Τα διά «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» μνημόσυνα στο βυζαντινό και προϊσχύσαν Δίκαιο

  

 

   Σε όλους τους αρχαίους λαούς επικρατούσε η πεποίθηση ότι τότε μόνο έβρισκε ανάπαυση η ψυχή τεθνεώτος, αν οι απόγονοί του τηρούσαν τα περί των νεκρών γενικώς επιβαλλόμενα θέσμια, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση είχαν οι προς τους θεούς προσφορές. Συχνά οι προσφορές αυτές συνδέονταν με εκδηλώσεις ευρύτερης δημοσιότητας δια θρησκευτικών υπέρ των προγόνων λατρευτικών τελετών. Στους βυζαντινούς εξειδικεύεται και παγιώνεται η αντίληψη, ότι η ανάπαυση στην πέρα του τάφου ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις επι γής πραγματοποιούμενες αγαθοεργίες ώστε και αντιστρόφως για την επίτευξη της ανάπαυσης της ψυχής προϋποτίθενται αγαθοεργίες με τον ρηματικά προκαθορισμένο σκοπό της σωτηρίας της ψυχής, στο γενικό πλαίσιο της αντίληψης, ότι η ιδιωτική φιλανθρωπία ισχύει ως μετάνοια αμαρτίας. Οι του ειδικού αυτού σκοπού αγαθοεργίες γίνονται με περιουσιακές επιδόσεις, που προκάλεσαν ενωρίτατα το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Πρόκειται ιδιαιτέρως για τις περί «ψυχικών» και «τριμοιρίας» νομοθετήσεις του βυζαντινού δικαίου, που έτυχαν διαρκούς και ευρύτατης εφαρμογής έως σχετικώς προσφάτως κατά τα κατωτέρω.
   Η παλαιά ροπή προς θεοφιλείς εις μνήμην νεκρών πράξεις παίρνει με την επικράτηση του χριστιανισμού και επίδραση των διδαγμάτων των πατέρων της εκκλησίας την μορφή γενικευμένης συνηθείας να αφιερώνεται μέρος της περιουσίας σε ευαγείς σκοπούς ως δωρεά προς τον θεόν για την σωτηρία της ψυχής. Πρόκειται γενικώς για εκ προαιρέσεως μεταθανάτιες αφιερώσεις περιουσίας υπό την μορφή ελεημοσυνών ή άλλης μορφής ευεργεσιών προς ενδεείς ή πάσχοντες, όπως ήταν η διανομή άρτου, η σίτιση, η περίθαλψη ασθενών, η απελευθέρωση αιχμαλώτων ή δούλων και οι λοιπές αγαθοεργίες. Η συνήθεια τέλεσης αυτής της σκοπιμότητας αγαθοεργιών μορφοποιείται από τον νομοθέτη από απλή αναγνώριση της νομιμότητάς τους, σε ειδικό κληρονομικό δικαίωμα της εκκλησίας στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος άφηνε μέρος της περιουσίας του για τέλεση μνημοσύνων εις «ψυχικόν».

 

Ο Λέων ΣΤ΄  προσκυνά τον ένθρονο Χριστό.

Ψηφιδωτό από τον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας


    Ως «ψυχικά» υπό την στενότερη νομοθετική βυζαντινή ορολογία νοούνται οι υπό του νόμου προβλεπόμενες γενικώς περιπτώσεις υποχρεωτικών περιουσιακών αφιερώσεων μέρους της καταλειπομένης περιουσίας δια την επιτέλεση μνημοσύνων δια δωρεών *1 υπέρ της ψυχής του κληρονομημένου. Ιδιαίτερη μορφή αυτών των «εις ψυχικόν» αφιερώσεων αποτελεί ο θεσμός της «τριμοιρίας», *2 κατά την οποία προσδιοριζόταν σε ορισμένο ποσοστό και συγκεκριμένα στο ένα τρίτο της κληρονομίας η υπέρ της διεξαγωγής μνημοσύνων αποσπάσεις από αυτήν. Πέραν της καταρχήν γενικής αποδοχής της συνηθείας του ειδικού αυτού σκοπού αγαθοεργιών, ο νομοθέτης επεμβαίνει για να καλύψει τις περιπτώσεις που πραγματικοί λόγοι εμπόδιζαν την δια διαθήκης αφιέρωση περιουσίας για τον σκοπό αυτόν. Πρόκειται για τις ειδικές σχετικές νομοθετήσεις υπέρ ασώτων, ατέκνων και αιχμαλώτων. Έτσι ξεκινώντας από το μάλλον ενδεχόμενο ότι οι ίδιοι οι άσωτοι δεν επρόκειτο να ενδιαφερθούν για την σωτηρία της ψυχής τους, τους καθιστά παντελώς ανίκανους για σύνταξη διαθήκης, εκτός εάν ολίγον προ του θανάτου τους προβούν σε αφιέρωση περιουσίας για τον σκοπό αυτό. Η εξαίρεση αυτή περιγράφεται γλαφυρώς στην κυκλοφορούσα προεπαναστατική Ελλάδα Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, η οποία σε απόδοση στην «κοινή γλώσσα» υπό Αλεξίου Σπανού, έκδοση Βενετίας 1744 Βιβλίο ε΄τίτλ. α΄, σελ 347 έχει ως εξής: «εκείνος που είναι δοσμένος εις πορνείας, και φαγοπότια ζων ασώτως δεν πιάνεται η διαθήκη του. Σχόλιον . Εις εκείνον οπού η κυβέρνησις των πραγμάτων του δεν είναι καλή, ο νόμος παντελώς δεν τον συγχωρεί να κάμη διαθήκη πάρεξ εις την ώρα του θανάτου αν εδιώρισε τίποτε εις ψυχικήν σωτηρίαν, αυτήν και μόνην την θέλησίν του αποφασίζομεν να έχη το κύρος.»  Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν ούτε διαθήκη ούτε εγγύτεροι συγγενείς για να ενδιαφερθούν στην επιτέλεση των «εις ψυχικόν» μνημοσύνων αυτών, επεμβαίνει ξανά ο νομοθέτης με υποχρεωτικές διατάξεις κατά τροποποίηση των αρχικών διατάξεων της Ιουστινιανείου νομοθεσίας περί τάξεων στην αναγκαστική κληρονομική διαδοχή. Περαιτέρω με την διάταξη της Νεαράς 40 Λέοντος του Σοφού ορίζεται ότι: όποιος απέθνησκε σε αιχμαλωσία χωρίς διαθήκη και χωρίς ανιόντες ή κατιόντες συγγενείς, τότε δεν περιερχόταν η περιουσία του ολόκληρη στο δημόσιο, αλλά μόνο κατά τα δύο τρίτα, ενώ «το τρίτον, εις την υπέρ της ψυχής διανομή αφορίζειν». Αυτό εσήμαινε ότι περιερχόταν στη Εκκλησία το εν τρίτον της κληρονομίας, είτε για «αποτροφή πενήτων», είτε για δική της χρήση και συντήρηση των δικών της ευαγών ιδρυμάτων στο γενικότερο πάντως πλαίσιο της τέλεσης μνημοσύνων υπέρ της ψυχής του αποβιώσαντος, και της γενικότερης ιδέας ότι, ό,τι κατείχε η εκκλησία ήταν περιουσία των πτωχών. Η νομική έννοια του «ψυχικού» διευρύνεται και παγιώνεται ως υποχρεωτική συγκαταρίθμηση της εκκλησίας στους αναγκαίους κληρονόμους με την Νεαρά 12 του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου (945-959 μΧ.). Σύμφωνα με αυτήν το τρίτον της κληρονομίας των άνευ κατιόντων αδιαθέτως αποβιούντων «…των πάντων θεώ και βασιλεί υπέρ της αυτού του τελευτώντος δωρείσθαι ψυχής», ή κατ ΄ αλλη διατύπωση στην ίδια Νεαρά «… το μεν δίμοιρον τω εκ νόμων διαδόχω, συγγενεί τυχόν ή δημοσίω (δηλ. στο κράτος ως τελευταίον κληρονόμο στην σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής), το δε τρίτον υπέρ σωτηρίας του αδιαθέτως τελευτήσαντος ανοίσθω θεώ».

 

Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος


    Με το ίδιο πνεύμα της διαθέσεως του τρίτου της κληρονομίας εις τον θεόν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του κληρονομημένου αλλά με μερική αντιστροφή στην διαδοχική κλήση των αναγκαίων κληρονόμων κινείται και η περί «τριμοιρίας», ως επεκράτησε, στους μετά τη άλωση της Κωνσταντινούπολης χρόνους, να προσονομάζεται η Νεαρά 26 του αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου του έτους 1306 μΧ. Η Νεαρά αυτή είναι γνωστή επίσης και ως Νεαρά του πατριάρχου Αθανασίου, δια τον λόγον ότι εξεδόθη κατόπιν σχετικής νομοθετικής πρότασης, «ζήτησης», του εν λόγω πατριάρχου μεταφέροντος αντίστοιχη απόφαση πατριαρχικής συνόδου υπό την προεδρία του.
    Με την Νεαρά του πατριάρχου Αθανασίου ρυθμίζονται δύο περιπτώσεις της κληρονομίας απαίδων με διαίρεση της κληρονομίας σε τρία μέρη. Η πρώτη περίπτωση, κεφάλαιον γ΄, αναφέρεται στις κληρονομίες παροίκων (=δουλοπαροίκων). Κατ΄αυτήν ορίζεται ότι η κληρονομία αποβιούντος χωρίς τέκνα παροίκου, γυναικός ή ανδρός, χωρίζεται σε τρία μέρη εκ των οποίων το ένα λαμβάνει ο επιζών σύζυγός του, το δεύτερο ο κύριος του παροίκου και το τρίτο διατίθεται σε μνημόσυνα και σε δωρεές προς πένητας για σωτηρία της ψυχής του.
    Η δεύτερη περίπτωση, κεφάλαιον δ΄, θεωρήθηκε μάλλον ως η πλέον αντιπροσωπευτική διάταξη της σε τρία μέρη διαίρεσης της κληρονομίας. Από την διαίρεση αυτή προέκυψε και η καθιέρωση της επωνυμίας του θεσμού ως «τριμοιρία», η οποία πάλι και έδωσε τον επώνυμο χαρακτηριστικό τίτλο στην Νεαρά. Η εν λόγω περί τριμοιρίας διάταξη ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε στην νομική πρακτική ως εξής: εάν αποβιώσει άνδρας ή γυναίκα αφήνοντας στην ζωή ένα τέκνο, που άρα θα είναι και εγγονός των γονέων του αποβιούντος, και μετά ταύτα αποβιώσει και το τέκνο (εγγονός), τότε το μέρος εκείνο της κληρονομίας του τέκνου αυτού, που προέρχεται από περιουσιακές επιδόσεις με προίκα ή με άλλον τρόπο από τους παππού/γιαγιά προς τον προαποβιώσαντα γονέα του, διαιρείται σε τρία μέρη ώστε, το ένα τρίτο να επανέρχεται στον παππού/γιαγιά, που προέβει στην περιουσιακή επίδοση, το δεύτερο στον επιζώντα σύζυγο του κληρονομουμένου τέκνου και το τρίτο να δίνεται για μνημόσυνα προς σωτηρία της ψυχής του. Η δικαιολόγηση της τελευταίας αυτής ρύθμισης στηρίζεται κατά την πατριαρχική του Αθανασίου πρόταση στην σκέψη ότι δεν πρέπει ο παππούς/γιαγιά να χάνει και το παιδί του και την περιουσία που του έδωσε, *3 και η οποία αλλιώς θα περιερχόταν σε ξένη οικογένεια δηλ. στον/στην σύζυγο του αποβιούντος εγγονού, ενώ παραλλήλως κατοχυρωνόταν και η υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του τέκνου τέλεση μνημοσύνων.

