πού ἀνεκαλύφθη ἕνα γραπτό μνημεῖο ἑνός νεκροῦ κινήματος, εἶναι φυσικά τουλάχιστον ἀστεῖο νά συζητοῦμε κἄν ὅτι μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά πληγεῖ. Στήν τιτάνια ἀντιπαράθεσή της στό παρελθόν μέ τό ἀπεχθές πρόσωπο τῆς ψευδωνύμου Γνώσεως ἡ Ἐκκλησία θριάμβευσε. Τό εἶχε πεῖ ἄλλωστε ὁ Ἱδρυτής της: «Πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

Γ.Α.ΓΑΛΙΤΗΣ

Τα διά «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» μνημόσυνα στο βυζαντινό και προϊσχύσαν Δίκαιο

  

 

   Σε όλους τους αρχαίους λαούς επικρατούσε η πεποίθηση ότι τότε μόνο έβρισκε ανάπαυση η ψυχή τεθνεώτος, αν οι απόγονοί του τηρούσαν τα περί των νεκρών γενικώς επιβαλλόμενα θέσμια, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση είχαν οι προς τους θεούς προσφορές. Συχνά οι προσφορές αυτές συνδέονταν με εκδηλώσεις ευρύτερης δημοσιότητας δια θρησκευτικών υπέρ των προγόνων λατρευτικών τελετών. Στους βυζαντινούς εξειδικεύεται και παγιώνεται η αντίληψη, ότι η ανάπαυση στην πέρα του τάφου ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις επι γής πραγματοποιούμενες αγαθοεργίες ώστε και αντιστρόφως για την επίτευξη της ανάπαυσης της ψυχής προϋποτίθενται αγαθοεργίες με τον ρηματικά προκαθορισμένο σκοπό της σωτηρίας της ψυχής, στο γενικό πλαίσιο της αντίληψης, ότι η ιδιωτική φιλανθρωπία ισχύει ως μετάνοια αμαρτίας. Οι του ειδικού αυτού σκοπού αγαθοεργίες γίνονται με περιουσιακές επιδόσεις, που προκάλεσαν ενωρίτατα το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Πρόκειται ιδιαιτέρως για τις περί «ψυχικών» και «τριμοιρίας» νομοθετήσεις του βυζαντινού δικαίου, που έτυχαν διαρκούς και ευρύτατης εφαρμογής έως σχετικώς προσφάτως κατά τα κατωτέρω.
   Η παλαιά ροπή προς θεοφιλείς εις μνήμην νεκρών πράξεις παίρνει με την επικράτηση του χριστιανισμού και επίδραση των διδαγμάτων των πατέρων της εκκλησίας την μορφή γενικευμένης συνηθείας να αφιερώνεται μέρος της περιουσίας σε ευαγείς σκοπούς ως δωρεά προς τον θεόν για την σωτηρία της ψυχής. Πρόκειται γενικώς για εκ προαιρέσεως μεταθανάτιες αφιερώσεις περιουσίας υπό την μορφή ελεημοσυνών ή άλλης μορφής ευεργεσιών προς ενδεείς ή πάσχοντες, όπως ήταν η διανομή άρτου, η σίτιση, η περίθαλψη ασθενών, η απελευθέρωση αιχμαλώτων ή δούλων και οι λοιπές αγαθοεργίες. Η συνήθεια τέλεσης αυτής της σκοπιμότητας αγαθοεργιών μορφοποιείται από τον νομοθέτη από απλή αναγνώριση της νομιμότητάς τους, σε ειδικό κληρονομικό δικαίωμα της εκκλησίας στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος άφηνε μέρος της περιουσίας του για τέλεση μνημοσύνων εις «ψυχικόν».

 

Ο Λέων ΣΤ΄  προσκυνά τον ένθρονο Χριστό.

Ψηφιδωτό από τον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας


    Ως «ψυχικά» υπό την στενότερη νομοθετική βυζαντινή ορολογία νοούνται οι υπό του νόμου προβλεπόμενες γενικώς περιπτώσεις υποχρεωτικών περιουσιακών αφιερώσεων μέρους της καταλειπομένης περιουσίας δια την επιτέλεση μνημοσύνων δια δωρεών *1 υπέρ της ψυχής του κληρονομημένου. Ιδιαίτερη μορφή αυτών των «εις ψυχικόν» αφιερώσεων αποτελεί ο θεσμός της «τριμοιρίας», *2 κατά την οποία προσδιοριζόταν σε ορισμένο ποσοστό και συγκεκριμένα στο ένα τρίτο της κληρονομίας η υπέρ της διεξαγωγής μνημοσύνων αποσπάσεις από αυτήν. Πέραν της καταρχήν γενικής αποδοχής της συνηθείας του ειδικού αυτού σκοπού αγαθοεργιών, ο νομοθέτης επεμβαίνει για να καλύψει τις περιπτώσεις που πραγματικοί λόγοι εμπόδιζαν την δια διαθήκης αφιέρωση περιουσίας για τον σκοπό αυτόν. Πρόκειται για τις ειδικές σχετικές νομοθετήσεις υπέρ ασώτων, ατέκνων και αιχμαλώτων. Έτσι ξεκινώντας από το μάλλον ενδεχόμενο ότι οι ίδιοι οι άσωτοι δεν επρόκειτο να ενδιαφερθούν για την σωτηρία της ψυχής τους, τους καθιστά παντελώς ανίκανους για σύνταξη διαθήκης, εκτός εάν ολίγον προ του θανάτου τους προβούν σε αφιέρωση περιουσίας για τον σκοπό αυτό. Η εξαίρεση αυτή περιγράφεται γλαφυρώς στην κυκλοφορούσα προεπαναστατική Ελλάδα Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, η οποία σε απόδοση στην «κοινή γλώσσα» υπό Αλεξίου Σπανού, έκδοση Βενετίας 1744 Βιβλίο ε΄τίτλ. α΄, σελ 347 έχει ως εξής: «εκείνος που είναι δοσμένος εις πορνείας, και φαγοπότια ζων ασώτως δεν πιάνεται η διαθήκη του. Σχόλιον . Εις εκείνον οπού η κυβέρνησις των πραγμάτων του δεν είναι καλή, ο νόμος παντελώς δεν τον συγχωρεί να κάμη διαθήκη πάρεξ εις την ώρα του θανάτου αν εδιώρισε τίποτε εις ψυχικήν σωτηρίαν, αυτήν και μόνην την θέλησίν του αποφασίζομεν να έχη το κύρος.»  Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν ούτε διαθήκη ούτε εγγύτεροι συγγενείς για να ενδιαφερθούν στην επιτέλεση των «εις ψυχικόν» μνημοσύνων αυτών, επεμβαίνει ξανά ο νομοθέτης με υποχρεωτικές διατάξεις κατά τροποποίηση των αρχικών διατάξεων της Ιουστινιανείου νομοθεσίας περί τάξεων στην αναγκαστική κληρονομική διαδοχή. Περαιτέρω με την διάταξη της Νεαράς 40 Λέοντος του Σοφού ορίζεται ότι: όποιος απέθνησκε σε αιχμαλωσία χωρίς διαθήκη και χωρίς ανιόντες ή κατιόντες συγγενείς, τότε δεν περιερχόταν η περιουσία του ολόκληρη στο δημόσιο, αλλά μόνο κατά τα δύο τρίτα, ενώ «το τρίτον, εις την υπέρ της ψυχής διανομή αφορίζειν». Αυτό εσήμαινε ότι περιερχόταν στη Εκκλησία το εν τρίτον της κληρονομίας, είτε για «αποτροφή πενήτων», είτε για δική της χρήση και συντήρηση των δικών της ευαγών ιδρυμάτων στο γενικότερο πάντως πλαίσιο της τέλεσης μνημοσύνων υπέρ της ψυχής του αποβιώσαντος, και της γενικότερης ιδέας ότι, ό,τι κατείχε η εκκλησία ήταν περιουσία των πτωχών. Η νομική έννοια του «ψυχικού» διευρύνεται και παγιώνεται ως υποχρεωτική συγκαταρίθμηση της εκκλησίας στους αναγκαίους κληρονόμους με την Νεαρά 12 του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου (945-959 μΧ.). Σύμφωνα με αυτήν το τρίτον της κληρονομίας των άνευ κατιόντων αδιαθέτως αποβιούντων «…των πάντων θεώ και βασιλεί υπέρ της αυτού του τελευτώντος δωρείσθαι ψυχής», ή κατ ΄ αλλη διατύπωση στην ίδια Νεαρά «… το μεν δίμοιρον τω εκ νόμων διαδόχω, συγγενεί τυχόν ή δημοσίω (δηλ. στο κράτος ως τελευταίον κληρονόμο στην σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής), το δε τρίτον υπέρ σωτηρίας του αδιαθέτως τελευτήσαντος ανοίσθω θεώ».

