Τί κρίμα!

 

 

Ὥρες ἀτελείωτες πέταγα
πάνω ἀπό τήν πεντάμορφη γῆ τοῦ ὀνείρου μου
καί θαύμαζα τό μεγαλεῖο της καί τήν ὀμορφιά της.


Καί τι παράξενο!


Οἱ φωτιές πού τόσο συχνά ἀνάβουν οἱ μεγάλοι τῆς γῆς, ἦταν ὅλες σβησμένες.
Οἱ πυρηνικές κεφαλές, οἱ βόμβες, οἱ θάλαμοι ἀερίων, οἱ ἠλεκτρικές καρέκλες, οἱ τόποι τῶν βασανιστηρίων, ὅλα εἶχαν ἐξαφανιστεῖ,
Καί στη θέση τους εἶχαν φυτρώσει παραδεισένιοι ἀνθῶνες.


Οἱ μελανές οὐλές της καί τά αἱμάτινα αὐλάκια της δέν ὑπῆρχαν πιά,
Εἶχαν γίνει ἀσημένιες λίμνες καί λαγαρά ποτάμια.


Τά δέντρα της δέν ἦταν ἀκρωτηριασμένα, οἱ θάλασσες της δέν ἦταν λεκιασμένες
Καί δέν κοίτωνταν τά ψάρια νεκρά στίς ἀκρογιαλιές.
Οἱ μεγαλοκαρχαρίες της εἶχαν πάψει νά εἶναι θύτες, εἶχαν γίνει ἄνθρωποι μέ καρδιά.


Οἱ πλούσιοι δέν ἐκμεταλλεύονταν τούς φτωχούς καί δέν ἔκλεβαν τόν τίμιο ἰδρῶτα τους,
Εἶχαν μοιράσει τά ὑπάρχοντά τους μέ αὐτούς
Καί τό πλούσιο τραπέζι τῆς ζωῆς τό εἶχαν κοινό.


Τά παιδιά στήν Αἰθιοπία, στήν Μπιάφρα καί τίς Ἰνδίες
Δέν πέθαιναν ἀπό ἀσιτία καί τυμπανισμό, ἦταν ὅλα τους καλοντυμένα
καί κρατοῦσαν στά χέρια τους ζαχαρωτά.


Τά μέλη τῶν ἀνθρώπων δέν εἶχαν παραμορφωθεῖ
καί δέν εἶχαν ἀλλοιωθεῖ ἀπό τή ραδιενέργεια, ἦταν ὅλα τους ἄψογα καί νεανικά.


Ὁ οὐρανός δέν ἦταν μουτζουρωμένος ἀπό τά καυσαέρια,
τίς ἀνθυμιάσεις τῶν βιομηχανιῶν καί τά καπνογόνα, ἦταν γλυκός καί διάφανος.


Οἱ ἄνθρωποι δέν φοροῦσαν τά κουρέλια τοῦ χτές, ἀλλά τή λαμπρή φορεσιά τοῦ αὔριο.


Οἱ στρατιῶτες δέν κρατοῦσαν ὅπλα στά χέρια τους μά ὁλόλευκα ρόδα.


Κοίταζα τή γῆ καί νόμιζα πώς ἔβλεπα τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας!


Ὅμως τί κρίμα!
Τί κρίμα νά μήν μπορεῖς κι ἐσύ νά δεῖς τή γῆ μας ὅπως κι ἐγώ.

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΥΔΡΑΙΟΣ

(ἀπό τήν ποιητική συλλογή «Ὁδός Θανάτου»)

 

 

Πέτρος καί Παῦλος: Διαφωνία καί ὑπέρβαση

 

 


Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά συνεορτάζονται τήν ἴδια μέρα οἱ δύο κορυφαῖοι ἀπόστολοι, ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος. Ἴσως, πέρα ἀπό τόν τονισμό τῆς σημασίας τούς ὡς στυλοβατῶν τῆς Ἐκκλησίας, θέλησε νά ἐπισφραγίσει τήν ἄρση τῶν διαφωνιῶν τούς καί τήν τελική συμφωνία τους, σέ θέματα, ὄχι τῆς πίστεως, ἀλλά βιώσεώς της στην πράξη καί στην καθημερινή ζωή.
Τά ἀρχαιότερα κείμενα τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλωνκαί οἱ ἐπιστολές τοῦ Παύλου, εἶναι ἐναργεῖς μάρτυρες τῆς συγκρούσεως δύο κόσμων, τοῦ Παλιοῦ καί τοῦ Καινούργιου. τόν πρῶτο ἐκπροσωποῦσε ὁ Πέτρος, τόν δεύτερο ὁ Παῦλος. Δέν διαφωνοῦσαν σέ θέματα πίστεως. Καί οἱ δύο ἦταν φλογεροί κήρυκες τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ.

 

 


Ὁ πρῶτος, ὁ Πέτρος, «τό στόμα τῶν ἀποστόλων», ὅπως τόν ἀποκαλεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἦταν ὁ ζηλωτής, ὁ ἀγωνιστής, ὁ ἀσυγκράτητος μαχητής. Ὅπως ἕνας μικρός μαθητής πετάγεται νά ἀπαντήσει πρῶτος στίς ἐρωτήσεις τοῦ δασκάλου, ἔτσι καί ὁ Πέτρος προτρέχει νά δώσει πρῶτος τήν ἀπάντηση: «ποιός λένε οἱ ἄνθρωποι πώς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου;… Ἐσεῖς ποιός λέτε πώς εἶμαι;», ρωτάει ὁ Χριστός. –«Ἐσύ εἶσαι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ», σπεύδει νά ἀπαντήσει ὁ Πέτρος. Στόν Μυστικό Δεῖπνο, δέν δέχεται νά τοῦ πλύνει τά πόδια του ὁ Διδάσκαλος. «Ἄν δέν σοῦ τά πλύνω, δέν ἔχει μέρος μαζί μου στή βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» -Τότε, Κύριε, ὄχι μόνον τά πόδια, ἀλλά καί τά χέρια καί τό κεφάλι μου νά πλύνεις! Στήν Γεθσημανῆ κόβει τά αὐτί τοῦ δούλου, στή δίκη τοῦ Ἰησοῦ καταφέρνει νά μπεῖ στό σπίτι τοῦ ἀρχιερέα, ὅπου δικαζόταν ὁ Χριστός, τόν ὁποῖον ἀρνεῖται ἀπό φόβο, γιά νά μετανοήσει κατόπιν καί νά κλάψει πικρά.
Αὐτός ἦταν ὁ Πέτρος. Γεμάτος συναίσθημα, παρορμητικός, μαχητικός, ἀνυποχώρητος, ζηλωτής, ἄκαμπτος.
Καί ἦρθε ἡ ὥρα, μετά τήν Ἀνάσταση, νά «ποιμάνει τά πρόβατα», κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου του. Ἐδῶ ἀρχίζουν τά δύσκολα. Πρέπει νά τηροῦμε τόν μωσαϊκό νόμο; Ἀφοῦ εἴμαστε Ἑβραῖοι, ἀσφαλῶς ναι. Καί τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ; Ἀσφαλῶς ναί, καί αὐτόν. Καί οἱ Ἐθνικοί, οἱ εἰδωλολάτρες, πού γίνονται Χριστιανοί; Ναι καί αὐτοί. Νά ζοῦν ἐν Χριστῷ, νά τηροῦν τόν Νόμο τῆς Χάριτος, ἀλλά καί παράλληλα νά τηροῦν τά Σάββατα, τούς καθαρμούς, τίς ἰουδαϊκές προσευχές, τίς θυσίες στόν ναό; Ναί, ναί!
Καί ἦρθε ὁ Παῦλος. Ἀπό ποῦ; Ἀπό τό στρατόπεδο τῶν διωκτῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν κι αὐτός Ἰουδᾶιος. Μάλιστα ἦταν Φαρισαῖος. Γνώριζε δηλαδή πολύ καλλίτερα τόν μωσαϊκό, τόν ὁποῖο τηροῦσε εὐλαβικά. Κι αὐτό, ὡς τή θαυμαστή κλήση καί μεταστροφή του. Κατάλαβε, ὅτι τίποτε δέν μᾶς σώζει, παρά μόνον ἡ πίστη στόν Χριστό. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι «σκύβαλα». Καί παίρνοντας τή μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, μέ λόγο καί γραφίδα, περιῆλθε ὅλη τήν Οἰκουμένη, κηρύσσοντας τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας.
Τί τοῦ κόστισε αὐτό, τό περιγράφει ὁ ἴδιος στή Β’ ἐπιστολή του πρός τούς Κορίνθιους: «μόχθησα πολύ· μέ χτύπησαν μέ ἀφάνταστη ἀγριότητα· φυλακίστηκα πολλές φορές, καί πολλές φορές ἔφθασα στα πρόθυρα τοῦ θανάτου. Πέντε φορές μαστιγώθηκα ἀπό τούς Ἰουδαίους μέ τριανταεννέα μαστιγώματα, τρεῖς φορές μέ τιμώρησαν μέ ραβδισμούς, μία φορά μέ λιθοβόλησαν, τρεῖς φορές ναυάγησα, ἕνα μερόνυχτο ἔμεινα ναυαγός στο πέλαγος. Ἔκανα πολλές κοπιαστικές ὁδοιπορίες, διάβηκα ἐπικίνδυνα ποτάμια, κινδύνεψα ἀπό ληστές, κινδύνεψα ἀπό τούς ὁμογενεῖς μου Ἰουδαίους, κινδύνεψα ἀπό τούς Ἐθνικούς. Πέρασα κινδύνους στή θάλασσα, κινδύνους σέ ἐρημιές, κινδύνους στή θάλασσα, κινδύνους ἀπό ἀνθρώπους πού ὑποκρίνονταν τούς ἀδελφούς. Κοπίασα καί μόχθησα πολύ, ξαγρύπνησα πολλές φορές, πείνασα, δίψασα, πολλές φορές μοῦ ἔλειψε ἐντελῶς τό φαγητό, ξεπάγιαζα καί δέν εἶχα ροῦχα νά φορέσω. Ἐκτός ἀπό τά ἄλλα εἶχα καί τήν καθημερινή πίεση τῶν ἐχθρῶν μου καί τή φροντίδα γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες. Ποιανοῦ ἡ πίστη ἀσθενεῖ καί δέν ἀσθενῶ κι ἐγώ;» (11, 23-29).
Αὐτός ἦταν ὁ Παῦλος. Ὁ «πρῶτος μετά τόν Ἕνα», τόν Χριστό. Αὐτός πού ὄργωσε ὅλη τήν Οἰκουμένη.
Και, ὁ καρπός, πολύς. Ὅμως, τί θά γίνει μέ τούς Ἐθνικούς; Ὁ Παῦλος κήρυττε, πώς δέν ὑπάρχει στόν καινούργιο κόσμο τοῦ Θεοῦ καμιά διάκριση: Ἰουδαῖοι καί Ἐθνικοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, εἶναι, μέσα στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἕνα σῶμα, εἶναι ὅλοι παιδιά τοῦ Θεοῦ, πού δέν χρειάζονται γιά νά σωθοῦν τίποτε ἄλλο, παρά νά δεχθοῦν τη Χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά ἀνταποκριθοῦν στο καλέσμα τῆς σωτηρίας πού τούς παρέχει ἡ πίστη καί τό ὁλοκληρωτικό δόσιμο στόν Χριστό.
Δεν τά πίστευε αὐτά ὁ Πέτρος; Ἀσφαλῶς τά πίστευε. Αὐτό ὅμως δέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τις ἀπόψεις του περί τῆς ἀνάγκης τηρήσεως τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου; Ἀσφαλῶς ναί. Καί ἀσφαλῶς θά τό ἐγνώριζε αὐτό. Ὅμως, εἴτε ἐπειδή δέν εἶχε τήν ἀναγκαία τόλμη νά διακόψει τούς δεσμούς μέ τη Συναγωγή, εἴτε ἐπειδή φοβόταν μήπως «σκανδαλίσει» τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι γινόμενοι Χριστιανοί, δέν διενοοῦντο νά φύγουν καί ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό, ἐπέμενε στίς ἰδέες του.

 


Καί ἐδῶ ἦλθε ἡ μεγάλη σύγκρουση. Ὁ Πέτρος ἦταν ὁ ἀναποφάσιστος, ὁ διστακτικός. Ὁ Παῦλος ἦταν ὁ ἀπόλυτος, ὁ ἀσυμβίβαστος. Ὁ Πέτρος φοβόταν τίς ἀλλαγές, σκεπτόταν καί τό «πολιτικό κόστος». Ὁ Παῦλος ἤθελε «καθαρές λύσεις».
Ἡ διαφωνία, πού ἐκφράστηκε σέ ὑψηλούς τόνους καί προσέλαβε διαστάσεις, λύθηκε «δημοκρατικά», δηλαδή συνοδικά. Στή λεγόμενη Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων, τό 49 μ.Χ., ὁ Πέτρος, ὕστερα ἀπό πολλή συζήτηση, παραδέχτηκε, ὅτι ὁ Θεός δέν κάνει διάκριση ἀνάμεσα στούς Ἰουδαίους καί τούς Ἐθνικούς, «ἀλλά καθάρισε μέ τήν πίστη τίς καρδιές τους». Γι αὐτό, τό νά φορτώνονται βάρη πρόσθετα στόν τράχηλο τῶν χριστιανῶν, εἶναι πρόκλησης κατά τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «πιστεύοουμε ὅτι θά μᾶς σώσει (τούς Ἰουδαίους) ἡ χάρη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού θά σώσει καί ἐκείνους (τούς Ἐθνικούς)» (Πράξ. 15, 7-11).
Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου, πού ἀναγράφεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (15, 23-29), ἀπεστάλη στίς ἐκκλησίες, καί ἔτσι κόπηκε ὁ ὀμφάλιος λῶρος πού συνέδεε τήν Ἐκκλησία μέ τη Συναγωγή, τό Παλιό μέ τό Νέο, τόν Νόμο μέ τή Χάρη.
Ἄν δέν συνέβαινε αὐτό, ὁ χριστιανισμός δέν θά ἦταν τίποτε περισσότερο, ἀπό μια ἰουδαϊκή αἵρεση.

***

 

 

Τά μηνύματα τῆς ἑορτῆς εἶναι πολλαπλά.
• Οἱ σκοπιμότητες, οἱ δισταγμοί στήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀλήθειας καί τῆς πραγματικότητας κατά πρόσωπον, ἡ κατίσχυση τοῦ φόβου μήπως «σκανδαλισθοῦν» μερικοί καί συνακόλουθα ἡ ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας καί τοῦ σωστοῦ, περαιτέρω ἡ ἀτολμία στή λήψη κρισίμων ἀποφάσεων, μπορεῖ νά ἔχει ὀλέθριες συνέπειες γιά τήν πορεία ἑνός μεγάλου ἔργου, μέ ἐπιπτώσεις σέ ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων καί σέ μεγάλο βάθος χρόνου. Κι ἄν βρεθεῖ ἕνας δυναμικός ἀγωνιστής πού θά ἐπιχειρήσει κάτι τολμηρό, μπορεῖ νά δημιουργηθοῦν διαφωνίες, ἐντάσεις καί συγκρούσεις.
• Και οἰ μεγάλοι, καί οἱ ἅγιοι μπορεῖ νά διαφωνοῦν. Ἄν στή διαφωνία τους παρεισφρύσει ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, τότε μπορεῖ νά εἶναι μεγάλοι, ἀλλά δέν εἶναι ἅγιοι.
• Οἱ ἅγιοι ἀκοῦνε καί τήν ἀντίθετη πλευρά. Κι ἄν πεισθοῦν, δέν καταφεύγουν στόν καταναγκασμό τοῦ τύπου: «ἐγώ εἶμαι ὁ ὑπεύθυνος ποιμένας, σέ μένα ἔδωσε ὁ Χριστός τά κλειδιά τοῦ Παραδείσου καί μοῦ ἀνέθεσε τήν εὐθύνη γιά τήν ποίμνη του, εἶμαι τό ἀφεντικό, ἡ γνώμη μου εἶναι σωστή, εἶμαι ἀλάθητος, αὐτό πιστεύω καί αὐτό ἀποφασίζω…». Ὄχι! Ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται συνοδικά, τουτέστι δημοκρατικά Αὐτή εἶναι ἡ βασική ἐκκλησιολογική ἀρχή τῆς διαποίμανσης τῆς Ἐκκλησίας, κανείς δέν κατέχει μόνος του καί ἀλαθήτως τήν Ἀλήθεια. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός, καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐν συνόδῳ οἰκουμενικῇ, συνεχίζοντας τήν ἀποστολική παράδοση ὡς ἀποστολική ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἀποφανθεῖ ἀλαθήτως καί νά ὁρίσει τήν Ἀλήθεια. Γιατί τό Πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ἅγιο Πνεῦμα, «τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας», τό ὁποῖο ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16, 13).
• Ὄχι μόνον οἱ μεγάλοι καί οἱ ἅγιοι, ἀλλά καί οἱ μικροί καί συνηθισμένοι ἄνθρωποι μποροῦν νά διαφωνοῦν. Ὁ διάλογος, ἡ ἀγάπη, ἡ προσφυγή στή διαιτησία κάποιου ἄλλου, μπορεῖ νά βοηθήσει στην ἐπίλυση τῆς διαφορᾶς.
• Ὄχι μόνον μεταξύ τῶν ἐπί μέρους προσώπων, ἀλλά καί στό κοινωνικό καί στό πολιτικό ἐπίπεδο εἶναι φυσικό νά ὑπάρχουν διαφωνίες. Οἱ «δημοκρατικές διαδικασίες», ὄχι οἱ φαλκιδευμένες καί κατ’ ἐπίφασιν, διεξαγόμενες μέ πνεῦμα κατανοήσεως καί μέ ὦτα εὐήκοα καί ἀπό τίς δύο πλευρές, ἡ εἰλικρινή ἐπιθυμία νά δοθεῖ λύση καί ὄχι νά ἐπιβληθεῖ μία γνώμη, μπορεῖ νά ὁδηγήσει εἰρηνικά καί χωρίς συγκρούσεις σέ μία συναινετική λύση. Μέ μια νηφάλια συζήτηση καί διαπραγμάτευση, ὅπου τίθενται τά ὅρια καί οἱ δυνατότητες καί ἀπό τίς δύο πλευρές καί ἀκούγονται ἐπιχειρήματα μέ κάθε καλή διάθεση ἀπό κάθε πλευρά καί γίνεται νηφάλια συζήτηση μέ καλή πίστη, μπορεῖ νά ἀποφευχθοῦν κοινωνικές ἀναταραχές μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται.

 


Ἀλλά τώρα, φτάσαμε στην οὐσία τοῦ ζητήματος: ὅλα αὐτά χρειάζονται προϋποθέσεις ἑνός ἤθους, πού εἶναι τόσο δυσεύρετο στίς χαλεπές ἡμέρες μας, σέ μία κοινωνία ἐθισμένη στήν ἤσσονα προσπάθεια, στόν εὐδαιμονισμό, στόν ἀτομικισμό, στήν ἄκοπη ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν καί στήν παντελῆ ἀγνόηση τοῦ Ἄλλου… Ποῦ βρίσκεται αὐτό τό ἦθος; Ἰδού τό ζητούμενο! …

***

Πέτρος καί Παῦλος. Ἄν διδαχθοῦμε κάτι ἀπό τό παράδειγμά τους· ἄν ἐμπνευσθοῦμε κάπως ἀπό τη βιοτή τους· ἄν τούς κατεβάσουμε ἀπό τό ὑψηλό βάθρο τους, πού ἡ εὐλάβεια τῶν Χρισταινῶν τούς ἐγκατέστησε, πολλές φορές θεωρώντας τούς ἀποκομμένους ἀπό τόν κόσμο, καί τούς τοποθετήσουμε στήν καθημερινή ζωή μας, φίλους, συντρόφους, συμπαραστάτες καί ὁδηγούς, τότε… ἴσως κάτι ἔχουν νά μᾶς ποῦν καί γιά τό σήμερα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤ. ΓΑΛΙΤΗΣ
 

Ἡ Παιδαγωγική τοῦ πόνου

 

 

 

«Καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται, 
ἡ δέ ὑπομονή δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα». (Ρωμ. 5, 3-4).

 

 

     Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἐνδιάμεσος μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, πού ἔ λαβαν τή δικαίωση μέ τήν πίστη τους, ἀλλά καί τήν εἰρήνη μέ τόν Θεό. Ἡ δικαίωση ἑπομένως ἐπῆλθε διά τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἔφερε στήν περιοχὴ τῆς χάριτος καί καυχώμεθα δικαιολογημένα ὅτι θά ἀπολαύσουμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπόμνηση ἐδῶ εἶναι σπουδαία, γιατί παράλληλα μέ τή δόξα θά ἀντιμετωπίσουμε καί τή βάσανο τῶν θλίψεων. Ἄχ αὐτές οἱ θλίψεις πού μᾶς καθηλώνουν ἀνεπανόρθωτα καί μᾶς καθιστοῦν τίς περισσότερες φορές ἀνενεργούς καί ἀ ντι παραγωγικούς! Ποιός στή θλίψη του δέν ἔπαθε τή σκοτοδίνη τοῦ χαμοῦ καί τοῦ ἀφανισμοῦ τῆς προσωπικότητας! Ποιός δέν πόνεσε καί δέν πέρασε ἀπ’ τό ἀνυποψίαστο καί τό ἀπίθανο στήν κατάσταση τοῦ τέλους, γιατί ὁ νοῦς, ἡ σκέψη σάν ἄλλη περιστερά τοῦ μηνύματος δέν κομίζει κλάδον ἐλαίας, ἀλλά μήνυμα ἀπαισιοδοξίας! 

Εἶναι τό μήνυμα τοῦ ἔλλοπου βίου, τῆς ἄφωνης καί ἀσυντρόφευτης μοναξιᾶς, γιατί ὁ ὅποιος πονεμένος εἶναι μοναχός καί μόνος καί ἀντιμετωπίζει τή θλίψη ὡς ἐνώπιος ἐνωπίῳ παρά τήν παρουσία συγγενῶν καί φίλων. Τό κατά μόνας ἐνεργεῖν, πράττειν καί ὑπάρχειν εἶναι κατάσταση ἄφιλης συμβιώσεως, ὅπου ἡ πλησμονή τῆς συντροφικότητας εἶναι ἀποῦσα καί τό ἐγώ, μόνο καί μοναχό, ἀγκαλιά μέ τή θλίψη περνᾶ τόν Γολγοθᾶ τοῦ μαρτυρίου. Ὅμως, ὁ Γολγοθᾶς δέν παραμένει στή μοναξιά τοῦ πάθους καί τοῦ πόνου, τῆς θλίψεως καί τῶν δακρύων. Εἶναι συνταιριασμένος καί ἑνωμένος μέ τήν ἰδιότυπη χαρά τῆς ἀναστάσεως, πού θραύει τίς πύλες τοῦ ἅδου καί ἐξέρχεται τροπαιοῦχος καί νικητής. 

 

 

 

Ἡ νίκη αὐτή εἶναι τό ἐχέγγυο τῆς ἡδύμολπης πλησμονῆς καί ἀποτελεῖ τή βεβαιό τητα τῆς συντροφικότητας τῶν συμβαλλομένων. Καί οἱ συμβαλλόμενοι, τί περίεργο, δέν εἶναι κοινοί θνητοί, ἄνθρωποι τοῦ περιβάλλοντός μας καί φίλοι ἀγαπητοί! Εἶναι τό ἄγνωστο, ἀλλά γνωριστό καί ὑπαρκτό καί μᾶς συντροφεύει στίς ὅλες μας ἐκδηλώσεις, τῆς χαρᾶς καί τοῦ πόνου. Εἶναι ἡ πελώρια ἀγκαλιά τοῦ Δημιουργοῦ, πού σάν πατέρας σπλαχνικός καί τρυφερός μᾶς παρακολουθεῖ καί μᾶς συντροφεύει. Δέν εἴμαστε, λοιπόν, μόνοι καί μοναχοί, ἀλλά καθοδηγούμενοι καί ὁδοιποροῦντες χέρι χέρι μ’ Αὐτόν πού γνωρίζει τίς μύχιες σκέ ψεις μας, τίς θλίψεις μας, τοὺς πόνους μας, τίς χαρές μας. 
Ὁ πόνος στή ζωή μας! 


   Μιά κατάσταση ἰδιαίτερης σημασίας καί ἀξίας∙ ναί ἀξίας! Δέν εἶναι λόγος ἀδόλεσχος ὡς ἐκ τοῦ περισσοῦ∙ σκέψη μιᾶς στρατεύσεως ἰδεολογικῆς χωρίς ἀξία καί σημασία. Εἶναι λόγος ὁ μέγας, πού ἐκπηγάζει ἀπό τήν πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος καί οἱ διψῶντες προσέρχονται γιά νά δροσιστοῦν καί νά ἀναψύξουν τή δίψα τους. Καί ἐδῶ, ὁ λόγος γίνεται ἀντιφατικός καί ἀντιανθρώπινος. Ὁ πόνος καί ἡ ἀξία του! Ἡ θλίψη καί ἡ σημασία της. Μά δέν εἶναι ἀντίφαση στήν παγιωμένη σκέψη τοῦ πόνου, πού ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία καί στόν πόνο τόν συναισθηματικό; Δέν ἰσχύει στά πνευματικά θέματα ἡ κοσμική αὐτή σκέψη, γιατί τά ἀνθρώπινα ἔχουν τή δική τους περιορισμένη ἀντίληψη καί θέση. 


   Στόν κοσμικό ἄνθρωπο, πού δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τά στενά ὅρια τῶν συμπληγάδων κοσμικῶν ὁρίων, ὁ πόνος εἶναι εἶδος τιμωρίας. Ἡ θέση αὐτή εἶναι πάγια καί καθοριστική. Ὅμως, ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νομίσματος, ἕνα εἶδος ἐπαναστατικῆς ἰδέας, πού ἀντιβαίνει στό ἀνθρώπινο καί συνταιριάζεται μέ τό θεϊκό. Ἐδῶ ὁ πόνος ἀποκτᾶ τή δική του ἠθική σημασία καί κάνουμε λόγο γιά τήν ἠθική τοῦ πόνου. Ὁ πόνος ὡς λέξη καί ἔννοια μνημονεύεται κατ' ἀποκλειστικότητα στό ἀποκαλυπτικο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως: "Καί ὁ πέμτος (ἄγγελος) ἐξέχεε τήν φιάλην αὐτοῦ ἐπί τόν θρόνον τοῦ θηρίου῾ καί ἐγένετο ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἐσκοτωμένη, καί ἐμασῶντο τάς γλώσσας αὐτῶν ἐκ τοῦ πόνου" (Ἀποκ. 16, 10).

-Καί ὁ πέμτος ἄγγελος ἄδειασε τό περιεχόμενο τῆς φιάλης του πάνω στό θρόνο τοῦ θηρίου. Καί ἔγινε κατασκότεινη ἡ βασιλεία του καί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὀπαδοί καί φίλοι του θηρίου, μασοῦσαν τίς γλῶσσες τους ἀπό τόν δριμύ πόνο, πού αἰσθάνονταν μέσα στό ἀδιαπέραστο σκοτάδι-.

 

 

 

Ὁ πόνος ἐδῶ εἶνια δριμύς καί οἱ ἄνθρωποι στό ἀδιαπέραστο σκοτάδι αἰσθάνονταν τή δριμύτητα γεμᾶτοι ἀποελπισία, χωρίς ἐλπίδα προοπτικῆς. Εἶναι ὁ πόνος, ἀποδεσμευμένος καί μοναχικός, χωρίς συνταίριασμα καί συνοδοιπορία μ'αὐτό τό ἄλλο, πού προέρχεται ἀπ' τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ. Εἶναι ὁ πόνος τῆς ἀπωλείας, γιατί οἱ ἄνθρωποι, ἀμετανόητοι καί σκληροί, βαδίζουν τόν δρόμο τῆς ἀποστασίας καί τῆς μοναχικότητας. Ὁ πόνος αὐτός δέν ἔχει προεκτάσεις ἐλπίδας καί σωτηρίας· εἶναι ἀποδεσμευμένος ἀπό κάθε προοπτική προβληματισμοῦ και ἐπαναφορᾶς στήν ἡδυμόλυπη χαρά. Εἶναι ἠ τιμωρία, ὄχι τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ τά πλάσματά Του, ἀλλά τά ἴδια τιμωροῦνται μέ βάση τόν ἠθικό κανόνα τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ. Ἡ φύση καί τά τῆς φύσεως ὁδεύουν μέ βάση τόν ἠθιό κανόνα τοῦ σχεδίου τοῦ ΘΕοῦ. Ἡ φύση καί τά τῆς φύσεως ὁδεύουν μέ βάση τή φυσική νομοτέλεια· ὁ ἄνθρωπος πορεύεται κι αὐτός μέ τόν ἠθικό νόμο, πού δέν εἶναι σχέδιο καί σταθερός νομοκάνονας τῆς κοινωνικῆς ἐμπειρίας, ἀλλά νόμος ἀξεπέραστος καί σταθερός, χωρίς προσθαφαιρέσεις καί διορθώσεις, ὅπως οἱ ἀνθρώπινοι νόμοι.

Ἡ θλίψη, λοιπόν, εἶναι κατάσταση δευτερογενής καί ὀφείλεται ὄχι στήν αὐστηρότητα τῶ νἀπαγορεύσεων τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στήν ἀποστασία και παρακοή τοῦ ἀνθρώπου, πού, παρασυρμένος ἀπ' τήν αὐταπάτη τῆς δυνάμεως τοῦ Κακοῦ γιά ἰσοθεΐα, δέχτηκε τά ἐπίχειρα τ[ςη ἀποστασίας του. Τελικά, ἡ θλιψη στόν καινοδιαθηκικό χῶρο ἔλαβε ἄλλη τροπή καί ἀξία, πού ἐπιμαρτυρεῖται στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στό δωδέκατο κεφάλαιο τῆς πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς κάνει διάκριση μεταξύ τῶν φυσικῶν γονέων και τοῦ οὐρανίου Πατέρα. Ἐκεῖνοι παιδαγωγοῦν τά παιδιά τους, ὅπως νόμιζαν καλό, ὁ δέ Θεός μᾶς παιδαγωγεῖ πρός τό συμφέρον μας, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς ἁγιότητας καί τῆς δόξας Του: "μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητας αὐτοῦ" (ἙΒρ. 12, 10). Στούς πιστούς τῶν Φιλίππων ὁ ἴδιος Ἀπόστολος ὑπενθυμίζει καί συνιστᾶ. Ὑπενθυμίζει ὅτι τούς δόθηκε τό χάρισμα τῆς πίστεως στόν Χριστό, ἀλλά καί συνιστᾶ ὄχι μόνο τήν πίστη, ἀλλά καί νά πάσχουν στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ:  "ὑμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν" (Φιλ. 1,29).

 

 

 

"Τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν"στηρίζεται ἀναμφίβολα στή βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Ἀποστόλους Του: "εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν" (Ἰωάν. 15, 20).Οἱ διωγμοί, πού καί σήμερα ἐνεργοῦνται κατά τῶν χριστινῶν στίς περιοχές τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, ἔχουν τό στοιχεῖο τοῦ πάθους καί τοῦ πόνου. Ὑποφέρουν γιά τήν πίστη τους κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς μεριμνοῦμε και τυρβάζουμε περί ἄλλα. Κι ὅμως ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἡ κάθε οἰκογένεια περνᾶ τό καμίνι τοῦ πόνου καί τῶν θλίψεων, γιατί δέ δημιουργήσαμε μόνο τό οἰκολογικό πρόβλημα καί ἡ φύση στρέφεται κατά τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν ὅλη παραγωγή τῆς γῆς μεταλλάξαμε καί ἔγινε πηγή ἀσθενειῶν καί βασάνων. Πόνος ἀπό τή φύση, πόνος ἀπ' τόν συνάνθρωπο, πόνος ἀπ' τίς ἀρρώστιες μας, πόνος ἀπ' τήν περιορισμένη ἤ καί ἀνύπαρκτη πίστη μας, πόνος παντοῦ καί καθημερινός.

Ὅμως, ἄν μπορούσαμε νά συσχετίσουμε τόν πόνο μέ τήν ὑπομονή, δέν θά ἀπέβαινε "ἄναλον ἅλας"  ἁλάτι χωρίς ἁλάτι, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος (9, 50). Μία κατάσταση πού κατατρύχει τήν ὕπαρξη καί τήν ὁδηγεῖ σέ κατάσταση ἀπέλπιδα καί καταστροφική. Ὁ πόνος, εἴτε σωματικός, εἴτε συναισθηματικός, ὀφείλει νά ἔχει τά ὅριά του. Ὅρια ἀντοχῆς σέ συνδυασμό πάντοτε μέ τήν ἄλλη ὄψη τοῦ πόνου, πού εἶναι εἶδος δοκιμασίας καί καταστάσεως πνευματικῆς. Κι ὁ ὀλιγόπιστος, διαβάζοντας τίς γραμμές αὐτές, ἐνῶ ἐγώ πάσχω καί ὑποφέρω. Ὁ Χριστός, μιλώντας γιά τήν καταστροφή τῆς Ἰερουσαλήμ, εἶπε στούς μαθητές Του, ὅτι ἐάν ὁ Θεός δέν ἐπιτρέψει, δέν μπορεῖ νά πέσει μία τρίχα τῆς κεφαλῆς μας. Τά πάντα, λοιπόν, προέρχονται ἀπό τόν Θεό καί εἶναι εἷδος δοκιμασίας, ὥστε νά ὁδοιπορήσουμε σέ λειμῶνες συμπεριφορᾶς προσοχῆς καί καθαρότητας.

 

 

 

Ὁ πονεμένος, ἐάν ἔχει μέσα του τήν προσοχή καί τήν περίσκεψη, γίνεται πρᾶος καί καταδεκτικός, προσηνής καί ἡσύχιος, ἀλλά κυρίως ἀντιμετωπίζει τή ζωή καί τούς ἀνθρώπους μέ ἄλλη ὀπτική ματιά. Μέσα του συντελεῖται εἶδος ἰστογενέσεως, ὅπως τό βομβύκιο τοῦ μεταξοσκώληκα, ὅπου ἀπ' τήν ἰστόλυση προβάλλει ἡ νύμφη, πανέμορφη, πολύχρωμη καί παιχνιδιάρα. Ἔτσι καί γιά τόν ἀνθρώπινο πόνο, εἶναι μία δοκιμασία καί μέσα ἀπ' αὐτήν προβάλλει ἕνας νέος ἄνθρωπος, ἱματισμένος και σωφρονῶν.

Καί ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, συνεχίζοντας τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του, ἐπιλέγει: "καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται". Τό σχῆμα, κατά τήν κοσμική του σημασία και ἔννοια, εἶναι ὀξύμωρο καί ἀντιφατικ!  Νά καυχώμεθα γιά τίς θλίψεις μας. Μά εἶναι δυνατόν, θά ἐρωτήσει ὁ κατά κόσμον σοφός καί λόγιος. Καί ἡ ἀπάντηση, προερχόμενη ἀπό τήν κατά Θεόν προσέγγιση, εἶναι ἡ ὄντως καύχηση τοῦ ἀνθρώπου γιά τίς τυχόν θλιψεις, πού τόν περιβάλλουν καί τόν ταλανίζουν. Ὅμως, ἡ καύχηση αὐτή εἶναι ἡ κατά Θεόν προσέγγιση, πού ἀντιβαίνει στήν ἀνθρώπινη σκέψη και καταρρίπτει τήν ὅποια ἀντίφαση σ΄τον νομοκάνονα τῆς κοινωνικῆς δεοντολογίας.

Οἱ ἄνθρωποι τῆς πίστεως ὁδηγοῦνται στόν χῶρο τῆς μεταφυσικῆς θέας, πού εἶναι τό ἀθέατο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, γιατί: "Θεόν οὐδείς πώποτε ἑώρακεν", καί τοῦτο ἐπειδή ὁ Θεός δέν ὁρᾶται, ἀλλά νοεῖται καί γίνεται γνωριστός μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν Του. Ἡ θλίψη καί ὁ πόνος εἶναι εἶδος ἐναργέστερης κατανοήσεως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, πού συντελεῖται μέ ρυθμό ἀργό, ἀλλά σταθερό καί ὑποβοηθεῖται μέ τή δύναμη τῆς ὑπομονῆς. Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ δυναμική τῆς ἀνόδου στούς λειμῶνες τῆς μεταφυσικῆς ἡδύμολπης πλησμονῆς καί ὑποκαθιστᾶ τήν ὅποια ἀρνητική καί μικρόψυχη συμπεριφορά, πού καταντᾶ αἰτία ψυχικῆς ἀπώλειας.

 

 

Ὁ λόγος καταγράφεται κλιμακηδόν καί οἱ ἀναβαθμοί του ὁδηγοῦν στό τέλος τῆς ὑπομονετικῆς προσπάθειας: "ἡ δέ ὑπομονή κατεργάζεται δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα". Ἡ ὑπομονή ἔχει ὡς καρπό της τή δοκιμασμένη ἀρετή. Τό δόκιμον εἶναι ἡ ἐστεμμένη προσπάθεια, ὁ ἀγώνας ὁ καλός, πού ὁδηγεῖ ἀσφλῶς στήν ἐπιτυχία τό πνεῦμα  καί αἰσθάνεται τήν ἱκανοποίηση τῆς προσεγγίσεως μέ τό θεῖο. Ὅμως, ἡ κατακλείδα τῆς ὅλης ἀγωνιστικῆς συμμετοχῆς εἶναι ἡ δοκιμασμένη ἐλπίδα, πού ἀπομακρύνει διαρρύδην τήν ὅποια ἀρνητική συμπεριφρορά καί προκαλεῖ τά τραύματα τῆς ἀπελπισίας.

Περικλείεται, λοιπόν, στίς λίγες αὐτές γραμμές, τό νόημα τοῦ θεόλεκτου συγγραφέα Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος καταθέτει συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως τίς σκέψεις του, σκέψεις πού συνάδουν στόν λόγο τοῦ οὐρανοῦ καί συχνά ἀπάδουν στή στείρα καί πεπερασμένη ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λόγος τ' οὐρανοῦ ἀνέκαθεν καί τώρα πολεμεῖται καί ἐξοστρακίζεται, μέ τό αἰτολογικό τῆς στασιμότητας καί τῆς μή δυνατῆς κινητικότητας. Ὅμως, ὁ λόγος αὐτός, οὐρανόθεν σταλμένος, ἔχει ὄντως τό μή ματαβλητό, γιατί κι ὁ Θεός δέν μεταβάλλται και δέν προοδεύει. Ἔτσι, καί ἡ φύση καί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τρεπτές, ἀλλ' εἶναι μεθεκτές τῶν δυνατοτήων τοῦ ἀνθρώπου. Καυχώμεθα, λοιπόν, στίς θλίψεις μας, μέ τή βεβαιότηα, ὅτι ἡ θλίψη κατεργάζεται ὑπομονή, ἡ ὑπομονή δοκιμή, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα.

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΣΣΑΣ, Δρ Θ.
 

ΚΟΥΤΙ ΕΛΕΟΥΣ: Μια ιδιάζουσα νομοθετική ρύθμιση ελεημοσύνης του μεταβυζαντινού δικαίου.

 

 

I. Η ελεημοσύνη εξυψώνεται σε όλες κατά κανόνα τις θρησκειακές μορφές και δοξασίες σε απαραίτητο μέσο ατομικής τελείωσης και σωτηρίας ενόψει της παραδεδομένης πίστεως για την πέραν του τάφου ζωή. Παράλληλα η φιλαλληλία ή η φιλανθρωπία, ως δεύτερο γενικότερο κίνητρο της ελεημοσύνης, καταγράφεται στις ανθρωπολογικές επιστήμες ως ιδιάζον χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, παρά τα αντίθετα πολυάριθμα ιστορικά συμβάντα. Η τελευταία αυτή διαπίστωση περί φιλαλληλίας αποτελεί αν όχι διαπιστωμένη επιστημονική πεποίθηση, πάντως κοινή παρηγορία, αφού ο αίτιος ή και απλός αδιάφορος σε κάθε προκύπτουσα δυστυχία άνθρωπος χαρακτηρίζεται αυθόρμητα άσπλαχνος και θηρίο. Επειδή όμως η τελείωση του κάθε ανθρώπου είναι πρόβλημα εσωτερικό, κατά το μέτρο των ηθικών που πρεσβεύει κριτηρίων του, ο κοινός νομοθέτης αφήνει την ελεημοσύνη εκτός της εξαναγκαζόμενης συμπεριφοράς στις επιδιώξεις του για επίτευξη ισότητας και δικαιοσύνης. Το αντίθετο θα περιείχε αντίφαση, αφού η ελεημοσύνη έχει ηθική αξία μόνον ως προϊόν εκούσιας εσωτερικής εκδήλωσης φιλαλληλίας και ηθελημένης ηθικής αποδέσμευσης από τον πλούτο, την επάρκεια ή ακόμα και του υστερήματος. Και όμως!
Η οργανωμένη κοινωνία δεν μπορεί να αδιαφορεί και να μην επεμβαίνει εξισορροπητικώς προς αντιμετώπιση καταστάσεων μονίμων φαινομένων ένδειας η περιπτώσεων εκτάκτων αναγκών απο ασθένειες, σιτοδείες, καταστροφές από σεισμούς, πλημμύρες κ.τ.ο., ασχέτως του αριθμού των πολιτών που εμπίπτουν σε τέτοιες καταστάσεις ανάγκης. Η χριστιανική εκκλησία ειδικά ως οργανωμένη κατά το δικό της σύστημα κοινωνία, ανέλαβε ως γνωστόν ήδη από τους πρώτους χρόνους της συστάσεως της την μέριμνα των φτωχών και αδυνάτων κατά τις περί «λογίας» *1 υποδείξεις του αποστόλου Παύλου.

 

 


Στην ορθόδοξη βυζαντινή επικράτεια η λογία, ως θρησκευτική προτροπή συλλογής βοηθημάτων για την ενίσχυση των φτωχών, διευρύνθηκε σε ιδιωνύμους θεσμούς προσαρμογής της ιδιωτικής προδιάθεσης προς ελεημοσύνη σε τρόπους κάλυψης επειγουσών ή μελλοντικών αναγκών προνοίας και αυτό διότι η συγκέντρωση χρημάτων δεν προοριζόταν υπερ μόνον συγκεκριμένων ατόμων, αλλά και για τις ανάγκες γενικοτέρων συντεχνιών ή άλλων τυχαίων ομάδων προσώπων. Στους τρόπους κάλυψης των αναγκών αυτών ανήκει η διενέργεια εράνων, συνήθως κατόπιν ειδικών πατριαρχικών ή επισκοπικών εγγράφων αδειών υπό την μορφή ή κατά μίμηση των λεγομένων «ειρηνικών επιστολών», περί των οποίων ορίζει ο ΙΑ κανών της εν Χαλκιδόνι Οικουμενικής Συνόδου.*2 Πρόκειται κυρίως για τους θεσμούς της ζητείας*3 και του κυτίου ελέους για το οποίο και ειδικώτερον κατωτέρω, εξ αφορμής του ότι ο τελευταίος αυτός θεσμός ως διαχρονικός, έτυχε και ρητής κρατικής πρόβλεψης στους νομοθετικούς κώδικες των παραδουνάβιων χωρών κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, γεγονός που είναι από μόνο του αξιοσημείωτο. Εξάλλου κατά την πραγματική και όχι αυτήν της νομικής υποχρεώσεως μορφή του φιλοπτώχου ταμείου, επιζεί το κουτί ελεημοσύνης και σήμερα στους ιερούς ναούς.

II. Οι ως άνω ειρηνικές επιστολές δεν ήσαν, ως ο ίδιος ο κανών διευκρινίζει, συστατικές, δηλαδή δεν απευθύνονταν κατ΄ ανάγκη σε συγκεκριμένο αποδέκτη για παροχή κάποιας βοήθειας προς τον αιτούντα την επιστολή, ούτε ο τελευταίος αυτός αναφερόταν σ΄ αυτήν ως άτομο ιδιαίτερης ικανότητος και ηθικών χαρισμάτων, ώστε για τον λόγον αυτόν να καθίστατο άξιος της συνιστωμένης αρωγής. Οι εν λόγω επιστολές ενεργούσαν μάλλον αορίστως ως γραπτές άδειες συγκέντρωσης έκτακτης οικονομικής βοήθειας ή ως υπόδειξη ηθικής συνδρομής σε κάποια διαφορά ή έργο, περιλαμβανομένης και της διενεργείας εράνων για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων προσώπων. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει η συνδρομή για κατασκευή ή συντήρηση μοναστηρίων, σχολείων και λοιπών κοινωφελών έργων. Σε αντίθεση προς τις ζητείες, που είχαν οπωσδήποτε ή υπέκρυπταν και το στοιχείο της ανταποδόσεως ή εκπλήρωσης υποχρεώσεως στη συμμετοχή τους, οι καθαρώς για φιλανθρωπικούς σκοπούς έρανοι συστηματοποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου σε προνοιακούς τρόπους ελεημοσύνης, υπό την έννοια ότι πάντα υπήρχε αφενός μόνιμος τρόπος καταβολής εισφορών και αντιστοίχως βοηθημάτων προς τους πένητας, και αφετέρου της σταθερής και ελεγχόμενης διαχείρισης των συλλεγομένων εισφορών για κάλυψη τρεχουσών ή προσεχών αναγκών. Ο τρόπος αυτός συνίστατο πρακτικώς στην χρήση κιβωτιδίων τα οποία τοποθετούμενα σε κατάλληλες θέσεις όπως προφανώς σε ναούς, ή περιφερόμενα σε πανηγύρεις ναών και μοναστηρίων ή ανεξαρτήτως τούτων δια της περιφοράς σε προκαθορισμένες περιοχές ή μεταξύ επαγγελματικώς ομοτέχνων, πετύχαιναν τον σκοπό της συγκέντρωσης χρημάτων για ανακούφιση ενδεών. Τα κιβωτίδια αυτά πήραν την ονομασία κυτία ή κουτιά ελέους ή ελεημοσύνης, και η χρήση τους φαίνεται ότι γενικεύεται τόσον πολύ, αφού άλλωστε και οι ζητείες διεξαγόντουσαν συχνά με τον ίδιο τρόπο της περιφοράς του κυτίου ελεημοσύνης, ώστε, έμμεσα κατά την βυζαντινή περίοδο και άμεσα κατά την μεταβυζαντινή περίοδο στις παραδουνάβιες χώρες, κατέστησαν αντικείμενο ειδικής νομοθετικής ρύθμισης και συνεπώς υποχρεωτικής εφαρμογής.

 

 

 

ΙΙΙ. Αντιπροσωπευτική περίπτωση ευθείας νομοθετικής πρόβλεψης για το κυτίο ελεημοσύνης απαντάται στην διάταξη υπό στοιχείο δ΄ του ΧΧΙΙ τίτλου του από 1876 Συνταγματίου του Αλ. Υψηλάντη, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Όσοι αποθνήσκουσιν άτεκνοι και υστερημένοι ανιόντων συγγενών, αναγκαίως να αφίνουν το τρίτον μέρος της περιουσίας αυτών εις το κοινόν κουτί της ελεημοσύνης δια ψυχωφέλειάν των. Ομοίως και οι επί παισίν αποθνήσκοντες με διαθήκην από τα ψυχικά, οπου αφίνουν, εξάπαντος να διορίζουν μέρος και εις το κουτί κατά το εκδοθέν περί τούτου αυθεντικόν χρυσόβουλλον εξακολουθούντες, ότι οι παραβλέψαντες το κουτί και μη μνησθέντες τούτου ίστωσαν ότι, ως χωλαινούσης λογισθείσης της διαθήκης αυτών, θέλει γίνει ανατροπή των εν αυτή διαταγών » *4
Με τη διάταξη αυτή ενομοθετούντο πολλαπλά δικαιώματα υπέρ του κυτίου ελεημοσύνης, και κατά πρώτον το δικαίωμα νομίμου μοίρας στις κληρονομίες με διαθήκη όσων απέθνησκαν χωρίς τέκνα ή ανιόντες κατ΄ευθείαν γραμμή, όσον και στις κληρονομίες των ατέκνων που απέθνησκαν χωρίς διαθήκη. Στον καθορισμό του ποσοστού της νομίμου μοίρας και στις δύο αυτές περιπτώσεις ίσχυαν οι περί τριμοιρίας *5 διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, ως είχαν διαμορφωθεί επί τουρκοκρατίας, και ως άλλωστε διευκρινίζοντο στον προηγηθέντα τίτλο ΧΧΙ του ιδίου Συνταγματίου. Κατά τις διατάξεις αυτές και στις δύο ως άνω περιπτώσεις προοριζόταν το ένα τρίτο της κληρονομίας για «ψυχικά» , δηλαδή για δωρεές και μνημόσυνα υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του αποβιώσαντος. Αλλά και όσοι είχαν τέκνα, εφ΄όσον συνέτασσαν διαθήκη στην οποία προεβλέποντο αφιερώσεις περιουσίας για «ψυχωφέλεια», δηλαδή διαθέσεις περιουσίας για ευαγείς σκοπούς, όφειλαν υποχρεωτικά να συμπεριλάβουν σ΄αυτές και το κουτί της ελεημοσύνης, προς το οποίο είχαν στενότερο τοπικό ή επαγγελματικό σύνδεσμο, επί ποινή ακυρώσεως των άλλων αυτών περιουσιακών διαθέσεων. Δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο κουτί της ελεημοσύνης καθιέρωναν και άλλοι φαναριωτικοί κώδικες, όπως ο Βλαχικός Κώδιξ του Καρατζά με την διάταξη § 24 τμ. Δ΄κεφ. Γ΄ κατά την οποία «όταν ο αποθαμμένος δεν έχει ούτε συγγενείς, ούτε γυναίκα ή η αποθαμμένη ούτε συγγενείς, ούτε άνδρα, κληρονομείται χωρίς διαθήκην από το κουτί των ελεών» και ο Μολδαυϊκός Κώδιξ στον οποίο μάλιστα συχνά γίνεται λόγος για το «κουτί του ελέους» στο οποίο συχνότατα περιέρχονταν διάφοροι ποιναί, αποζημιώσεις και πρόστιμα, και επί πλέον περιλαμβανόταν ως αναγκαίος κληρονόμος στην τελευταία τάξη της εξ΄αδιαθέτου διαδοχής μαζί με άλλους τυχόν «κοινούς οίκους»,*6 δηλαδή άλλα ευαγή ιδρύματα, ή επαγγελματικά σωματεία, σινάφια, που επίσης εφήρμοζαν υπέρ των μελών τους φιλανθρωπία δια του κιτίου ελεημοσύνης. Ενδιαφέρουσες περιπτώσεις και τρόποι διοίκησης των συλλεγομένων εισφορών από συντεχνιακές ενώσεις δια της εφαρμογής του κιτίου ελεημοσύνης, και της μέσω αυτού ασκήσεως φιλανθρωπίας και προνοιακού έργου υπέρ των μελών τους ή γενικότερα για ανακούφιση ενδεών αναφέρει ο Μιχαήλ Καλινδέρης στο έργο του, Αι Συντεχνίαι και η Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας. *7

 

 

 

IV. Παρά την εκτεταμένη τόσο χρονικά, βυζαντινή δηλαδή και οθωμανική περίοδο, όσο και τοπικά, στα εδάφη των αντίστοιχων αυτοκρατοριών, εφαρμογή του ο θεσμός του κιτίου ελεημοσύνης δεν φαίνεται να απέκτησε τυπική νομική υπόσταση ως αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο, παρότι ο Ιουστινιανός είχε υπό την επίδραση του χριστιανισμού επεκτείνει στα ιδρύματα ειδικού φιλανθρωπικού σκοπού, ως ήσαν τα πτωχοτροφεία, ορφανοτροφεία, γεροντοκομεία, νοσοκομεία κτλ, την ικανότητα δικαίου. *8 Αποτελούσαν δηλαδή οι «οίκοι» αυθύπαρκτα νομικά πρόσωπα με ανεξάρτητη περιουσία και ιδιαίτερο οργανισμό και διοίκηση γενικώς υπό τον διοικητή ή προεστότα, τον πτωχοτρόφο, ορφανοτρόφο, γεροντοκόμο, νοσοκόμο κοκ, και συμβούλιο διοίκησης. Τα ευαγή αυτά ιδρύματα διέφερον του θεσμού του κιτίου ελεημοσύνης κατά το ότι απαιτούσαν ιδρυτική καταστατική πράξη πρώτης κυρίας καταβολής κεφαλαίου από τον ιδρυτή τους, ο οποίος καθόριζε ελευθέρως πέραν του σκοπού του ιδρύματος, δηλαδή τον κύκλο τον ωφελουμένων από αυτό, και την σε γενικές γραμμές οργάνωση και λειτουργία του. Τα ως άνω ιδρύματα κατά την διάρκεια της λειτουργίας τους ενισχύοντο οικονομικώς και δια προσφορών μέσω των κιτίων ελεημοσύνης. Τα κιτία ελεημοσυνών των νοσοκομείων μάλιστα κατέληξαν στην Κωνσταντινούπολη κατά της αρχές του 19ου αιώνος σχεδόν να εξοστρακίσουν τα κιτία όλων των άλλων επαιτούντων *9.
Τα ευαγή γενικώς ιδρύματα συνέπιπταν με την δια του κιτίου ελεημοσύνης διοργανούμενη φιλανθρωπία εκτός του σκοπού, που ήταν γενικά η «ψυχωφέλεια» και στο ότι και οι δύο αυτοί θεσμοί φιλανθρωπίας τελούσαν υπό την εποπτεία και διαχειριστικό έλεγχο του επιχωρίου επισκόπου. Την εποπτική αρμοδιότητα του επισκόπου καθόριζαν γενικώς πλήθος κανονικών διατάξεων αλλά και το όλον πνεύμα και η αδιάλειπτη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

 

 


V. Είναι προφανές ότι η άσκηση φιλανθρωπίας μέσω του κιτίου ελεημοσύνης επιβιώνει σήμερα δια του τηρουμένου στους ναούς της Ελλάδος φιλοπτώχου ταμείου. Εξυπακούεται ότι το ίδιο συμβαίνει και με τον έρανο της αγάπης που διοργανώνεται κατ΄ έτος από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών ή άλλη Ιερά Μητρόπολη και ο οποίος άνετα ανάγεται στον θεσμό της ζητείας του μεταβυζαντινού δικαίου. Αλλά το νομικό καθεστώς λειτουργίας των σημερινών αυτών τρόπων ασκήσεως φιλανθρωπίας εκφεύγει του πλαισίου του παρόντος θέματος.

ΠΕΤΡΟΣ Ι. ΜΑΪΝΑΣ δρ Ν.


Υποσημειώσεις

*1 Λογεία μεταγενεστέρως λογία, εκ του λογεύω, συλλέγω φόρους ή εκούσιες εισφορές για θρησκευτικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς. Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης-Παπύρου.

*2 Ο ΙΑ κανών της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδών 451 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Μαρκιανού) έχει το ακόλουθο περιεχόμενο. «Πάντας τους πένητας και δεομένους επικουρίας, μετά δοκιμασίας επιστολίοις, είτουν ειρηνικοίς εκκλησιαστικοίς μόνοις, οδεύειν ωρίσαμεν, και μη συστατικοίς. δια το τας συστατικάς επιστολάς προσήκειν τοις ούσιν εν υπολήψει μόνοις παρέχεσθαι προσώποις.». Στην ερμηνεία του κανόνος αυτού αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής οι : Ζωναράς, «…Ούτως εχουσών των επιστολών τούτων, φησίν ο κανών, τοις πένησι και δεομένοις βοηθείας, και δια τούτο προσερχομένοις τη εκκλησία ειρηνικάς δειν δίδοσθαι επιστολάς εκ της εκκλησίας, και μη συστατικάς.. χρέος γαρ είχον οι αρχιερείς αντιλαμβάνεσθαι των προσφευγόντων τη εκκλησία πενήτων, ή ορφανών και χηρών, ως καταδυναστευμένων ίσως, ή αδικουμένων, ή αποστερουμένων των ανηκόντων αυτοίς. … Τοις γουν καθ΄οιονδήτινα τρόπον επικουρίας δεομένοις ενεχείριζον επιστολάς οι επίσκοποι, βοηθούσας αυτοίς, εφ οις εδέοντο.» Βαλσαμών, : «… Ωρισε δε ταύτα περί πενήτων και δεομένων επικουρίας, ουχ ως των λοιπών, των υπό τον επίσκοπον, μη οφειλόντων ούτως εφοδιάζεσθαι. Αλλ΄ότι επί πλέον οι πενητεύοντες της εκκλησιαστικής επικουρίας δέονται.» και Αριστηνός, «… Οι δεόμενοι επικουρίας πένητες, επιστολαίς ειρηνικαίς αλλά μη συστατικαίς οδευέτωσαν…» Ράλλη-Ποτλή. Σύνταγμα θείων και ιερών κανόνων. Τόμ. β΄σελίς 243 επομ.

*3 Οι ζητείες αποτελούσαν ένα εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο συλλογής χρημάτων δ΄εράνων μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εντός του οθωμανοκρατούμενου χώρου αλλά και πολύ πέρα από αυτόν. Ζητείες εκτελούνταν από τα Πατριαρχεία τα μοναστήρια και τις εκκλησίες για την κάλυψη τακτικών και έκτακτων αναγκών τους αλλά και από απλούς ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ποικίλα δεινά και προβλήματα. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη : Το φαινόμενο της ζητείας κατά την μεταβυζαντινή περίοδο. Ιόνιος λόγος, τόμος Α χαιρετιστήριος στον Δημήτρη Ζ. Σοφιανό. Κέρκυρα 2007 σελις 247 κ.ε., ένθα εκτενής περαιτέρω ιστορική παρουσίαση του θεσμού.
Κατά τον καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου Αναστάσιο Χριστοφυλλόπουλο,
Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 1965: σελίς 253: Οι επίσκοποι αντί τακτικού μισθού εισέπραττον επίσης υποχρεωτικάς από του ΙΑ αιώνος επ΄ευκαιρία ωρισμένης εορτής «κανίσκια» ή τακτικάς ετησίας εισφοράς των πιστών γενικώς, γνωστάς κατά την τουρκοκρατία ως ζητείας ή τουρκιστί μιρί.

*4 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΟΝ ΝΟΜΙΚΟΝ, Αλεξάνδρου Ιωάννου Υψηλάντη, Βοεβόδα Ηγεμόνος πάσης Ουγγροβλαχίας , 1780. Επανέκδοση με επιμέλεια και εισαγωγή Παν. Ζέπου, από το Γραφείο δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 1936, σελ 195.

*5 πρβλ. Π. Μάινα, Τα δια «ψυχικών» και της «τριμοιρίας» μνημόσυνα στο βυζαντινό και προϊσχύσαν δίκαιο. Περιοδικό ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, 2009 τ. 441 σελ 72 επ.

*6 πρβλ. Π. Ζέπου, ε.α. Συνταγμάτιον κτλ. Σημ. 4 σελ 121
*7 Μιχαήλ Α. Καλινδέρη. Αι συντεχνίαι και η Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας. Κεφάλαιον Γ΄, Από την συμπαράσταση των Συντεχνιών είς την κοινωνική πρόνοια της Εκκλησίας. 2. Υπέρ των πτωχών. Το κουτί ελεημοσύνης. Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκονταετηρίδος. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας. Αθήναι 1973.

*8 πρβλ. Γ. Πετροπούλου, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, 1949 σελ 183

*9 βλ. Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, ε.α σελ 259.

 

Γνωστικισμός: Τό πολυπλόκαμο σύστημα πού ταλάνισε τήν πρώτη ’Εκκλησία

 

 

Προφανῶς μιά ἀνακάλυψη πού ἐνδιέφερε ζωηρά τούς ἐπιστήμονες καί μόνον, πυροδότησε συζητήσεις, πού ἐκυμαίνοντο συνήθως μεταξύ τῆς παχυλῆς ἄγνοιας καί τῆς φαιδρότητος. Πρόκειται γιά τό διαβόητο «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα», πού βέβαια οὔτε εὐαγγέλιο εἶναι, οὔτε ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης τό ἔγραψε. Ἕνα γνωστικῆς προέλευσης κείμενο, πού γνωρίζαμε τήν ὕπαρξή του ἀλλά δέν εἴχαμε ἀντίγραφό του, ὅπως συμβαίνει μέ πάρα πολλά ἀρχαῖα κείμενα, βρέθηκε ἐπί τέλους. Μεγάλη ἡ ἀνακάλυψη, γιά ὅσους ἀσχολοῦνται μέ τόν Γνωστικισμό, ἀλλά μηδαμινῆς σημασίας γιά τόν ἄνθρωπο τῆς διπλανῆς πόρτας, τόν ὁποῖον ἴσως θά τόν ἐνδιέφερε, ἄν εἶχε ἐγκυκλοπαιδικά ἐνδιαφέροντα, νά μάθει τί εἶναι ἐπί τέλους αὐτός ὁ Γνωστικισμός.
Γι αὐτόν καί γιά κάθε φιλομαθῆ ἀναγνώστη γράφονται οἱ ἀκόλουθες γραμμές.

* * *

 

 

Ὁ Γνωστικισμός δέν εἶναι μιά θρησκεία ἤ μιά αἴρεση, ὅπως αὐτές πού γνωρίζουμε. Δέν ἔχει δηλαδή ἕνα ἑνιαῖο καί συγκροτημένο σύνολο ἰδεῶν ἤ δογμάτων, δέν ἔχει ἕναν ὁρισμένο ἀρχηγό, δέν ἐμφανίστηκε σέ ἕναν σύγκεκριμένο τόπο, δέν ἱδρύθηκε μιά συγκεκριμένη στιγμή, οὔτε τά μέλη του ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο συγκροτημένο σῶμα. Ἐμφανίστηκε κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους, ἤδη πρίν ἀπό τήν ἐποχή τῆς δράσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, μάλλον ὡς θρησκευτικό κίνημα, ἀποτέλεσμα τῶν συγκρητιστικῶν τάσεων τῆς ἐποχῆς, δηλαδή τῶν τάσεων ἀναμίξεως παντοειδῶν φιλοσοφικῶν καί θρησκειακῶν στοιχείων, κυριως τῶν χωρῶν τῆς Μεσογείου, τῆς Μεσοποταμίας καί τοῦ Ἰράν. Οἱ τάσεις αὐτές πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στό πλαίσιο τῆς «οἰκουμενικότητας» πού ἀκολούθήσε τίς κατακτήσεις τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τή συνακόλουθη ὄσμωση τῶν πολιτιστικῶν, φιλοσοφικῶν καί θρησκειακῶν στοιχείων τῆς ζωῆς τῶν λαῶν. Ἡ ὄσμωση αὐτή ἐπέφερε τή σχετικοποίηση τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, καί τήν κατανόηση τῆς ἀδυναμίας ἐπιλύσεως τῶν ὑπαρξιακῶν προβλημάτων, τόσο ἀπό τίς γνωστές θρησκεῖες ὅσο καί ἀπό τίς μυστηριακές λατρεῖες. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀναζήτηση νέων ἀπαντήσεως στά ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἔτσι, γεννήθηκε ὁ Γνωστικισμός: χωρίς ἱδρυτή, χωρίς ἀρχηγό, ξεπήδησε ἀπό πολλά σημεῖα, σέ διαφόρους τόπους, σχεδόν ταυτόχρονα, σάν ἕνα κύμα, ἕνα ρεῦμα, πού μεταφέρεται καί ἐξεπλώνεται ταχύτατα ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο. Κυρίως ὁ Γνωστικισμός ξεκίνησε ἀπό τίς χῶρες, ὅπου ὁ ἑλληνικός πολιτισμός συνάντησε τόν ἰουδαϊκό, τόν αἰγυπτιακό, τόν βαβυλωνιακό καί τόν περσικό (πρβλ. Π. Κ. Χρήστου, Γνωστικισμός, ΘΗΕ 4, στ. 592). Οἱ κοινές προϋποθέσεις ἐξηγοῦν τά κοινά σημεῖα τῶν ποικίλων γνωστικῶν συστημάτων. Ἡ ποικιλία προελεύσεως τῶν στοιχείων πού χρησιμοποιεῖ κάθε γνωστικό σύστημα ἑρμηνεύει τήν πολυμορφία τοῦ γνωστικοῦ κινήματος. Ὅταν δέ ἐμφανίστηκε ὁ Χριστιανισμός, ὁ Γνωστικισμός παρέλαβε ἀπό αὐτόν τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ - σωτῆρος καί τήν ἐνέταξε στό ὑπάρχον σύστημά του.
Κοινό στοιχεῖο καί βάση τοῦ Γνωστικισμοῦ εἶναι ἡ Γνώση, ἡ ὁποία μόνη λυτρώνει τόν ἄνθρωπο, καί ὄχι ἡ πίστη, ὅπως δέχεται ὁ Χριστιανισμός. Τό περιεχόμενο τῆς γνώσεως αὐτῆς εἶναι ὁρισμένες «ἀλήθειες», πού ἀπαντοῦν στά βασικά ἐρωτήματα κάθε ἀνθρώπου. Κατά τόν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα, ἀπό τόν ὁποῖον μαθαίνουμε ἀρκετά πράγματα γιά τούς Γνωστικούς, τά ἐρωτήματα αὐτά εἶναι: «τίνες ἦμεν; τί γεγόναμεν;ποῦ ἦμεν; ποῦ ἐνεβλήθημεν; ποῦ σπεύδομεν; πόθεν λυτρούμεθα; τί γέννησις; τί ἀναγέννησις;» (Ἐπιτομαί Θεοδότου 78,2). Ἡ ἀπάντηση στά ἐρωτήματα αὐτά συνιστᾶ τήν ἀλήθεια. Ἐπειδή δέ ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι μία ἀλλά πολλές, γι’ αὐτό καί ὁ Γνωστικισμός δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀλλά πολλά. Γενικά, ἡ γνώση δέν νοεῖται στούς Γνωστικούς ὡς διανοητική λειτουργία μόνον, ἀλλά καί ὡς ἕνωση μέ τό ἀντικείμενό της, τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία δέν ταυτίζεται ἀπαραίτητα μέ τόν Θεό. Ἡ ἕνωση αὐτή ὁδηγεῖ στή λύτρωση.
Ἡ λύτρωση διά τῆς γνώσεως δέν εἶναι καινούργιο στοιχεῖο στόν Γνωστικισμό. Ἀπαντᾶ καί σέ ἄλλες θρησκεῖες, ἐδῶ ὅμως ἀποκτα[νέο περιεχόμενο καί ἀπολυτοποιεῖται.
Ἀμέσως μόλις ἐμφανίστηκε, ὁ Γνωστικισμός ὑπέστη τήν ἐπίδραση συστημάτων καί ἰδεῶν, πού προέρχονταν ἀπό διαφορετικότατες κατευθύνσεις. Ἡ Αἴγυπτος, ἡ Περσία, ἡ Συρία, ἀλλά και ὁ Ἰουδαϊσμός, ὁ Ἑλληνισμός, οἱ Σαμαρεῖτες και τελικά ὁ Χριστιανισμός, ἔθεσαν τή σφραγιδα τους ποικιλοτρόπως στόν Γνωστικισμό, μέ ἀποτέλεσμα τή δημιουργία πλήθους συστημάτων πού διαφέρουν μεταξύ τους σέ πολλά, ἀλλά πού τούς συνδέει ἡ κοινή παραδοχή τῶν βασικῶν θέσεων τῆς Γνώσεως. Τίς βασικές αὐτές θέσεις ἀντλοῦσαν, ὅπως προείπαμε, ἀπό τίς διάφορες φιλοσοφίες καί θρησκεῖες τῆς ἐποχῆς, μετά δέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ, διαβλέποντες ὅτι ἀυτός μέ τή δυναμικότητά του καί τήν ἀπήχηση στίς μάζες ἦταν κατάλληλο ὄχημα γιά τή διάδοση τῶν ἰδεῶν του, ἐσύλησαν τή διδασκαλία του, ἑρμηνεύοντας αὐτήν κατά τό δοκοῦν, παρεμβάλλοντας χωρία στά γνήσια συγγράμματα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί προσαρμόζοντας τά στοιχεῖα πού τούς ἐνδιέφεραν στίς ἀπόψεις τους. Δέν δίστασαν μάλιστα νά συγγράψουν καί νέα κείμενα, τά ὁποῖα ἰσχυρίζοντο ὅτι προήρχοντο ἀπό τούς ἀποστόλους καί ἔφθασαν μέχρι αὐτούς μέ «ἀπόκρυφο» τρόπο. Ἕνα τέτοιο εἶναι καί τό πολυσυζητημένο στίς ἡμέρες μας Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα. Τήν Παλαιά Διαθήκη τήν ἀπεχθάνονταν, γιατί θεωροῦσαν ὅτι ὁ Θεός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ὁ κακός θεός. Παρά ταῦτα, ὁρισμένες ὁμάδες Γνωστικῶν τιμοῦσαν ἰδιαιτέρως πρόσωπά της, ὅπως τόν Ἀδάμ, τόν Σήθ οἱ Σηθιανοί καί τόν Κάϊν οἱ Καϊνῖτες, ἀπό τούς ὁποίους προέρχεται τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα.

 


Οἱ κοινές βασικές θέσεις τῶν Γνωστικῶν μποροῦν νά συνοψισθοῦν στά ἑξῆς:
1.Ἡ διαρχία. Δέν ὑπάρχει ἕνας Θεός ἀλλά δύο: ὁ θεός τοῦ καλοῦ καί ὁ θεός τοῦ κακοῦ. Ἐδῶ εἶναι προφανής ἡ ἐπίδραση τοῦ Ζωροαστρισμοῦ τοῦ Ἰράν, ὅπου καλός θεός εἶναι ὁ Ἀχούρα Μάζδα καί κακός ὁ Ἀριμάν. Στή διαρχία ἔφτασε ὁ Γνωστικισμός προσπαθώντας νά ἐξηγήσει τήν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ στόν κόσμο. Δεχόμενος ὅτι τό κακό ὑφίσταται ὀντολογικά καί δέν εἶναι ἡ ἄρνηση ἤ ἡ ἀνυπαρξία τοῦ καλοῦ, τό ταύτισε μέ τήν ὕλη, τῆς ὁποίας ὁ δημιουργός θεός εἶναι κακός, ἐφ’ ὅσον ἡ ὕλη εἶναι συνδεδεμένη μέ τόν πόνο καί τό φυσικό κακό. Ὁ θεός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ θεός δημιουργός, ἄρα ὁ κακός, γι’ αὐτό καί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἀπορριπτέα. Τά περισσότερα γνωστικά συστήματα ἐξ ἄλλου ἀντιμετώπιζαν τό κακό στήν ὕλη διά τῆς μαγείας.
2. Οἱ Αἰῶνες. Ἐκτός τῶν δύο αὐτῶν θεῶν, ὑπάρχει στούς Γνωστικούς μιά σειρά κατωτέρων θεῶν, οἱ αἰῶνες, πού προῆλθαν ἀπό τόν θεό. Κατά τά περισσότερα γνωστικα΄συστήματα αὐτοί προῆλθαν δι’ ἀπορροῆς, ἀπέρρευσαν δηλαδή ἀπό τόν θεό· ἄλλα συστήματα δέχονται τή γέννηση, ἐνῶ ἄλλα τή δημιουργία τῶν αἰώνων. Πολλά γνωστικά συστήματα δέχονται πλῆθος αἰώνων, πού λέγονται καί ἄρχοντες ἤ ἄγγελοι. Σέ πολλούς Γνωστικούς αἰῶνες εἶναι οἱ ἑπτά πλανῆτες, τά δώδεκα ζώδια, ἤ προσωπικότητες τῆς Π. Διαθήκης, ὅπως ὁ Σήθ καί ὁ Κάϊν, ἐνῶ οἱ ἄλλες εἶναι προσωποποιημένες φιλοσοφικές ἔννοιες, ὅπως Σοφία, Νοῦς, Λόγο κ.λ.π.
3. Ἡ Ἠθική. Ἡ ἰδέα περί τῆς ὕλης ὡς φορέως τοῦ κακοῦ ἐπίδρασε στήν ἠθική διδασκαλία τῶν Γνωστικῶν, δημιουργώντας δύο ἀπόψεις. Ἡ πρώτη καί μάλλον ἀρχαιότερη, εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ὕλη εἶναι κακή, πρέπει νά τήν καταπολεμοῦμε φθείροντάς τήν: «παραχρήσασθαι τῇ σαρκί» ἦταν τό σύνθημα τῶν Νικολαϊτῶν (Κλήμ. Ἀλεξ. Στρωμ. 3,4), πού τό ἐννοοῦσαν ὡς ἐπίδοση στίς παντοῖες καταχρήσεις καί στήν ἀκολασία. Οἱ Ἀντιτάκτες ἀσκοῦσαν τήν ἀκολασία ὡς ἀντίδραση στήν ἐντολή τοῦ κακοῦ θεοῦ δημιουργοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «ἐπεί οὖν οὗτος ‘‘οὐ μοιχεύσεις’’ εἴρηκεν, ἡμεῖς μοιχεύσωμεν ἐπί καταλύσῃ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ» (Κλήμης Ἀλεξ., ὅ.π.). Πολλές φορές οἱ τελετουργίες τους περιλάμβαναν καί σεξουαλικές πράξεις.
Ἡ δεύτερη ἄποψη περί ἠθικῆς, πού ἀκολουθοῦσε ἄλλη ὁμάδα γνωστικῶν συστημάτων, εἶναι ἡ τῆς αὐστηρῆς ἐγκράτειας, μέ σκοπό τήν ἀπονέκρωφση τῆς ὕλης ὡς φορέως τοῦ κακοῦ. Ὁ Μαρκίων, καί οἱ ὁπαδοόι του Μαρκιωνῖτες ἀπαγόρευαν τόν γάμο καί ἀπό τούς ἔγγαμους ἀπαιτοῦσαν τό διαζύγιο ἀπό τόν ἤ τήν σύζυγό τους. Πιό ἐπιεικεῖς οἱ Μανιχαῖοι, ἀπέφευγαν τήν τεκνογονία, γιά νά μή διαιωνίζεται ἡ φυλάκιση τῶν ψυχῶν στά σώματα καί συνεπῶς ἡ ὑποδούλωσή τους στήν ὕλη. Ἄλλες ὁμάδες ἀσκοῦσαν αὐστηρότατες νηστεῖες καί ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές. Ἡ ἐγκράτεια τῶν Γνωστικῶν ἐντάσσεται στό εὐρύτερο σύστημα τῆς αἵρεσης τῶν Ἐγκρατιτῶν. Δέν ἦτνα ὅλοι οἱ Ἐγκρατῖτες Γνωστικοί, αὐτός ὅμως πού διαμόρφωσε τήν αἵρεση συστηματοποιώντας τίς ὑπάρχουσες ἐγκρατιτικές τάσεις τῆς ἐποχῆς ἦταν ὁ Γνωστικός Τατιανός, ἐνῶ διαπρεπής Ἐγκρατίτης Γνωστικός ἦταν, ἐκτός τοῦ Μαρκίωνος πού ἀναφέραμε παραπάνω, ὁ Σατουρνῖνος.
4. Ἡ σωτηρία. Ἕνας ἀπό τούς πρώτους καί κυριότερους αἰῶνες εἶναι ὁ σωτήρας, πού ἦρθε στόν κόσμο γιά νά τήν σώσει διά τῆς ἀποκαλύψεις τῆς Γνώσεως. Αὐτός ἐνσαρκώθηκε σέ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο, τό ὁποῖο σέ ὅλα σχεδόν τά γνωστικά συστήματα ταυτίζεται μέ τόν Ἰησοῦ, ὅπως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα. Σέ ἄλλα συστήματα ὁ σωτήρας μετενσαρκώθηκε προηγουμένως διαδοχικά σέ ἄλλους ἀνθρώπους, ὅπως στόν Ἀδάμ, στόν Μωϋσῆ καί στόν Ἡρακλῆ. Ὁ σωτῆρας αὐτός κατά μερικά συστήματα ἐμφανίστηκε «κατά δόκησιν», δηλαδή φαινομενικά, και οἱ ἄνθρωποι νόμιζαν ὅτι τόν ἔβλεπαν. Αὐτοί οἱ γνωστικοί ὀνομάστηκαν Δοκῆτες.
Σέ μερικά συστήματα γνωστικῶν ἡ μορφή τοῦ σωτῆρος ἀντικαθίσταται ἀπό τόν ὄφιν, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε στούς πρωτοπλάστους τή γνώση, ὅτι ἄν φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως θά γίνουν « ὡς θεοί». Αὐτοί οἱ Γνωστικοί εἶναι οἱ Ὀφῖτες.
Οἱ Γνωστικοί κατέτασσαν τούς ἀνθρώπους σέ δύο ἤ τρεῖς ὁμάδες, ἀνάλογα μέ τήν πρόσληψη τῆς Γνώσεως, ἀπό τήν ὁποία ἐξηρτᾶτο ἡ σωτηρία τους. Στά συστήματα μέ τρεῖς κατηγορίες, οἱ πνευματικοί μετέβαιναν στούς οὐρανούς καί ἑνώνονταν μέ τόν θεό. Κατά τίς ὁμάδες τῶν ἐπιδιδομένων στήν ἀκολασία, αὐτοί γίνονταν νύμφες τῶν ἀγγέλων. Ἡ σωτηρία τῶν ψυχικῶν ἦταν ἥσονος σημασίας. Οἱ χοϊκοί ὡς ὐλικοί κατεκαίοντο μαζί μέ τήν ὕλη. Στά συστήματα μέ δύο κατηγορίες, οἱ ψυχικοί ταυτίζονταν μέ τούς πνευματικούς.

* * *

Ἀπό ποῦ ἀντλοῦμε τίς πληροφορίες μας γιά τόν Γνωστικισμό;


Πρῶτα πρῶτα ἀπό τούς συγχρόνους ἀντιαιρετικούς συγγραφεῖς, χριστιανούς ὅπως εἶναι κυρίως ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου (πρόκειται γιά τήν σημερινή Λυών) καί ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου, ἀλλά καί ἐθνικούς, ὅπως Πορφύριος. Ἔπειτα, ἀπό γνωστικά κείμενα. Τέτοια κείμενα, πρό τῆς μεγάλης ἀνακαλύψεως τοῦ 1946 στό Nag Hammadi τῆς ἄνω Αἰγύπτου, ἦταν ἐλάχιστα: Μία Ἐπιστολή Πτολεμαίου πρός Φλώραν, τρεῖς κώδικες γραμμένοι στή σαϊδική διάλεκτο τῆς κοπτικῆς γλώσσας καί δύο ἀποσπάσματα. Ἡ ἐπιστολή δέν ἔχει πληροφοριακή ἀξία. Οἱ κώδικες περιέχουν τό βιβλίο Πίστις Σοφία τοῦ 3ου αἰῶνα, δύο βιβλια τοῦ Jen ἀπό τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰώνα, ἕνα ἀνώνυμο ἔργο σύγχρονο πιθανῶς τοῦ προηγουμένου, ἀποσπάσματα τοῦ Εὐαγγελίου κατά Μαριάμ (ἐννοεῖ τήν Μαρία Μαγδαληνή), Ἀπόκρυφο Ἰωάννου καί Σοφία Ἰησοῦ. Τά δέ ἀποσπάσματα εἶναι: ἕνας πάπυρος τοῦ 3ου αἰῶνα μέ ἀποσπάσματα τοῦ κατά Μαριάμ Εὐαγγελίου στήν ἑλληνική γλώσσα.
Τά γνωστικά κείμενα, ὅπως εἶναι φυσικό, πρόσφεραν λιγότερες πληροφορίες ἀπό ὅτι οἱ ἀντιαιρετικοί συγγραφεῖς. Ἐπειδή δέ οἱ τελευταῖοι, ὅπως εἶναι φυσικό, χρησιμοποιοῦσαν ἐπιθετικό συνήθως ὕφος λόγῳ τοῦ ἀντιρρητικοῦ χαρακτῆρα τῶν συγγραφῶν τους, προκαλοῦσαν κάποια δυσπιστία στούς ἑρευνητές, ὡς πρός τήν ὀρθότητα καί ἀκρίβεια τῶν πληροφοριῶν τους, μερικοί μάλιστα παρουσίαζαν μιά ἰδανική εἰκόνα τους. Μετά ὅμως τήν ἀνακάλυψη τοῦ Nag Hammadi, μέ τήν ὁποία κατεδείσθη ἀπό τά εὑρεθέντα συγγράμματα πόσο ἐπικίνδυνοι ἦταν γιά τήν Ἐκκλησία, οἱ ὅροι ἀντεστράφησαν, καί τώρα πλέον οἱ ἐπιστήμονες κατανοοῦν, πόσο εἶχαν ἀδικηθεῖ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἀντιαιρετικοί συγγραφεῖς. Ἡ μελέτη τῶν γνωστικῶν κειμένων, ὄχι μόνο τούς δικαιώνει ὡς πρός τή γνώμη τους γιά τούς Γνωστικούς, ἀλλά, πολύ περισσότερο, ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτοί ἦταν πολύ χαλεπότεροι αἱρετικοί, ἀπό ὅσο μποροῦμε νά συλλάβουμε ἀπό τίς πληροφορίες τῶν ἀντιαιρετικῶν συγγραφεών. Ὅπως ἔγραφε ἕνας ἀπό τούς κυριότερους μελετητές τῶν χειρογράφων τοῦ Nag Hammadi, ὁ G. Quispel, «ἀπό τῆς πλευρᾶς τῆς διανοητικῆς ὑγείας καί ὀρθοφροσύνης, ὄχι σπάνια αὐτοί (οἱ Γνωστικοί), ὑπῆρξαν ἐπικινδυνότατα ὑποκείμενα καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό οὐσιῶδες σ’ αὐτούς».

 


Οἱ γνώσεις μας λοιπόν γιά τούς Γνωστικούς πολλαπλασιάστηκαν ἀφάνταστα μέ τήν ἀνακάλυψη τῶν χιερογραφων τοῦ Nag Hammadi τό 1946. Τό Nag Hammadi, στήν Ἄνω Αἴγυπτο, 50 χιλιόμετρα βορείως τοῦ Luxor, βρίσκεται στή θέση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλεως τοῦ Χηνοβοσκίου. ἡ πόλη αὐτή θεωρεῖται ἡ γενέτειρα τοῦ μοναχισμοῦ, γιατί σ’ αὐτήν κοντά ἵδρυσε τά πρῶτα μοναστήρια τό 314 μ. Χ. ὁ ἅγιος Παχώμιος. Λίγο ἀργότερα, ἡ περιοχή κατακλύστηκε ἀπό μοναστικά κοινόβια, ἡ ὕπαρξη τῶν ὁποίων ἀνάγκασε τούς Γνωστικούς πού κυριαρχοῦσαν προηγουμένως νά ἀναχωρήσουν. Προηγουμένως ὅμως, ἐνταφιάσαν τά ἱερά τους βιβλία στίς γύρω σπηλιές, ὅπου παρέμειναν φυλασσόμενα ἀπό τή φθορά τοῦ χρόνου, τούς ἱερόσυλους καί τούς ἀρχαιοκάπηλους, ὡς τό 1946, ὁπότε βρέθηκαν τυχαῖα ἀπό τούς φελλάχους τῆς περιοχῆς. Μέ μυθιστορηματικο τρόπο ἔφθασαν στά χέρια τῶν ἐρευνητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκπληκτοι διεπίστωσαν, ὅτι εἶχαν πλέον στή διάθεσή τους 48 κείμενα τῶν Γνωστικῶν, ἀπό τά ὁποῖα μποροῦσαν νά ἀντλήσουν ἀπ’ εὐθείας πληροφορίες γι’ αὐτή τήν περιώνυμη κίνηση, πού ἀπείλησε τόν Χριστιανισμό ἴσως περισσότερο καί ἀπό τούς διωγμούς. Ἡ ἀνακάλυψη αὐτή, καθώς καί ἡ ἄλλη τῶν χειρογράφων τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, πού ἔγινε σχεδόν ταυτόχρονα, θεωροῦνται οἱ μεγαλυτερες ἀνακαλύψεις τοῦ 20ου αἰῶνα στόν τομέα τῶν πνευματικῶν ἐπιστημῶν. Οἱ πάπυροι τοῦ Nag Hammadi, θησαυρός κρυμμένος ἐπί αἰῶνες, μᾶς φέρνουν κατ’ εὐθείαν στίς πηγές τοῦ Γνωστικισμοῦ καί λύνουν πλῆθος προβλημάτων σχετικῶν μέ τή Γνώση. Τέλος, τά βιβλια, πού γνωρίζαμε ὅτι ὑπῆρχαν ἀπό τίς μαρτυρίες ἄλλων συγγραφέων, τώρα ἔφθασαν αὐτούσια σέ μᾶς, σχεδόν στό σύνολό τους.

 


Ἀπό τό περιεχόμενό τους φαίνεται, ὅτι οἱ Γνωστικοί τοῦ Χηνοβοσκίου ἦταν Σηθιανοί, θεωροῦντες δηλαδή ὡς προπάτορά τους τόν Σήθ, υἱό τοῦ Ἀδάμ. Πρέπει νά σημειωθεῖ, ὅτι οἱ Σηθιανοί εἶχαν ἐλάχιστες διαφορές ἀπό ἄλλους Γνωστικούς, ὅπως οἱ Ναασσηνοί, οἱ Ἀρχοντικοί, οἱ Όφέτες, οἱ Βαρβηλιῶτες ἤ Βαρβελῖτες κ. ἄ. Ἕνας κώδικας ἀνήκει στούς Βαλεντινιανούς. Δεδομένων τῶν μικρῶν διαφορῶν τῶν Γνωστικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μεταξύ τους, μποροῦμε νά θεωρήσουμε, ὅτι διά τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν γνωρίζουμε τούς Γνωστικούς, μέ ὅποιο ὄνομα καί ἄν ἐμφανίζονται στήν ἱστορία.
Τά 48 εὑρεθέντα συγγράμματα περιέχονται σέ 13 κώδικες ἀπό πάπυρο, βιβλιοδετημένους καί πολύ καλά διατηρημένους. Σέ δύο ἀπό αὐτούς ἡ βιβλιοδεσία ἔχει καταστραφεῖ.
Ἡ γλώσσα τῶν κωδίκων εἶναι ἡ κοπτική. Οἱ δέκα χρησιμοποιοῦν τήν σαϊδική διάλεκτο, ἑνας κώδικας χρησιμοποιεῖ μιά νέα διάλεκτο, ἕνας ἄλλος τήν σαϊδική καί τή νέα διάλεκτο, καί ἕνας τρίτος τήν κάτω ἀχμιμική, πού ὁμιλεῖτο στό Χηνοβόσκιο.
Οἱ κώδικες ἔχουν γραφεῖ τόν 4ο αἰῶνα, τά περισσότερα ὅμως συγγράμματα πού περιέχουν ἔχουν γραφεῖ παλαιότερα, ἀναγόμενα ὡς τά μέσα ἤ τίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰῶνα μ. Χ. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι παλαιότερα τῶν ὀλίγων γνωστῶν μέχρι τότε.

* * *

Ὁ Χριστιανισμός, διέβλεψε τόν κίνδυνο ἀπό τή διάδοση τῶν διδασκαλιῶν τοῦ Γνωστικισμοῦ, ἦρθε ἀπό τήν ἀρχή ἀντιμέτωπός του, ἀγωνιζόμενος μέ ὅλες τίς δυνάμεις του νά ἀνακόψει τήν πλημμύρα καί νά διατηρήσει ἀνόθευτη τήν ἀποστολική παράδοση. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετώπισαν σθεναρά κάθε ἀπόπειρα διευσδύσεως τῶν γνωστικῶν ἰδεῶν μέ ὁποιαδήποτε μορφή στήν Ἐκκλησία, ἀντικρούοντας καί καταπολεμώντας τες, τόσο προφορικά, ὅπως ὁ Πέτρος τόν θρωρούμενο ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ Γνωστικισμοῦ Σίμωνα τόν Μάγο, ὅσο καί γραπτά, ὅπως βλεπουμε στά συγγράμματα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ὄντως, πολλά σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκηες εἶναι μάρτυρες τοῦ ἀγῶνα αὐτοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς «ψευδωνύμου Γνώσεως», κατά τήν ἔκφραση τῆς Α’ πρός Τιμόθεον ἐπιστολῆς (6, 20). Ἀλλοῦ, ὁ ἀγῶνας εἶναι κατά μέτωπον, ἀλλοῦ πλαγίως, ἐνῶ ἀλλοῦ βλέπουμε τά τρόπαια τοῦ ἀγῶνα, δηλαδή λέξεις ἤ ἰδέες τῶν Γνωστικῶν, τίς ὁποῖες οἱ συγγραφεῖς ἐσκύλευσαν ἀπό αὐτούς καί τώρα τίς χρησιμοποιοῦν μέ τελείως διαφορετική, χριστιανική πλέον, ἔννοια.

* * *

 

Σταυρός στο βογομιλικό νεκροταφείο στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης

 

Ὁ Γνωστικισμός, ἀφοῦ καταταλαιπώρησε τήν Ἐκκλησία καί συντάραξε τά θεμέλια τῆς κοινωνίας γιά μερικούς αἰῶνες, ἄρχισε σταδιακά νά ὑποχωρεῖ , ἤδη μετά τόν 4ο αἰῶνα μ. Χ. Ἄφησε ὅμως κατάλοιπα, τόσο σέ χριστιανικές αἱρέσεις, ὅσο καί ἐκτός τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μικρή ἐπίδραση ἄσκησε ὁ Γνωστικισμός στήν αἵρεση τῶν Μεσσαλιανῶν ἤ Μασσαλιανῶν τοῦ 4ου αἰώνα. Μεγαλύτερη ἐπίδραση βλέπουμε στούς Παυλικιανούς τοῦ 7ου αἰώνα, καί ἀκόμη μεγαλύτερη στούς Βογομίλους τοῦ 10ου αἰώνα, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων εἶναι ἕνα μείγμα Χριστιανισμοῦ, Παυλικιανισμοῦ, Μεσσαλιανισμοῦ καί Δοκητισμοῦ. Τόν 11ο αἰώνα ὁ Βογομιλισμός, πού εἶχε ἀρχικά ἐμφανισθεῖ στή Βουλγαρία, διεδόθη καί στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε ἐπιτυχία μεταξύ τῶν γυναικῶν καί στούς ἀριστοκρατικούς κύκλους. Ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνός ἐξεδίωξε τούς Βογομίλους ἀπό τό Βυζάντιο τό 1110 μ. Χ., αὐτοί δέ μετέβησαν στή Δύση, ὅπου φαίνεται ὅτι ἐπέδρασαν στή διδασκαλία τῶν Καθαρῶν (12ος – 13ος αἰώνας), ἡ ὁποία πάντως ἔχει σαφῶς γνωστικά στοιχεῖα. Οἱ Βογόμιλοι τῆς Βουλγαρίας μετά τόν 14ο αἰώνα ἄρχισαν νά παρακμάζουν, φαίνεται δέ ὅτι μετά τήν τουρκική κατοχή ἐξισλαμίστηκαν. Συγχρόνως ὅμως κατόρθωσαν τήν ἴδια ἐποχή, τόν 14ο αἰώνα, νά διαδόσουν τίς ἰδέες τους στή Θεσσαλονίκη καί δι’ αὐτῆς στό Ἅγιον Ὄρος. Στήν Κωνσταντινούπολη ἀναφέρονται για τελευταία φορά στίς ἀρχές τοῦ 15ου αἰώνα. Στή Βοσνία ἐμφανίζεται ἡ αἵρεση τῶν Παταρίγων.
Κατάλοιπα τοῦ Γνωστικισμοῦ πολλά συναντοῦμε στήν ψευδοϊσλαμική αἵρεση τῶν Δρούσων, λαοῦ 180.000 περίπου ἀνθρώπων, πού κατοικοῦν στόν Λίβανο καί στήν περιοχή τῆς Δαμασκοῦ. Ἡ αἵρεση, πού ἐμφανίστηκε τόν 11ο αἰώνα, εἶναι ἕνα συνοθύλευμα Ἰουδαϊσμοῦ, Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ, μέ ἄφθονα γνωστικά στοιχεῖα . Δέν εἶναι ἀπίθανο, οἱ Δροῦσοι νά εἶναι ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν Γνωστικῶν.
Ἐπίσης, κατάλοιπα τοῦ Γνωστικισμοῦ βλέπουμε στήν ἰουδαϊκή Καββάλα, καθώς καί στήν παραχριστιανική θρησκεία τῆς Χριστιανικῆς Ἐπιστήμης» (Christian Seience). Ἐπίσης, στίς θεοσοφικές κινήσεις, στόν τεκτονισμό καί ἰδίως στίς νεαρότερες παραθρησκεῖες τῶν Νεογνωστικῶν, οἱ ὁποῖες συνειδητά ἐπιχειροῦν νά ἀναστήσουν τό νεκρό σῶμα τοῦ τεθνεῶτος Γνωστικισμοῦ, τοῦ τόσο ἐπικίνδυνου αὐτοῦ ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ὀρθοῦ Λόγου καί τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας.

* * *

Φυσικά, αὐτά ὅλα δέν τό γνώριζαν, ὅσοι σκανδαλίστηκαν, θορυβήθηκαν ἤ θεώρησαν ἐπιχαίροντες ὅτι ἡ ἀνακάλυψη ἑνός ἀκόμη κειμένου τῶν Γνωστικῶν θά ἔφερνε «ἀνατροπή» στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἤ θά τήν ἐκανε νά κλυδωνισθεῖ. Ἡ Ἐκκλησία ἐπεβίωσε καί ἡ διδασκαλία της δέν «ἀνετράπη» ὅταν ἀκόμη ὁ Γνωστικισμός ἦταν ζωντανός, ἐπιθετικός, σκληρός. Τώρα, πού ἀνεκαλύφθη ἕνα γραπτό μνημεῖο ἑνός νεκροῦ κινήματος, εἶναι φυσικά τουλάχιστον ἀστεῖο νά συζητοῦμε κἄν ὅτι μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά πληγεῖ. Στήν τιτάνια ἀντιπαράθεσή της στό παρελθόν μέ τό ἀπεχθές πρόσωπο τῆς ψευδωνύμου Γνώσεως ἡ Ἐκκλησία θριάμβευσε. Τό εἶχε πεῖ ἄλλωστε ὁ Ἱδρυτής της: «Πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

Γ.Α.ΓΑΛΙΤΗΣ