 

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός

 


    Η νομική ιδέα της διαίρεσης της κληρονομίας σε τρία τρίτα και αφιέρωσης ενός εξ αυτών σε ψυχικά έτυχε ευρύτατης αποδοχής στον βυζαντινό και στον υπό οθωμανική κυριαρχία ορθόδοξο κόσμο είτε κατ΄ εφαρμογή αυτουσίας της περί τριμοιρίας νομοθετικής διάταξης της Νεαράς του πατριάρχου Αθανασίου, είτε κατ΄άτυπη σύγχυση με αυτήν σχετικών εθίμων ή κατ΄ εφαρμογή ερμηνευτικών εκκλησιαστικών ή άλλων διοικητικών οδηγιών και συνοδικών ή πατριαρχικών και επισκοπικών αποφάσεων ή συγγραφών όπως το Πηδάλιον του Αγ. Νικοδήμου του αγιορείτου. Οι επί του θέματος πατριαρχικές-επισκοπικές αποφάσεις συνδέονται με την αρχική γενική δικαιοδοτική αρμοδιότητα που παρεχώρησε στον πατριάρχη Σέργιο ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641) για εκδίκαση εκκλησιαστικών χρηματικών και εγκληματικών διαφορών της περιοχής επισκοπής Κωνσταντινουπόλεως. Με Χρυσόβουλο διάταγμα του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) σύμφωνα με το οποίο «τα μέντοι ψυχικά άπαντα παρά των αρχιεπισκόπων και επισκόπων οφείλουσι κρίνεσθαι και εκβιβάζεσθαι», *4 επιβεβαιώνεται η γενίκευση του επισκοπικού προνομίου για εκδίκαση των εκ ψυχικών διαφορών. Εκβιβάζεσθαι σημαίνει εκτέλεση δικαστικής απόφασης.
    Από την πληθώρα των διαφόρων σχετικών νομολογιακών ρυθμίσεων και εφαρμογών που αναφέρονται στις προς σωτηρία της ψυχής περιουσιακές εις μνημόσυνα αφιερώσεις, πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο παράλληλος θεσμός του «οίκου της ελεημοσύνης» και του κατ΄απομίμιση «κουτίου του ελέους», που απαντάται σε κώδικες των παραδουνάβιων χωρών του 18ου αιώνος. Ειδικότερα στο Συνταγμάτιον Νομικόν του ηγεμόνος Αλεξάνδρου Υψηλάντου προβλέπεται η σύσταση φιλανθρωπικού συστήματος σύμφωνα με το οποίο ανατίθεται στον οικείο μητροπολίτη και στους περί αυτόν επιτρόπους να «… συνάξωσι τα προσδιορισθέντα εισοδήματα του ελέους», και διανείμουν αυτά σε ορφανά, πένητες, «τιμίους βυθισμένους σε υπέρογκα χρέη, ξεπεσμένους ξένους, κορίτζια» σε ηλικία γάμου κτλ. Ήσαν δε τα εισοδήματα αυτά του ελέους μεταξύ άλλων οι υποχρεωτικές εισφορές που έπρεπε να αφήνουν κοσμικοί και κληρικοί με την διαθήκη τους και περαιτέρω «… όταν δε αποθάνει τις άνευ διαθήκης ή δεν ενθυμηθή περί τούτου, ει μεν είναι κοσμικός άνευ κληρονόμου και συγγενών, λαμβάνεται όλη η περιουσία αυτού, περί της ψυχής του οποίου διδόμενα τα μνημόσυνα, το περισσεύον βάλλεται εις του ελέους τον οίκον, από δε του έχοντος συγγενείς λαμβάνεται μόνο το γ΄μέρος, τα δ΄άλλα δύο λαμβάνουν οι συγγενείς των.» *5

 

 


    Την μακραίωνη επικράτηση στην συνείδηση του λαού του κανόνος των ψυχικών και της τριμοιρίας επιβεβαιώνει η αφθονία των τηρουμένων τοπικών εθίμων, όπως αυτά διασώζονται σε διάφορες συλλογές, αλλά ακόμη και αυτή η κοινή συναλλακτική ζωή. Σχετικώς αναφέρεται ότι «η συνήθεια της καταλήψεως μέρους της περιουσίας υπέρ της ψυχικής σωτηρίας ήταν τόσο στερεωμένη, ώστε και εις πωλητήρια ή δωρητήρια ετίθετο ο όρος, ότι ο αγοραστής ή ο δωρεοδόχος γινόμενος κύριος, έχει αυτός και οι κληρονόμοι του το δικαίωμα εις θείους και ιερούς ναούς υπέρ ψυχικής σωτηρίας διδόναι». *6
    Η συγκαταρίθμηση της εκκλησίας στους αναγκαίους κληρονόμους δια του θεσμού των «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» έχει παύσει οριστικώς να ισχύει από της εκδόσεως του νόμου 2310 της 26/6-3/7/1920 «περί της εξ αδιαθέτου διαδοχής», δια τους μετά την ως άνω ημερομηνία θανάτους, σύμφωνα με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 96 του Εισαγωγικού Νόμου ισχύοντος Αστικού Κώδικος. Για το προ αυτού όμως διάστημα υπήρχε υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος δικαίου επιστημονική αμφισβήτηση το μεν ως προς την καθ΄ ολοκληρίαν ισχύ των προαναφερθεισών διατάξεων, το δε ως προς την ύπαρξη αυτοτελούς κληρονομικού δικαιώματος της εκκλησίας.*7 Στην κοινωνική πάντως πράξη ουδόλως έπαψε να επιζεί το σχετικόν έθιμο και η δικαιολόγηση των ψυχικών και ο επηρεασμός τους στην φιλανθρωπική συμπεριφορά των ελλήνων και γενικότερα των ορθοδόξων. Αλλά και σήμερα αναμφισβητήτως γίνονται ψυχικά με γραπτές αφιερώσεις σε ευαγείς σκοπούς, έστω και χωρίς ρητή αναφορά του σκοπού της σωτηρίας της ψυχής των δωρητών. Ανεξαρτήτως τούτου η προτροπή των ενδεών προς ελεημοσύνη «για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου» ή κάνε την α ή β αγαθοεργία «για ψυχικό» δικό σου ή κάποιου στενού συγγενούς σου, και άλλες παρόμοιες τέτοιες εκφράσεις που καταγράφει η λαογραφία, πιστοποιούν ασφαλώς την κατά βάση επιβίωση του θεσμού σύμφωνα πάντοτε με τις διδαχές της εκκλησίας και την εντολή του ίδιου του Χριστού «έλεον θέλω και ου θυσίαν.»-

Υποσημειώσεις

*1 Η χριστιανική θεολογική επιστήμη αποδίδει την απαρχή των μνημοσύνων στην εξιστορούμενη στην Παλαιά Διαθήκη Μάκκ. Β΄12 στιχ. 36-45 θυσία του Ιούδα Μακκαβαίου υπέρ αφέσεως των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν στην μάχη κατά του Γοργία. Βλ. περιγραφή επεισοδίου σε σύγχρονη γλώσσα: Αγία Γραφή. Μετάφραση Ελληνικής Bιβλικής Eταιρείας . Αθήνα 1997, σελ 767.και γενικώς περί μνημοσύνων εις Θρησκευτική- Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, κ.α

*2 Γ. Πετροπούλου, Ιστορία και Εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου. 1949, σελ 659
Γ. ΜαριδάκηΤο Αστικόν Δίκαιον εν ταις Νεαραίς των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αθήναι 1922 §§ 53 και 54 σελ 272 επ. Π.Ι. Ζέπου, «Ψυχάριον» - «Ψυχικά»- «Ψυχοπαίδι». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τόμος Ι΄ (1980-1981) σελ 17-28. Κ.Triantafillopoulos, Die Novelle des Patriarchen Athanasius uber die «Τριμοιρία»: Byzantiniche-Neugriechische Jahrbucher. Athen. Jahrgang 1928/29 σελ. 136-146

*3 Κατά Γ. Πετρόπουλο ο θεσμός της τριμοιρίας του βυζαντινού δικαίου έλκει την καταγωγή από το εν Συρία εφαρμοζόμενον δίκαιον της Νεστωριανής Εκκλησίας και τους συριακούς κώδικες που ακολουθούσαν την ελληνική αρχή Paterna Paternis και Materna Maternis. ε.α. σελ 661

*4 Γ.Α.Ράλλη-Μ.Ποττλή, Σύνταγμα Θείον και Ιερών Κανόνων, 1855, τόμ Ε΄
σελ 281

*5 Π. Ι. Ζέπου, Συνταγμάτιον Νομικόν. Γραφείο δημοσιευμάτων Ακαδημίας Αθηνών. Αθήναι 1936, σελ 121

*6 Γ. Μαριδάκης ε.α σελ 281 σημ 38, ένθα και παραπομπές σε Συλλογή τοπικών ελληνικών εθίμων εις Jus Grecoromanum. Εκδ. Ζέπων 1931 τόμος 8. και αλλαχού.
   *7 Ειδικώς όμως την γνώμη ότι η διάταξη της τριμοιρίας περιήλθε σε αχρησία αντικρούει ο Φρίτσος Βάλληνδας με πειστική επιχειρηματολογία στην μελέτη του: Η Νεαρά 26 του Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, Θέμις ΚΕ σελ 434 επ.
 

Ὁ Πάπας στή Δύση καί στήν Ἀνατολή

 

Στό τέταρτο μιᾶς σειρᾶς ἄρθρων περί τοῦ διεξαγομένου Διαλόγου μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, εἴχαμε ὑποσχεθεῖ, ὅτι κάποτε θά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς «σχέσεις μας μέ τόν Πάπα καί τούς Δυτικούς γενικότερα» (τεῦχος 452/2011, σελ. 69). Τό ἄρθρο αὐτό, ὀφειλόμενη ἀπάντηση σέ σεμνή ἐπιστολή εὐλαβεστάτου κληρικοῦ καί προσφιλοῦς φοιτητοῦ μου, ἀλλά καί πιστῶν χριστιανῶν πού ζητοῦν πληροφόρηση ἐπί τοῦ καυτοῦ θέματος τούτου, καθυστέρησε λόγῳ παρεμβληθέντων ἄλλων ἐπικαίρων θεμάτων καί, φυσικά λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας στήν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ ἐξ αἰτίας τῆς κρίσεως στήν πατρίδα μας.

          Ζητῶν συγγνώμην γιά τήν καθυστέρηση, εἰσέρχομαι ἀμέσως στό θέμα μου. Ἴσως πολλά ἀπό αὐτά πού θά λεχθοῦν νά εἶναι κοινός τόπος γιά τούς εἰδικούς, θά πρέπει ὅμως νά ἀρχίσουμε ἀπό τό ἄλφα γιά τούς μή ἐπαΐοντες καί, φυσικά, χωρίς ἀπαίτηση ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος, γιά τό ὁποῖο ἔχουν γραφεῖ χιλιάδες βιβλία.

 

-Τί εἶναι ὁ Πάπας;

Πάπας σημαίνει «πατέρας», ὅ,τι καί τό ἑλληνικό «παπᾶς», λατινικά papa. Ὡς τίτλο, τόν ἔχουν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καί ὁ ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Βέβαια καί οἱ δύο εἶναι Πατριάρχες. Ὁ πολύς κόσμος γνωρίζει ὡς Πάπα τόν Πατριάρχη τῆς Ρώμης καί ἐλάχιστοι γνωρίζουν, ὅτι καί ὁ ὀρθόδοξος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας φέρει καί τόν τίτλο τοῦ Πάπα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Πάπας, Πατριάρχης, Μητροπολίτης, Ἀρχιεπίσκοπος, εἶναι ὅλοι τίτλοι ἐπισκόπων, πού τούς κατέχουν ἀνάλογα μέ τήν ἕδρα τῆς ἐπαρχίας πού ποιμαίνουν. Γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς: ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι μιᾶς συγκεκριμένης περιοχῆς συνέρχονται σέ σύνοδο, γιά νά ἀποφασίσουν ἐπί θεμάτων τῆς περιοχῆς τους. Τῆς συνόδου αὐτῆς προεδρεύει ὁ ἐπίσκοπος τῆς κυριότερης πόλης τῆς ἐπαρχίας, τῆς μητροπόλεως (=πρωτεύουσας), ὁ μητροπολίτης ἐπίσκοπος. Ἔτσι, μιά μητροπολιτική περιφέρεια ἀποτελεῖται ἀπό ἐπί μέρους ἐπισκοπές, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες, λόγῳ ξεχωριστῆς θέσης τῆς ἕδρας τους, μπορεῖ νά ὀνομάζονται καί ἀρχιεπισκοπές καί ὁ κάτοχός τους ἀρχιεπίσκοπος. Πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κανονική τάξη, πού τηρεῖται σέ πολλές ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἐνῶ σέ ἄλλες οἱ τίτλοι μητροπολίτης ἤ ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά σημαίνουν καί προεδρία συνόδου, ἀλλά εἶναι ψιλοί τίτλοι. Ἡ Α΄ Οἰκουμενική σύνοδος (325 μ.Χ.) ὅρισε ὅτι πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων εἶναι ἡ Ρώμη.

 Εὐρύτερη τῆς μητροπόλεως περιφέρεια εἶναι τό Πατριαρχεῖο, ὅπου ἰσχύουν τά ἀνάλογα.

          Πάνω ἀπό τό Πατριαρχεῖο δέν ὑπάρχει θεσμός μέ παγκόσμια δικαιοδοσία, ὅπως δέχονται οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Ἡ παγκόσμια δικαιοδοσία ὡς θεσμός εἶναι ἔννοια ἄγνωστη στήν Ἐκκλησία. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ μία Ἐκκλησία, ἀποτελεῖται ἀπό πολλές τοπικές ἐκκλησίες, κάθε μία ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ἔκφανση καί φανέρωση τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».

          Κάθε τοπική ἐκκλησία πού εἶναι «αὐτοκέφαλη», ἔχει δηλαδή δική της «κεφαλή», δικό της Πρῶτο πού προεδρεύει στή δική της σύνοδο, εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό κάθε ἄλλη. Μόνον σέ ἔκτακτες περιπτώσεις μπορεῖ νά συγκληθεῖ μιά «οἰκουμενική», παγκόσμια σύνοδος, κατά τά ἄλλα οἱ «κεφαλές» τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν μποροῦν νά ἀντιμετωπίσουν τά παγκόσμιας ἐμβέλειας προβλήματα μέ ἄλλους τρόπους.

          Σήμερα οἱ ἱστορικές συνθῆκες ὁδήγησαν στή δημιουργία πολλῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν. Στή Δ΄ Οἰκουμενική σύνοδο (451 μ.Χ.) καθιερώθηκε ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας καί ἡ σειρά τῶν πέντε Πατριαρχείων: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων. Κανείς Πατριάρχης δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τούς ἄλλους καί κανείς δέν προέβαλε ἀξίωση παγκόσμιας ἐξουσίας, γιατί τά πρεσβεῖα συνεδέθησαν μέ τίς συγκεκριμένες ἕδρες καί ὄχι μέ τά πρόσωπα πού τίς κατέχουν. Αὐτή ἡ ἀξίωση δημιουργήθηκε πολύ ἀργότερα καί ἄρχισε νά καλλιεργεῖται συστηματικά ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ρώμης, μέ ἀποτέλεσμα, σιγά-σιγά καί μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων νά ἐπιβληθεῖ στή Δύση καί νά προκαλέσει τό Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ.

Τό πῶς δημιουργήθηκε καί ἐξελίχθηκε καί τελικά ἐπιβλήθηκε ἡ ἀξίωση αὐτή, δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἔχει ἐξ ἄλλου γραφεῖ μέγα πλῆθος βιβλίων σχετικῶν, τά ὁποῖα ὁ καθένας μπορεῖ νά βρεῖ εὔκολα. Καί τά βιβλία αὐτά δέν εἶναι μόνον λαϊκά, ἀλλά καί ἐμβριθεῖς ἐπιστημονικές μελέτες, ὄχι μόνον Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί Ρωμαιοκαθολικῶν, πού δέν μποροῦν νά ἀρνηθοῦν τήν ἱστορική ἀλήθεια γιά τήν ἐκ τοῦ μηδενός γένεση, ἐξέλιξη καί ἐπιβολή τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ δόγματος τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, τό ὁποῖο ἦταν ἄγνωστο στήν Ἀρχαία Ἐκκλησία. Καί αὐτό, ἀσχέτως τοῦ ἄν τελικά ἀναγκάζονται νά τό δικαιολογήσουν, γιατί ἀλλιῶς θά τιναζόταν ὅλο τοῦ οἰκοδόμημα τοῦ κατά τούς Δυτικούς παπικοῦ θεσμοῦ στόν ἀέρα.

 

-Τί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τό ρωμαιοκαθολικό δόγμα περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα;

Σύμφωνα μέ τή ρωμαιοκαθολική θεολογία, ὁ Πάπας ὡς ἐπίσκοπος Ρώμης καί διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἶναι θείῳ δικαίῳ (jure divino) προκαθήμενος συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας καί βικάριος (ἀντιπρόσωπος) τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Μέχρι τόν προηγούμενο Πάπα ἔφερε καί τόν τίτλο «Πατριάρχης τῆς Δύσεως», τόν ὁποῖο ὁ Βενέδικτος XVI ἀπήλειψε, μέ τό αἰτιολογικό, ὅτι σήμερα ἡ ἔννοια «Δύση» ἔχει πάψει νά ἀποτελεῖ τοπικό προσδιορισμό, καί ἐξ ἄλλου ρωμαιοκαθολικοί ὑπάρχουν παντοῦ στόν κόσμο καί ὄχι μόνο στή Δύση, ἄρα ἡ δικαιοδοσία του ἐκτείνεται καί σ’ αὐτούς. Ἡ ἀπάλειψη αὐτή δυσαρέστησε καί ἀπογοήτευσε τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι καί διαμαρτυρήθηκαν, διότι πάντοτε ὁ Πάπας ἐθεωρεῖτο ὡς ἕνας ἐκ τῶν πέντε Πατριαρχῶν, ὁ μοναδικός Πατριάρχης στή Δύση, ἐνῶ οἱ τέσσερις ἄλλοι ἐποίμεναν ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ τίτλου «Πατριάρχης τῆς Δύσεως» ἐνισχύει τίς παπικές ἀπαιτήσεις γιά ἐξουσία παγκόσμια καί ὄχι περιορισμένη μόνον στή Δύση.

Κατά τούς Ρωμαιοκαθολικούς, τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ἀσκεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου, ὄχι μόνον τοῦ Πατριαρχείου του, ἀλλά καί ἀπό κάθε ἄλλη ἀπόφαση συνόδου ἄλλου Πατριαρχείου ἤ αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας. Ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις οἰκουμενικῆς συνόδου δέν δεσμεύουν τόν Πάπα. Κάθε ἀπόφαση οἱασδήποτε συνόδου ἀποκτᾶ κύρος μόνον μετά τήν ἀποδοχή της ἀπό τόν Πάπα. Καί ναί μέν ἡ Β΄ σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ (1962-65) (ἐπαν)ἀναγνώρισε τόν θεσμό τῆς συνοδικότητας στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά παραμένει τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν συλλογικῶν ὀργάνων ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Πάπα: τό Πρωτεῖο δέν θίγεται!  Ἀπό τό ἄλλο μέρος πάλι, ὅλα τά διατάγματα τῆς Β΄ συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, πού θεωρεῖται «οἰκουμενική» ἀπό τούς Δυτικούς, δέν ὑπογράφονται μόνον ἀπό τόν Πάπα, ὅπως εἶχε ἐπικρατήσει, ἀλλά ἀπό ὅλους τούς συνοδικούς ἐπισκόπους, κατά τό ἀρχαῖο ἔθιμο. Ἕνα μικρό, δειλό βῆμα πρός τήν κανονικότητα; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό γε νῦν ἔχον, οἱουδήποτε ἐπιπέδου σύνοδος εἶναι στήν οὐσία ἁπλῶς ἕνα συμβουλευτικό σῶμα τοῦ Πάπα.

 

-Ποιές εἶναι κατά τήν ὀρθόδοξη ἄποψη καί τή διδασκαλία καί πρακτική τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Πρώτου, τίς ὁποῖες ἐπεκτείνει ὁ Πάπας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο;

«Πρῶτος», ἤτοι κεφαλή, στήν Ἐκκλησία εἶναι κατά κυριολεξίαν ὁ Χριστός: «καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας· .... ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων» (Κολ. 1, 18).

Ὁ εὑρισκόμενος «εἰς τόπον Χριστοῦ» ἐπίσκοπος εἶναι ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, διά τοῦ ὁποίου προσφέρει τή θυσία τῆς εὐχαριστίας ὁ ἴδιος ὁ Χριστός («ὁ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος...»). Ὁ κατ’ ἐντολήν καί «εἰς τόπον τοῦ ἐπισκόπου» ἐνεργῶν πρεσβύτερος εἶναι ὁμοίως ὁ Πρῶτος τῆς εὐχαριστίας. Σέ περίπτωση συλλειτουργίας, πάντοτε ἕνας εἶναι ὁ προεξάρχων-Πρῶτος.

Σέ μία σύνοδο ἐπισκόπων, ὁ Πρῶτος (Μητροπολίτης, Πατριάρχης, Πάπας, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐκθέσαμε στήν ἀρχή),

κατά τούς κανόνες, προεδρεύει τῆς τοπικῆς συνόδου, τήν ὁποία καί συγκαλεῖ. Οἱ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται ἀπό τή σύνοδο (καί δέν διορίζονται ἄνωθεν, ὅπως στή Δύση), καί χειροτονοῦνται ἀπό τόν Πρῶτο.

Κομβικό σημεῖο ἐν προκειμένῳ εἶναιἡ σχέση τοῦ Πρώτου μέ τή σύνοδο. Τή σχέση αὐτή καθορίζει ὁ 34ος Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, θεσπίζοντας, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν μπορεῖ νά ἐνεργεῖ μόνος χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τῆς συνόδου, ἀλλά καί ἡ σύνοδος δέν μπορεῖ νά ἀποφασίζει χωρίς τόν Πρῶτο. Αὐτονόητο εἶναι, ὅτι ὁ Πρῶτος δέν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀρνησικυρίας (veto). Σμειωτέον ὅτι, γιά νά συμπεριληφθεῖ ὁ κανόνας αὐτός στό ἐπίσημο κείμενο τῆς Ραβέννας, διεξήχθη σκληρός ἀγώνας, οἱ Ὀρθόδοξοι θεώρησαν τόν κανόνα ὡς βάση τῶν συζητήσεων καί ἀπείλησαν μέ ἀποχώρηση, μέ ἀποτέλεσμα τελικά νά γίνει δεκτή ἡ θέση τῶν Ὀρθοδόξων περί τοῦ θεσμοῦ τῆς συνοδικότητας ὡς βασικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς, ὅπως αὐτή διατυπώνεται στό κείμενο τοῦ ὡς ἄνω κανόνος.

Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔννοια «Πρῶτος» ἀπαιτεῖ ἕναν προσδιορισμό: εἶναι Πρῶτος μιᾶς συνόδου συγκεκριμένης, τῆς συνόδου του: αὐτό εἶναι ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἄρα στήν περίπτωση αὐτή εἶναι Πρῶτος «θείῳ δικαίῳ» (jurecanonico). Συνεπῶς τό πρωτεῖο νοεῖται μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς συνοδικότητας. Ἄν δέν ὑπάρχει σύνοδος (ὄχι βέβαια μέ συμβουλευτικές ἀλλά μέ ἀποφασιστικές ἁρμοδιότητες), δέν ὑπάρχει Πρῶτος.

«Πρῶτος»εἶναι ὁ κάτοχος μιᾶς συγκεκριμένης ἕδρας στήν ὁποία ἀπονέμονται «πρεσβεῖα τιμῆς». Τά πρεσβεῖα καθορίστηκαν ἀπό τούς κανόνες (jurocanonico) – γιά ἱστορικούς λόγους: ἡ Ρώμη, ὡς πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας (καί ὄχι γιατί ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, γιατί τότε θά ἔπρεπε νά εἶναι πρώτη ἡ ἕδρα τῶν Ἱεροσολύμων, ὡς ἱδρυθεῖσα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό!), ἀνεδείχθη πρώτη μεταξύ τῶν μητροπόλεων (Α΄ οἰκουμενική σύνοδος) καί ἀργότερα πρώτη μεταξύ τῶν Πατριαρχείων (Δ΄ οἰκουμενική σύνοδος). Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀνυψώθηκε στή δεύτερη θέση, ὡς Νέα Ρώμη. Ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων ἀνυψώθη σέ Πατριαρχεῖο, κατέλαβε ὅμως τήν πέμπτη θέση, μετά τίς ἐκκλησίες τῶν τότε διοικητικῶν κέντρων τῆς αὐτοκρατορίας. Γιά ἱστορικούς λόγους πάλι καταργήθηκαν Πατριαρχεῖα, ὅπως π.χ. τό Πατριαρχεῖο Τυρνόβου, τό Πατριαρχεῖο Ἀχρίδος, καθώς καί τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀπό 1719 ἕως 1917. Ἱστορικοί λόγοι πάλι ὁδήγησαν στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας, ὅπως γιά ἱστορικούς λόγους ἔχει σήμερα ἀτονίσει ὁ θεσμός αὐτός. Ἄρα τό πρωτεῖο ἀνήκει στήν ἕδρα, ὄχι στό πρόσωπο. Ὁ Ρώμης εἶναι πρῶτος ἐντός τοῦ πατριαρχικοῦ συστήματος, ἄρα ὡς ἕνας ἐκ τῶν Πατριαρχῶν. Συνεπῶς ἡ θέση τοῦ Ρώμης ὡς Πρώτου εἶναι jurecanonicoκαί ὄχι jure divino, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία, θεωροῦσα τήν κοινωνία μέ τή Ρώμη ὡς συστατικό στοιχεῖο καί κριτήριο τῆς κανονικότητας μιᾶς ἐκκλησίας.

Ἡ πενταρχία δέν νοεῖται ὡς μία σύνοδος καί δή παγκόσμιας δικαιοδοσίας. Καθένας τῶν Πατριαρχῶν εἶναι πρῶτος τῆς δικῆς του συνόδου, ἡ δέ σειρά τῶν πρεσβείων καθορίζεται ἀπό τούς κανόνες. Φυσκά, οἱ κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων πού ἀνήψωσαν ἐκκλησίες σέ Πατριαρχεῖα καθορίζοντας καί τά πρεσβεῖα, δέν ἔχουν τήν ἴδια ἰσχύ καί τό ἴδιο κύρος μέ τίς ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων πού ἵδρυσαν ἤ κατήργησαν Πατριαρχεῖα.

Ἐξ ἑτέρου, οὔτε ἡ σύνοδος τοῦ πρώτου μεταξύ τῶν Πατριαρχῶν δύναται νά λάβει ἀποφάσεις δεσμευτικές γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία. Παγκόσμια σύνοδος εἶναι μόνον ἡ οἰκουμενική σύνοδος, οἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας εἶναι δεσμευτικές  γιά ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Ἡ ἀπαίτηση ἑνός παγκοσμίου πρωτείου, ἔστω καί ἄν ἠσκεῖτο στό πλαίσιο μιᾶς παγκόσμιας συνόδου π.χ. ἀποτελουμένης ἀπό τούς Πρώτους τῶν τοπικῶν ἐκλκησιῶν ἤ τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας (πράγμα ἄγνωστο στούς Ἐκκλησία), ἀναιρεῖ τήν ἔννοια τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, τῆς ὁποίας τό ἔργο καί ἡ συγκρότηση εἶναι τελείως διαφορετικά ἀπό αὐτά μιᾶς συνόδου τοπικῆς ἐκκλησίας.

Κατά ταῦτα:

Ἡ ἀναγνώριση τῆς Ρώμης ὡς τῆς πρώτης Ἕδρας τῆς Ἐκκλησίας, οὐδόλως σημαίνει ὅτι τό πρωτεῖο της ἀνήκει στή δομή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θεσμός τοῦ Πρώτου τῆς συνόδου εἶναι θέμα θεολογικό - ἐκκλησιολογικό, ἐνῶ ἡ σειρά τῶν πρεσβείων τῶν ἑδρῶν εἶναι θέμα ἱστορικό – κανονικό.

Ἐφαρμοζομένης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, προκύπτουν πρακτικές συνέπειες, ὅπως:

-Ὁ πάπας εἶναι βέβαια Πρῶτος ἐντός τῆς συνόδου του. Σύμφωνα μέ τούς κανόνες (π.χ. 34ος Ἁγίων Ἀποστόλων), ὁ Πρῶτος δέν ὑπέρκειται τῆς συνόδου του: πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν, νά δεχθεῖ κανείς τή θέση, ὅτι οἱ ἀποφάσεις καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ Ρώμης; Ἀφοῦ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δέν ὑπέρκειται τῆς τοπικῆς συνόδου του, πῶς ὑπέρκειται μιᾶς οἰκουμενικῆς συνόδου;

-Ὁ Ρώμης σήμερα δύναται νά δικασθεῖ, ὅπως συνέβη π.χ. μέ τήν καταδίκη τοῦ πάπα Βιγιλίου ἀπό τήν Ε΄ καί τοῦ πάπα Ὁνωρίου ἀπό τήν Στ΄ Οἰκουμενική σύνοδο;

-Τί θά συμβεῖ στήν περίπτωση ἑνός Πάπα πού παραβαίνει τά δόγματα καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ἀποκλείεται ἕνας Πάπας νά εἶναι αἱρετικός; Ποῦ εἶναι τότε τό ἀλάθητο; Καί ποιός θά τόν δικάσει;

          Ἕνας ἐπίσκοπος δέν ἐκλέγεται ὡς Πρῶτος, ἀπολελυμένως, ἀλλά ὡς ἐπίσκοπος μιᾶς συγκεκριμένης ἐπαρχίας. Ἐάν ἡ ἐπαρχία κατέχει πρεσβεῖα τιμῆς, αὐτός εἶναι καί Πρῶτος τῆς ἀντίστοιχης συνόδου: π.χ. ὁ οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκλέγεται ὡς ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν οἰκεία σύνοδο, καί ὡς κατέχων τόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης ἔχει τά σχετικά πρεσβεῖα τιμῆς. Στήν περίπτωση τοῦ Ρώμης, σήμερα ἐκλέγεται ἕνας παγκόσμιος Πρῶτος ἀπό ἐπισκόπους ὅλης τῆς οἰκουμένης, καί ὡς τοιοῦτος καθίσταται καί ποιμένας τῆς πρωτόθρονης ἐκκλησίας. Σύμφωνα ὅμως μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου, ἀκόμη καί ὁ μητροπολίτης δέν ἐκλέγεται ἄνωθεν, ἀπό μία π.χ. πατριαρχική σύνοδο, ἀλλά ἀπό τήν οἰκεία ἐπαρχιακή σύνοδο, καί τό μόνο προνόμιο πού ἔχει ὁ Πατριάρχης εἶναι ἡ χειροτονία του. Πολλῷ μᾶλλον δέν δύναται νά ὑπάρξει μία σύνοδος Πατριαρχῶν, ἡ ὁποία νά ἐκλέξει ἕναν Πατριάρχη.

 

-Ποῦ στηρίχθηκε ὁ Πάπας γιά νά διεκδικήσει τό παγκόσμιο Πρωτεῖο;

          Ἀναφέραμε παραπάνω τούς Πατριάρχες τῆς Πενταρχίας κατά μίαν ὁρισμένη σειρά. Ἡ σειρά αὐτή ἔχει οἰκουμενικό κῦρος, γιατί καθορίστηκε ἀπό κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Σύμφωνα μέ αὐτούς, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι πρῶτος στήν πεντάδα. Προσοχή, ὅμως! Τά πρεσβεῖα δέν τά κατέχει ὁ ἴδιος, ἀλλά ἡ ἕδρα του, ὅπως εἴπαμε διότι ἡ Ρώμη ἦταν τό κέντρο τῆς οἰκουμένης, ὡς πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους! Μέ τήν ἴδια λογική ἔρχεται δεύτερη ἡ νέα Ρώμη, ἡ Κωνσταντινούπολη καί μέ κάποιο σκεπτικό καί οἱ ἄλλες ἕδρες. Συνεργούντων πολλῶν ἱστορικῶν (καί ὄχι θεολογικῶν!) παραγόντων,  τό πρωτεῖο τοῦ Ρώμης βαθμηδόν ἐπεξετέθη σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, κάτι πού δέν ἀναγνωρίστηκε ἀπό τά λοιπά Πατριαρχεῖα, ἀλλά μόνον ἀπό τούς ἐπισκόπους τοῦ Πατριαρχείου του, κι αὐτό μέ πάρα πολλές ἀντιδράσεις, διά μέσου τῶν αἰώνων. Καί τό πρωτεῖο δέν παρέμεινε, φυσικά, ἕνας τιμητικός τίτλος, ἀλλά κατέστησε βαθμηδόν τούς ἐπισκόπους ἁπλᾶ διοικητικά ὄργανα τοῦ θεσμοῦ, ἐπιβάλλοντας ἕνα εἶδος «δικτατορίας». «Ἀπορῶ» ἔλεγα σέ ρωμαιοκαθολικό ἐπίσκοπο, «πῶς δεχθήκατε οἱ δυτικοί ἐπίσκοποι νά ἀφαιρεῖ ὁ Πάπας κάθε τόσο κάτι ἀπό τίς ἐπισκοποικές δικαιοδοσίες σας, ἐφαρμόζοντας τήν ‘’τακτική τοῦ σαλαμιοῦ’’. Τελικά, τί θά σᾶς μείνει;»

          Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, λοιπόν, ὁ Πάπας εἶναι Πρῶτος τῆς συνόδου του, ἤτοι ἐντός τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του, ὅπως Πρῶτος εἶναι καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀλεξανδρείας ἤ ὁ Ἱεροσολύμων καί κάθε «κεφαλή» αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας ἐντός τῶν ὁρίων της. Καί, φυσικά, ὅπως παντοῦ ὑπάρχουν πρεσβεῖα τιμῆς, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: Πρώτη ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης, ἕπεται ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως κ.ο.κ., χωρίς αὐτό νά σημαίνει καί πρεσβεῖα ἐξουσίας, ἀνύπαρκτα στήν ἐκκλησία. «Ὅπως στήν ἁγία Τριάδα», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, «τά τρία πρόσωπα εἶναι ἰσότιμα, ἀλλά ὑπάρχει ἐντός τῆς Τριάδος μία τάξη, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία: λέμε, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό ἅγιο Πνεῦμα, κατά ὁρισμένη τάξη, δηλαδή ὀνομάζουμε πρώτα τόν Πατέρα καί ὕστερα τόν Υἱό καί τό ἅγιο Πνεῦμα,χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἰσότιμα τά τρία Πρόσωπα καί χωρίς τό ἕνα νά ὑπερτερεῖ τοῦ ἄλλου· ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἡ τάξη, ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες ὅμως εἶναι ἰσότιμες, χωρίς νά εἶναι κάποια ἀνώτερη ἀπό μιάν ἄλλη».

          Συνεπῶς: ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης εἶναι κατά τούς κανόνες πρώτη, δέν ἔχει ὅμως καμία ἐξουσία ἐπί τῶν ἄλλων. Ὁ Πρῶτος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι Πρῶτος γιά τή σύνοδό του, οἱ ἁρμοδιότητές του ὅμως δέν ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του. Τό ὅτι ἡ ἕδρα του εἶναι πρώτη στή σειρά τῶν Πατριαρχείων δέν συνεπάγεται καί πρωτεῖο οἰκουμενικό, ἀφοῦ τό Πρωτεῖο συνδέεται μέ μία σύνοδο (=Πρῶτος μιᾶς συνόδου), οἱ δέ Πατριάρχες καί λοιποί πρῶτοι τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν δέν ἀποτελοῦν σύνοδο.

 

-Μήπως ὅμως ἔχει κάποια βιβλική βάση ἡ παπική ἀπαίτηση περί πρωτείου ἐξουσίας, ὅπως διατείνονται οἱ Δυτικοί;

Ἡ Κ. Διαθήκη ἀγνοεῖ παντελῶς κάθε τέτοια ἰδέα: Τό πρωτεῖο στηρίζεται στήν ἰδέα, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ἐν πρώτοις, τό ὅτι ὁ Πέτρος ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενο. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός τούς Ρωμαίους μαρτυρεῖ ποιμαντική φροντίδα (καί) ἀπό ἄλλον ἀπόστολο. Καί τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Σύ εἷ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), πού κατά τούς ἑρμηνευτές σαφῶς ἀναφέρονται στήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι «ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (στ. 16), ἔτσι εἶχαν νοηθεῖ καί στή Δύση κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ὁ δέ Πάπας στήν ἀρχή, στηρίζοντας τίς ἀπαιτήσεις του γιά παγκόσμιο πρωτεῖο, δέν ἀναφέρεται ποτέ τούς στίχους αὐτούς.

          Ἀλλά, ἄς παρακάμψουμε αὐτό, καί ἄς δεχθοῦμε, ὅτι τό Πάπας εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου καί κληρονόμος τῶν «κλειδιῶν  τῆς βασιλείας» (στ. 19), ὅπως τό θέλουν καί τά χαλκευθέντα ἔγγραφα τῶν Ψευδοϊσιδωρείων Διατάξεων[1].Τί σημαίνει αὐτό; Παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας;  Ἄς δοῦμε τί γράφει σχετικά ἡ Κ. Διαθήκη:

          Στό 16ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γίνεται λόγος γιά τή λεγόμενη«Ἀποστολική Σύνοδο», ἡ ὁποία συνῆλθε γιά νά λυσει ἕνα σοβαρότατο πρόβλημα: οἱ ἐξ ἐθνικῶν προσερχόμενοι στόν Χριστιανισμο, ὄφειλαν νά τηροῦν τόν μωσαϊκό νόμο; Πρέπει νά περιτέμνονται, νά τηροῦν τό Σάββατο, νά συχνάζουν στή συναγωγή, μέ ἄλλα λόγια, νά εἶναι καί Ἰουδαῖοι, δηλαδή νά εἶναι ὁ Χριστιανισμός μιά ἰουδαϊκή αἵρεση; Ὁ Παῦλος ἦταν κατηγορηματικός: ὄχι!  Ὁ Χριστός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τοῦ Νόμου (τοῦ Μωυσέως). «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5,1). Ὁ Πέτρος δέν τά ἠρνεῖτο αὐτά, γιά νά μή «σκανδάλισει» ὅμως τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς, δέν τολμοῦσε νά προβεῖ στή μεγάλη, ὁδυνηρή, πλήν ἀναγκαία ρήξη. Ἡ διαφωνία τῶν δύο κορυφαίων Ἀποστόλων ὑπῆρξε σοβαρή. Διηγεῖται ὁ Παῦλος: «Ὅτε δέ ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, κατά πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν (=ἦταν ἀξιοκατάρκιτος) (σ. 23) Πρό τοῦ γάρ ἐλθεῖν τινας ἀπό Ἰακώβου, μετά τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν (=συνέτρωγε μέ ἐθνικούς, πράγμα ἀπαγορευμένο γιά τούς Ἰουδαίους). Ὅτε δέ ἦλθον, ὑπέστελλε καί ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τούς ἐκ περιτομῆς (=τούς Ἰουδαίους). Καί συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καί οἱ λοιποί Ἰουδαῖοι», ἀκόμη καί ὁ μαθητής τοῦ Παύλου Βαρνάβας. «Ἀλλ’ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρός τήν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων·» (Γαλ. 2, 11-14). Καί ἀκολουθεῖ ὁ σκληρός ἔλεγχος τοῦ Παύλου πρός τόν Πέτρο, στηριζόμενος σέ θεολογικούς λόγους. Ὁ Παῦλος δέν μᾶς λέει ἄν ἐπείσθη ὁ Πέτρος. Ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅμως, συμπεραίνουμε, ὅτι ἡ διαφωνία ἔλαβε διαστάσεις τέτοιες, πού χρειάστηκε νά συνέλθει ἡ Σύνοδος τῶν Ἀποστόλων γιά νά λύσει τό θέμα.