 

Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος


    Με το ίδιο πνεύμα της διαθέσεως του τρίτου της κληρονομίας εις τον θεόν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του κληρονομημένου αλλά με μερική αντιστροφή στην διαδοχική κλήση των αναγκαίων κληρονόμων κινείται και η περί «τριμοιρίας», ως επεκράτησε, στους μετά τη άλωση της Κωνσταντινούπολης χρόνους, να προσονομάζεται η Νεαρά 26 του αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου του έτους 1306 μΧ. Η Νεαρά αυτή είναι γνωστή επίσης και ως Νεαρά του πατριάρχου Αθανασίου, δια τον λόγον ότι εξεδόθη κατόπιν σχετικής νομοθετικής πρότασης, «ζήτησης», του εν λόγω πατριάρχου μεταφέροντος αντίστοιχη απόφαση πατριαρχικής συνόδου υπό την προεδρία του.
    Με την Νεαρά του πατριάρχου Αθανασίου ρυθμίζονται δύο περιπτώσεις της κληρονομίας απαίδων με διαίρεση της κληρονομίας σε τρία μέρη. Η πρώτη περίπτωση, κεφάλαιον γ΄, αναφέρεται στις κληρονομίες παροίκων (=δουλοπαροίκων). Κατ΄αυτήν ορίζεται ότι η κληρονομία αποβιούντος χωρίς τέκνα παροίκου, γυναικός ή ανδρός, χωρίζεται σε τρία μέρη εκ των οποίων το ένα λαμβάνει ο επιζών σύζυγός του, το δεύτερο ο κύριος του παροίκου και το τρίτο διατίθεται σε μνημόσυνα και σε δωρεές προς πένητας για σωτηρία της ψυχής του.
    Η δεύτερη περίπτωση, κεφάλαιον δ΄, θεωρήθηκε μάλλον ως η πλέον αντιπροσωπευτική διάταξη της σε τρία μέρη διαίρεσης της κληρονομίας. Από την διαίρεση αυτή προέκυψε και η καθιέρωση της επωνυμίας του θεσμού ως «τριμοιρία», η οποία πάλι και έδωσε τον επώνυμο χαρακτηριστικό τίτλο στην Νεαρά. Η εν λόγω περί τριμοιρίας διάταξη ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε στην νομική πρακτική ως εξής: εάν αποβιώσει άνδρας ή γυναίκα αφήνοντας στην ζωή ένα τέκνο, που άρα θα είναι και εγγονός των γονέων του αποβιούντος, και μετά ταύτα αποβιώσει και το τέκνο (εγγονός), τότε το μέρος εκείνο της κληρονομίας του τέκνου αυτού, που προέρχεται από περιουσιακές επιδόσεις με προίκα ή με άλλον τρόπο από τους παππού/γιαγιά προς τον προαποβιώσαντα γονέα του, διαιρείται σε τρία μέρη ώστε, το ένα τρίτο να επανέρχεται στον παππού/γιαγιά, που προέβει στην περιουσιακή επίδοση, το δεύτερο στον επιζώντα σύζυγο του κληρονομουμένου τέκνου και το τρίτο να δίνεται για μνημόσυνα προς σωτηρία της ψυχής του. Η δικαιολόγηση της τελευταίας αυτής ρύθμισης στηρίζεται κατά την πατριαρχική του Αθανασίου πρόταση στην σκέψη ότι δεν πρέπει ο παππούς/γιαγιά να χάνει και το παιδί του και την περιουσία που του έδωσε, *3 και η οποία αλλιώς θα περιερχόταν σε ξένη οικογένεια δηλ. στον/στην σύζυγο του αποβιούντος εγγονού, ενώ παραλλήλως κατοχυρωνόταν και η υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του τέκνου τέλεση μνημοσύνων.

 

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός

 


    Η νομική ιδέα της διαίρεσης της κληρονομίας σε τρία τρίτα και αφιέρωσης ενός εξ αυτών σε ψυχικά έτυχε ευρύτατης αποδοχής στον βυζαντινό και στον υπό οθωμανική κυριαρχία ορθόδοξο κόσμο είτε κατ΄ εφαρμογή αυτουσίας της περί τριμοιρίας νομοθετικής διάταξης της Νεαράς του πατριάρχου Αθανασίου, είτε κατ΄άτυπη σύγχυση με αυτήν σχετικών εθίμων ή κατ΄ εφαρμογή ερμηνευτικών εκκλησιαστικών ή άλλων διοικητικών οδηγιών και συνοδικών ή πατριαρχικών και επισκοπικών αποφάσεων ή συγγραφών όπως το Πηδάλιον του Αγ. Νικοδήμου του αγιορείτου. Οι επί του θέματος πατριαρχικές-επισκοπικές αποφάσεις συνδέονται με την αρχική γενική δικαιοδοτική αρμοδιότητα που παρεχώρησε στον πατριάρχη Σέργιο ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641) για εκδίκαση εκκλησιαστικών χρηματικών και εγκληματικών διαφορών της περιοχής επισκοπής Κωνσταντινουπόλεως. Με Χρυσόβουλο διάταγμα του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) σύμφωνα με το οποίο «τα μέντοι ψυχικά άπαντα παρά των αρχιεπισκόπων και επισκόπων οφείλουσι κρίνεσθαι και εκβιβάζεσθαι», *4 επιβεβαιώνεται η γενίκευση του επισκοπικού προνομίου για εκδίκαση των εκ ψυχικών διαφορών. Εκβιβάζεσθαι σημαίνει εκτέλεση δικαστικής απόφασης.
    Από την πληθώρα των διαφόρων σχετικών νομολογιακών ρυθμίσεων και εφαρμογών που αναφέρονται στις προς σωτηρία της ψυχής περιουσιακές εις μνημόσυνα αφιερώσεις, πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο παράλληλος θεσμός του «οίκου της ελεημοσύνης» και του κατ΄απομίμιση «κουτίου του ελέους», που απαντάται σε κώδικες των παραδουνάβιων χωρών του 18ου αιώνος. Ειδικότερα στο Συνταγμάτιον Νομικόν του ηγεμόνος Αλεξάνδρου Υψηλάντου προβλέπεται η σύσταση φιλανθρωπικού συστήματος σύμφωνα με το οποίο ανατίθεται στον οικείο μητροπολίτη και στους περί αυτόν επιτρόπους να «… συνάξωσι τα προσδιορισθέντα εισοδήματα του ελέους», και διανείμουν αυτά σε ορφανά, πένητες, «τιμίους βυθισμένους σε υπέρογκα χρέη, ξεπεσμένους ξένους, κορίτζια» σε ηλικία γάμου κτλ. Ήσαν δε τα εισοδήματα αυτά του ελέους μεταξύ άλλων οι υποχρεωτικές εισφορές που έπρεπε να αφήνουν κοσμικοί και κληρικοί με την διαθήκη τους και περαιτέρω «… όταν δε αποθάνει τις άνευ διαθήκης ή δεν ενθυμηθή περί τούτου, ει μεν είναι κοσμικός άνευ κληρονόμου και συγγενών, λαμβάνεται όλη η περιουσία αυτού, περί της ψυχής του οποίου διδόμενα τα μνημόσυνα, το περισσεύον βάλλεται εις του ελέους τον οίκον, από δε του έχοντος συγγενείς λαμβάνεται μόνο το γ΄μέρος, τα δ΄άλλα δύο λαμβάνουν οι συγγενείς των.» *5

 

 


    Την μακραίωνη επικράτηση στην συνείδηση του λαού του κανόνος των ψυχικών και της τριμοιρίας επιβεβαιώνει η αφθονία των τηρουμένων τοπικών εθίμων, όπως αυτά διασώζονται σε διάφορες συλλογές, αλλά ακόμη και αυτή η κοινή συναλλακτική ζωή. Σχετικώς αναφέρεται ότι «η συνήθεια της καταλήψεως μέρους της περιουσίας υπέρ της ψυχικής σωτηρίας ήταν τόσο στερεωμένη, ώστε και εις πωλητήρια ή δωρητήρια ετίθετο ο όρος, ότι ο αγοραστής ή ο δωρεοδόχος γινόμενος κύριος, έχει αυτός και οι κληρονόμοι του το δικαίωμα εις θείους και ιερούς ναούς υπέρ ψυχικής σωτηρίας διδόναι». *6
    Η συγκαταρίθμηση της εκκλησίας στους αναγκαίους κληρονόμους δια του θεσμού των «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» έχει παύσει οριστικώς να ισχύει από της εκδόσεως του νόμου 2310 της 26/6-3/7/1920 «περί της εξ αδιαθέτου διαδοχής», δια τους μετά την ως άνω ημερομηνία θανάτους, σύμφωνα με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 96 του Εισαγωγικού Νόμου ισχύοντος Αστικού Κώδικος. Για το προ αυτού όμως διάστημα υπήρχε υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος δικαίου επιστημονική αμφισβήτηση το μεν ως προς την καθ΄ ολοκληρίαν ισχύ των προαναφερθεισών διατάξεων, το δε ως προς την ύπαρξη αυτοτελούς κληρονομικού δικαιώματος της εκκλησίας.*7 Στην κοινωνική πάντως πράξη ουδόλως έπαψε να επιζεί το σχετικόν έθιμο και η δικαιολόγηση των ψυχικών και ο επηρεασμός τους στην φιλανθρωπική συμπεριφορά των ελλήνων και γενικότερα των ορθοδόξων. Αλλά και σήμερα αναμφισβητήτως γίνονται ψυχικά με γραπτές αφιερώσεις σε ευαγείς σκοπούς, έστω και χωρίς ρητή αναφορά του σκοπού της σωτηρίας της ψυχής των δωρητών. Ανεξαρτήτως τούτου η προτροπή των ενδεών προς ελεημοσύνη «για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου» ή κάνε την α ή β αγαθοεργία «για ψυχικό» δικό σου ή κάποιου στενού συγγενούς σου, και άλλες παρόμοιες τέτοιες εκφράσεις που καταγράφει η λαογραφία, πιστοποιούν ασφαλώς την κατά βάση επιβίωση του θεσμού σύμφωνα πάντοτε με τις διδαχές της εκκλησίας και την εντολή του ίδιου του Χριστού «έλεον θέλω και ου θυσίαν.»-

Υποσημειώσεις

*1 Η χριστιανική θεολογική επιστήμη αποδίδει την απαρχή των μνημοσύνων στην εξιστορούμενη στην Παλαιά Διαθήκη Μάκκ. Β΄12 στιχ. 36-45 θυσία του Ιούδα Μακκαβαίου υπέρ αφέσεως των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν στην μάχη κατά του Γοργία. Βλ. περιγραφή επεισοδίου σε σύγχρονη γλώσσα: Αγία Γραφή. Μετάφραση Ελληνικής Bιβλικής Eταιρείας . Αθήνα 1997, σελ 767.και γενικώς περί μνημοσύνων εις Θρησκευτική- Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, κ.α

*2 Γ. Πετροπούλου, Ιστορία και Εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου. 1949, σελ 659
Γ. ΜαριδάκηΤο Αστικόν Δίκαιον εν ταις Νεαραίς των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αθήναι 1922 §§ 53 και 54 σελ 272 επ. Π.Ι. Ζέπου, «Ψυχάριον» - «Ψυχικά»- «Ψυχοπαίδι». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τόμος Ι΄ (1980-1981) σελ 17-28. Κ.Triantafillopoulos, Die Novelle des Patriarchen Athanasius uber die «Τριμοιρία»: Byzantiniche-Neugriechische Jahrbucher. Athen. Jahrgang 1928/29 σελ. 136-146

*3 Κατά Γ. Πετρόπουλο ο θεσμός της τριμοιρίας του βυζαντινού δικαίου έλκει την καταγωγή από το εν Συρία εφαρμοζόμενον δίκαιον της Νεστωριανής Εκκλησίας και τους συριακούς κώδικες που ακολουθούσαν την ελληνική αρχή Paterna Paternis και Materna Maternis. ε.α. σελ 661

*4 Γ.Α.Ράλλη-Μ.Ποττλή, Σύνταγμα Θείον και Ιερών Κανόνων, 1855, τόμ Ε΄
σελ 281

*5 Π. Ι. Ζέπου, Συνταγμάτιον Νομικόν. Γραφείο δημοσιευμάτων Ακαδημίας Αθηνών. Αθήναι 1936, σελ 121

*6 Γ. Μαριδάκης ε.α σελ 281 σημ 38, ένθα και παραπομπές σε Συλλογή τοπικών ελληνικών εθίμων εις Jus Grecoromanum. Εκδ. Ζέπων 1931 τόμος 8. και αλλαχού.
   *7 Ειδικώς όμως την γνώμη ότι η διάταξη της τριμοιρίας περιήλθε σε αχρησία αντικρούει ο Φρίτσος Βάλληνδας με πειστική επιχειρηματολογία στην μελέτη του: Η Νεαρά 26 του Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, Θέμις ΚΕ σελ 434 επ.
 

Ὁ Πάπας στή Δύση καί στήν Ἀνατολή

 

Στό τέταρτο μιᾶς σειρᾶς ἄρθρων περί τοῦ διεξαγομένου Διαλόγου μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, εἴχαμε ὑποσχεθεῖ, ὅτι κάποτε θά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς «σχέσεις μας μέ τόν Πάπα καί τούς Δυτικούς γενικότερα» (τεῦχος 452/2011, σελ. 69). Τό ἄρθρο αὐτό, ὀφειλόμενη ἀπάντηση σέ σεμνή ἐπιστολή εὐλαβεστάτου κληρικοῦ καί προσφιλοῦς φοιτητοῦ μου, ἀλλά καί πιστῶν χριστιανῶν πού ζητοῦν πληροφόρηση ἐπί τοῦ καυτοῦ θέματος τούτου, καθυστέρησε λόγῳ παρεμβληθέντων ἄλλων ἐπικαίρων θεμάτων καί, φυσικά λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας στήν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ ἐξ αἰτίας τῆς κρίσεως στήν πατρίδα μας.

          Ζητῶν συγγνώμην γιά τήν καθυστέρηση, εἰσέρχομαι ἀμέσως στό θέμα μου. Ἴσως πολλά ἀπό αὐτά πού θά λεχθοῦν νά εἶναι κοινός τόπος γιά τούς εἰδικούς, θά πρέπει ὅμως νά ἀρχίσουμε ἀπό τό ἄλφα γιά τούς μή ἐπαΐοντες καί, φυσικά, χωρίς ἀπαίτηση ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος, γιά τό ὁποῖο ἔχουν γραφεῖ χιλιάδες βιβλία.

 

-Τί εἶναι ὁ Πάπας;

Πάπας σημαίνει «πατέρας», ὅ,τι καί τό ἑλληνικό «παπᾶς», λατινικά papa. Ὡς τίτλο, τόν ἔχουν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καί ὁ ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Βέβαια καί οἱ δύο εἶναι Πατριάρχες. Ὁ πολύς κόσμος γνωρίζει ὡς Πάπα τόν Πατριάρχη τῆς Ρώμης καί ἐλάχιστοι γνωρίζουν, ὅτι καί ὁ ὀρθόδοξος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας φέρει καί τόν τίτλο τοῦ Πάπα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Πάπας, Πατριάρχης, Μητροπολίτης, Ἀρχιεπίσκοπος, εἶναι ὅλοι τίτλοι ἐπισκόπων, πού τούς κατέχουν ἀνάλογα μέ τήν ἕδρα τῆς ἐπαρχίας πού ποιμαίνουν. Γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς: ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι μιᾶς συγκεκριμένης περιοχῆς συνέρχονται σέ σύνοδο, γιά νά ἀποφασίσουν ἐπί θεμάτων τῆς περιοχῆς τους. Τῆς συνόδου αὐτῆς προεδρεύει ὁ ἐπίσκοπος τῆς κυριότερης πόλης τῆς ἐπαρχίας, τῆς μητροπόλεως (=πρωτεύουσας), ὁ μητροπολίτης ἐπίσκοπος. Ἔτσι, μιά μητροπολιτική περιφέρεια ἀποτελεῖται ἀπό ἐπί μέρους ἐπισκοπές, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες, λόγῳ ξεχωριστῆς θέσης τῆς ἕδρας τους, μπορεῖ νά ὀνομάζονται καί ἀρχιεπισκοπές καί ὁ κάτοχός τους ἀρχιεπίσκοπος. Πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κανονική τάξη, πού τηρεῖται σέ πολλές ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἐνῶ σέ ἄλλες οἱ τίτλοι μητροπολίτης ἤ ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά σημαίνουν καί προεδρία συνόδου, ἀλλά εἶναι ψιλοί τίτλοι. Ἡ Α΄ Οἰκουμενική σύνοδος (325 μ.Χ.) ὅρισε ὅτι πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων εἶναι ἡ Ρώμη.

 Εὐρύτερη τῆς μητροπόλεως περιφέρεια εἶναι τό Πατριαρχεῖο, ὅπου ἰσχύουν τά ἀνάλογα.

          Πάνω ἀπό τό Πατριαρχεῖο δέν ὑπάρχει θεσμός μέ παγκόσμια δικαιοδοσία, ὅπως δέχονται οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Ἡ παγκόσμια δικαιοδοσία ὡς θεσμός εἶναι ἔννοια ἄγνωστη στήν Ἐκκλησία. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ μία Ἐκκλησία, ἀποτελεῖται ἀπό πολλές τοπικές ἐκκλησίες, κάθε μία ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ἔκφανση καί φανέρωση τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».

          Κάθε τοπική ἐκκλησία πού εἶναι «αὐτοκέφαλη», ἔχει δηλαδή δική της «κεφαλή», δικό της Πρῶτο πού προεδρεύει στή δική της σύνοδο, εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό κάθε ἄλλη. Μόνον σέ ἔκτακτες περιπτώσεις μπορεῖ νά συγκληθεῖ μιά «οἰκουμενική», παγκόσμια σύνοδος, κατά τά ἄλλα οἱ «κεφαλές» τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν μποροῦν νά ἀντιμετωπίσουν τά παγκόσμιας ἐμβέλειας προβλήματα μέ ἄλλους τρόπους.

          Σήμερα οἱ ἱστορικές συνθῆκες ὁδήγησαν στή δημιουργία πολλῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν. Στή Δ΄ Οἰκουμενική σύνοδο (451 μ.Χ.) καθιερώθηκε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας καί ἡ σειρά τῶν πέντε Πατριαρχείων: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων. Κανείς Πατριάρχης δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τούς ἄλλους καί κανείς δέν προέβαλε ἀξίωση παγκόσμιας ἐξουσίας, γιατί τά πρεσβεῖα συνεδέθησαν μέ τίς συγκεκριμένες ἕδρες καί ὄχι μέ τά πρόσωπα πού τίς κατέχουν. Αὐτή ἡ ἀξίωση δημιουργήθηκε πολύ ἀργότερα καί ἄρχισε νά καλλιεργεῖται συστηματικά ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ρώμης, μέ ἀποτέλεσμα, σιγά-σιγά καί μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων νά ἐπιβληθεῖ στή Δύση καί νά προκαλέσει τό Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ.

Τό πῶς δημιουργήθηκε καί ἐξελίχθηκε καί τελικά ἐπιβλήθηκε ἡ ἀξίωση αὐτή, δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἔχει ἐξ ἄλλου γραφεῖ μέγα πλῆθος βιβλίων σχετικῶν, τά ὁποῖα ὁ καθένας μπορεῖ νά βρεῖ εὔκολα. Καί τά βιβλία αὐτά δέν εἶναι μόνον λαϊκά, ἀλλά καί ἐμβριθεῖς ἐπιστημονικές μελέτες, ὄχι μόνον Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί Ρωμαιοκαθολικῶν, πού δέν μποροῦν νά ἀρνηθοῦν τήν ἱστορική ἀλήθεια γιά τήν ἐκ τοῦ μηδενός γένεση, ἐξέλιξη καί ἐπιβολή τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ δόγματος τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, τό ὁποῖο ἦταν ἄγνωστο στήν Ἀρχαία Ἐκκλησία. Καί αὐτό, ἀσχέτως τοῦ ἄν τελικά ἀναγκάζονται νά τό δικαιολογήσουν, γιατί ἀλλιῶς θά τιναζόταν ὅλο τοῦ οἰκοδόμημα τοῦ κατά τούς Δυτικούς παπικοῦ θεσμοῦ στόν ἀέρα.

 

-Τί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τό ρωμαιοκαθολικό δόγμα περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα;

Σύμφωνα μέ τή ρωμαιοκαθολική θεολογία, ὁ Πάπας ὡς ἐπίσκοπος Ρώμης καί διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἶναι θείῳ δικαίῳ (jure divino) προκαθήμενος συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας καί βικάριος (ἀντιπρόσωπος) τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Μέχρι τόν προηγούμενο Πάπα ἔφερε καί τόν τίτλο «Πατριάρχης τῆς Δύσεως», τόν ὁποῖο ὁ Βενέδικτος XVI ἀπήλειψε, μέ τό αἰτιολογικό, ὅτι σήμερα ἡ ἔννοια «Δύση» ἔχει πάψει νά ἀποτελεῖ τοπικό προσδιορισμό, καί ἐξ ἄλλου ρωμαιοκαθολικοί ὑπάρχουν παντοῦ στόν κόσμο καί ὄχι μόνο στή Δύση, ἄρα ἡ δικαιοδοσία του ἐκτείνεται καί σ’ αὐτούς. Ἡ ἀπάλειψη αὐτή δυσαρέστησε καί ἀπογοήτευσε τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι καί διαμαρτυρήθηκαν, διότι πάντοτε ὁ Πάπας ἐθεωρεῖτο ὡς ἕνας ἐκ τῶν πέντε Πατριαρχῶν, ὁ μοναδικός Πατριάρχης στή Δύση, ἐνῶ οἱ τέσσερις ἄλλοι ἐποίμεναν ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ τίτλου «Πατριάρχης τῆς Δύσεως» ἐνισχύει τίς παπικές ἀπαιτήσεις γιά ἐξουσία παγκόσμια καί ὄχι περιορισμένη μόνον στή Δύση.

Κατά τούς Ρωμαιοκαθολικούς, τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ἀσκεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου, ὄχι μόνον τοῦ Πατριαρχείου του, ἀλλά καί ἀπό κάθε ἄλλη ἀπόφαση συνόδου ἄλλου Πατριαρχείου ἤ αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας. Ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις οἰκουμενικῆς συνόδου δέν δεσμεύουν τόν Πάπα. Κάθε ἀπόφαση οἱασδήποτε συνόδου ἀποκτᾶ κύρος μόνον μετά τήν ἀποδοχή της ἀπό τόν Πάπα. Καί ναί μέν ἡ Β΄ σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ (1962-65) (ἐπαν)ἀναγνώρισε τόν θεσμό τῆς συνοδικότητας στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά παραμένει τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν συλλογικῶν ὀργάνων ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Πάπα: τό Πρωτεῖο δέν θίγεται!  Ἀπό τό ἄλλο μέρος πάλι, ὅλα τά διατάγματα τῆς Β΄ συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, πού θεωρεῖται «οἰκουμενική» ἀπό τούς Δυτικούς, δέν ὑπογράφονται μόνον ἀπό τόν Πάπα, ὅπως εἶχε ἐπικρατήσει, ἀλλά ἀπό ὅλους τούς συνοδικούς ἐπισκόπους, κατά τό ἀρχαῖο ἔθιμο. Ἕνα μικρό, δειλό βῆμα πρός τήν κανονικότητα; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό γε νῦν ἔχον, οἱουδήποτε ἐπιπέδου σύνοδος εἶναι στήν οὐσία ἁπλῶς ἕνα συμβουλευτικό σῶμα τοῦ Πάπα.

 

-Ποιές εἶναι κατά τήν ὀρθόδοξη ἄποψη καί τή διδασκαλία καί πρακτική τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Πρώτου, τίς ὁποῖες ἐπεκτείνει ὁ Πάπας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο;

«Πρῶτος», ἤτοι κεφαλή, στήν Ἐκκλησία εἶναι κατά κυριολεξίαν ὁ Χριστός: «καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας· .... ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων» (Κολ. 1, 18).

Ὁ εὑρισκόμενος «εἰς τόπον Χριστοῦ» ἐπίσκοπος εἶναι ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, διά τοῦ ὁποίου προσφέρει τή θυσία τῆς εὐχαριστίας ὁ ἴδιος ὁ Χριστός («ὁ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος...»). Ὁ κατ’ ἐντολήν καί «εἰς τόπον τοῦ ἐπισκόπου» ἐνεργῶν πρεσβύτερος εἶναι ὁμοίως ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστίας. Σέ περίπτωση συλλειτουργίας, πάντοτε ἕνας εἶναι ὁ προεξάρχων-Πρῶτος.

Σέ μία σύνοδο ἐπισκόπων, ὁ Πρῶτος (Μητροπολίτης, Πατριάρχης, Πάπας, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐκθέσαμε στήν ἀρχή),

κατά τούς κανόνες, προεδρεύει τῆς τοπικῆς συνόδου, τήν ὁποία καί συγκαλεῖ. Οἱ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται ἀπό τή σύνοδο (καί δέν διορίζονται ἄνωθεν, ὅπως στή Δύση), καί χειροτονοῦνται ἀπό τόν Πρῶτο.

Κομβικό σημεῖο ἐν προκειμένῳ εἶναιἡ σχέση τοῦ Πρώτου μέ τή σύνοδο. Τή σχέση αὐτή καθορίζει ὁ 34ος Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, θεσπίζοντας, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν μπορεῖ νά ἐνεργεῖ μόνος χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τῆς συνόδου, ἀλλά καί ἡ σύνοδος δέν μπορεῖ νά ἀποφασίζει χωρίς τόν Πρῶτο. Αὐτονόητο εἶναι, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀρνησικυρίας (veto). Σμειωτέον ὅτι, γιά νά συμπεριληφθεῖ ὁ κανόνας αὐτός στό ἐπίσημο κείμενο τῆς Ραβέννας, διεξήχθη σκληρός ἀγώνας, οἱ Ὀρθόδοξοι θεώρησαν τόν κανόνα ὡς βάση τῶν συζητήσεων καί ἀπείλησαν μέ ἀποχώρηση, μέ ἀποτέλεσμα τελικά νά γίνει δεκτή ἡ θέση τῶν Ὀρθοδόξων περί τοῦ θεσμοῦ τῆς συνοδικότητας ὡς βασικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς, ὅπως αὐτή διατυπώνεται στό κείμενο τοῦ ὡς ἄνω κανόνος.

Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔννοια «Πρῶτος» ἀπαιτεῖ ἕναν προσδιορισμό: εἶναι Πρῶτος μιᾶς συνόδου συγκεκριμένης, τῆς συνόδου του: αὐτό εἶναι ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἄρα στήν περίπτωση αὐτή εἶναι Πρῶτος «θείῳ δικαίῳ» (jurecanonico). Συνεπῶς τό πρωτεῖο νοεῖται μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς συνοδικότητας. Ἄν δέν ὑπάρχει σύνοδος (ὄχι βέβαια μέ συμβουλευτικές ἀλλά μέ ἀποφασιστικές ἁρμοδιότητες), δέν ὑπάρχει Πρῶτος.

«Πρῶτος»εἶναι ὁ κάτοχος μιᾶς συγκεκριμένης ἕδρας στήν ὁποία ἀπονέμονται «πρεσβεῖα τιμῆς». Τά πρεσβεῖα καθορίστηκαν ἀπό τούς κανόνες (jurocanonico) – γιά ἱστορικούς λόγους: ἡ Ρώμη, ὡς πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας (καί ὄχι γιατί ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, γιατί τότε θά ἔπρεπε νά εἶναι πρώτη ἡ ἕδρα τῶν Ἱεροσολύμων, ὡς ἱδρυθεῖσα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό!), ἀνεδείχθη πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων (Α΄ οἰκουμενική σύνοδος) καί ἀργότερα πρώτη μεταξύ τῶν Πατριαρχείων (Δ΄ οἰκουμενική σύνοδος). Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀνυψώθηκε στή δεύτερη θέση, ὡς Νέα Ρώμη. Ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων ἀνυψώθη σέ Πατριαρχεῖο, κατέλαβε ὅμως τήν πέμπτη θέση, μετά τίς ἐκκλησίες τῶν τότε διοικητικῶν κέντρων τῆς αὐτοκρατορίας. Γιά ἱστορικούς λόγους πάλι καταργήθηκαν Πατριαρχεῖα, ὅπως π.χ. τό Πατριαρχεῖο Τυρνόβου, τό Πατριαρχεῖο Ἀχρίδος, καθώς καί τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀπό 1719 ἕως 1917. Ἱστορικοί λόγοι πάλι ὁδήγησαν στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας, ὅπως γιά ἱστορικούς λόγους ἔχει σήμερα ἀτονίσει ὁ θεσμός αὐτός. Ἄρα τό πρωτεῖο ἀνήκει στήν ἕδρα, ὄχι στό πρόσωπο. Ὁ Ρώμης εἶναι πρῶτος ἐντός τοῦ πατριαρχικοῦ συστήματος, ἄρα ὡς ἕνας ἐκ τῶν Πατριαρχῶν. Συνεπῶς ἡ θέση τοῦ Ρώμης ὡς Πρώτου εἶναι jurecanonicoκαί ὄχι jure divino, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία, θεωροῦσα τήν κοινωνία μέ τή Ρώμη ὡς συστατικό στοιχεῖο καί κριτήριο τῆς κανονικότητας μιᾶς ἐκκλησίας.

Ἡ πενταρχία δέν νοεῖται ὡς μία σύνοδος καί δή παγκόσμιας δικαιοδοσίας. Καθένας τῶν Πατριαρχῶν εἶναι πρῶτος τῆς δικῆς του συνόδου, ἡ δέ σειρά τῶν πρεσβείων καθορίζεται ἀπό τούς κανόνες. Φυσκά, οἱ κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων πού ἀνήψωσαν ἐκκλησίες σέ Πατριαρχεῖα καθορίζοντας καί τά πρεσβεῖα, δέν ἔχουν τήν ἴδια ἰσχύ καί τό ἴδιο κύρος μέ τίς ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων πού ἵδρυσαν ἤ κατήργησαν Πατριαρχεῖα.

Ἐξ ἑτέρου, οὔτε ἡ σύνοδος τοῦ πρώτου μεταξύ τῶν Πατριαρχῶν δύναται νά λάβει ἀποφάσεις δεσμευτικές γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία. Παγκόσμια σύνοδος εἶναι μόνον ἡ οἰκουμενική σύνοδος, οἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας εἶναι δεσμευτικές  γιά ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Ἡ ἀπαίτηση ἑνός παγκοσμίου πρωτείου, ἔστω καί ἄν ἠσκεῖτο στό πλαίσιο μιᾶς παγκόσμιας συνόδου π.χ. ἀποτελουμένης ἀπό τούς Πρώτους τῶν τοπικῶν ἐκλκησιῶν ἤ τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας (πράγμα ἄγνωστο στούς Ἐκκλησία), ἀναιρεῖ τήν ἔννοια τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, τῆς ὁποίας τό ἔργο καί ἡ συγκρότηση εἶναι τελείως διαφορετικά ἀπό αὐτά μιᾶς συνόδου τοπικῆς ἐκκλησίας.

Κατά ταῦτα:

Ἡ ἀναγνώριση τῆς Ρώμης ὡς τῆς πρώτης Ἕδρας τῆς Ἐκκλησίας, οὐδόλως σημαίνει ὅτι τό πρωτεῖο της ἀνήκει στή δομή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θεσμός τοῦ Πρώτου τῆς συνόδου εἶναι θέμα θεολογικό - ἐκκλησιολογικό, ἐνῶ ἡ σειρά τῶν πρεσβείων τῶν ἑδρῶν εἶναι θέμα ἱστορικό – κανονικό.

Ἐφαρμοζομένης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, προκύπτουν πρακτικές συνέπειες, ὅπως:

-Ὁ πάπας εἶναι βέβαια Πρῶτος ἐντός τῆς συνόδου του. Σύμφωνα μέ τούς κανόνες (π.χ. 34ος Ἁγίων Ἀποστόλων), ὁ Πρῶτος δέν ὑπέρκειται τῆς συνόδου του: πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν, νά δεχθεῖ κανείς τή θέση, ὅτι οἱ ἀποφάσεις καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Ρώμης; Ἀφοῦ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δέν ὑπέρκειται τῆς τοπικῆς συνόδου του, πῶς ὑπέρκειται μιᾶς οἰκουμενικῆς συνόδου;

-Ὁ Ρώμης σήμερα δύναται νά δικασθεῖ, ὅπως συνέβη π.χ. μέ τήν καταδίκη τοῦ πάπα Βιγιλίου ἀπό τήν Ε΄ καί τοῦ πάπα Ὁνωρίου ἀπό τήν Στ΄ Οἰκουμενική σύνοδο;

-Τί θά συμβεῖ στήν περίπτωση ἑνός Πάπα πού παραβαίνει τά δόγματα καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ἀποκλείεται ἕνας Πάπας νά εἶναι αἱρετικός; Ποῦ εἶναι τότε τό ἀλάθητο; Καί ποιός θά τόν δικάσει;

          Ἕνας ἐπίσκοπος δέν ἐκλέγεται ὡς Πρῶτος, ἀπολελυμένως, ἀλλά ὡς ἐπίσκοπος μιᾶς συγκεκριμένης ἐπαρχίας. Ἐάν ἡ ἐπαρχία κατέχει πρεσβεῖα τιμῆς, αὐτός εἶναι καί Πρῶτος τῆς ἀντίστοιχης συνόδου: π.χ. ὁ οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκλέγεται ὡς ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν οἰκεία σύνοδο, καί ὡς κατέχων τόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης ἔχει τά σχετικά πρεσβεῖα τιμῆς. Στήν περίπτωση τοῦ Ρώμης, σήμερα ἐκλέγεται ἕνας παγκόσμιος Πρῶτος ἀπό ἐπισκόπους ὅλης τῆς οἰκουμένης, καί ὡς τοιοῦτος καθίσταται καί ποιμένας τῆς πρωτόθρονης ἐκκλησίας. Σύμφωνα ὅμως μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου, ἀκόμη καί ὁ μητροπολίτης δέν ἐκλέγεται ἄνωθεν, ἀπό μία π.χ. πατριαρχική σύνοδο, ἀλλά ἀπό τήν οἰκεία ἐπαρχιακή σύνοδο, καί τό μόνο προνόμιο πού ἔχει ὁ Πατριάρχης εἶναι ἡ χειροτονία του. Πολλῷ μᾶλλον δέν δύναται νά ὑπάρξει μία σύνοδος Πατριαρχῶν, ἡ ὁποία νά ἐκλέξει ἕναν Πατριάρχη.

 

-Ποῦ στηρίχθηκε ὁ Πάπας γιά νά διεκδικήσει τό παγκόσμιο Πρωτεῖο;

          Ἀναφέραμε παραπάνω τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας κατά μίαν ὁρισμένη σειρά. Ἡ σειρά αὐτή ἔχει οἰκουμενικό κῦρος, γιατί καθορίστηκε ἀπό κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Σύμφωνα μέ αὐτούς, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι πρῶτος στήν πεντάδα. Προσοχή, ὅμως! Τά πρεσβεῖα δέν τά κατέχει ὁ ἴδιος, ἀλλά ἡ ἕδρα του, ὅπως εἴπαμε διότι ἡ Ρώμη ἦταν τό κέντρο τῆς οἰκουμένης, ὡς πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους! Μέ τήν ἴδια λογική ἔρχεται δεύτερη ἡ νέα Ρώμη, ἡ Κωνσταντινούπολη καί μέ κάποιο σκεπτικό καί οἱ ἄλλες ἕδρες. Συνεργούντων πολλῶν ἱστορικῶν (καί ὄχι θεολογικῶν!) παραγόντων,  τό πρωτεῖο τοῦ Ρώμης βαθμηδόν ἐπεξετέθη σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, κάτι πού δέν ἀναγνωρίστηκε ἀπό τά λοιπά Πατριαρχεῖα, ἀλλά μόνον ἀπό τούς ἐπισκόπους τοῦ Πατριαρχείου του, κι αὐτό μέ πάρα πολλές ἀντιδράσεις, διά μέσου τῶν αἰώνων. Καί τό πρωτεῖο δέν παρέμεινε, φυσικά, ἕνας τιμητικός τίτλος, ἀλλά κατέστησε βαθμηδόν τούς ἐπισκόπους ἁπλᾶ διοικητικά ὄργανα τοῦ θεσμοῦ, ἐπιβάλλοντας ἕνα εἶδος «δικτατορίας». «Ἀπορῶ» ἔλεγα σέ ρωμαιοκαθολικό ἐπίσκοπο, «πῶς δεχθήκατε οἱ δυτικοί ἐπίσκοποι νά ἀφαιρεῖ ὁ Πάπας κάθε τόσο κάτι ἀπό τίς ἐπισκοποικές δικαιοδοσίες σας, ἐφαρμόζοντας τήν ‘’τακτική τοῦ σαλαμιοῦ’’. Τελικά, τί θά σᾶς μείνει;»

          Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, λοιπόν, ὁ Πάπας εἶναι Πρῶτος τῆς συνόδου του, ἤτοι ἐντός τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του, ὅπως Πρῶτος εἶναι καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀλεξανδρείας ἤ ὁ Ἱεροσολύμων καί κάθε «κεφαλή» αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας ἐντός τῶν ὁρίων της. Καί, φυσικά, ὅπως παντοῦ ὑπάρχουν πρεσβεῖα τιμῆς, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: Πρώτη ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης, ἕπεται ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως κ.ο.κ., χωρίς αὐτό νά σημαίνει καί πρεσβεῖα ἐξουσίας, ἀνύπαρκτα στήν ἐκκλησία. «Ὅπως στήν ἁγία Τριάδα», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, «τά τρία πρόσωπα εἶναι ἰσότιμα, ἀλλά ὑπάρχει ἐντός τῆς Τριάδος μία τάξη, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: λέμε, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό ἅγιο Πνεῦμα, κατά ὁρισμένη τάξη, δηλαδή ὀνομάζουμε πρώτα τόν Πατέρα καί ὕστερα τόν Υἱό καί τό ἅγιο Πνεῦμα,χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἰσότιμα τά τρία Πρόσωπα καί χωρίς τό ἕνα νά ὑπερτερεῖ τοῦ ἄλλου· ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἡ τάξη, ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες ὅμως εἶναι ἰσότιμες, χωρίς νά εἶναι κάποια ἀνώτερη ἀπό μιάν ἄλλη».

          Συνεπῶς: ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης εἶναι κατά τούς κανόνες πρώτη, δέν ἔχει ὅμως καμία ἐξουσία ἐπί τῶν ἄλλων. Ὁ Πρῶτος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι Πρῶτος γιά τή σύνοδό του, οἱ ἁρμοδιότητές του ὅμως δέν ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του. Τό ὅτι ἡ ἕδρα του εἶναι πρώτη στή σειρά τῶν Πατριαρχείων δέν συνεπάγεται καί πρωτεῖο οἰκουμενικό, ἀφοῦ τό Πρωτεῖο συνδέεται μέ μία σύνοδο (=Πρῶτος μιᾶς συνόδου), οἱ δέ Πατριάρχες καί λοιποί πρῶτοι τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν δέν ἀποτελοῦν σύνοδο.

 

-Μήπως ὅμως ἔχει κάποια βιβλική βάση ἡ παπική ἀπαίτηση περί πρωτείου ἐξουσίας, ὅπως διατείνονται οἱ Δυτικοί;

Ἡ Κ. Διαθήκη ἀγνοεῖ παντελῶς κάθε τέτοια ἰδέα: Τό πρωτεῖο στηρίζεται στήν ἰδέα, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ἐν πρώτοις, τό ὅτι ὁ Πέτρος ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενο. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός τούς Ρωμαίους μαρτυρεῖ ποιμαντική φροντίδα (καί) ἀπό ἄλλον ἀπόστολο. Καί τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Σύ εἷ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), πού κατά τούς ἑρμηνευτές σαφῶς ἀναφέρονται στήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι «ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (στ. 16), ἔτσι εἶχαν νοηθεῖ καί στή Δύση κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ὁ δέ Πάπας στήν ἀρχή, στηρίζοντας τίς ἀπαιτήσεις του γιά παγκόσμιο πρωτεῖο, δέν ἀναφέρεται ποτέ τούς στίχους αὐτούς.

          Ἀλλά, ἄς παρακάμψουμε αὐτό, καί ἄς δεχθοῦμε, ὅτι τό Πάπας εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου καί κληρονόμος τῶν «κλειδιῶν  τῆς βασιλείας» (στ. 19), ὅπως τό θέλουν καί τά χαλκευθέντα ἔγγραφα τῶν Ψευδοϊσιδωρείων Διατάξεων[1].Τί σημαίνει αὐτό; Παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας;  Ἄς δοῦμε τί γράφει σχετικά ἡ Κ. Διαθήκη:

          Στό 16ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γίνεται λόγος γιά τή λεγόμενη«Ἀποστολική Σύνοδο», ἡ ὁποία συνῆλθε γιά νά λυσει ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα: οἱ ἐξ ἐθνικῶν προσερχόμενοι στόν Χριστιανισμο, ὄφειλαν νά τηροῦν τόν μωσαϊκό νόμο; Πρέπει νά περιτέμνονται, νά τηροῦν τό Σάββατο, νά συχνάζουν στή συναγωγή, μέ ἄλλα λόγια, νά εἶναι καί Ἰουδαῖοι, δηλαδή νά εἶναι ὁ Χριστιανισμός μιά ἰουδαϊκή αἵρεση; Ὁ Παῦλος ἦταν κατηγορηματικός: ὄχι!  Ὁ Χριστός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τοῦ Νόμου (τοῦ Μωυσέως). «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5,1). Ὁ Πέτρος δέν τά ἠρνεῖτο αὐτά, γιά νά μή «σκανδάλισει» ὅμως τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς, δέν τολμοῦσε νά προβεῖ στή μεγάλη, ὁδυνηρή, πλήν ἀναγκαία ρήξη. Ἡ διαφωνία τῶν δύο κορυφαίων Ἀποστόλων ὑπῆρξε σοβαρή. Διηγεῖται ὁ Παῦλος: «Ὅτε δέ ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, κατά πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν (=ἦταν ἀξιοκατάρκιτος) (σ. 23) Πρό τοῦ γάρ ἐλθεῖν τινας ἀπό Ἰακώβου, μετά τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν (=συνέτρωγε μέ ἐθνικούς, πράγμα ἀπαγορευμένο γιά τούς Ἰουδαίους). Ὅτε δέ ἦλθον, ὑπέστελλε καί ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τούς ἐκ περιτομῆς (=τούς Ἰουδαίους). Καί συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καί οἱ λοιποί Ἰουδαῖοι», ἀκόμη καί ὁ μαθητής τοῦ Παύλου Βαρνάβας. «Ἀλλ’ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρός τήν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων·» (Γαλ. 2, 11-14). Καί ἀκολουθεῖ ὁ σκληρός ἔλεγχος τοῦ Παύλου πρός τόν Πέτρο, στηριζόμενος σέ θεολογικούς λόγους. Ὁ Παῦλος δέν μᾶς λέει ἄν ἐπείσθη ὁ Πέτρος. Ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅμως, συμπεραίνουμε, ὅτι ἡ διαφωνία ἔλαβε διαστάσεις τέτοιες, πού χρειάστηκε νά συνέλθει ἡ Σύνοδος τῶν Ἀποστόλων γιά νά λύσει τό θέμα.

          Μά, ὁ Πέτρος δέν ἦταν «Πάπας»; Ὁ Πάπας δέν εἶναι «διάδοχος τοῦ Πέτρου», ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπόστολος κιόλας, θά εἶχε ἐξουσία πολύ ἀνώτερη ἀπό τούς διαδόχους του; Ὄχι, ὁ Πέτρος δέν ἐπικαλέσθηκε κανένα «ἀλάθητο», κανένα «πρωτεῖο». Ἡ διαφωνία λύθηκε, ὄχι μέ μία παπική «βούλλα», ἀλλά δημοκρατικά, ἐν συνόδῳ, διότι ἡ συνοδικότητα ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπαράβατη ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων.

          Ποιός προήδρευσε στή σύνοδο; Ὁ Πέτρος; Ὄχι! Προήδρευσε ὁ Ἰάκωβος, ὁ προκαθήμενος τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ τοπικός ἐπίσκοπος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.

          Καί ἡ σύνοδος ποιόν δικαίωσε; Τόν Παῦλο!

          Συγκρίνετε τώρα ὅλα αὐτά, βάζοντας στή θέση τοῦ Πέτρου τόν «διάδοχό» του Πάπα. Θά ἦταν σήμερα ἀδιανόητο νά συμβεῖ κάτι ἀπό ὅλα αὐτά.

          Καί κάτι ἄλλο ἀκόμη:

          Βασικό στοιχεῖο τῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «ἀποστολικῆς διαδοχῆς» τῶν ἐπισκόπων. Αὐτό σημαίνει, ὅτι οἱ ἀπόστολοι χειροτόνησαν ἐπισκόπους, ἐκεῖνοι ἄλλους καί ἐκεῖνοι ἄλλους, μέχρι τούς σημερινούς ἐπισκόπους. Κάθε ἐπίσκοπος χειροτονεῖται κατά τούς κανόνες ἀπό τουλάχιστον δύο ἤ τρεῖς ἄλλους ἐπισκόπους. Αὐτοί εἶναι οἱ «γονεῖς του» στήν ἀρχιερωσύνη. Καί καθένας ἀπό αὐτούς χειροτονήθηκε ἀπό ἄλλους δύο ἤ τρεῖς τουλάχιστον. Ἄν ἀνατρέξουμε ἔτσι πρός τά πίσω μέχρι τήν ἀποστολική ἐποχή, σέ ποιόν ἀπόστολο καταλήγει ἡ γραμμή διαδοχῆς; Σέ ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἡ ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» δέν ἐδόθη στήν Πέτρο μόνο (Ματθ. 16, 19), ἀλλά σέ ὅλους τούς ἀποστόλους συλλογικῶς κατά τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος «οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», ὅταν «ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ἰω. 20, 19.22). Καί ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Θωμᾶς δέ ... ὁ λεγόμενος Δίδυμος οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν». Αὐτός δέν ἔλαβε τό ἄγιο Πνεῦμα καί τήν ἀποστολική ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν; Καί ἀπαντᾶ: «κατά παντός ἐχώρει ἡ τοῦ Πνεύματος δύναμις ... δέδωκε δέ ὁ Χριστός οὔ τισιν ἀνά μέρος (=ὄχι στόν καθένα χωριστά),ἀλλ’ ὅλοις τοῖς μαθηταῖς ... εἰς ἅπαντα ... τόν τῶν ἁγίων ἀποστόλων χορόν» (PG 74, 717-720), ὡς ἀπόδειξη τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (PG 44, 1116-1117). Τό ἀνήκειν στόν χορό τῶν ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων των ἐπισκόπων εἶναι ἐκεῖνο πού χορηγεῖ τήν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» καί ὄχι ἡ κατοχή τῆς ἕδρας ἑνός συγκεκριμένου ἐπισκόπου. Διότι ἡ ἀποστολική διαδοχή νοεῖται ὡς διαδοχή ὅλων τῶν ἀποστόλων καί ὄχι ἑνός μόνον.

          Κατά ταῦτα κάθε ἐξουσία καί κάθε πρωτεῖο στήν Ἐκκλησία πηγάζει ἀπό αὐτόν τόν Θεό καί κανείς δέν μπορεῖ νά διεκδικήσει παγκόσμια καί μοναδική ἐξουσία πάνω στή σύνολη Ἐκκλησία. Μία τέτοια ἐξουσία ἔχει μόνον  ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, καί τή διαχειρίζεται ἡ Ἐκκλησία συλλογικῶς, ἤτοι συνοδικῶς.

*

          Ὅσα εἴπαμε ἀγαπητέ ἀναγνώστα, ἀποτελοῦν τήν ἐπίσημο θέση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας περί τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ. Θέση, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἕνα διανοητικό κατασκεύασμα, ἀλλά ἑδράζεται στήν Καινή Διαθήκη, στά ἱστορικά δεδομένα καί στήν ἐκκλησιολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή διετηρήθη ἀναλλοίωτη στήν ὀρθόδοξη θεολογία.

 

-Αὐτά, τά λέμε στόν διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς;

          Φυσικά καί τά λέμε. Αὐτά ἀποτελοῦν τή βάση τοῦ Διαλόγου καί δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξο μέλος πού νά φρονεῖ διαφορετικά. Πρέπει νά γνωρίζει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι στήν ἀρχή ὁ Διάλογος διεξήγετο ἐπί τῶν ἑνούντων ἡμᾶς, ὅταν δέ διαπιστώθηκε ὅτι, καί ἐπί τῶν «ἑνούντων» ὑπῆρχαν διαφοροποίησεις, ἀποφασίστηκε νά συζητήσουμε τά χωρίζοντα, μέ πρῶτο τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα.

          Βέβαια, δέν πρέπει νά ἀναμένει κανείς, ὅτι οἱ ἀνωτέρω θέσεις μας θά γίνουν δεκτές χωρίς συζήτηση. Τό πρωτεῖο διαμορφώθηκε βαθμιαῖα, ρίζωσε στή συνείδηση καί στήν πράξη τῆς Δύσεως καί ὅλη ἡ δομή τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ στηρίχθηκε σ’ αὐτό. Ἄρνηση τοῦ πρωτείου σημαίνει κατάρρευση ὅλου τοῦ οἰκοδομήματος,πράγμα πού συναντᾶ τήν ἀντίδραση τοῦ ρωμαϊκοῦ κατεστημένου. Μία λύση θά ἦταν ἴσως μία «ἐπανερμηνεία» τοῦ πρωτείου.

          Ἄς μή σκανδαλισθεῖ ὁ ἀναγνώστης μέ τή λέξη «ἐπανερμηνεία». Αὐτό δέν σημαίνει ἀποδοχή τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἀπό ἐμᾶς· Ἀλλά καί ἄς μήν περιμένουμε νά παραιτηθοῦν οἱ δυτικοί ἀπό τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου, γιά τούς λόγους πού προαναφέραμε. Ἡ «ἐπανερμηνεία» εἶναι ὁ ὅρος πού θά χρησιμοποιήσουν οἱ συνομιλητές μας, ὅταν ἀναπροσαρμόσουν καί ἐπανατοποθετήσουν τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου στή θέση πού εἶχε αὐτό στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί τοῦ δώσουν τό ἀρχικό του περιεχόμενο. Στήν «ἐπανερμηνεία» αὐτή, ἤ, ἄν θέλετε, τήν «ἐπαναδιατύπωση», μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν ὅ,τι λέξη ἤ ὅρο θέλουν, ἀρκεῖ νά βρίσκονται μέσα στό ἀνωτέρω ἐκτεθέν πλαίσο.

          Πιό συγκεκρινμένα:

          Σέ περίπτωση ἑνώσεως, ὅποτε ὁ Θεός τό θελήσει, ὁ Ρώμης θά εἶναι Πρῶτος, ὅπως τώρα πρῶτος εἶναι ὁ Κωνσταντινουπόλεως, καί ὅπως ἦταν Πρῶτος στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία.

          Ὡς Πρῶτος, δέν θά ἔχει παγκόσμια ἐξουσία, θά ἔχει ὅμως αὐξημένες, συντονιστικές κυρίως, ἁρμοδιότητες, αὐτές δηλαδή  πού εἶχε στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία στό πλαίσιο τῆς πενταρχίας.

         

 

-Ἐάν λυθεῖ τό θέμα τοῦ πρωτείου, θά γίνει ἡ ἕνωση;

          Κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, τό πρωτεῖο εἶναι ὁ κυριότερος ὀγκόλιθος πού κλείνει τό δρόμο πρός τήν ἕνωση. Τά ὑπόλοιπα, ἀλάθητο, filioque κ.λ.π., παρά τήν ὑψίστη δογματική σημασία τους, θά εἶναι πολύ πιό εὔκολα θέματα στή συζήτηση.

 

-Εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ὅτι τό θέμα τοῦ πρωτείου θά λυθεῖ σύντομα; Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι θά γίνει ἡ ἕνωση σύντομα, δηλαδή ὅτι θά ξεπεραστοῦν τά προβλήματα σύντομα;

          Ἀπάντηση: Τό «σύντομα» εἶναι πολύ σχετικό. Χωρισμός αἰώνων δέν ξεπερνιέται «σύντομα». Καί γιά νά εἶμαι πιό σαφής, κατ’ ἄνθρωπον δέν βλέπω «φῶς στό βάθος τοῦ τοῦνελ».

          Εἶπα, «κατ’ ἄνθρωπον». Κατά Θεόν .... μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει, μόνον Αὐτός μπορεῖ. Κατ’ ἄνθρωπον, πιό εὔκολο εἶναι «κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν» (Ματθ. 19,24), παρά νά ἀρθοῦν διαφορές παγιωμένες ἀπό αἰώνων. Ὅμως, «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρά τῷ Θεῷ». Ἡ ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν δέν εἶναι ἔργο δικό μας, εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μόνον Ἐκεῖνος μπορεῖ σέ μιά νέα Πεντηκοστή, νά συνάψει τά «διεστῶτα» καί νά ἐκπληρώσει τήν εὐχή πού ἀναπέμπει σέ κάθε θεία λειτουργία ἡ Ἐκκλησία, «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Γ. Α. ΓΑΛΙΤΗΣ


 

 

 

[1]Πρόκειται γιά συλλογή γνησίων ἀλλά καί πλαστῶν παπικῶν ἐγγράφων, πού καταρτίστηκε τά μέσα τοῦ Θ΄ αἰώνα μ.Χ. στή Γαλλία. Διά τῶν 94 πλαστῶν παπικῶν διατάξεων (δεκρετάλια) ἀποσκοπεῖ ὁ συντάκτης στό νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὑπεράνω πάντων, καί αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος, εἶναι δηλαδή ἡ «κεφαλή πάσης τῆς οἰκουμένης» (caput totius orbis). Στά 94 δεκρετάλια προσετέθη καί ἡ «ψευδοκωνταντίνειος δωρεά», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Μ. Κωνσταντίνος, ἀποχωρώντας ἀπό τή Ρώμη γιά τή Νέα Ρώμη, τήν Κωνσταντινούπολη, παρέδωσε στόν Πάπα τή διοίκηση τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Σήμερα κανείς δέν δέχεται τή γνησιότητα τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, οὔτε κἄν ἡ ἴδια ἡ ρωμαϊκή ἐκκλησία, ὅμως τά κείμενα αὐτά κατά τήν ἐποχή τους ὑπῆρξαν ἰσχυρότατα ὅπλα τῶν παπῶν στόν ἀγώνα τους γιά παγκόσμια (καί πολιτική) κυριαρχία. Κατά τόν Β. Στεφανίδη (Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἀθῆναι 1948, σελ. 274), «οὐδεμία ἄλλη νοθεία ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ συνετελέσθη μετά τόσης τέχνης καί οὐδεμία ἄλλη εἶχε τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα».