Τῆς κοίμησης

 

 

Ἔκλεισες τά μάτια,
κι ἡ καρδιά πετάει,
ἐκεῖ στά Ἅγια χέρια
τοῦ Γιοῦ Σου φτερουγάει,
ὁλόκληρη σάν ὑψώθηκες
στά οὐράνια Μαρία,
κι ἀδιάκοπα μεσίτρια
γιά τόν κόσμο μας ἔγινες Παναγία.

Αὐτόν τόν κόσμο μας τόν ἄγριο,
τόν λυπημένο ἀφήνεις.

Καί μέσα στίς κακοτοπιές τῶν δρόμων μας,
τῆς δίνης,
πού μᾶς βουλιάζει ὥς τά ἔγκατα
τῆς γῆς πῶς Σέ ζητᾶμε!...
Σέ Σένα στηριζόμαστε
γιά Σένα ξαγρυπνᾶμε!...

 

ΕΛΕΝΗ ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ
(ἀπό το βιβλίο της Ὑψος και Δῶρον ἤ τῆς Ὑπαπαντῆς, ἐκδ. Ἁρμός, 1999)


 

Πλατυτέρα

 

 

 

Στό περιβόλι Σου σάν ἔρθω
Μές στήν ἀγκαλιά σου,

Τήν θεία τήν Πλατειά
τήν Πλατυτέρα,

Νιώθω τό βάλσαμο νά πέφτει
στήν καρδιά μου

ἀπ’τά οὐράνια μάτια Σου
Γλυκειά Μητέρα

                   ***

Πόσους χωράει ἡ ἀγκαλιά Σου;
Πῶς;
Τό κάθε δάκρυ μας, ὁ κάθε δισταγμός,
ὁ κάθε πόνος, οἱ πληγές ὅλες σιμά Σου,
χάνουν καί σβύνονται,
ἀπ’ τό Πανάγιο ἀντίκρυσμά Σου.

                   ***

Τά χέρια ἁπλώνεις.
Μιά Γῆ ὁλάκερη ἀγκαλιάζεις…
Κι ὅλα παιδιά σου
τοῦ Θεοῦ Ἐσύ Μητέρα.

                   ***

Πῶς βρίσκεις τρόπους ὅλους
νά πλησιάζεις…
Τῶν Χερουβείμ ἐσύ Τιμιωτέρα.

Τρέχει ἡ πληγή μας αἷμα καί σταλάζει·
Κλαίει ἡ καρδιά, πονάει τήν κάθε μέρα
Κι ἔρχεται ὁ πιστός και ἀπαγκιάζει
σέ Σένα
οὐρανῶν καθαρωτέρα.

 

ΕΛΕΝΗ ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ
Ἀπό τή συλλογή
«Ὑψος καί Δῶρον ἤ τῆς Ὑπαπαντῆς», 1999

 

Δεκαπενταυγουστιάτικες ὧρες στά πάλευκα τῶν νησιῶν μας Κοιμητήρια

Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Τοίχογραφία καθολικοῦ Ἱ. Μονῆς Βατοπαιδίου (1312 μ. Χ.)

 

 

«Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται καί κλίμαξ πρός οὐρανόν ὁ τάφος γίνεται…»


Σέ ὥρα ἀπόβραδη, μέ τό μελτέμι νά σαλεύει ἁπαλά τίς κορυφές τῶν κυπαρισιῶν καί νά κατεβαίνει μέ τίς στερνές του ἡλιαχρτίδες πάνω στά μνήματα. Στά λιτά καί ἀπέριττα μνήματα, πού δέν ἔχουν τή σημερινή τήν ἐπιτήδευση μέ τά βαρειά τά μάρμαρα καί τά πλαστικά τά ἄνθη. Γιατί ἐκεῖνα τά μνήματα ἦταν φροντισμένα ἀλλιῶς, μέ ἁπλότητα, καλωσύνη καί ὅση φιλοκαλία περίσσευε στις καρδιές ἐκείνων τῶν παλιῶν νησιωτῶν. Γι’ αὐτό καί τά ἐπιμελοῦνταν μέ προσοχή, κοιτάζοντας νά τοποθετήσουν τό λιτά χειροποίητο ξύλινο σταυρό, τίς ἀσβεστωμένες πλίθες στις ἄκρες τοῦ μνημείου μέ ὀδοντωτή σειρά καί τέλος, πάνω στην ἐπιφάνεια τοῦ τάφου στρώνανε λευκά λαλαρίδια, ἀπ’ τό γιαλό φερμένα.
Άναπαύονταν λοιπόν οἱ κεκοιμημένοι κάτω ἀπ’ τή στρώση ταῶ νλευκῶν λαλαριδῶν, πού μοσχομύριζαν ἀρμύρα: μοσχοβολιά γνώριμη σ’ αὐτούς, γιατί αὐτή τους ἔθρεψε μαζί μέ τό λεπτό τό ἄρωμα τοῦ πεύκου.
Λιτά στολίδια τά μικρά τά βασιλικά, πού μαζί μέ τό λαδοκάντηλο ἀφήνουν στόν ἐπισκέπτη μιά ἰδέα κατανύξεως καί παραμυθίας.
Δεκαπενταύγουστο· οἱ καμπάνες ἀφήνουν στό γιορταστικό τ’ ἀπόβραδο τόν ἐλπιδοφόρο ἦχο τους καλώντας σέ σύναξη.
Καί στά Κοιμητήρια, ὅταν φτάνει ὁ ἦχος αὐτός, ἀρχίζει ν’ ἀνεβαίνει μέσ’ ἀπ’ τά μνήματα μιά παράξενη σιωπή, ἡ ὁποία ἁπλώνεται γύρω κι ἀφήνει τή σφραγίδα τῆς χαρμολύπης. Γιατί, ὅλοι αὐτοί πού ἀναπαύονται κάτω ἀπ’ τήν πάλευκη τή στρώση τῶν λαλαρίδων, ξέρουν, ἐπειδή τό βλέπουν, κλίμαξ νά γίνεται ὁ τάφος, πού θριαμβευτικά τήν ἀνεβαίνει ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς. Τό βλέπουν καί χαίρονται, γιατί καλοῦνται κι αὐτοί νά τήν ἀκολουθήσουν καί ν’ ἀνέβουν τά σκαλοπάτια μέ τή βεβαιότητα τῆς ἀγάπης Της, τήν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀδιαλείπτων πρεσβειῶν Της καί τό γλυκασμό τῆς ἀμέτρου παραμυθίας Της.
Στέκουν σιωπηλοί οἱ κεκοιμημένοι καί μέ τή λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους ἀναμμένη καί Τή μακαρίζουν, ὅπως «αἱ γενεαί αἰ πᾶσαι». Γιατί εἶναι πιά σίγουροι, ὅτι «σῶζοι ἀεί τήν κληρονομίαν Της …».
Κι αὐτούς πού ἀναπαύονται στό κοιμητήριο, ἐκτός τοῦ ὅτι συνιστοῦν ἕναν δικαιωματικό μακαρισμό, ὀφείλουμε νά τούς καταθέσουμε τό σεβασμό μας, γιατί ἀποτελοῦν καί εἶναι πανίερα ταμιευτήρια, τά πληρωμένα μνῆμες, γεγονότα καί βιορυθμούς τοῦ χθές, τό ὁποῖο ἐξάπαντος κρατοῦν στά χέρια τους καί τό παραδίδουν, ὡς ἄλλη παρακαταθήκη, στόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν. Γιατί ὅλοι αὐτόι, ἤ σχδόν ὅλοι, ἔχουν λίγο πολύ ταυτιστεῖ καί μέ δικά μας παρόμοια γεγονότα, ἀλλά καί τίς ἐπιλογές τοῦ παγκόσμιου βίου μας.
Στέκομαι τοῦτο τό σεπτό ἀπόβραδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου κι ἀντικρύζω τό Κοιμητήριο τῶν προγόνων μου νά μένει ἀκίνητο μέσ’ τή θερινή τήν ἀντηλιά, μέχρι νά δεχτεῖ στά σπλάχνα του κάποιο νέο σπόρο τοῦ Θεοῦ: μιάν ἀνθρώπινη μορφή πού μέχρι τότε κάποιο φύλασσε σ’ αὐτό τό χωριό.
Ὅμως σέ λίγο θα σιμώσει ἡ νύχτα· τότε θα λαμπυρίσουν τά καντήλια στά μνημεῖα, ἐνῶ ἡ σιωπή θα σεργιανᾶ ἀνάμεσά τους, ἀνάμεσα στά κυπαρίσσια. Τά νυχτοπούλια θα συλλαβίζουν τό δικό τους τό μοιρολόϊ: αὐτό πού συνήθως δέν ἀκοῦν οἱ ζωντανοί, ἀλλά μονάχα οἱ κεκοιμημένοι. Αὐτοί δηλαδή πού ἀναπαύτηκαν ἀπό τίς μέριμνες τοῦ βίου κι ὅλα τά ἐφήμερα. Γιατί ἔμαθαν τό ἄλλο μέγιστο τό μάθημα: «ἐν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε…».

Δεκαπενταύγουστος 2008

 

π. ΚΩΝ. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Μοναχισμός, ἡ τάξη τῶν ἐκτός. Ἡ Μοναστικὴ ἡσυχία.

 

 

 

«Ἠγρύπνησα καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον
ἐπὶ δώματος». (Ψαλ. 101,8).

 

Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, κατὰ σειρὰ προτεραιότητας, ἔρχεται δεύτερη, ἀφοῦ ἡ Γένεση μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι: «ὅτε ἐγεννήθησαν ἄστρα ἤνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου».Ἡ πνευματική, λοιπόν, Δημιουργία καταλαμβάνει τὴν πρωταρχικὴ θέση στὴ δημιουργικὴ σκέψη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε τὴν ἕβδομη ἡμέρα καὶ τοποθετήθηκε ὡς ἡ κορωνίδα τῆς ὅλης δημι- ουργίας∙ ἔγινε γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχιερέας τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Τὸ πιὸ πολύτιμο στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ ἀποτελεῖ τὴν εἰδοποιὸ διάφορὰ μὲ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία: «καὶ ἐνεφύσησεν αὐτῷ πνοὴν ζωῆς». Ἡ ψυχή του εἶναι τὸ θεϊκὸ σημεῖο τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Ἡ ἀπώλεια τοῦ Παραδείσου, μὲ τὴν παρακοή, δημιούργησε ἕνα κενό, τὸ ὁποῖο ἀνέμενε τὴν πλήρωσή του, μὲ τὴν ἐπανεμφάνιση τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μιὰ ἄβυσσος νεφῶν, ὅπου ἐπικρατοῦσε τὸ χάος: «καὶ σκότος ἐπεφέρετο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου», μέχρι τῆν κάθοδο τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐμφάνιση τοῦ φωτός, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Λόγου, εἰσβάλλοντας στὰ διαφανῆ βάθη τοῦ θείου γνόφου.
Ἡ ἄβυσσος, ποὺ ἦταν ἡ χαμένη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸν μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γέμισε μὲ λάμψη καὶ ἔκπαγλο φῶς, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς καθόδου τοῦ Νέου Ἀδάμ. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἔδωκε στὸν ἄνθρωπο τὴ βεβαιότητα, ὅτι κι αὐτὸς εἶναι γιὸς «κατὰ χάριν», τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος χώρισε τὸ πραγματικὸ ἀπὸ τὸ ἀπατηλό. Ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Υἱοῦ ἐπιτρέπει, εὔκολα πιά, τὴ γνωριμία ὅλων τῶν ἀληθειῶν, ποὺ εἶναι συγκε- κριμένες γιὰ τὰ πνευματικὰ του παιδιά. Στὴν ἀρχή, ὁ ἀρχέγονος ἄνθρωπος-γιὸς δὲ γνώριζε τὴ διάκριση καλοῦ κακοῦ, δὲν τὸν ἀφοροῦσε καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε σχέση μὲ τὸ κακό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ἐπέλεξε ἐλεύθερα νὰ ἀποκτήσει τὴν ἐμπειρία τοῦ κακοῦ, παραχώρησε αὐτόματα τὸ φῶς στὸ σκοτάδι. Τότε, ἡ ψυχή του ξαναγίνεται κενὴ καὶ ἡ νύχτα ἐπισκιάζει τὴν ἄβυσσο τοῦ πνεύματός του, παρα- μένοντας ἔτσι νοσταλγὸς τοῦ φωτός. Ἔκτοτε, μέσα ἀπὸ τὶς νοσταλγικὲς του περιπλανήσεις, μὲ φωνὴ μεγάλη, καλεῖ νὰ ἐπανέλθει τὸ φῶς, ποὺ ἐξαιτίας του ἔγινε δραπέτης.
Ὅταν, μὲ τὴ Βάπτισή του ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πλανιόταν, γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, πάνω στὰ νερά. Ἔγινε, τότε, μιὰ νέα Δημιουργία. Τὸ σκοτάδι, ποὺ γέμιζε τὴν ἄβυσσο, ἀνακτοῦσε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρωπου καὶ διαλύθηκε ἐκ νέου. Τὸ πνεῦμα του πλανιόταν ὄχι μόνο πάνω στὰ νερά, ἀλλὰ εἰδικότερα πάνω στὸν Γιὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ ἀόρατου Πατέρα, ἀπὸ τὸν οὐρανό: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός».Στὴ συνέχεια, ὁ Ἰησοῦς ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ πειρασθεῖ ἀπὸ τὸν διάβολο.
Μέσα στὴ συμβολικὴ γλῶσσα τῶν θείων ἐνεργειῶν βρίσκουμε τὴν ἔννοια τοῦ ὅρου «κλήση», καὶ εἰδικότερα τὴ μοναστικὴ διάθεση τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἀποχωρισθοῦν τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ ἀφιερωθοῦν στὴ σιωπὴ τῆς μοναξιᾶς Ὁ μοναχὸς ἀφιερώνεται στὸν Θεὸ, μὲ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σκοπός του εἶναι νὰ φτάσει στὴ «Νέα Δημιουργία». Ὁ μοναχός, μὲ τὸν κανόνα τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς, τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ μοναξιά, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἀπο- ποίηση τῶν ἀγαθῶν, ἐνισχύεται, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ λησμονήσει, ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς ψυχῆς του εἶναι ἄδειο και ἔρημο. Μὲ τὴν προσευχή, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα καὶ τὸν διαλογισμό, φυλάσσει τὴν ἄβυσσο τῆς ψυχῆς του, ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ φῶτα τῆς ἁπλῆς ἀνθρώπινης σοφίας, καταντᾶ θεοδόχος καὶ ἑλκόμενος ἀπὸ τὸν Χριστό, μέσα στὴν ἔρημο τῆς μοναξιᾶς του, ἀγωνίζεται τὸ κακό, ποὺ μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ διαβόλου καὶ τὸ εὔπιστο τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθε στὸν κοσμικὸ χῶρο.
Ἡ μοναστική, λοιπόν, κλήση εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴ φύση, μιὰ πρόσκληση στὴ μοναξιά, γιατὶ εἶναι κάλεσμα ἐλπίδας. Ὁ μοναχὸς συνεχίζει τὴ μακρὰ πορεία καὶ παράδοση τῆς προσμονῆς καὶ τοῦ ἀγῶνα∙ γίνεται ἄνθρωπος τῶν πόνων καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τραφεῖ μὲ αὐταπάτες. Γνωρίζει τὴ φτώχεια του καὶ ἀναζητᾶ τὴ γυμνὴ πραγματικότητα, ποὺ μόνον ἡ ἐρημιὰ ἀποκαλύπτει. Ὁ μοναχὸς εἶναι συγχρόνως καὶ ἄνθρωπος χαρούμενος μὲ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη, στὸ μέσον τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐρήμου, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰ ὅριά του, γιατὶ ἀγαπᾶ τὴν πραγματικότητα, ὅπως παρουσιάζεται καὶ προστατεύεται ἀπὸ τὴν ταπείνωσή του.

 

 


Εἶναι συγχόνως χαρούμενος καὶ θλιμμένος καὶ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἐπιθυμίες τῆς ἐσωτερικῆς οἰκοδομῆς καὶ συνάμα συναντιλήπτορας τοῦ ἀνθρώπινου πόνου. Ἐπειδὴ ζῆ ἀπὸ καθαρὴ ἐλπίδα διεισδύει στὸ μυστικό, τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς πληροφόρησε ἐκείνους, ποὺ ἔγιναν παιδιά του. Εἶναι ἡ ἐλπίδα, ποὺ μᾶς χαρίζει τὴν κληρονομιὰ νὰ εἴμαστε γιοὶ τοῦ Θεοῦ κατά χάρη. Τὸ νὰ ἀντιληφθοῦμε τή μοναστικὴ κλήση δὲν συνίσταται μόνο στὴν ἀφοσίωση ὅλων ἐκείνων τῶν σκέψεων, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅ,τι, κατὰ καιρούς, ἔγραψαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Τὰ λόγια σταματοῦν στὸ κατώφλι τοῦ μυστηρίου καὶ ἡ σιωπὴ τῆς ἀγάπης, τὴν ὁποία ἐπιλέγει ἡ ψυχή, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν κρυμμένη παράδοξη ζωή, εἶναι ἕνας πελώριος ὠκεανός, γιὰ νὰ ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη γλῶσσα. Ὁ ἄνθρωπος, ὕπαρξη λογική, δὲ ζῆ γιὰ νὰ πιστεύει, νὰ τρέφεται, νὰ ἐργάζεται ἤ νὰ ἀγαπᾶ. Ἡ ὅλη του δραστηριότητα περιχωρεῖ στὴ μυστηριώδη πραγματικότητα. Ἡ προσωπικότητα εἶναι συγκεκριμένη ὕπαρξη, ἀλλὰ ἐλεύθερη, ἀνεξήγητη, προικισμένη μὲ χαρίσματα, ποὺ μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ βολιδοσκοπήσει τὸ βάθος.
Τὸ ἀνθρώπινο, λοιπόν, πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο καὶ ἡ ἐπιστασία τοῦ Δημιουργοῦ μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Ὅσον ἀφορᾶ στὸ μοναχό, εἶναι τὸ πρόσωπο, ποὺ ἐναγωνίως καὶ ἀδιαλείπτως ἀναζητᾶ τὸν Θεό, μέσα στὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς, τῆς καθαρῆς καὶ ἀδιαπέραστης οὐσίας καὶ σοφίας. Ὅλη ἡ οὐσία τῆς μοναστικῆς κλήσεως εἶναι παραχωρημένη μέσα στὴ σιωπή, ὅπου συναντῶνται ἡ ψυχὴ καὶ ὁ Θεός. Ἡ οὐσία τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι καλυμμένη ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ σκοτεινιὰ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, ἐνῶ ἡ ζωὴ καθ’ ἑαυτὴν παραμένει ἀνερμήνευτη.
Τὸ καλύτερο, ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι ὁ μοναχὸς πηγαίνει μέχρι τὰ σύνορα τοῦ ἀπολύτου, στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀδύνατου, στὴν προσπάθεια τῆς ὁράσεως, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ χωρίς νὰ πεθάνει. Εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ἐνόραση, γιὰ τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν τό: «νοῦς ὁρᾶ καὶ νοῦς ἀκούει». Ἔπειτα, μέσα στὴ βαθιὰ σιωπή, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ τραγουδᾶ τὸ ἀτελείωτο τραγούδι της, τὸ φαιδρὸ καὶ ἀνερμήνευτο, τὸ μυστικὸ ἆσμα, ποὺ μουρμουρίζει στὴ μοναστικὴ ψυχή. Εἶναι τὸ ἆσμα, ποὺ ὀφείλει νὰ τραγουδήσει καθένας ἀπὸ μᾶς, δημιουργημένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιὰ νὰ τὸ τραγουδᾶμε ἐμεῖς.
Ἔτσι, τὸ τραγούδι, ποὺ κάθε ἄνθρωπος τραγουδᾶ μουρμουριστά, μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, σχηματίζει μυστικά, μὲ τὶς ἄγνωστες νότες, τὰ τραγούδια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Οἱ φωνές, ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὴ γῆ και ἐκεῖνοι στὸν οὐρανό, σχηματίζουν μιὰ πελώρια χορωδία, χωρὶς νὰ ἀκούγεται ἡ μελωδία της, παρὰ στὸ βάθος τῆς σιωπῆς καὶ «ἐν ἀήχῳ φωνῇ». Ἡ μουσικὴ ποὺ τραγουδᾶμε, γιὰ τὸν Θεό, ταυτίζεται μὲ τὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἡ μουσικὴ καὶ ἡ σιωπὴ δημιουργοῦν μιὰ ἑνότητα καὶ ἐκδηλώνουν τὴ σοφία τους, κρατώντας την κρυμμένη. Μαθαίνουμε τὴ σοφία, ψάλλοντας χωρὶς μουσική, μέσα στὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς, γιατὶ ἐδῶ ἡ φωνὴ τῆς σιωπῆς ἕλκει τὴν ὕπαρξή μας καὶ τὶς κατευθύνσεις μας στοὺς σιωπηροὺς δρόμους τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς εἶναι κίνημα ἀφοσιώσεως καὶ αὐτοπροσφορᾶς διὰ βίου. Εἶναι ἐκδήλωση ὑπέρμετρης ἀγάπης τοῦ προσώπου καὶ ἀντιπροσφορὰ στὴν ἀπόλυτη τρυφερότητα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ χαρμο- λύπη τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ γίνονται ἡ ἀπαρχὴ τῆς προσωπικῆς θυσίας τοῦ μοναχοῦ, μὲσα ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Οἱ μοναχοὶ δὲν ἀνήκουν στοὺς βαθμοὺς τῆς Ἱερωσύνης∙ συναποτελοῦν ἰδιαίτερη τάξη τῶν «ἀφοσιωμένων τοῦ Χριστοῦ», τῶν μετὰ δακρύων προσευχομένων ἀτομικὰ καὶ συλλογικά, καὶ ἀποτελοῦν τὴν τάξη «τῶν ἐκτός».


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΣΣΑΣ, Δρ. Θ.

 

 

Ὁ ζηλωτής Ἠλίας

Ἐποχές παράλληλες


Ὁ ζηλωτής Ἠλίας
Τό αἰώνιο σύμβολο τῆς ἀνυποχώρητης ἀγωνιστικότητας

 

 

Τῇ εἰκοστῇ τοῦ μηνός Ἰουλίου, μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Ἠλιοῦ τοῦ Θεσβίτου

 

   Ἠλίας ὁ Ζηλωτής. «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς». Δεν ὑπάρχει τόπος στην Ἑλλάδα, πού νά μήνε ἔχει μιά ἐκκλησία, ἕνα ξωκκλήσι, Ἕνα προσκυνητάρι προς τιμήν του. ἀνάλογα τιμᾶται καί στις ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες καί στον χριστιανικό κόσμο γενικότερα. Ὁ ἀριθμός αὐτῶν πού ΄φερουν τό ὄνομά του συναγωνίζεται ἐπάξια αὐτόν ἄλλων λαοφιλῶν Ἁγίων. Γιατί, ἐνῶ ἄλλων προσώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δεν συναντοῦμε ναούς καί σπάνια βλέπουμε φορεῖς τοῦ ὀνόματός τους (ἄν ἐξαιρέσουμε τις λίγες περιπτώσεις μοναχῶν καί κληρικῶν), δεν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τόν προφήτη Ἠλία. Οὔτε αὐτός ὁ πατριάρχης Ἀβραάμ, οὔτε ὁ θεόπτης Μωϋςῆς, οὔτε ὁ μεγαλοφωνότατος εὐαγγελικός προφήτης Ἠσαΐας συγκίνησαν τή λαΐκή εὐσέβεια. Μόνον ὁ Ἠλίας τήν συνήγειρε.
    Γιατί ἄραγε;Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ ξεχωριστή ἀγάπη;Εἶναι ἡ διαίσθηση τῆς διαχρονικότητας τοῦ μηνύματος τοῦ ἔργου του; Εἶναι ὁ θερμός του ζῆλος, τό ἄκαμπτο φρόνημα, ἡ ἀνυποχώρητη ἀντίσταση στό παντοῖο κακό, ὁ ἀμείλικτος ἔλεγχος τῆς κρατικῆς αὐθαιρεσίας, αἰώνια πλήν ἀνεκπλήρωτα ζητούμενα;
    Ὅποια ἀπάντηση κι ἄν δεχθοῦμε, ἀκόμη καί τήν πεζή τῶν λαογράφων, αὐτό πού ἐνδιαφέρει εἶναι τό μήνυμα. Μήνυμα ἰδιαζόντως ἐπίκαιρο.

***

   Ἐποχές παράλληλες.
    Το κρατικό βασίλειο πού εἶχε οἰκοδομήσει ὁ μέγας Δαβίδ καί εἶχε στεριώσει ὁ σοφός Σολομών, εἶχε τόν 10ο αἰώνα π. Χ. διαιρεθεῖ, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται. Ἡ ἐμφύλια σύγκρουση μέ δυσκοία ἀπεφεύχθη, ὁ ἐθνικός διχασμός ὅμως παρέμεινε βαθύς. στό ἐσωτερικό τῶν δύο νέων βασιλείων οἱ συγκρούσεις δεν ἔλειψαν, αἱματηρές πολλές φορές.
    Στο Βόρειο βασίλειο, τό ἐπονομαζόμενο «τοῦ Ἰσραήλ», ἡ κατάσταση ἦταν ἀπελπιστική. Κρατική αὐθαρεσία, διαφθορά καί ὀργανωμένη προσπάθεια ἀπομακρύνσεως τοῦ λαοῦ ἀπό τίς πατροπαράδοτες ἀξίες, πού ἄρχισε ἤδη ἀπό τόν ἱδρυτή τοῦ νέου κράτους, τόν Ἱεροβοάμ, καί συνεχίστηκε ἀπό τούς διαδόχους του. Ὁ λαός ἀρχίζει σιγά –σιγά νά ἐπηρεάζει ἀπό τις θρησκεῖες τῶν γύρω λαῶν καί τά ἔθιμά τους, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀλλοίωση τῆς ἐθνικῆς φυσιογνωμίας καί ταυτότητάς του. Στό ἀποκορύφωμα ἔφτασε ἡ κατάσταση ὅταν ὁ βασιλιάς Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) νυμφεύφθηκε τή δυναμική Ἱεζάβελ, κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῆς Τύρου. Ἡ Ἱεζάβελ ἔφερε μαζί της ὡς «προῖκα» τή λατρεία τοῦ Βάαλ – Μελκάρτ, τήν ὁποία ἐπεδίωξε νά ἐπιβάλει ὡς κρατική. Ὑπονόμευσε μέ κάθε τρόπο τήν πίστη τοῦ λαοῦ, ἐφόνευσε τούς θρησκευτικούς ἡγέτες, κατέστρεψε τούς ἱερούς τόπους καί στή θέση τους ἀνήγειρε βωμούς φοινικικῶν θεῶν καί ἐγκατέστησε ἑκατοντάδες «προφητῶν» τῆς νέας, «ἐπακτῆς» θρησκείας. Τά μέτρα ἀπέδωσαν, καί πλῆθος λαοῦ ἐγκατέλειψε τή λατρεία τοῦ ἑνός Θεοῦ καί προσεχώρησε στήν ξενόφερτη πολυθεΐα.
    Καί τότε ἐμφανίζεται ὁ Ἠλίας. Παρουσιάζεται στόν Ἀχαάβ καί τόν ἐλέγχει δριμύτατα, ἐπισύροντας ἔτσι τή μῆνυ τῆς Ἱεζάβελ. Ὁ Ἠλίας κρύβεται σέ μιά σπηλιά στό ὄρος Χωρήβ.
    Στό μεταξύ ἡ διαφθορά ὀργιάζει, μέ κέντρο τό παλάτι. Κι ὅταν ὁ Ἀχαάβ καί ἡ Ἱεζάβελ κατόρθωσαν, μέ δόλια μέσα καί διεφθαρμένους συνεργούς, πολίτες καί κρατικούς λειτουργούς, καί κατευθύνοντας τεχνηέντως τόν λαό, νά σφετερισθοῦν τήν περιουσία κάποιου ἀθώου φονεύοντάς τον μέ «νομιμότατο» τρόπο, ὁ Ἠλίας βγαίνει ἀπό τήν ἀπομόνωση. Ἐπιστρέφει στόν δημόσιο ἔλεγχο, ἐμφανίζεται στόν Ἀχαάβ καί τόν ἐπιτιμᾶ μέ σκληρότατη γλώσσα, συγκλονίζοντας μέχρις ἐξουθενώσεως τόν βασιλέα.
    Σέ λίγο καιρό πεθαίνει ὁ Ἀχαάβ καί τόν διαδέχεται ὁ γιός του Ὀχοζίας, πού συνέχισε, στά δύο χρόνια πού βασίλεψε, τήν τακτική τοῦ πατέρα του, ἐπισύροντας πάλι τόν καυστικό ἔλεγχο τοῦ ζηλωτῆ Προφήτη, πού ἔμεινε στήν ἱστορία ὡς στό αἰώνιο σύμβολο τῆς ἀνυποχώρητης ἀγωνιστικότητας.


***

   Σᾶς θυμίζουν τίιποτε ὅλα αὐτά; Ἄν ναι, τότε μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά ἐποχές παράλληλες. Μέ τή διαφορά, ὅτι μᾶς λείπει ὁ Προφήτης. Ἐμφύλιες αἱματηρές συγκρούσεις καί καταστρεπτικούς ἐθνικούς διχασμούς ζήσαμε κι ἐμεῖς. Αὐθαιρεσία, διαφθορά, συστηματική ὑπονόμευση τῶν ἀξιῶν καί τῆς πίστης πού στήριξε καί ἔθρεψε τόν λαό μας, πόλεμος στήν Ἐκκλησία καί ἐπιχείρηση ἀπαξίωσης τῶν ταγῶν της, δόλιες μεθοδεύσεις, σφετερισμοί ξένης περιουσίας, διαφθορά στή δημόσια διοίκηση καί στή δικαιοσύνη, ἄδικες ἀποφάσεις, ὀργανωμένη προσπάθεια παραχάραξης τῆς ἐθνικῆς φυσιογνωμάις καί ἀλλοίωσης τῆς ταυτότητάς μας στό ὄνομα μιᾶς ἀκατανόητης πολυπολιτισμικότητας καί μιᾶς ἰσοπεδωτικῆς παγκοσμιοποίησης, ὅλα αὐτά ὑποσκάπτουν τό ἦθος τοῦ λαοῦ καί ἀπειλοῦν τήν ὕπαρξή του, ὅπως καί στήν ἐποχή τοῦ Ἀχαάβ καί τοῦ Ὀχοζία.
    Καί τότε, ὁ Θεός ἔστειλε τόν Ἠλία. «Ἦταν σάν τή φωτιά κι ὁ λόγος του ἔκαιγε σάν τή λαμπάδα… Πόσο δοξάστηκες Ἠλία μέ τά ἔργα σου, τά θαυμαστά! … Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού σέ εἶδαν …». (Σοφία Σειράχ 48, 1.4.11).
    Ἄν οἱ καιροί εἶναι παράλληλοι, νά ἐλπίσουμε, ὅτι καί τώρα ὁ Θεός θά στείλει κάποιον Ἠλία; Κάποιον μέ πύρινο λόγο, μέ ἔνθεο ζῆλο, μέ ἄκαμπτο φρόνημα, ἀνυποχώρητο ἐλεγκτή κάθε παρανομίας, ἀδιάφθορο τιμητή κάθε παρεκκλίσεως; Εἶναι πολύ αὐτό πού ζητᾶμε; Εἶναι οὐτοπία νά τό περιμένουμε;Ἤ εἴμαστε τόσο σεσηπότες, ὥστε κάθε ἐλπίδα εἶναι φρούδα;
    Ἐν πάσῃ περιπτώσει … ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΗΛΙΑΣ!


***

   Ἐδῶ θἄπρεπε νά τελειώσω. Ἔτσι, ἀπαισιόδοξα. Γιατί δέν γνωρίζω τήν ἀπάντηση.
   Δέν θέλω ὅμως νά σκοτώσω τήν ἐλπίδα. «Ἡ ἐλπίς οὐ καταισχύνει». Κι ἄν δέν ὑπάρχει φῶς στην ἄκρη τῆς σήραγγας, ἐκεῖ πού φθάσαμε, μόνον ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Αὐτός μπορεῖ νά μᾶς λυπηθεὶ, καί νά μᾶς στείλει τόν ζηλωτή Ἠλία, πού μέ τόν κοφτερό προφητικό του λόγο θά σταματήσει τή γάγγραινα, θά καυτηριάσει πληγές, θά ἀναστείλει τήν πανδημία τοῦ κακοῦ καί θά ἀναμορφώσει τά κοινωνικά καί τά πολιτικά μας ἤθη.
    Πότε ὅμως;

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤ. ΓΑΛΙΤΗΣ