          Μά, ὁ Πέτρος δέν ἦταν «Πάπας»; Ὁ Πάπας δέν εἶναι «διάδοχος τοῦ Πέτρου», ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπόστολος κιόλας, θά εἶχε ἐξουσία πολύ ἀνώτερη ἀπό τούς διαδόχους του; Ὄχι, ὁ Πέτρος δέν ἐπικαλέσθηκε κανένα «ἀλάθητο», κανένα «πρωτεῖο». Ἡ διαφωνία λύθηκε, ὄχι μέ μία παπική «βούλλα», ἀλλά δημοκρατικά, ἐν συνόδῳ, διότι ἡ συνοδικότητα ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπαράβατη ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων.

          Ποιός προήδρευσε στή σύνοδο; Ὁ Πέτρος; Ὄχι! Προήδρευσε ὁ Ἰάκωβος, ὁ προκαθήμενος τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ τοπικός ἐπίσκοπος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.

          Καί ἡ σύνοδος ποιόν δικαίωσε; Τόν Παῦλο!

          Συγκρίνετε τώρα ὅλα αὐτά, βάζοντας στή θέση τοῦ Πέτρου τόν «διάδοχό» του Πάπα. Θά ἦταν σήμερα ἀδιανόητο νά συμβεῖ κάτι ἀπό ὅλα αὐτά.

          Καί κάτι ἄλλο ἀκόμη:

          Βασικό στοιχεῖο τῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «ἀποστολικῆς διαδοχῆς» τῶν ἐπισκόπων. Αὐτό σημαίνει, ὅτι οἱ ἀπόστολοι χειροτόνησαν ἐπισκόπους, ἐκεῖνοι ἄλλους καί ἐκεῖνοι ἄλλους, μέχρι τούς σημερινούς ἐπισκόπους. Κάθε ἐπίσκοπος χειροτονεῖται κατά τούς κανόνες ἀπό τουλάχιστον δύο ἤ τρεῖς ἄλλους ἐπισκόπους. Αὐτοί εἶναι οἱ «γονεῖς του» στήν ἀρχιερωσύνη. Καί καθένας ἀπό αὐτούς χειροτονήθηκε ἀπό ἄλλους δύο ἤ τρεῖς τουλάχιστον. Ἄν ἀνατρέξουμε ἔτσι πρός τά πίσω μέχρι τήν ἀποστολική ἐποχή, σέ ποιόν ἀπόστολο καταλήγει ἡ γραμμή διαδοχῆς; Σέ ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἡ ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» δέν ἐδόθη στήν Πέτρο μόνο (Ματθ. 16, 19), ἀλλά σέ ὅλους τούς ἀποστόλους συλλογικῶς κατά τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος «οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», ὅταν «ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ἰω. 20, 19.22). Καί ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Θωμᾶς δέ ... ὁ λεγόμενος Δίδυμος οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν». Αὐτός δέν ἔλαβε τό ἄγιο Πνεῦμα καί τήν ἀποστολική ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν; Καί ἀπαντᾶ: «κατά παντός ἐχώρει ἡ τοῦ Πνεύματος δύναμις ... δέδωκε δέ ὁ Χριστός οὔ τισιν ἀνά μέρος (=ὄχι στόν καθένα χωριστά),ἀλλ’ ὅλοις τοῖς μαθηταῖς ... εἰς ἅπαντα ... τόν τῶν ἁγίων ἀποστόλων χορόν» (PG 74, 717-720), ὡς ἀπόδειξη τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (PG 44, 1116-1117). Τό ἀνήκειν στόν χορό τῶν ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων των ἐπισκόπων εἶναι ἐκεῖνο πού χορηγεῖ τήν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» καί ὄχι ἡ κατοχή τῆς ἕδρας ἑνός συγκεκριμένου ἐπισκόπου. Διότι ἡ ἀποστολική διαδοχή νοεῖται ὡς διαδοχή ὅλων τῶν ἀποστόλων καί ὄχι ἑνός μόνον.

          Κατά ταῦτα κάθε ἐξουσία καί κάθε πρωτεῖο στήν Ἐκκλησία πηγάζει ἀπό αὐτόν τόν Θεό καί κανείς δέν μπορεῖ νά διεκδικήσει παγκόσμια καί μοναδική ἐξουσία πάνω στή σύνολη Ἐκκλησία. Μία τέτοια ἐξουσία ἔχει μόνον  ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, καί τή διαχειρίζεται ἡ Ἐκκλησία συλλογικῶς, ἤτοι συνοδικῶς.

*

          Ὅσα εἴπαμε ἀγαπητέ ἀναγνώστα, ἀποτελοῦν τήν ἐπίσημο θέση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας περί τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ. Θέση, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἕνα διανοητικό κατασκεύασμα, ἀλλά ἑδράζεται στήν Καινή Διαθήκη, στά ἱστορικά δεδομένα καί στήν ἐκκλησιολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή διετηρήθη ἀναλλοίωτη στήν ὀρθόδοξη θεολογία.

 

-Αὐτά, τά λέμε στόν διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς;

          Φυσικά καί τά λέμε. Αὐτά ἀποτελοῦν τή βάση τοῦ Διαλόγου καί δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξο μέλος πού νά φρονεῖ διαφορετικά. Πρέπει νά γνωρίζει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι στήν ἀρχή ὁ Διάλογος διεξήγετο ἐπί τῶν ἑνούντων ἡμᾶς, ὅταν δέ διαπιστώθηκε ὅτι, καί ἐπί τῶν «ἑνούντων» ὑπῆρχαν διαφοροποίησεις, ἀποφασίστηκε νά συζητήσουμε τά χωρίζοντα, μέ πρῶτο τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα.

          Βέβαια, δέν πρέπει νά ἀναμένει κανείς, ὅτι οἱ ἀνωτέρω θέσεις μας θά γίνουν δεκτές χωρίς συζήτηση. Τό πρωτεῖο διαμορφώθηκε βαθμιαῖα, ρίζωσε στή συνείδηση καί στήν πράξη τῆς Δύσεως καί ὅλη ἡ δομή τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ στηρίχθηκε σ’ αὐτό. Ἄρνηση τοῦ πρωτείου σημαίνει κατάρρευση ὅλου τοῦ οἰκοδομήματος,πράγμα πού συναντᾶ τήν ἀντίδραση τοῦ ρωμαϊκοῦ κατεστημένου. Μία λύση θά ἦταν ἴσως μία «ἐπανερμηνεία» τοῦ πρωτείου.

          Ἄς μή σκανδαλισθεῖ ὁ ἀναγνώστης μέ τή λέξη «ἐπανερμηνεία». Αὐτό δέν σημαίνει ἀποδοχή τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἀπό ἐμᾶς· Ἀλλά καί ἄς μήν περιμένουμε νά παραιτηθοῦν οἱ δυτικοί ἀπό τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου, γιά τούς λόγους πού προαναφέραμε. Ἡ «ἐπανερμηνεία» εἶναι ὁ ὅρος πού θά χρησιμοποιήσουν οἱ συνομιλητές μας, ὅταν ἀναπροσαρμόσουν καί ἐπανατοποθετήσουν τήν ἔννοια τοῦ πρωτείου στή θέση πού εἶχε αὐτό στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί τοῦ δώσουν τό ἀρχικό του περιεχόμενο. Στήν «ἐπανερμηνεία» αὐτή, ἤ, ἄν θέλετε, τήν «ἐπαναδιατύπωση», μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν ὅ,τι λέξη ἤ ὅρο θέλουν, ἀρκεῖ νά βρίσκονται μέσα στό ἀνωτέρω ἐκτεθέν πλαίσο.

          Πιό συγκεκρινμένα:

          Σέ περίπτωση ἑνώσεως, ὅποτε ὁ Θεός τό θελήσει, ὁ Ρώμης θά εἶναι Πρῶτος, ὅπως τώρα πρῶτος εἶναι ὁ Κωνσταντινουπόλεως, καί ὅπως ἦταν Πρῶτος στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία.

          Ὡς Πρῶτος, δέν θά ἔχει παγκόσμια ἐξουσία, θά ἔχει ὅμως αὐξημένες, συντονιστικές κυρίως, ἁρμοδιότητες, αὐτές δηλαδή  πού εἶχε στήν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία στό πλαίσιο τῆς πενταρχίας.

         

 

-Ἐάν λυθεῖ τό θέμα τοῦ πρωτείου, θά γίνει ἡ ἕνωση;

          Κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, τό πρωτεῖο εἶναι ὁ κυριότερος ὀγκόλιθος πού κλείνει τό δρόμο πρός τήν ἕνωση. Τά ὑπόλοιπα, ἀλάθητο, filioque κ.λ.π., παρά τήν ὑψίστη δογματική σημασία τους, θά εἶναι πολύ πιό εὔκολα θέματα στή συζήτηση.

 

-Εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ὅτι τό θέμα τοῦ πρωτείου θά λυθεῖ σύντομα; Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι θά γίνει ἡ ἕνωση σύντομα, δηλαδή ὅτι θά ξεπεραστοῦν τά προβλήματα σύντομα;

          Ἀπάντηση: Τό «σύντομα» εἶναι πολύ σχετικό. Χωρισμός αἰώνων δέν ξεπερνιέται «σύντομα». Καί γιά νά εἶμαι πιό σαφής, κατ’ ἄνθρωπον δέν βλέπω «φῶς στό βάθος τοῦ τοῦνελ».

          Εἶπα, «κατ’ ἄνθρωπον». Κατά Θεόν .... μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει, μόνον Αὐτός μπορεῖ. Κατ’ ἄνθρωπον, πιό εὔκολο εἶναι «κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν» (Ματθ. 19,24), παρά νά ἀρθοῦν διαφορές παγιωμένες ἀπό αἰώνων. Ὅμως, «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρά τῷ Θεῷ». Ἡ ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν δέν εἶναι ἔργο δικό μας, εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μόνον Ἐκεῖνος μπορεῖ σέ μιά νέα Πεντηκοστή, νά συνάψει τά «διεστῶτα» καί νά ἐκπληρώσει τήν εὐχή πού ἀναπέμπει σέ κάθε θεία λειτουργία ἡ Ἐκκλησία, «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Γ. Α. ΓΑΛΙΤΗΣ


 

 

 

[1]Πρόκειται γιά συλλογή γνησίων ἀλλά καί πλαστῶν παπικῶν ἐγγράφων, πού καταρτίστηκε τά μέσα τοῦ Θ΄ αἰώνα μ.Χ. στή Γαλλία. Διά τῶν 94 πλαστῶν παπικῶν διατάξεων (δεκρετάλια) ἀποσκοπεῖ ὁ συντάκτης στό νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὑπεράνω πάντων, καί αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος, εἶναι δηλαδή ἡ «κεφαλή πάσης τῆς οἰκουμένης» (caput totius orbis). Στά 94 δεκρετάλια προσετέθη καί ἡ «ψευδοκωνταντίνειος δωρεά», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Μ. Κωνσταντίνος, ἀποχωρώντας ἀπό τή Ρώμη γιά τή Νέα Ρώμη, τήν Κωνσταντινούπολη, παρέδωσε στόν Πάπα τή διοίκηση τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Σήμερα κανείς δέν δέχεται τή γνησιότητα τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, οὔτε κἄν ἡ ἴδια ἡ ρωμαϊκή ἐκκλησία, ὅμως τά κείμενα αὐτά κατά τήν ἐποχή τους ὑπῆρξαν ἰσχυρότατα ὅπλα τῶν παπῶν στόν ἀγώνα τους γιά παγκόσμια (καί πολιτική) κυριαρχία. Κατά τόν Β. Στεφανίδη (Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἀθῆναι 1948, σελ. 274), «οὐδεμία ἄλλη νοθεία ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ συνετελέσθη μετά τόσης τέχνης καί οὐδεμία ἄλλη εἶχε τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα».

 

Ἡ σημερινή κρίση καί ἡ ὑπέρβασή της

«τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν»
(Λουκ. ιη΄ 27)


Ἐν μέσῳ τῆς κορυφούμενης κρίσεως, στήν δίνη τῆς ὁποίας ἔχει παρασυρθεῖ καί ἡ πατρίδα μας μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες, θεωροῦμε παραφωνία νά ἀσχοληθοῦμε μέ κάτι ἄλλο, τουλάχιστον τίς κρίσιμες αὐτές ἡμέρες. Γι αὐτό καί παραχωροῦμε σήμερα τή στήλη στόν φίλο τῆς ΑΝΑΠΛΑΣΕΩΣ κ. Μανόλη Δρεττάκη, ἔγκριτο οἰκονομολόγο, τέως ὑπουργό οἰκονομικῶν, ἀντιπρόεδρο τῆς Βουλῆς καί καθηγητή τοῦ Οἰκονομικοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ὡς καταλληλότερο νά μᾶς ἐκθέσει τίς πολύτιμες ἀπόψεις του ἐπί τοῦ ζωτικότατου γιά τήν πατρίδα μας θέματος τῆς σημερινῆς κρίσης καί τῆς ὑπέρβασής της, γνωρίζοντας ὅτι ἡ γνώμη του ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα.

 

   Τό οἰκονομικό καί δημοσιονομικό ἀδιέξοδο, στό ὁποῖο ἔχει φτάσει σήμερα ἡ χώρα, ἔχει συμπυκνωθεῖ στό δυσθεώρητο δη μόσιο χρέος. Σέ ἀντίθεση μέ ὅ,τι λανθασμένα ἀναφέρεται ἀπό ὁρισμένους, ἡ χούντα, ὅταν κατέρρευσε τό 1974, ἄφησε ἕνα χρέος τό ὁποῖο ἦταν τριπλάσιο ἐκείνου πού εἶχε ἡ χώρα τό 1967. Τό χρέος αὐτό αὐξανόταν συνεχῶς μετά ἀπό τή μεταπολίτευση, ἐξαιτίας τῶν δημόσιων ἐλλειμμάτων πού δημιουργοῦσαν ἐπί 20 χρόνια οἱ κυβερνήσεις τοῦ ΠΑΣΟΚ καί ἐπί 15 χρόνια οἱ κυβερνήσεις τῆς ΝΔ. Αὐτό τό χρέος, μαζί μέ ὅσα τοῦ φόρτωσε ἡ σημερινή κυβέρνηση δύο μῆνες μετά ἀπό τίς ἐκλογές τοῦ 2009, ἔφτασε στό τέλος τοῦ ἔτους ἐκείνου (σύμφωνα μέ τό Προσχέδιο τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 2012) τά 299 δισ. εὐρώ ἤ τό 127% τοῦ Ἀκαθάριστου Ἐγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).
   Ἡ κυβέρνηση, ἐξαιτίας τῶν λαθῶν, τῶν καθυστερήσεων καί τῶν δηλώσεών της τούς 6 πρώτους μῆνες μετά ἀπό τήν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας, κατέφυγε στήν «τρόικα» καί, χωρίς οὐσιαστικά νά διαπραγματευθεῖ, τούς 18 τελευταίους μῆνες δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐφαρμόζει τήν πολιτική πού τῆς ὑπαγορεύουν οἱ δανειστές μας, ἐκτελώντας τίς ἐντολές τους. Ἀντί, ὅμως, γιά μείωση τοῦ δημόσιου χρέους, τό ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἦταν ἡ ἐκτίναξή του τό 2011 (σύμφωνα, πάντα, μέ τό Προσχέδιο τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 2012) στά 356 δισ. εὐρώ τό 2011. Ταυτόχρονα, ἐξαιτίας τῆς ἴδιας πολιτικῆς, τό ΑΕΠ μειωνόταν, ὄχι μόνο σέ σταθερές ἀλλά καί σέ τρέχουσες τιμές, μέ ἀποτέλεσμα ἡ χώρα νά ὀπισθοδρομεῖ καί τό δημόσιο χρέος ὡς ποσοστό τοῦ ΑΕΠ νά φτάσει τό 2011 στό 162% τοῦ ΑΕΠ. Τά δύο, δηλαδή, τελευταῖα χρόνια ἡ μέση ἐτήσια αὔξηση τοῦ δημόσιου χρέους ἦταν 28,5 δισ. εὐρώ ἤ 16,5% τοῦ ΑΕΠ. Πρόκειται γιά τή μεγαλύτερη μέση ἐτήσια αὔξηση στή θητεία ὅλων τῶν κυβερνήσεων τῆς περιόδου 1974-2011.
   Ἐξαιτίας τῆς κατολισθήσεως τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας καί τῆς διογκώσεως τοῦ δημόσιου χρέους ἔχουν προκληθεῖ τεράστια κοινωνικά προβλήματα: Ὁ ἀριθμός τῶν ἀνέργων ἔχει ἐκτιναχτεῖ σέ πάνω ἀπό 800.000 καί δέν ἀποκλείεται τούς ἀμέσως ἑπόμενους μῆνες νά ξεπεράσει τό 1.000.000. Πολλοί ἄνεργοι ἔχουν οἰκογένεια μέ παιδιά καί ἀντιμετωπίζουν σήμερα ἀκόμη καί τό φάσμα τῆς πείνας. Ὅσοι ἄνεργοι εἶναι νέοι μέ προσόντα, ἀναζητοῦν ἐργασία στό ἐξωτερικό, καί ὅσοι βρίσκουν, φεύγουν, καί ἔτσι ἡ χώρα, γιά μιά ἀκόμη φορά, χάνει ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχει σέ ἀνθρώπινο δυναμικό.
    Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τήν ἀνεργία, ἡ μείωση τῶν μισθῶν καί τῶν συντάξεων, οἱ διαδοχικές αὐξήσεις τῶν ἄμεσων καί ἔμμεσων φόρων, οἱ ἔκτακτες εἰσφορές καί ὁ ὑψηλός πληθωρισμός ἔχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα καί σ’ αὐτούς πού ἔχουν ἀκόμη δουλειά, καθώς καί στούς συνταξιούχους. Ὅλα αὐτά τά προβλήματα, ὅπως εἶναι φυσικό, προκάλεσαν τά μεγάλα, καί μέ πρωτοφανῆ τά τελευταῖα χρόνια συρροή κόσμου, πρόσφατα συλλαλητήρια στήν Ἀθήνα καί σέ ὅλες τίς μεγάλες πόλεις τῆς χώρας, μέ τραγικό, δυστυχῶς, ἀποτέλεσμα τόν θάνατο ἑνός ἄνεργου συνανθρώπου μας μέ οἰκογένεια καί δύο παιδιά. Ταυτόχρονα, ἔχει αὐξηθεῖ τό ποσοστό τοῦ πληθυσμοῦ μέ ψυχικά προβλήματα.
   Μέ δεδομένο ὅτι τά μέτρα πού ψηφίστηκαν πρόσφατα ἀπό τήν κυβερνητική πλειοψηφία καί ἐκεῖνα πού θά ἀκολουθήσουν, μετά ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου Κορυφῆς τῆς Εὐρωζώνης γιά τό «κούρεμα» τοῦ δημόσιου χρέους σέ χέρια ἰδιωτῶν κατά 50% καί τῶν ὑποχρεώσεων, πού ἀνέλαβε ἡ χώρα μας νά τό μειώσει στό 120% τοῦ ΑΕΠ τό 2020, θά ἐπιδεινώσουν τά προβλήματα πού προαναφέρθηκαν, μέ πιθανό ἀποτέλεσμα μιά κοινωνική ἔκρηξη πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ ἀνεξέλεγκτες καταστάσεις.
   Γιά τή σημερινή τραγική κατάσταση τῆς χώρας ὑπεύθυνοι εἶναι πρῶτα καί κύρια οἱ πρωθυπουργοί, οἱ ὑπουργοί, οἱ βουλευτές καί τό λοιπό προσωπικό τῶν δύο κομμάτων ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι πασιφανές ὅτι δέν εἶχαν καί δέν ἔχουν τά χαρίσματα πού ἀπαιτοῦνται γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τοῦ Τόπου καί τήν ἀντιμετώπιση τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν. Οἱ ρίζες, ὅμως, τῆς καταστάσεως αὐτῆς πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στήν πνευματική παρακμή τοῦ Τόπου, πού ἀποτυπώνεται στήν ἔκπτωση τῶν ἀξιῶν καί στήν ἀπαξίωση τῶν θεσμῶν, μέ πρωτεργάτες ὅλους ὅσους προαναφέρθηκαν. Ἄν ὅλοι αὐτοί εἶχαν ὡς πυξίδα τίς διαχρονικές ἀξίες τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, τῆς χρηστῆς διαχειρίσεως, τῆς διαφάνειας, τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς ἀγάπης πρός τούς πολίτες καί τήν πατρίδα, καί τόν σεβασμό καί τήν εὔρυθμη λειτουργία τῶν θεσμῶν, θά ἀποτελοῦσαν παράδειγμα πρός μίμηση καί ἡ χώρα δέν θά βρισκόταν σήμερα στό σημερινό πολλαπλό ἀδιέξοδο καί ὁ λαός σέ ἀπόγνωση.
   Σήμερα ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ὑπό «ἐπιτήρηση», δεδομένου ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς οἰκονομίας της εὑρίσκεται στά χέρια τῶν δανειστῶν της. Με τά ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου Κορυφῆς γιά τό «κούρεμα» τοῦ δημόσιου χρέους μας, ἡ ἐπιτήρηση αὐτή θά ἐνταθεῖ μέ μόνιμη παραμονή τῶν ἐπιτηρητῶν στή χώρα. Καί ἐνῶ λαμβάνονται ἀποφάσεις γιά τόσο ζωτικά θέματα γιά τή χώρα μας καί τίς ἄλλες χῶρες μέλη τῆς Ε.Ε., στή διάρκεια τῶν τελευταίων 18 μηνῶν ὅσο καί στίς πρόσφατες συνεδριάσεις τῶν ὀργάνων τῆς Ε.Ε. καί τῆς Εὐρωζώνης, ὁ πρωθυπουργός καί οἱ ὑπουργοί μένουν στό περιθώριο καί δέν κάνουν τίποτε ἄλλο παρά νά προσυπογράφουν τίς ἀποφάσεις πού πῆραν οἱ ἑταῖροι μας γιά ἐμᾶς χωρίς ἐμᾶς.
   Ἡ (θεσμοθετημένη ἤ μή) «ἐπιτήρηση» ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ὄχι ἁπλῶς περιορισμό ἀλλά κατάργηση τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στή διαχείριση τῆς οἰκονομίας μας ἀπό τούς κατ᾽ ὄνομα ἑταίρους καί φίλους τῆς χώρας μας. Δυστυχῶς ἡ κατάργηση αὐτή διακηρύσσεται ἀπό ἐπίσημα κυβερνητικά χείλη ὅτι εἶναι «σωτήρια» γιά τήν Ἑλλάδα. Οὐσιαστικά ὅμως, πρόκειται γιά μιά κατοχή μέ οἰκονομικά ὅπλα, πού κύριο στόχο ἔχει τήν προστασία τῶν συμφερόντων τῆς Εὐρωζώνης καί τήν ἐξόφληση τῶν δανείων πού μᾶς ἔχουν χορηγήσει τά κράτη-μέλη της καί ἡ Εὐρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ἡ διασφάλιση, ὅμως, αὐτή ἔχει ἤδη, ὅπως προαναφέρθηκε, τεράστιο κόστος γιά τόν λαό, ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ ὁποίου ἀντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, πού σέ ὁρισμένες περιπτώσεις καταλήγουν σέ αὐτοκτονίες (οἱ ὁποῖες ἔχουν αὐξηθεῖ κατακόρυφα τά δύο τελευταῖα χρόνια). Δυστυχῶς, αὐτά τά προβλήματα θά ἐπιδεινωθοῦν τούς ἀμέσως ἑπόμενους μῆνες.
    Τό ἐρώτημα πού οἱ πάντες θέτουν σήμερα εἶναι: Ὑπάρχει διέξοδος στό ἀδιέξοδο; Ἤ ὑπάρχει φῶς στό τοῦνελ στό ὁποῖο ἔχει μπεῖ ἡ χώρα καί ὁδηγηθεῖ ὁ λαός; Δυστυχῶς ἡ ἀπάντηση, πού δίνει ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν πολιτῶν στά ἐρωτήματα αὐτά, εἶναι ἀρνητική. Καί εἶναι ἀρνητική, διότι γνωρίζουν πλέον στό «πετσί» τους, ὅτι τά κόμματα, πού εὐθύνονται γιά τό σημερινό κατάντημα τῆς χώρας, δέν μποροῦν, διότι δέν διαθέτουν τήν «καλή μαρτυρία», νά βγάλουν τή χώρα ἀπό τήν κρίση. Δέν βλέπει, ὅμως, ὁ λαός λύση οὔτε ἀπό τά μικρότερα κόμματα, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ὑπάρχουν μεταξύ τους τεράστιες ἰδεολογικές διαφορές, ἐνῶ ὅσα ἀπό αὐτά ἀνήκουν στήν Ἀριστερά δέν μποροῦν νά ὁμονοήσουν καί νά διαμορφώσουν συλλογικά μιά ρεαλιστική ἐναλλακτική πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση καί ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τῆς χώρας.
   Μιά ἀπό τίς προτεινόμενες λύσεις στό σημερινό ἀδιέξοδο εἶναι ἡ προκήρυξη πρόωρων ἐκλογῶν. Ἄν προκηρυχτοῦν οἱ ἐκλογές αὐτές, τό βέβαιο εἶναι, ὅτι στή συνέχεια τά δύο κόμματα ἐξουσίας θά ἐξαναγκαστοῦν ἀπό τούς ἑταίρους μας νά σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμοῦ, δεδομένου ὅτι κανένα δέν πρόκειται -ἀκόμη καί μέ τά καλπονοθευτικά ἐκλογικά συστήματα πού τά ἴδια κατασκεύασαν νά ὑποκλέψει πλειοψηφία στή Βουλή. Ἡ κυβέρνηση αὐτή, ὅπως καί ἡ σημερινή, θά ὑπακούει καί θά ἐφαρμόζει πλήρως τίς ἐντολές τῶν δανειστῶν μας.       Μέ ἄλλα λόγια τό σημερινό ἀδιέξοδο, στό ὁποῖο βρίσκεται αὐτή ἡ χώρα, θά συνεχιστεῖ γιά πολλά ἀκόμη χρόνια.
   Σέ ἀδιέξοδα, ὅμως, καί σέ πολύ πιό δυσχερείς, ἀπό τίς σημερινές, καταστάσεις ἔχει βρεθεῖ πολλές φορές ἡ χώρα μας καί ὁ λαός της τά 190 χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους. Καί, ἔστω διά πυρός καί σιδήρου, μπόρεσε καί τίς ξεπέρασε. Καί τίς ξεπέρασε διότι ὁ λαός, παράλληλα μέ τόν ἀγώνα του γιά νά ξεπεράσει τίς καταστάσεις αὐτές, δέν ἔπαυσε νά πιστεύει στόν Θεό, πού εἶναι παντοδύναμος, καί αὐτά πού φαίνονται ὅτι εἶναι ἀδύνατα στούς ἀνθρώπους, γιά Ἐκεῖνον εἶναι δυνατά. Ἀνάμεσα σ᾽ αὐτούς πού πίστευαν καί προσεύχονταν ἦταν πολλοί ἀπό τούς ἀγωνιστές τοῦ 1821, πολλοί ἀξιωματικοί καί στρατιῶτες στά βουνά τῆς Ἀλβανίας μετά ἀπό τό ΟΧΙ τοῦ λαοῦ στό ἰταμό τελεσίγραφο τῆς Ἰταλίας, καί πολλοί ἀπό αὐτούς πού μετεῖχαν στήν ἐθνική ἀντίσταση στή διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς.
   Μέ δεδομένη τήν ἀνικανότητα τῶν πολιτικῶν νά βγάλουν τή χώρα ἀπό τό ἀδιέξοδo, εἶναι σαφές, ὅτι μόνο ὁ λαός μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νά πραγματοποιήσει αὐτό πού σήμερα φαίνεται ἀδύνατο. Ὅσοι, ἑπομένως, πιστεύουν, παράλληλα μέ τήν ὅποια προσπάθεια καταβάλλουν οἱ ἴδιοι, πρέπει νά προσεύχονται νυχθημερόν ὁ Θεός νά βοηθήσει τήν Ἑλλάδα νά ξεπεράσει τήν κρίση, νά ὀρθοποδήσει καί νά μπεῖ σέ μιά νέα πορεία, ριζικά διαφορετική ἀπό ἐκείνη πού ἀκολούθησε μέχρι τώρα. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Θεός, γιά μιά ἀκόμη φορά, ὅπως συνέβη πολλές φορές στό παρελθόν, θά εἰσακούσει τίς προσευχές τῶν πιστῶν καί θά βοηθήσει νά εὐοδωθεῖ ὁ ἀγώνας τοῦ λαοῦ γιά νά βγεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπό τό σημερινό ἀδιέξοδο.
  «Ἀγαθόν ἐλπίζειν ἐπί Κύριον ἤ ἐλπίζειν ἐπ᾽ ἄρχοντας» (Ψαλμός 117, 9).

ΜΑΝΟΛΗΣ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗΣ


 

Ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου


Μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως 25 ἐτῶν ἀπό τή μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης στή Δημοτική (1989) ἀπό ὁμάδα εἰδικῶν καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία ἐτίμησε τή 12η Δεκεμβρίου 2014 σέ εἰδική ἐκδήλωση στό Πολιτιστικό Κέντρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν τούς τέσσερις μεταφραστές, καθηγητές Γ. Γαλίτη, Ἰ. Καραβιδόπουλο, Ἰ. Γαλάνη καί Π. Βασιλειάδη. Ὁ πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας σεβ. μητροπολίτης Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιος προσεφώνησε τούς τιμώμενους καθηγητές καί τούς ἐπέδωσε εἰδικό χρυσοποίκιλτο ἀντίτυπο τῆς μεταφράσεως, ἐκ μέρους δέ αὐτῶν ἀντιφώνησε ὁ καθηγητής Γ. Γαλίτης.

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία συνεκάλεσε διεθνές συνέδριο τή 12η καί 13η Δεκεμβρίου, μέ θέμα: «Ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου στήν Ἐκκλησία καί στήν ἐκπαίδευση».

Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν ἐκπρόσωποι τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τῶν Μακαριωτάτων Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας καί Ἰεροσολύμων καί τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καθώς καί πολλοί ἀρχιερεῖς, κληρικοί, καθηγητές  πανεπιστημίου καί ἄλλοι.

Κατωτέρω παραθέτουμε:

Α. Τήν ἀντιφώνηση τοῦ καθηγ. Γ. Γαλίτη καί

Β. σχετικό ἄρθρο τοῦ καθηγ. Ἰ. Καραβιδοπούλου.

Διαβάστε περισσότερα: Ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου