Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

 

 

 

Τῇ ΙΓ΄ τοῦ μηνός Νοεμβρίου Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός Ἰωάννου,
Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου.

 

Μύσας ὁ χρυσοῦς Ἰωάννης τό στόμα,
ἀφῆκεν ἡμῖν ἄλο, τάς βίβλους, στόμα.
Ἀμφί τρίτην δεκαετίαν σίγησεν χρυσέα χείλη.

 


   Ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί γενικότερα ἡ ἀνθρωπότης, ἑόρτασε τό ἔτος 2006 τά χίλια ἑξακόσια ἔτη ἀπό τήν κοίμησιν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἑνός τῶν τριῶν ἱεραρτχῶν. Εἰδικά συνέδρια ἐπραγματοποιήθησαν καί ἕνα μέρος τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ ἀνά τετραετίαν ἐν Όξφόρδη συνερχομένου διεθνοῦς Πατρολογικοῦ συνεδρίου ἀνεφέρετο εἰς τόν μέγαν Πατέρα. Τά δημοσιευθέντα γνήσια ἔργα του ὑπερβαίνουν τήν χιλιάδα, ὑπάρχουν δέ καί ἑκατοντάδες ἄλλων πού σώζονται ὑπό τό ὅνομά του. Εἰς τό παρόν σύντομον ἄρθρον θά γίνη μιά γενική παρουσίασις τῆς μεγάλης αὐτῆς μορφῆς.

 


   Ὁ Ἰωάννης ἐγεννήθη εἰς τήν Ἀντιόχειαν ἐξ εὐγενῶν χριστιανῶν γονέων μεταξύ τῶν ἐτῶν 344 καί 354 μέ πιθανωτέραν τήν τελευταίαν χρονολογίαν κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ Παλλαδίου. Λόγῳ τοῦ προώρου θανάτου τοῦ πατρός του Σεκούνδου, ἀνωτάτου ἀξιωματικου, τήν ἀνατροφήν τοῦ ἀνέλαβε ἡ μητέρα του Ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία ἀφωσιώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τήν κατά Χριστόν ἀυατροφήν τοῦ ὑίοῦ της. Ἔλαβε ἀρτίαν μόρφωσιν ἔχων μεταξύ τῶν ἄλλων διδασκάλους τόν φιλόσοφον Ἀνδραγάθιον καί τόν διάσημον ρήτορα Λιβάνιον. Ἐφοίτησε καί εἰς τό λεγόμενον Ἀσκητήριον, τήν Θεολογικήν Σχολήν πού εἶχε ἱδρύσει ὁ Διόδωρος, μετέπειτα ἐπίσκοπος Ταρσοῦ, μετά τοῦ Καρτερίου. Ὁ Ἰωάννης ἐμόνασε ἐπί τέσσερα ἔτη πλησίον Σύρου γέροντος καί ἐν συνεχείᾳ δύο ἔτη ἐντός σπηλαίου. Χειροτονηθείς διάκονος καί πρεσβύτερος τά ἔτη 381 καί 386 ὑπό τῶν ἐπισκόπων Ἀντιοχείας Μελετίου καί Φλαβιανοῦ, ἐπί δώδεκα έτη παρέμεινε εἰς τήν Ἀντιόχειαν ὡς ἱεροκήρυξ. Τήν 26ην Φεβρουαρίου τοῦ 398 ἐχειροτονήθη Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.
    Ὁ Ἰωάννης διεκρίθη διά τά πλούσια προσόντα του, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἀγάπην τοῦ ποιμνίου του. Εἶναι γνωστά τά κηρύγματά του μέ τά ὁποῖα ἐνεθάρρυνε τόν λαόν τῆς Ἀντιοχειας, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιοε εἶχεν ἀπειλήσει ὅτι θά πυρπολήση τήν πόλιν ἐξ ἀφορμῆς τῆς καταστροφῆς τῶν ἀνδριάντων αὐτοῦ καί τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας του.
    Κάτοχος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς, ἐξεφώνησε πολλάς ὁμιλίας. 'Ιδιαιτέρως πρέπει νά ὑπογραμμίσωμεν τάς 32 ὁμιλίας του εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τόν ὁποῖον καί ἠγάπα ἰδιαιτέρως. Ὑπό τῶν ἐρευνητῶν θεωρεῖται τό ἔργον τοῦτο ὡς τό ὡραιότερον ὑπόμνημα εἰς τήν ἐπιστολήν αὐτήν.

 


   Εἶναι ἀδύνατον καί αὐτή ἡ ἁπλή ἀναφορά εἰς τά πολυάριθμα ἔργα του. Ὅλα πάντως ἔχουν ἠθικόν καί οἰκοδομητικόν χαρακτήρα, ὁ Ἰωάννης ἐκήρυττε τήν λιτότητα καί τήν φιλανθρωπίαν, ἀλλά πρῶτος ἐκεῖνος ἔδιδε τό παράδειγμα. Ὡς χαρακτηριστικῶς ἀναγράφει εἰς τόν ἕκτον περί ἱερωσύνης λόγον τοῦ «ἀνάγκη τῷ διδασκάλῳ σπείρειν καθ' ἑκάστην, ὡς εἰπεῖν, ἡμέραν, ἵνα τῇ γοῦν συνεχείᾳ δvνηθῇ κρατυθῆναι παρά τοῖς ἀκούουσι τῆς διδασκαλίας ὁ λόγος» (J.-P. Migne PG 48,680). Ὁ μέγας πατήρ ἐκατηγορεῖτο ὅτι ἀπέφευγε τίς προσκλήσεις καί τά ἐπίσημα γεύματα, Ὠργάνωσε ὅμως τό ἔργον τῆς κοινωνικῆς προνοίας διά τῆς οἰκοδομῆς γηροκομείων, νοσοκομείων, πτωχοκομείων καί ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Εἰς τό ἔργον αὐτό εἶχε τήν βοήθειαν ἀξιολόγων διακονισσῶν μέ προϊσταμένην την ἀριστοκράτισσαν χήρα Ὀλυμπιάδα, συγγενή τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
    Τό ἔτος 401 προσκληθείς μετέβη ἐπί τρίμηνον εἰς Μικράν Ἀσίαν καί διά συνόδου ἐν Ἐφέσῳ κατεδίκασε τρεῖς σιμωνιακούς ἐπισκόπους, δι' ἀθεμίτου τρόπου καταλαβόντας τόν θρόνον. Τοῦτο προεκάλεσε ἀντιδράσεις ὄχι μόνον τοπικῶν παραγόντων, δεδομένου ὅτι μέχρι τότε ὁ Κωνσταντινουπόλεως δέν εἶχε σχετικήν διαδικασίαν, ἀλλά καί τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος πιεσθείς εἶχε χειροτονήσει τόν Ἰωάννην εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπωφεληθείς ὁ Θεόφιλος, τῆς ἀρνητικῆς στάσεως τῆς αὐτοκρατείρας Εὐδοξίας καί τῆς αὐλῆς αὐτῆς ἦλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν κατόπιν προσκλήσεως τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου διά νά κρίνη τόν 'Ιωάννην ὑπό συνόδου. Διά τῆς συνόδου τῆς Δρυός ὁ μέγας πατήρ κατεδικάσθη καί ἐξωρίσθη, ἐνῶ ὅμως εὑρίσκετο εἰς Βιθυνίαν, ἀνεκλήθη ἡ ἀπόφασις λόγῳ καταστροφῆς ἀπό σεισμοῦ ἤ ἄλλου ἀτυχήματος εἰς τόν κοιτῶνα τῆς βασιλίσσης. Πρίν ὅμως παρέλθη ἔτος, ἡ τοποθέτησις ἀργυροῦ ἀγάλματος τῆς βασιλίσσης ἔναντι τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ καί αἱ εἰδωλολατρικοῦ χαρακτῆρος τελεταί προεκάλεσαν τήν ἀντίδρασιν τοῦ Ἰωάννου καί τήν ἀφορμήν νέας διώξεώς του. Μετά παρέλευσιν ἔνδεκα ἑβδομάδων ἔφθασεν εἰς τό χωρίον Κουκουσός εἰς τά σύνορα Καππαδοκίας καί Ἀρμενίας. Παρά τήν μεγάλην ταλαιπωρίαν καί τήν ἀσθενή ὑγείαν του συνέχισε τό ἱεραποστολικόν ἔργον, τό ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν διά τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σκυθῶν καί τῶν Γότθων. Εἶχε ἐξ ἄλλου συνεχή ἀλληλογραφίαν καί οἰκονομικήν ἐνίσχυσιν κυρίως ἀπό τήν Ὀλυμπιάδα καί τόν περί αὐτῆν κύκλον. Ἤδη ἀπό τήν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας εἶχε στείλει ἐπιστολήν εἰς τόν πρεσβύτερον Κωνστάντιον γράφων μεταξύ τῶν ἄλλων «κaί Φοινίκην καί Ἀραβίας καί τῶν κατά τήν ἀνατολήν μή παύσῃ φροντίζων ἐκκλησιῶν, εἰδώς ὅτι πλείονα λήψῃ τόν μισθόν» (Ἐπιστ. 225. J.P. Migne PG 52, 733). Σημειωτέον ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶχεν ἐργασθεῖ διά τόν ἐκχριστιανισμόν τῆς Φοινίκης, ἐνῶ ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τήν Ἀντιόχειαν. Εἰς ἄλλην ἐπιστολήν του πρός τόν πρεσβύτερον Ρουφίνου γράφει νά ἀφήση τήν μονήν του καί νά μεταβῆ εἰς τήν Φοινίκην διά νά ἐνισχύση τούς ἐκεῖ Χριστιανούς (Ἐπιστ. ΚΕ, PG 52, 685). Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Ἰωάννης εἰργάσθη καί διά τόν ἐκχρισπανισμόν τῶν Περσῶν. Τό ἱεραποστολικόν του ἔργον ἐπεξετάθη καί εἰς τήν Συρίαν, Κιλικίαν και Ἀραβίαν.
    Τό βαρύ κλίμα τῆς Κουκουσοῦ ἔβλαψε τήν ὑγείαν τοῦ 'Ιωάννου. Καί οἱ καλοί ἰατροί του δέν ἠδύναντο νά τόν βοηθήσουν ἐλλείψει φαρμάκων. Τήν κατάστασιν ἐπεβάρυνε ἡ ἐπιδρομή τῶν Ἰσαύρων. Ἡ μόνη εὐχάριστος εἴδησις ἦτο ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Δύσεως Ὀνώριος καί αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἰταλίας δέν ἔστειλαν εἰς τόν αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς Ἀρκάδιον ἐπιστολήν διά τήν σύγκλησιν οἰκουμενικῆς συνόδου εἰς Θεσσαλονίκην. Διά τῆς συνόδου αὐτῆς θά ἀκυροῦντο αἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Δρυός καί θά ἀποκαθίστατο ὁ Ἰωάννης εἰς τόν θρόνον του. Δυστυχῶς ἡ ἀποσταλεῖσα ἀντιπροσωπία μετά ἀπό πολλάς ταλαιπωρίας ἐξεδιώχθη. Εἰς τήν ἀποτυχίαν τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου προσετέθη καί ἡ ἀπόφασις τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ἰωάννου ἀπό τήν Κουκουσόν καί ἡ μετάβασίς του εἰς Πιτυούντα τοῦ Πόντου. Τοῦτο κατέστη ἀδύνατον λόγῳ τῆς ἐπιβαρυνθείσης ὑγείας τοῦ Ἰωάννου. Μετά ταλαιπωρίαν τριῶν μηνῶν ἔφθασαν εἰς Κόμανα. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης παρέδωσε τό πνεῦμα καί ἐτάφη πλησίον τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καί ἀνεφώνησε τό «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

 

 


   Ὁ θάνατος τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας καί Πορφυρίου Ἀντιοχείας ἤνοιξαν τόν δρόμον διά τήν ἐγγραφήν εἰς τά δίπτυχα τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰωάννου καί τήν άποκατάστασιυ των σχέσεων μέ τήν ρωμαϊκήν ἐκκλησίαν.
Ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Ἀλέξανδρος ἀνεκάλεσεν εἰς τήν θέσιν των πολλούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκλεγεῖ ἀπό τόν Χρυσόστομον.
     Ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου διά τῆς μετακομιδῆς τῶν λειψάνων του ἔγινε τό 438, ὅταν εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνῆλθεν ὁ Πρόκλος, παλαιός μαθητής τοῦ Ἰωάννου. Τό Σῶμα τοῦ ἁγίου ἀπό τή μικράν ἐκκλησίαν τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου μετεφέρθη εἰς τόν ναόν τῶν 'Αγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος εἶχε κτισθεῖ ἀπό τόν Μέγαν Κωνσταντίνον, καί ὅπου ἐνταφιάζοντο οἱ Χριστιανοί αὐτοκράτορες καί οἱ ἀρχιεπίσκοποι Κωνσταυτινουούλεως.
    Σήμερον, τό σκήνωμα τοῦ ἁγίου ἐπιστραφέν ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολικήν ἐκκλησίαυ εὑρίσκεται εἰς τόν ἱ. ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.

 

ΗΛΙΑΣ Δ. ΜΟΥΤΣΟΥΛΑΣ

Ὁμοτ. καθηγητής Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 

 

Η πρώτη καταγραφή των περιστατικών κατά χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα είναι γεγονός

 

 

 

Η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας

προχώρησε στην καταγραφή


Σε μια πρωτότυπη -για τα ελληνικά δεδομένα- κίνηση, αλλά απολύτως αναγκαία προκειμένου να υπάρξουν αξιόπιστα στοιχεία για τα περιστατικά βίαιων ενεργειών σε χώρους θρησκευτικού ενδιαφέροντος στην χώρα μας προχώρησε το υπουργείο Παιδείας και η αρμόδια Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων.
Με την πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας για την δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων της έρευνας καλύπτεται ένα πολύ σημαντικό κενό και τίθενται οι βάσεις για τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων και ενός παρατηρητηρίου που θα είναι σε θέση να καταγράφει σχετικά περιστατικά και να διατηρεί συγκεντρωμένα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για περιστατικά βίας σε βάρος ευκτήριων οίκων και χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος.
Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση (htpp://www.minedu.gov.gr/publications/docs2016/ek8esi.pdf)

 

 


Η έκθεση για τα περιστατικά κατά χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος επιχειρεί, για πρώτη φορά, να συγκεντρώσει με τρόπο συγκροτημένο και σε συνεργασία με τις θρησκευτικές κοινότητες, περιστατικά προσβολής των θρησκευτικών χώρων, αποτυπώνοντας τη γενικότερη κατάσταση σε εθνικό επίπεδο, ώστε να χρησιμεύσει ως ένα αξιόπιστο εργαλείο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την πραγματική έκταση των εν λόγω φαινομένων. Παρ’ ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της Έκθεσης η ανάλυση των αιτιών, η αξιόπιστη και μεθοδική καταγραφή του προβλήματος είναι αναμφίβολα βασική και αναγκαία προϋπόθεση για την περαιτέρω αναζήτηση αυτών.
Προκειμένου να γίνει καταγραφή και η επεξεργασία των στοιχείων απαιτήθηκε να δημιουργηθεί εκ του μηδενός ένα δίκτυο καταγραφής στο οποίο συμμετέχουν οι περισσότερες θρησκευτικές κοινότητες της χώρας μας καθώς και υπηρεσίες άλλων Υπουργείων.
Αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών αφορά χώρους λατρείας της χριστιανικής πίστης.
Αναλυτικότερα, για το έτος 2015 έγιναν γνωστά 147 περιστατικά σε βάρος διαφόρων χώρων θρησκευτικοϋ ενδιαφέροντος, κατανεμόμενα ανά θρήσκευμα ως εξής:
• 138 αφορούν στον Χριστιανισμό και συγκεκριμένα 137 στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ένα στην ρωμαιοκαθολική.
- 4 στον Ιουδαϊσμό,
-5 στο Μουσουλμανισμό
«Η δημοσιοποίηση αυτών των δεδομένων ώστε η κοινή γνώμη να μπορεί ελεύθερα να μορφώσει και εκείνη άποχη, αποτελεί μια πολιτική απόφαση που συνδέεται όχι μόνο με τη διάχυση της γνώσης, αλλά κυρίως με την επιλογή εκδημοκρατισμού της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Στην συγκεκριµένη περίπτωση κατά την οποία δηµοσιοποιούνται στοιχεία που αφορούν πράξεις οι οποίες στρέφονται κατά του Ιερού, η πολιτική απόφαση κοινοποίησής τους συνδέεται, εκτός από τον εκδηµοκρατισµό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, τόσο µε την ανάγκη ευαισθητοποίησης της κοινής γνώµης όσο και µε την ανάγκη η δηµόσια διοίκηση ναι αποκτήσει την αναγκαία τεχνογνωσία και κουλτούρα σύνταξης τέτοιου είδους εκθέσεων» αναφέρει ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης στον πρόλογο της έκθεσης.
« ... αρνούµενοι συστηµατικά να δούµε την πραγµατικότητα καταλήγουµε και πάλι στο ίδιο αποτέλεσµα: στην υποκατάστασή της από ένα όνειρο, µια φαντασία, έναν ανεµόµυλο.
Έτσι διαµορφώνονται και σ' αυτό το πεδίο δύο σχολές σκέψης. Η µία ζωγραφίζει την Ελλάδα ως µια χώρα στην οποία συµβαίνουν συστηµατικοί βανδαλισµοί εις βάρος των θρησκευτικών χώρων των µειονοτήτων, αγνοώντας οτιδήποτε αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ η άλλη την αναπαριστά ως µια χώρα στην οποία δεν συµβαίνει τίποτα κακό ¬και όταν συµβαίνει κάτι εις βάρος των θρησκευτικών µειονοτήτων, τότε αυτό οφείλεται σε κάποιον που δεν ανήκει στην έλλογη εθνική κοινότητα» σηµειώνει µε νόηµα ο γενικός γραµµατέας Θρησκευµάτων Γιώργος Καλαντζής στο εισαγωγικό σηµείωµα της έκθεσης.

 

 

Στατιστικά στοιχεία

Με βάση τα διαθέσιµα στοιχεία, επί του συνόλου των Ιερών Μητροπόλεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, οι υφιστάµενοι ενοριακοί και µοναστηριακοί Ιεροί Ναοί, µόνον, ανέρχονται σε 9.792, µη συνυπολογιζοµένων των παρεκκλησίων, εξωκκλησίων, προσκυνηµαιτικών, ιδιόκτητων και κοιµητηριακών ναών και των λοιπών χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας Έρευνας και Θρησκευµάτων και της αρµόδιας Γενικής Γραµµατείας Θρησκευµάτων οι υφιστάµενοι και νοµίµως αδειοδοτηµένοι ευκτήριοι οίκοι (ε.ο.) µη χριστιανικών θρησκευτικών κοινοτήτων ανέρχονται σήµερα στους 20 καi ανήκουν σε θρησκευτικές κοινότητες των Βουδιστών 7, των Ινδουιστών 3, του Ισλάµ 4, και των Μπαχάι 6, ενώ οι υφιστάµενοι και νοµίµως αδειοδοτηµένοι ευκτήριοι οίκοι χριστιανικών κοινοτήτων - οµολογιών ανέρχονται σε περίπου 300 και περιλαµβάνουν την Αγγλικανική Εκκλησία, την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Αιγυπτιακή Κοπτορθόδοξη Εκκλησία, την Εκκλησία των Ορθοδόξων Αρµενίων, την Ευαγγελική Εκκλησία των εν Ελλάδι Γερµανόγλωσσων, την Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, την Χριστιανική Ασσυριακή Εκκλησία, την Αρµενική Ευαγγελική Εκκλησία, την Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, την Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, την Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ηµερών (Μορµόνοι), τους Αντβεντιστές, τους Χριστιανούς Μάρτυρες του Ιεχωβά και άλλες θρησκευτικές οµάδες µε µικρότερο αριθµό πιστών.
Η ρωµαιοκαθολική Εκκλησία στην Ελλάδα, σύµφωνα µε τα στοιχεία, διαθέτει περισσότερους από 129 Ιερού Ναούς και Ιερές Μονές.
Κατά το έτος 2015 υποβλήθηκαν δεκατέσσερις αιτήσεις άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου ή ναού, από τις οποίες επτά έγιναν αποδεκτές και επτά δεν διεκπεραιώθηκαν εντός του 2015 λόγω κατάθεσης ελλιπών δικαιολογητικών.
 

πηγή: http://amen.gr/article/i-proti-katagrafi-ton-peristatikon-kata-xoron

 

Ἀναζητώντας τόν Νικηφόρο Θεοτόκη


Γ΄


(Περίληψη τῶν Α’ καί Β’)  Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική προσωπικότητα τοῦ δευτέρου ἡμίσεως τοῦ 18ου αἰῶνα, γεννήθηκε στήν Κέρκυρα, σπούδασε στήν Ἰταλία καί ἀσχολήθηκε μέ τήν ὀργάνωση καί λειτουργία σχολῶν ἀνωτέρας παιδείας στήν Κέρκυρα καί τό Ἰάσιο, ὑπῆρξε σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος σχολῆς καί ἱεροκήρυκας στήν Κωνσταντινούπολη. Τό 1776 μετέβη στήν Ρωσσία ὅπου διεδέχθη τόν Εὐγένιο Βούλγαρι στήν Ἀρχιεπισκοπή Σλαβενίου καί Χερσῶνος. Στήν συνέχεια ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως• τό 1792 παραιτήθη καί ἀπεσύρθη στήν Μονή Δανιήλ τῆς Μόσχας, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡγούμενος μέχρι τοῦ θανάτου του, τό 1800.
Ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας μακαριστός Πολύκαρπος Βαγενᾶς ἐνδιαφέρθηκε τό 1980 νά πληροφορηθῆ ἐάν σωζόταν ὁ τάφος τοῦ Νικ. Θεοτόκη. Ἡ διεξαγωγή μιᾶς τέτοιας ἔρευνας ὑπῆρξε πολύ δύσκολη, ἐπειδή ἀφ’ ἑνός μέν ἔλιπαν οἱ σχετικές πληροφορίες γιά τήν τύχη ἤ τόν τόπο τῆς Μονῆς καί ἀφ’ ἑτέρου δέν ὑπῆρχε προθυμία ἀπό μέρους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά κάτι τέτοιο, ἐνῶ κανείς δέν φαινόταν νά γνώριζε κάτι σχετικό. Ἔτσι ἡ ἔρευνα εἶχε περιέλθη σέ ἀδιέξοδο.
Τό 1983 ἀνακοινώθηκε ὅτι τό σοβιετικό κράτος ἀπέδωσε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας τήν Μονή Δανιήλ, ἡ ὁποία μέχρι τότε λειτουργοῦσε ὡς ἐργοστάσιο κατασκευῆς ψυγείων. Ὑπῆρξε ἀλληλογραφία μέ τόν ἐπιβλέποντα τήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς Μητροπολίτη Ταλλίνν Ἀλέξιο (μετέπειτα Πατριάρχη Μόσχας), ὁ ὁποῖος διαβεβαίωσε ὅτι θά γίνη κάθε τι δυνατόν γιά τόν ἐντοπισμό τοῦ τάφου τοῦ Νικ. Θεοτόκη, ἐπειδή τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς εἶχε καταστραφῆ.
Ἡ Μονή Δανιήλ ἀνακαινίσθηκε καί ἔγινε τό διοικητικό κέντρο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Σ’ αὐτήν ὑπάρχει ἕνας τεχνικός λοφίσκος ἀπό χώματα μέ ὀστᾶ τά ὁποῖα μεταφέρθηκαν ἐκεῖ ἀπό τόν χῶρο τοῦ πάλαι ποτέ κοιμητηρίου τῆς Μονῆς. ᾿Επί τοῦ λοφίσκου ὑπάρχει ἕνας ναΐσκος. ῾Ο χῶρος αὐτός δημιουργήθηκε γιά νά ὑπενθυμίζη, συμβολικά, τήν παλαιά νεκρόπολη τῆς Μονῆς καί γιά νά τιμήση ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν ταφῆ ἐκεῖ. Αὐτά συνέβησαν μέχρι τό 1990.

 


Ἀπό τότε ὅμως στήν Μονή Δανιήλ ἔγιναν πολλές ἐπιστημονικές ἔρευνες και ἀρχαιολογικές ἀνασκαφές τόσο στόν γενικώτερο χῶρο τῆς Μονῆς ὅσο καί στά θεμέλια τῶν ναῶν. Κατά τά ἔτη 1983-1987 τίς ἐργασίες γιά τήν ἐπισκευή καί προσαρμογή τῆς Μονῆς, πού παρακολούθησε ἀπό κοντά ὁ καθηγητής L.A Belyaev, ὡς ἀρχαιολόγος, διαπιστώθηκε ὅτι γύρω ἀπό τόν ναό τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς ὑπῆρχαν, σέ διάφορα ἐπίπεδα, παλαιά νεκροταφεῖα ἡ χρονολόγηση τῶν ὁποίων ἔφθανε μέχρι τόν 5ο π.Χ. αἰῶνα, καθώς καί πολλά ἄλλα σημαντικά εὑρήματα.

Καί ἡ μεγάλη ἔκπληξη δέν ἄργησε νά ἔλθη. Ἀπό τόν Αὔγουστο 2006 μέχρι τόν Μάρτιο 2007 ὁ καθηγητής Belyaev διηύθυνε νέες ἀρχαιολογικές ἔρευνες μέ σκοπό, μεταξύ τῶν ἄλλων, τήν ἀνεύρεση τάφων καί μάλιστα ἐκείνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικοφόρου Θεοτόκη. Τά ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν του ἀνακοίνωσε σέ συνέντευξη τύπου πού ἔδωσε στήν Μονή Δανιήλ στίς 23 Ἀπριλίου 2007 καί τά κυριώτερα σημεῖα της, πού ἀφοροῦν στό θέμα μας, εἶναι τά ἀκόλουθα:
Ὡς γνωστόν, ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἀπεβίωσε τήν 31η Μαΐου 1800 καί τάφηκε στήν Μονή Δανιήλ, ὅπου πέρασε τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὡστόσο, ἄμεσες ἀναφορές γιά τόν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ του δέν βρέθηκαν στίς πηγές. Γιά τήν ἀνεύρεση τοῦ τόπου τῆς ταφῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου καθοδηγήθηκε ἀπό τό ἀκόλουθο σκεπτικό:
- Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά μποροῦσε νά εἶχε ταφῆ μόνο κοντά στό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς, ὅπου εἶχαν ἐνταφιασθῆ καί ἄλλοι ἡγούμενοι.
- Ἐνδεχομένως ἡ ταφή νά ἔγινε στήν νότια περιοχή τοῦ ναοῦ.
- Ἡ ταφή δέν θά μποροῦσε νά γίνη ἔξω, ἀλλά κάτω ἀπό τήν νότια στοά τοῦ ναοῦ.

Ὅπως περιγράφει ὁ καθηγητής Belyaev, «τά πρῶτα σημάδια, ὅτι εἴμαστε στόν σωστό δρόμο, φάνηκαν ἤδη στήν ἀρχή τῶν ἐργασιῶν: στά μπάζια (ἀπορρίματα) ἀπό τήν ἀποκατάσταση τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 βρέθηκαν πολλά θραύσματα ἀπό μνήματα τοῦ 18ου - 19ου αἰῶνα καί μεταξύ αὐτῶν μία μικρή μαρμάρινη πλάκα μέ δύο - τρία ἑλληνικά γράμματα.(Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἐπιτάφια ἐπιγραφή γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπου Νικηφόρο ἦταν γραμμένη τόσο στά ρωσσικά ὅσο καί στά ἑλληνικά.).

... Τόν Νοέμβριο (2006) ἤμαστε ἕτοιμοι νά προχωρήσουμε περισσότερο πρός τά δυτικά καί ἀρχίσαμε μέ τήν ἀποσυναρμολόγηση τῆς σκάλας. Κάτω ἀπό τήν σκάλα, ἡ ὁποία, ἔχοντας ἀσήμαντο μῆκος καί πλάτος, ἦταν, ἐπιπλέον, σαφῶς μεταγενέστερη, δέν περιμέναμε νά βροῦμε ἐκεῖ τήν ταφή πού χρειαζόμαστε (ὅπως καί, γενικῶς, ὁποιαδήποτε διατηρημένη ταφή). Ἀλλά ἀκριβῶς ἐδῶ, μεταξύ τῶν στύλων τῆς στοᾶς καί τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ τῆς Προστασίας τῆς Θεοτόκου (Ποκρόβσκυ), ἄνοιξε μία ἐντελῶς μοναδική γιά τήν ἱστορία τοῦ ρωσσικοῦ τυπικοῦ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ 18ου - 19ου αἰῶνα κατασκευή. Ἐμπρός μας παρουσιάσθηκε μία κρύπτη, ὅλη, συμεριλαμβανομένου καί τοῦ πυθμένα, ἐπιστρωμμένη ὄχι μέ τοῦβλα (ὅπως τό 99% τῶν ρωσσικῶν κρυπτῶν), ἀλλά μέ κομμάτια πελεκημένων λευκῶν λίθων, καί ἐπιπλέον λειαμένη ἐσωτερικά.

Ὁ ναΐσκος στή Μονή Δανιήλ πρός τιμήν τῶν ταφέντων στό κοιμητήριό της, γνωστῶν καί ἀγνώστων Ὀρθοδόξων

 


Περισσότερο ἀσυνήθιστη ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ταφῆς: ἦταν ἀνέγγιχτη ἀπό τήν στιγμή τῆς τελέσεώς της. Ἀνοίγοντάς την, βρήκαμε μέσα στήν κρύπτη ἀνέπαφο δρύϊνο φέρετρο, καλυμμένο ἐξωτερικά μέ σκουρο-μπορντώ βελοῦδο μέ σειρῆτι. Στό ἐπάνω καπάκι μέ χρυσές ταινίες ἦταν σχηματισμένη ἀπεικόνιση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Γολγοθᾶ μέ τίς ὀκτώ ἄκρες καί τά σύνεργα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου• στίς δύο πλευρές ὑπῆρχαν ἕξι μπρούντζινα χερούλια μέ ἐπάργυρα διακοσμητικά σκαλίσματα• ἐσωτερικά τό φέρετρο ἦταν ντυμένο μέ λαμπρό μεταξωτό ἀτλάζι, καί κάτω ἀπό αὐτό πριονίδια ἀπό ξύλο κωνοφόρου δένδρου.
Στό φέρετρο ἀναπαύοντο λείψανα, πού ποτέ δέν εἶχαν διαταραχθῆ, σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου σκεπασμένα μέ μεταξωτό κάλυμμα, καί τό πρόσωπο καλυμμένο μέ τετράγωνο Ἀέρα. Κάτω ἀπό τό κάλυμμα ἀνάσκελα, μέ χέρια διπλωμένα ἐπί τοῦ στήθους, ἔκειντο τά λείψανα τοῦ ἐνταφιασμένου μέ ἐνδύματα ἀρχιερέως: ἀντερί, στιχάριο, σάκκο, ἐπιμάνικα, ἐπιτραχήλιο, ζώνη, ἐπιγονάτιο, ὠμοφόριο καί μίτρα. Τά πόδια φοροῦσαν μυτερές δερμάτινες παντόφλες. Στό λαιμό ὑπῆρχε ραβδωτή μουαρώ ταινία, κάποτε κόκκινη.
Στήν δεξιά πλευρά τοῦ στήθους ὑπῆρχε μέ ἀλυσσίδα ὀβάλ ἐγκόλπιο μέ σμάλτο ἀπεικονίζον τόν Σωτῆρα καί μεγάλος Σταυρός εὐλογίας μέ τμήματα ἀπό σμάλτο. Στό κάτω μέρος του βρέθηκε κομμάτι μέ τυπωμένα γράμματα μέ τήν συγχωρητική εὐχή, στήν ὁποία δέν ὑπάρχει, δυστυχῶς, ὄνομα. Στήν δεξιά πλευρά ὑπῆρχε ἐπιστήθιος Σταυρός καί σχεδόν στό κέντρο τοῦ στήθους ἡ Κατήχηση μέ μεταλλικό κάλυμμα.
Τά εὑρήματα ὅμως τῆς ταφῆς ἦσαν πολύ φθαρμένα, εἰδικά στό ἐμπρός μέρος τοῦ κρανίου, ἐπειδή ὁ ἐνταφιασμένος, κατά ἀνθρωπολογικές ἐνδείξεις, ἦταν ἄτομο σέ προχωρημένη ἡλικία, ἄνω τῶν 60 ἐτῶν, καί πιθανόν λόγῳ τῆς Μεσογειακῆς καταγωγῆς του καί τῆς τηρήσεως τῆς μοναστικῆς διατροφῆς.
Ὅλα τά ἀντικείμενα μᾶς ἐπιτρέπουν μέ βεβαιότητα νά καθορισουμε τήν ταφή ὡς Ἐπισκοπική καί νά γίνη δεκτή ὡς πιθανή χρονολογία ὁ 18ος - 19ος αἰώνας. Γιά τόν προσδιορισμό τῆς ταφῆς σημασία-κλειδί ἔχει ἡ χονδρή κυμματοειδής (μουαρώ) ταινία, κόκκινου χρώματος, πλάτους 10 ἑκ. Αὐτή προσδιορίζεται ὡς ἡ ταινία τοῦ παρασήμου τοῦ Τάγματος τῆς Ἁγ. Ἄννης. Τό παράσημο αὐτό ἀπονεμόταν μόνο στόν ἀνώτερο κλῆρο ἀρχίζοντας ἀπό τήν βασιλεία τοῦ αὐτοκράτορα Παύλου Α’ καί, κυρίως, κατά τήν βασιλεία του (1796-1801). Ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν ἐνταφιασθῆ στήν Μονή Δανιήλ κατά τήν τελευταία δεκαετία τοῦ 18ου καί τίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα, τό παράσημο τῆς Ἁγ. Ἄννης εἶχε, ὅπως γνωρίζουμε, ἀπονεμηθῆ μόνο στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη.
Ἔχοντας προσδιορίσει τήν ταφή στήν κρύπτη ἀρ. 9 ὡς Ἐπισκοπική καί τελεσθεῖσα ὄχι ἐνωρίτερα ἀπό τά μέσα τοῦ 18ου καί ὄχι ἀργότερα τῆς ἀρχῆς τοῦ 19ου αἰῶνα, μποροῦμε νά ἀπομακρύνουμε τήν πιθανότητα ταυτίσεώς της μέ ἄλλους ἡγουμένους τῆς Μονῆς Δανιήλ τῆς ἴδιας περιόδου πού εἶχαν τό ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ Ἡγουμένου.
Ἡ χρονολόγηση τῶν ἀντικειμένων ἀπό τήν ταφή τοποθετεῖται σαφῶς στό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰῶνα, ἀναγκάζοντας νά ἐπιλέξουμε τό ἔτος 1800 ὡς τό μόνο πιθανόν.
Ἐγώ δέν ἔχω καμμιά ἀμφιβολία ὅτι τά εὑρήματά μας στήν κρύπτη ἀρ. 9 ἀνήκουν πραγματικά στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη».
«Ὑπάρχει στήν διάθεσή μας συλλογή σημαντικῶν γιά τήν ἐπιστήμη καί τά μουσεῖα περιτέχνων ἀντικειμένων ἀξίας. Ἡ συλλογή αὐτή συντηρεῖται καί θά συμπεριληφθῆ στό ἐκκλησιαστικό-ἱστορικό μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ἐπίσης, ἔχουμε συλλέξει ἐξαίρετο παγιωμένο ὑλικό, συμπεριλαμβανομένης ταινίας (φίλμ) ἀπό τήν ἀνασκοφή. Σχεδιάζουμε σέ αὐτή τήν βάση ἀριθμό ἀκαδημαϊκῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἐκδόσεων ἀφιερωμένων στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη, καθώς καί στήν νεκρόπολη τῆς Μονῆς Δανιήλ...»

 

 

 

Ὁ νέος τάφος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη μέ τήν ἐπιτάφια ἐπιγραφή

 


Σήμερα, δίπλα στό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς Δανιήλ στήν Μόσχα καί πολύ κοντά στόν χῶρο ὅπου βρέθηκε ὁ τάφος του, ὑπάρχει τό μέρος στό ὁποῖο ἔχουν ἐναποτεθῆ τά ὀστᾶ τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Κάτω ἀπό τόν μαρμάρινο Σταυρό ὑπάρχει ἐπιτάφια ἐπιγραφή, στά ρωσσικά καί στά ἑλληνικά, ἀναφερόμενη στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη, Ἀρχεπίσκοπο Σλοβενίου καί Χερῶνος (1779-1786), Ἀστραχανίου καί Σταυρουπόλεως (1786-1792), καί ἡγούμενο τῆς Μονῆς Δανιήλ (1792-1800).
Καί τοῦτο, κατά κάποιο τρόπο, προσφέρει μερική ἱκανοποίηση γιά ἀτελέσφορες προσπάθειες περασμένων ἐτῶν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΛΙΩΤΗΣ, δρ Θ.

 

Ἀναζητώντας τόν Νικηφόρο Θεοτόκη

Β΄

 


(Περίληψη τοῦ Α΄) Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική προσωπικότητα τοῦ δευτέρου ἡμίσεως τοῦ 18ου αἰῶνα, γεννήθηκε στήν Κέρκυρα, σπούδασε στήν Ἰταλία καί ἀσχολήθηκε μέ τήν ὀργάνωση καί λειτουργία σχολῶν ἀνωτέρας παιδείας στήν Κέρκυρα καί τό Ἰάσιο, ὑπῆρξε σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος σχολῆς καί ἱεροκήρυκας στήν Κωνσταντινούπολη. Τό 1776 μετέβη στήν Ρωσσία ὅπου διεδέχθη τόν Εὐγένιο Βούλγαρι στήν Ἀρχιεπισκοπή Σλαβενίου καί Χερσῶνος. Στήν συνέχεια ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως καί τό 1792 παραιτήθη καί ἀπεσύρθη στήν Μονή Δανιήλ τῆς Μόσχας, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡγούμενος μέχρι τοῦ θανάτου του, τό 1800.
Ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας μακαριστός Πολύκαρπος Βαγενᾶς ἐνδιαφέρθηκε τό 1980 νά πληροφορηθῆ ἐάν σωζόταν ὁ τάφος τοῦ Νικ. Θεοτόκη. Ἡ διεξαγωγή μιᾶς τέτοιας ἔρευνας ὑπῆρξε πολύ δύσκολη, ἐπειδή ἀφ’ ἑνός μέν ἔλειπαν οἱ σχετικές πληροφορίες γιά τήν τύχη ἤ τόν τόπο τῆς Μονῆς καί ἀφ’ ἑτέρου δέν ὑπῆρχε προθυμία ἀπό μέρους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας νά παράσχη σχετικές πληροφορίες, ἐνῶ κανείς δέν φαινόταν νά γνώριζε κάτι σχετικό. Ἔτσι ἡ ἔρευνα εἶχε περιέλθη σέ ἀδιέξοδο.

 

 

 

Γιά τρία χρόνια δέν ὑπῆρξε κανένα φῶς. Ὁ ἐντοπισμός ἤ ἡ ἀνεύρεση τοῦ τάφου τοῦ συμπατριώτου μας διαπρεποῦς ῾Ιεράρχου φαινόταν πλέον οὐτοπία. Τό 1983 ὅμως, ἐντελῶς ξαφνικά, ἄρχισε νά ὑπάρχη κάποιο φῶς. Ἀνακοινώθηκε ἐπίσημα ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ὅτι τό σοβιετικό κράτος «παραχώρησε» στήν Ρωσσική ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία τήν Μονή τοῦ Δανιήλ (Ντανίλοφσκυ) γιά νά δημιουργηθῆ ἐκεῖ τό Διοικητικό Κέντρο τοῦ Πατριαρχείου, ἐν ὄψει τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1000ετηρίδος τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρώσσων κατά τό ἔτος 1988.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅ,τι συνέβη τότε. Ἀπορεῖ κανείς πῶς, ἐνῶ κανείς Ρῶσσος, ὅπως τουλάχιστον ἔλεγαν, δέν γνώριζε κάτι, ξαφνικά τόσα πολλά ἄτομα, ἀκόμη καί ἄσχετα πρός τήν ᾿Εκκλησία, «γνώριζαν» γιά τήν Μονή τοῦ Δανιήλ καί προσφέροντο μάλιστα «μέ ὑπερηφάνεια» νά μέ πληροφορήσουν γιά τήν μεγάλη αὐτή χειρονομία τοῦ κράτους πρός τήν Ρωσσική ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία. Καί σκεπτόμουνα ὅτι εἶχαν περάσει τρία χρόνια, στά ὁποῖα κατέβαλα προσπάθειες μόνο γιά νά πληροφορηθῶ, χωρίς ἀποτέλεσμα, τό ἐάν σωζόταν ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ.
Τό περίεργο εἶναι ὅτι, ὅταν πληροφορήθηκα ἀπό τόν Μητροπολίτη Μίνσκ Φιλάρετο, τότε Πρόεδρο τοῦ Τμήματος ᾿Εξωτερικῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, τήν θέση τῆς Μονῆς, διαπίστωσα ὅτι γνώριζα τήν τοποθεσία στήν ὁποία βρισκόταν καί ὅτι πολλές φορές εἶχα ἰδεῖ ἀπό μακρυά τούς ἀπεριποιήτους τρούλλους τῶν ναῶν της καί εἶχα διερωτηθῆ τί νά ἦταν ἄραγε ἐκεῖ. ῾Η πρόσβαση ὅμως δέν ἦταν εὔκολη, ἐπειδή τριγύρω ὑπῆρχαν ἐργοστάσια καί σιδηροδρομικές γραμμές, στοιχεῖα τά ὁποῖα χαρακτήριζαν μία περιοχή «κλειστή» γιά τούς ξένους. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν εἶχα ἀποτολμήσει τήν προσέγγιση στό μέρος ἐκεῖνο.
Μετά τήν ταύτιση τῶν κτισμάτων αὐτῶν μέ τήν Μονή τοῦ Δανιήλ, ἄρχισε νά ἀναζωπυρώνεται ἡ ἐλπίδα γιά τήν ἀνεύρεση τοῦ τάφου τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Ἀπευθύνθηκα στόν Μητροπολίτη Τάλλινν καί ᾿Εσθονίας Ἀλέξιο (Ρέντιγκερ) (μετέπειτα Πατριάρχη Μόσχας Ἀλέξιο Β’), τότε Πρόεδρο τοῦ Τμήματος ᾿Εσωτερικῶν ῾Υποθέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ ἀπόφαση τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσσικής ᾿Εκκλησίας, εἶχε ὁρισθῆ νά ἔχη τήν ὑψηλήν ἐποπτεία τῆς ἀνακαινίσεως τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ, καί μέ ἐπιστολή μου (7 Δεκεμβρίου 1983) τοῦ ἐξέθεσα τό πρόβλημά μου.
Στήν ἐπιστολή αὐτή, μεταξύ τῶν ἄλλων, σημείωνα ὅτι, «ἐάν μέν ὑπάρχη ὁ τάφος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη καί, σύμφωνα μέ τό σχέδιο διαρρυθμίσεως τοῦ χώρου τῆς Μονῆς, πρόκειται τό Πατριαρχεῖο Μόσχας νά διατηρήση τόν τάφο (ὅπως καί τούς τάφους διαπρεπῶν ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων τῆς Ρωσσικῆς ᾿Εκκλησίας οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐνταφιασθῆ στήν Μονή Δανιήλ, ἄν σώζονται καί αὐτοί), νά τό γνωρίσουμε στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας. ᾿Εάν ὅμως, σύμφωνα μέ τό σχέδιο διαρρυθμίσεως, ὁ τάφος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη εὑρίσκεται σέ μέρος τό ὁποῖο πρόκειται νά χρησιμοποιηθῆ γιά ἄλλο σκοπό, ἐπιτρέψατέ μου, Σεβασμιώτατε, νά ἐκφράσω τήν γνώμη ὅτι θά ἦταν μία πολύ εὐγενική καί φιλική χειρονομία τῆς Σεβασμιότητός Σας ἐάν ἐκαλούσατε τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας καί Παξῶν Πολύκαρπο καί τοῦ παραδίδατε τά ὀστᾶ τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, ὥστε νά ἐπιστρέψουν στόν τόπο τῆς γεννήσεώς του».
῾Ο Μητροπολίτης ᾿Αλέξιος ἀπάντησε στήν ἐπιστολή μου μετά ἀπό ὀλίγες ἡμέρες (23 Δεκεμβρίου 1983) διά τοῦ γραμματέως του ᾿Ιωάννου ᾿Εκονόμτσεφ. Θά παραθέσω ὁλόκληρο τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς (Ἀρ. Πρ. 1677), ἐπειδή θεωρῶ ὅτι ἔχει ἰδιαίτερη σπουδαιότητα καί δείχνει τόν σεβασμό τόν ὁποῖον πρέπει νἀ ἀπονέμουν οἱ ᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος, πρός τούς ῾Ιεράρχες οἱ ὁποῖοι λάμπρυναν μέ τό ἔργο τους τήν καθόλου ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησία καί πού, κατά κάποιο τρόπο, φανερώνει τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἡ ὁποία θά πρέπει νά τήν χαρακτηρίζη:
«῾Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τάλλινν καί ᾿Εσθονίας κ. ᾿Αλέξιος μοῦ ἀνέθεσε νά ἀπαντήσω στήν ἐπιστολή σας, στήν ὁποία παρακαλούσατε νά συμβάλουμε στήν ἀναζήτησιν τοῦ τόπου ταφῆς τοῦ διακεκριμένου ῾Ιεράρχου τῆς ῾Ελληνικῆς καί τῆς Ρωσσικῆς ᾿Εκκλησίας ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη. Καταγόμενος ἀπό τήν Κέρκυρα, ἐκκλησιαστική προσωπικότης σέ πανορθόδοξο κλίμα, ἔπαιξε τεράστιο ρόλο στήν πνευματική διαφώτιση τῆς ῾Ελλάδος, τῆς Μολδαβίας καί τῆς Ρωσσίας, πρωτεργάτης τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἦταν, μέ τόν βαθμό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ. Κατά τήν παραμονή του σ᾿ αὐτήν, ἀπέθανε καί ἐτάφη τό ἔτος 1800.
᾿Αργότερα, ὅταν ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ ἔπαψε νά λειτουργεῖ, στήν δεκαετία τοῦ 1920 ἡ νεκρόπολις τῆς Μονῆς διελύθη. Τά λείψανα ἀριθμοῦ ταφέντων ἐκεῖ προσώπων μετεφέρθησαν στήν Μονή Νοβοντέβιτσι. Δυστυχῶς στόν κατάλογο τῶν προσώπων αὐτῶν δέν ὑπάρχει τό ὄνομα τοῦ Σεβασμιωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη.
Σχετικῶς μέ τήν διαρρύθμισιν τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ, στήν θέσιν τῆς παλαιᾶς νεκροπόλεως δέν ὑπολογίζεται νά γίνει καμμία οἰκοδομή. Σήμερα τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, μαζί μέ ἐκπροσώπους κοινωνικῶν ᾿Οργανισμῶν καί Κρατικῶν ᾿Επιστημονικῶν ῾Ιδρυμάτων, καταβάλλει προσπάθειες μέ σκοπό τόν ἐντοπισμό μερικῶν ἀπό τίς περιφανεῖς προσωπικότητες τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί πολιτικῆς ἱστορίας μας, οἱ ὁποῖες ἐτάφησαν ἐκεῖ. ᾿Επιτρέψατέ μου νά σᾶς διαβεβαιώσω καί δι᾿ ὑμῶν τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας καί Παξῶν Πολύκαρπο καί τό ποίμνιόν του, ὅτι ἐκ μέρους μας θά γίνει τό πᾶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς θέσεως τοῦ τάφου τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη.
Θά ἤθελα νά σημειώσω ὅτι τό ὄνομα τοῦ Σεβασμιωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη εἶναι σέ μᾶς πολύ προσφιλές, ὡς ζῶσα μαρτυρία τῶν ἀρρήκτων ἀδελφικῶν δεσμῶν τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν τῆς ῾Ελλάδος καί τῆς Ρωσσίας. Καί ἐπί πλέον, τοῦτο ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία μέ τήν δημιουργία ἐπί τοῦ ἐδάφους τῆς ἀρχαίας Μονῆς τῆς Μόσχας, ἡ ὁποία διεδραμάτισε τόσο σπουδαῖο ρόλο στήν ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας καί τοῦ κράτους μας, τοῦ Διοικητικοῦ και Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Ρωσσικής ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Καί εἶναι πράγματι ἀξιοσημείωτον ὅτι ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἦταν ὁ μοναδικός ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ ὁ ὁποῖος ἔφερε τόν βαθμό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μέ τήν ἐπανατέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στούς ναούς τοῦ Πνευματικοῦ αὐτοῦ Κέντρου, τό ὄνομα τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη θά περιληφθῆ στό Συνοδικόν, γιά νά μνημονεύεται αἰωνίως».

Ἡ πρώτη σελίδα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά μέ τόν τάφο τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη


Μετά τήν ἐπιστολή αὐτή μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά ἐπισκεφθῶ τό συντομώτερο τήν Μονή. Μέ περιπλάνηση καί προσπάθεια κατώρθωσα νά προσεγγίσω τό χῶρο τῆς Μονῆς καί νά εἰσέλθω στό ἐσωτερικό της, παρά τίς ἀντιρρήσεις τοῦ φύλακα μοναχοῦ. ῏Ηταν ἡ πολύ παγερή ἡμέρα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ ἔτους 1984.

Ὁ ναός τῶν Ἁγίων Πατέρων (φωτ. Ἰαν.1984)

 

Ὁ ναός τῆς Ἁγίας Τριάδος (φωτ. Ἰαν. 1984)

 

Τό θέαμα τό ὁποῖο ἀντίκρυσα ἦταν θαυμάσιο καί συγκινητικό σέ σχέση μέ τίς προσπάθειες καί τίς προσδοκίες μου, ἀλλά ἀπολύτως ἀπογοητευτικό ἀπό τήν κατάσταση ἐρημώσεως ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε στό κάθε τι μέσα στήν Μονή, ἡ ὁποία ἔπαψε νά λειτουργεῖ τό ἔτος 1930. Στά ἀριστερά τῆς χιονισμένης αὐλῆς, καθώς μπῆκα, ὑψωνόταν ὁ ἐπιβλητικός διόροφος ναός τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ῾Επτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τό παλαιό καθολικό τῆς Μονῆς, κτισμένο ἀπό τόν ᾿Ιβάν Δ’ τόν Τρομερό καί ξανακτισμένο τό 1729. Σήμερα ἔχει ἐξωτερικῶς τήν ἴδια μορφή τήν ὁποία εἶχε καί κατά τήν ἐποχή τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Δεξιά, στή μέση τῆς μεγάλης αὐλῆς, βρισκόταν ὁ νεοκλασσικός ναός πρός τιμήν τῆς ῾Αγίας Τριάδος, κτισμένος στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος. ᾿Επάνω ἀπό τήν κεντρική πύλη ὑπῆρχε κάποιο κτίσμα, τό ὁποῖο προφανῶς ἀνῆκε στόν ἄλλοτε ναό τοῦ ἁγίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτου, προστάτου τῆς Μονῆς. Σύμφωνα μέ παλαιά ρωσσική συνήθεια, ἐπάνω ἀπό τήν κεντρική πύλη πόλεως ἤ Μονῆς, ἐπί τῶν τειχῶν, ὑπῆρχε ναός πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἤ τοῦ προστάτου ἁγίου τῆς μονῆς.

Οἱ τροῦλλοι τῆς Μονῆς Δανιήλ, ὅπως διακρίνονται ἀπό τόν ποταμό Μόσχοβο (φωτ. 1984)


Μέρος τῶν τειχῶν τῆς Μονῆς ἦταν μισογκρεμισμένο ἤ ἑτοιμόρροπο καί τά ἄλλα σωζόμενα κτήρια, ἦσαν σέ οἰκτρή κατάσταση ἀπό τήν ἐγκατάλειψη καί τήν χρήση τους ὡς ἐργοστασίου κατασκευῆς ψυγείων (ὅπως μέ πληροφόρησε σχετική ἐπιγραφή τήν ὁποία δέν εἶχαν προνοήσει ἤ προλάβει νά ἀφαιρέσουν), ἐνῶ σέ μερικά ἀπό αὐτά ὑπῆρχαν ἀκόμη ἐγκαταλελειμμένες, ἄχρηστες μηχανικές ἐγκαταστάσεις. Τό κωδωνοστάσιο, τό ὁποῖο ὑπῆρχε ἐπάνω ἀπό τήν κεντρική πύλη, δέν σωζόταν.

Ἀπό τό 1984 ἄρχισαν νά δημοσιεύονται ἄρθρα καί φωτογραφίες τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ πρό τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1917. Σ᾿ αὐτές ἔβλεπε κανείς καθαρά ὅτι στίς δύο πλευρές τοῦ διόροφου ναοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ῾Επτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπῆρχε ἡ νεκρόπολη ἀπό τήν ὁποία, ὅπως διαπιστώσαμε ἀπό τήν πρώτη ἤδη ἐπίσκεψή μας στήν Μονή, δέν σωζόταν τίποτε.
Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, τόν ᾿Ιανουάριο τοῦ 1984, ἐνῶ εὑρισκόμουν ὑπηρεσιακά στήν Ἀθήνα, εἶχα τήν εὐκαιρία νά ἐπικοινωνήσω τηλεφωνικά μέ τόν Μητροπολίτη Κερκύρας Πολύκαρπο καί νά τόν πληροφορήσω σχετικά μέ τήν ὅλη ἐξέλιξη τοῦ θέματος τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ καί τήν μέχρι τότε προσπάθεια γιά τήν ἀναζήτηση τοῦ τάφου τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Συμφωνήσαμε μάλιστα νά συναντηθοῦμε τό ἑπόμενο καλοκαῖρι γιά νά συζητήσουμε ἀπό κοντά γιά ὅλα αὐτά καί νά τοῦ δείξω τό σχετικό ὑλικό (ἄρθρα, φωτογραφίες, κ.λ.π.). ῾Η συνάντηση ὅμως αὐτή δέν ἐπέπρωτο νά πραγματοποιηθῆ, λόγῳ τοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἐπισυμβάντος αἰφνίδιου θανάτου τοῦ Μητροπολίτου Πολυκάρπου.
Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1984 ὁ μακαριστός Μητροπολίτης μοῦ ἔστειλε σημείωμα μαζί μέ εὐχαριστήριο ἐπιστολή του πρός τόν Μητροπολίτη Ταλλίνν καί ᾿Εσθονίας ᾿Αλέξιο, τήν ὁποία καί διαβίβασα στόν ἀποδέκτη της μαζύ μέ τήν σχετική μετάφρασή της στά ρωσσικά. ῾Η ἐπιστολή αὐτή εἶχε ὡς ἑξῆς:


Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Ταλίν καί Ἐσθονίας
Κύριον κ. Ἀλέξιον
ΜΟΣΧΑΝ


«Σεβασμιώτατε,
Ἀδελφικῶς ἀσπαζόμενος τήν ῾Υμετέραν Σεβασμιότητα, εὐχαριστῶ θερμότατα διά τό ὑπ᾿ Αὐτῆς ἐπιδειχθέν ἐνδιαφέρον πρός ἐνημέρωσιν ἡμῶν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ τάφου τοῦ ἀοιδίμου Κερκυραίου ᾿Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη, μέσῳ τοῦ εἰς τήν ῾Ελληνικήν Πρεσβείαν Μόσχας ὑπηρετοῦντος φίλου κ. Χελιώτη.
Εὐγνώμων διά τήν ἀγάπην Σας παρακαλῶ ὅπως δεχθῆτε μετά τῶν εὐχαριστιῶν καί τήν ἔκφρασιν τῆς ἡμετέρας ἐν Κυρίῳ ἀγάπης καί τάς ὁλοκαρδίους ἀδελφικάς μου εὐχάς ὑπέρ ὑγείας καί μακροημερεύσεως τῆς ῾Υμετέρας Σεβασμιότητος.


Ἀδελφός ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐλάχιστος,
+῾Ο Κερκύρας καί Παξῶν Πολύκαρπος.
Κέρκυρα, 1 Φεβρουαρίου 1984.»


Ἀπό τότε πέρασαν τέσσερα χρόνια! ῾Η Μονή τοῦ Δανιήλ ἀνακαινίσθηκε, νέα κτήρια κατασκευάσθηκαν, μεταξύ αὐτῶν κατάλυμμα γιά τόν Πατριάρχη Μόσχας καί τά γραφεῖα τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. Ὁ ὅλος χῶρος μέσα καί γύρω ἀπό τήν Μονή διαμορφώθηκε καί δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό θέαμα πού ἀντίκρυσα τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 1984. ῾Ο τάφος ὅμως τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη δέν βρέθηκε. Κάθε φορά πού πήγαινα στήν Μονή τοῦ Δανιήλ πλησίαζα τόν χῶρο στόν ὁποῖο ὑπῆρχε ἄλλοτε ἡ νεκρόπολη τῆς Μονῆς καί ἀναλογιζόμουν ποῦ ἄραγε νά εἶχε ταφῆ ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. ῾Η παρουσία του πάντως ἐκεῖ ἦταν γιά μένα πολύ ἔντονη καί νοερά ἔβλεπα τόν πολιό ἡγούμενο νά βαδίζη στήν αὐλή καί νά εἰσέρχεται στό παλαιό Καθολικό γιά νά τελέση κάποια ᾿Ακολουθία. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἔνοιωθα τήν ὕπαρξη τοῦ πνευματικοῦ δεσμοῦ ὁ ὁποῖος συνδέει ἐμᾶς τούς Ἕλληνες μέ τήν Μονή αὐτή.

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς Δανιήλ (φωτ. Ἰαν. 1984)

 


Στήν Μονή τοῦ Δανιήλ τελέσθηκε ἡ ἐπίσημη Θεία Λειτουργία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1000ετηρίδος τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρώσσων, τήν 12η ᾿Ιουνίου 1988, ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῶν ἁγίων Πάντων τῶν Διαλαμψάντων ἐπί τῆς Ρωσσικῆς Γῆς, συλλειτουργούντων τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας, ῾Ιεροσολύμων, Μόσχας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου καί ἐκπροσώπων τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Κατά τήν περίοδο τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1000ετηρίδος, σέ σχετική τηλεοπτική ἐκπομπή τῆς ρωσσικῆς τηλεοράσεως προβλήθηκαν εἰκόνες ἀπό τό ἀρχικό στάδιο τῶν ἐργασιῶν ἀνακαινίσεως τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, παρουσιαζόταν ἕνας ἐκσκαφέας νά μεταφέρη χώματα ἀπό ἕνα χῶρο σέ κάποιον ἄλλο. Ἀνάμεσα στά χώματα, τά ὁποῖα προφανῶς ἦσαν ἀπό τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς, διακρίνοντο καθαρά ὀστᾶ καί κρανία. Καί διερωτᾶτο κανείς σέ ποιόν ἄραγε νά ἀνῆκαν, ἄν μεταξύ αὐτῶν ὑπῆρχαν καί τά ὀστᾶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη καί ἄν ἔγινε κάποια «προσπάθεια μέ σκοπό τόν ἐντοπισμό μερικῶν ἀπό τίς περιφανεῖς προσωπικότητες τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί πολιτικῆς ἱστορίας» τῆς Ρωσσίας, ὅπως ἀναφερόταν στήν ἐπιστολή τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1983, ἤ τά πάντα λησμονήθηκαν στήν σπουδή νά ἑτοιμασθῆ ἡ Μονή γιά τόν ἑορτασμό τῆς 1000ετηρίδος!

 


Σέ τευχίδιο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά τήν Μονή τοῦ Δανιήλ, τό ὁποῖο ἐκδόθηκε μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1000ετηρίδος τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρώσσων, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς ᾿Αρχιεπίσκοπος Νικηφόρος Θεοτόκης ἀναφέρεται ὡς «ἐξέχων θεολόγος, μαθηματικός, θρησκευτικός συγγραφεύς καί ποιητής», ἐνῶ σημειώνεται ἡ κατά τήν παραμονή του στήν Μόσχα συγγραφή τοῦ τετράτομου «Κυριακοδρομίου» τό ὁποῖον ἐκδόθηκε ἐκεῖ τό 1796 στήν ἑλληνική καί τό 1805 στήν ρωσσική γλῶσσα. Δημοσιεύεται, ἐπίσης, καί προσωπογραφία τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, ἀπό λιθογραφία, ἡ μοναδική στό τευχίδιο γιά ἡγούμενο πρό τοῦ ἔτους 1900. Τοῦτο ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ ζῶσα μαρτυρία τῆς ἀντάξιας τῆς προσωπικότητας, τῆς προσφορᾶς καί τοῦ ἔργου του θέσεως τήν ὁποία κατέχει στήν Ρωσσική ᾿Εκκλησία ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης καί εἶναι ἕνας ἐλάχιστος φόρος τιμῆς καί σεβασμοῦ στόν ῾Ιεράρχη ὁ ὁποῖος τόσα πρόσφερε στήν ᾿Ορθοδοξία.
Στήν Μονή τοῦ Δανιήλ, στόν χῶρο μεταξύ τοῦ Συνοδικοῦ Μεγάρου καί τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος, κοντά στό βόρειο τεῖχος, ὑπάρχει ἕνας τεχνικός λοφίσκος, σχηματισμένος ἀπό χώματα μέ ὀστᾶ τά ὁποῖα μεταφέρθηκαν ἐκεῖ ἀπό τόν χῶρο τοῦ πάλαι ποτέ κοιμητηρίου τῆς Μονῆς. ᾿Επί τοῦ λοφίσκου ὑπάρχει ἕνας ναΐσκος. ῾Ο χῶρος αὐτός δημιουργήθηκε γιά νά ὑπενθυμίζη, συμβολικά, τήν παλαιά νεκρόπολη τῆς Μονῆς καί γιά νά τιμήση ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν ταφῆ ἐκεῖ. Αὐτά συνέβησαν μέχρι τό 1990.

 

(Συνεχίζεται)

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΛΙΩΤΗΣ, δρ Θ.
 

Ἀναζητώντας τόν Νικηφόρο Θεοτόκη

Α΄


    ῾Ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731 - 1800) εἶναι γνωστός σέ ὅλους μας, περισσότερο ἤ λιγώτερο. Ὑπῆρξε μία ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική προσωπικότητα, συγκαταλεγόμενη μεταξύ τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν κατά τό δεύτερον ἥμισυ τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἱεράρχης πολυμαθέστατος, μέ ὑψηλό θεολογικό κῦρος, διακεκριμένος ἐκκλησιαστικός ρήτορας, πολυγραφότατος μελετητής καί διδάσκαλος, ἀκάματος ποιμενάρχης.
   Γεννήθηκε στήν Κέρκυρα καί σπούδασε στήν Ἰταλία μαθηματικά, φυσική φιλοσοφία καί ἀστρονομία. Γύρισε στήν Ἑλλάδα τό 1754, ἔγινε ἱερομόναχος καί τό 1758 ἂνέλαβε τήν ἐπαναλειτουργία στήν γενέτειρά του σχολῆς ἀνωτέρας παιδείας. Μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρι ἀπό τήν Ἀθωνιάδα σχολή, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἀνέθεσε τήν διεύθυνσή της. Στήν συνέχεια ὑπῆρξε ἱεροκήρυκας στήν Κωνσταντινούπολη, ἐνῶ ἔζησε μεγάλο διάστημα στήν Λειψία καί στό Ἰάσιο, ὅπου ἀνάλαβε τήν σχολαρχία τῆς ἐκεῖ ὑπό ἀναδιάρθρωση ἀκαδημίας («Αὐθεντικῆς Σχολῆς»). Τό 1772 ἡ Γενική Συνέλευση τῆς Ἑλληνικῆς Ἀδελφότητας τῆς Βενετίας τόν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, θέση τήν ὁποία δέν ἀποδέχθηκε, ἐπειδή δέν εἰσακούσθηκαν οἱ προτάσεις του γιά τήν άνεξάρτητη, ὡς πρός τίς ἐνετικές ἀρχές καί τήν καθολική Ἐκκλησία, λειτουργία τῆς ἐκεῖ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Προσωπογραφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη (τέλος 18ου αἰ.),

φέροντος τήν ταινία τοῦ παρασήμου τοῦ Τάγματος τῆς Ἁγίας Ἄννης.

 


   Τό 1776 προσκλήθηκε στήν Πολτάβα τῆς Ρωσσίας ἀπό τόν φίλο του, ἐπίσης μεγάλο Ἱεράρχη καί διδάσκαλο, Εὐγένιο Βούλγαρι, Ἀρχιεπίσκοπο Σλαβενίου καί Χερσῶνος, πού εἶχε κληθῆ στήν Ρωσσία ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β΄ τή Μεγάλη. Στήν Πολτάβα ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἀσχολήθηκε μέ τήν ἐκμάθηση τῆς ρωσσικῆς γλώσσας χωρίς τήν γνώση τῆς ὁποίας τό ἔργο του θά ἦταν δύσκολο, ἄν ὄχι ἀδύνατο. Τό 1779 ὁ Βούλγαρις παραιτήθηκε ἀπό τά ἐκκλησιαστικά του καθήκοντα καί ὡς διάδοχό του στήν Ἀρχιεπισκοπή Σλαβενίου ὑπέδειξε τόν Νικηφόρο Θεοτόκη.
   Τήν 22α Ἰουλίου 1779 ἡ Ἱ. Διοικοῦσα Σύνοδος τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας ἐξέλεξε τόν ἱερομόναχο Νικηφόρο Θεοτόκη Ἀρχιεπίσκοπο Σλαβενίου καί Χερσῶνος. Ἡ χειροτονία του ἔγινε τήν 6η Αὐγούστου 1779 στόν ἑορτάζοντα ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στήν Ἁγία Πετρούπολη ἀπό τούς Μητροπολῖτες Νόβγκοροντ Γαβριήλ (Πετρώφ) καί Πσκώφ Ἰννοκέντιο (Νετσάεφ), καθώς καί τούς Ἕλληνες Μητροπολῖτες Γοτθικῆς Ἰγνάτιο καί Ναυπλίου Βενέδικτο. Κατά τήν χειροτονία του ἦταν παροῦσα καί τόν προσφώνησε ἡ αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β’, στήν ὁποία ὁ Νικηφόρος, ἀπαντῶντας, ἐξέφρασε τίς εύχαριστίες του.
   ῾Ο Νικηφόρος Θεοτόκης ἐποίμανε τήν Ἀρχιεπισκοπή Σλαβενίου ἀπό τό 1779 μέχρι τό 1786 καί στήν συνέχεια ἀνέλαβε τήν διαποίμανση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως (1786-1792). Ἐκεῖ ἀνέπτυξε ἀξιόλογη ποιμαντορική δραστηριότητα, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἦταν καί ἡ ἐπιστροφή στήν Ρωσσική ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία δεκάδων χιλιάδων Ρώσσων οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποσχισθῆ ἀπό αὐτήν, ἀκολουθοῦντες τήν κίνηση τῶν Ρασκόλνικων (Παλαιοπίστων). Τό 1792 παραιτήθηκε καί ἀποσύρθηκε στήν Μονή τοῦ Δανιήλ τῆς Μόσχας, τῆς ὁποίας καί ὑπῆρξεν ἡγούμενος μέχρι τοῦ θανάτου του, τήν 2α ᾿Ιουνίου 1800. Στήν Μονή αὐτή καί τάφηκε.
   Πηγαίνοντας στήν Μόσχα, ἀρχές τοῦ 1977, γιά νά ὑπηρετήσω στήν ἐκεῖ Ἑλληνική Πρεσβεία, δέν μποροῦσα νά φαντασθῶ ὅτι ἡ τελευταία  περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη θά ἦταν γιά μένα τό ἀντικείμενο κάποιας ἐντελῶς ἰδιότυπης ἔρευνας.
   ῞Ολα ἄρχισαν ἀπό μία κάρτα, μέ ἡμερομηνία 5 Αὐγούστου 1980, τήν ὁποία ἔλαβα ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη Κερκύρας καί Παξῶν   Πολύκαρπο Βαγενᾶ. ῾Η κάρτα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἔγραφε:
   «Μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ ἡ προβολή τῆς προσωπικότητος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. ῾Ετοιμάζομε κάποιες σχετικές ἐκδηλώσεις γιά τό 1981. Κατά σαφεῖς ἱστορικές πληροφορίες, ἔχει ταφῆ στή Μόσχα, στή Μονή Δανιήλ, στίς 2 ᾿Ιουνίου 1800.
    Πολύ θά σᾶς παρακαλοῦσα νά μέ πληροφορήσετε, ἐάν εἶναι δυνατόν, ἄν ὑπάρχη ὁ τάφος του ἤ τά ὀστᾶ του διατηρημένα ἐκεῖ. ῎Αν ἀκόμη δέν εἶναι δύσκολο νά εἴχαμε μία φωτογραφία τοῦ τάφου, τοῦ Μοναστηριοῦ ἤ ὁτιδήποτε σχετικοῦ… ῾Η παρουσία σας ἐκεῖ μοῦ ἔδωσε τήν ἀφορμή καί ἡ ἀγάπη σας τό θάρρος ...».

   Μόλις ἔλαβα αὐτή τήν κάρτα, τό πρῶτο πρᾶγμα τό ὁποῖο προσπάθησα νά πληροφορηθῶ ἦταν ἐάν σωζόταν καί ποῦ βρισκόταν ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ. ῎Ηδη ἤμουν στήν Μόσχα τέσσερα χρόνια, εἶχα ἐπισκεφθῆ τά γνωστά Μοναστήρια της, «ἀνοικτά» συνήθως ὡς Μουσεῖα, καί πολλούς ἀπό τούς ναούς. Μερικῶν Μοναστηριῶν γνώριζα τήν θέση καί ὅτι ἦσαν κλειστά γιά ἐπισκέπτες, ἐπειδή ἐχρησιμοποιοῦντο τότε ἀπό τό κράτος εἴτε γιά νά στεγάσουν ἐργοστάσια (ὅπως λ.χ. ἡ Μονή Σίμονωφ), ἤ δημόσιες ῾Υπηρεσίες (ὅπως ἡ Μονή Νοβοσπάσσκυ). Πουθενά ὅμως δέν εἶχα συναντήσει τήν Μονή τοῦ Δανιήλ, οὔτε ἀναγραφόταν κάτι σχετικό στούς χάρτες ἤ στούς τουριστικούς ὁδηγούς τῆς Μόσχας, τούς ὁποίους εἶχα.
   ᾿Ερώτησα γνωστούς μας Ρώσσους διανοουμένους, ἱστορικούς, θεολόγους, ἐρευνητές, ἐάν σωζόταν ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ καί ποῦ εὑρίσκετο. ᾿Ερώτησα καί στό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Κανείς δέν μοῦ ἔδωσε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία. Τό μόνο τό ὁποῖο ἔμαθα ἦταν ὅτι ὑπῆρχε ἕνα νεκροταφεῖο ὀνομαζόμενο «Ντανίλοφσκυ» (τοῦ Δανιήλ). Τότε, ἐντελῶς συμπτωματικά, διαπίστωσα ὅτι σέ τεῦχος τοῦ «Περιοδικοῦ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας», παλαιότερου ἔτους, ὑπῆρχε ἄρθρο γιά τόν ὅσιο Δανιήλ, Μέγα Πρίγκηπα τῆς Μόσχας, τό ὁποῖο περιεῖχε πολλά ἱστορικά στοιχεῖα καί γιά τήν Μονή τοῦ Δανιήλ. Ἀπευθύνθηκα ἀμέσως στό ἐκδοτικό τμῆμα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά νά ἔλθω σέ ἐπαφή μέ τόν συγγραφέα τοῦ ἄρθρου Ἀ. Βόλγκιν, τόν ὁποῖον ὅμως, παρά τήν «προθυμία» καί τίς «διαβεβαιώσεις» τῶν ὑπευθύνων, ποτέ δέν συνάντησα (συγκεκριμένα μοῦ ἀπήντησαν ὅτι «θά προσπαθήσουν» νά τόν βροῦν, ἀλλά ποτέ, ὡς φαίνεται, δέν κατέστη τοῦτο δυνατόν). Σημειώνω ἐδῶ μερικά στοιχεῖα ἀπό τό ἄρθρο τά ὁποῖα παρουσιάζουν ἀναμφισβήτητο ἐνδιαφέρον καί τά ὁποῖα, κατά κάποιο τρόπο, ἔγιναν ὁδηγοί μου στήν ἔρευνα γιά τήν ἀναζήτηση τοῦ τάφου τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη:
   Ὁ Μέγας Πρίγκηπας τῆς Μόσχας Δανιήλ (1261-1303) ἦταν ὁ νεώτερος υἱός τοῦ ἡγεμόνος ᾿Αλεξάνδρου Νιέφσκυ (ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνακηρυχθῆ ἅγιος ἀπό τήν Ρωσσική ᾿Εκκλησία καί τιμᾶται πολύ ἀπό τούς Σλαύους). Τό ἔτος 1272 τοῦ παραχωρήθηκε, διά κλήρου, τό Πριγκηπᾶτο τῆς Μόσχας. Μόλις ἀνέλαβε τήν διοίκησή του, ὁ Δανιήλ ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ὀχύρωση τοῦ λόφου Μποροβίτσκυ, ὅπου ἀργότερα δημιουργήθηκε τό Κρεμλίνο τῆς Μόσχας. ᾿Εκεῖ ἔκτισε καί τήν πρώτη ξύλινη ἐκκλησία πρός τιμήν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Τό 1282 θεμελίωσε τήν πρώτη Μονή τῆς Μόσχας πρός τιμήν τοῦ προστάτου του ἁγίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτου. Τό 1303 ὁ Δανιήλ ἀσθένησε καί ἐζήτησε νά λάβει, κατά τήν ὑπάρχουσα συνήθεια, τό μοναχικό σχῆμα. ῞Οταν ἀπέθανε, σύμφωνα μέ ἐπιθυμία του τάφηκε στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ καί ὄχι ἐντός τοῦ ναοῦ, ἐπειδή ἐθεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο τέτοιας τιμῆς. (Τοῦτο φέρνει στήν μνήμη τόν ᾿Ιβάν τόν Τρομερό ὁ ὁποῖος εἶχε ὁρίσει ὡς τόπον ταφῆς του τό ἐσωτερικό τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος τοῦ ναοῦ τοῦ ᾿Αρχαγγέλου Μιχαήλ στό Κρεμλίνο, ὅπου καί σώζεται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του).
   Τό 1330 ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ διαλύθηκε καί ἡ ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν μεταφέρθηκε στήν νεοϊδρυθεῖσα, στήν θέση τῆς ξύλινης ἐκκλησίας τῆς Μεταμορφώσεως, Μονή τοῦ Παντελεήμονος Σωτῆρος. ῾Η Μονή αὐτή σωζόταν μέχρι τούς πρώτους χρόνους μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ὁπότε κατεδαφίσθηκε. Τό 1490 ἡ ἀδελφότητα μεταφέρθηκε καί πάλι, ἀλλά αὐτή τήν φορά στήν Νέα Μονή τοῦ Σωτῆρος (Νοβοσπάσσκυ) τῆς Μόσχας.
   Κατά τήν περίοδο τῆς Βασιλείας τῶν τσάρων ᾿Ιβάν Γ΄ καί Βασιλείου Γ΄ (μεταξύ τῶν ἐτῶν 1505 καί 1533), μετά ἀπό ὡρισμένες θαυματουργικές ἐμφανίσεις τοῦ Δανιήλ, οἱ Ρῶσσοι ἄρχισαν νά τόν τιμοῦν ὡς ἅγιο καί νά τελοῦν ἀκολουθίες στόν τόπο τῆς ταφῆς του. ῾Ο τσάρος ᾿Ιβάν Δ΄ ὁ Τρομερός (1533-1584) ἐντυπωσιάσθηκε ἀπό τήν ἴαση τοῦ ἑτοιμοθάνατου γυιοῦ ἑνός ἐμπόρου καί διέταξε τήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Δανιήλ (1555-1560), ἐνῶ ὥρισε νά τελεῖται εἰδική Μητροπολιτική λιτανεία πρός τιμήν τοῦ ὁσίου. Τό ἔτος 1652 βρέθηκε τό λείψανο τοῦ Δανιήλ καί μεταφέρθηκε στό Καθολικό τῆς Μονῆς. Ἀπό τότε ἡ Μονή ἀπόκτησε μεγάλη φήμη.
   Τό ἄρθρο ἀνέφερε ὅτι ἀπό τό 1330, μετά τήν πρώτη διάλυση τῆς Μονῆς, τό κοιμητήριό της ἔγινε «κοσμικό» (δηλαδή, ἐνταφιάζοντο ἐκεῖ καί λαϊκοί) καί ὅτι ἐκεῖ εἶχαν ταφῆ περιφανεῖς ἄνδρες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. ᾿Αλλά οὐδείς λόγος γινόταν γιά τήν τύχη τῆς Μονῆς ἤ τοῦ κοιμητηρίου της στήν ἐποχή μας.
   Ἀργότερα, ἀπό ἄλλη πηγή, πληροφορήθηκα τά ἑξῆς γιά τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς: ῾Η νεκρόπολη τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ ὑπῆρξε ὁ τόπος ταφῆς ὄχι μόνο τῶν ἡγουμένων καί μοναχῶν τῆς Μονῆς, ἀλλά καί ἄλλων διαπρεπῶν ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων. ῾Υπῆρχε δέ ἡ συνήθεια νά ἐνταφιάζονται ἐκεῖ καί οἱ ἡγούμενοι τῶν ἄλλων Μονῶν τῆς Μόσχας. ᾿Εκεῖ, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἐνταφιάσθηκαν καί οἱ ἡγούμενοι τῆς ῾Ελληνικῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου στήν Μόσχα Ἀρχιμανδρῖτες Ἀμφιλόχιος (1878), Πολύκαρπος (1891), Γαβριήλ (1904) καί ὁ προϊστάμενος τοῦ Μετοχίου τοῦ Πατριαρχείου ᾿Αλεξανδρείας Ἀρχιμανδρίτης Προκόπιος (1900).
   ᾿Εκεῖ εἶχαν ταφῆ ὁ συγγραφέας Νικολάϊ Γκόγκολ (1852), ὁ μουσικοσυνθέτης Νικολάϊ Ρουμπινστάϊν (1881), ὁ ζωγράφος Β. Πέρωφ (1882), ὁ συλλέκτης καί ἐκ τῶν δημιουργῶν τῆς ὁμωνύμου Πινακοθήκης Σ. Τρετυακώφ (1892) καί πολλοί Σλαυόφιλοι, οἱ ὁποῖοι εὐσεβοῦντο ἰδιαίτερα τήν Μονή τοῦ Δανιήλ.
   Περί τό τέλος τοῦ 1980, ἕνας Βρεταννός φίλος μοῦ ἔδωσε ἕνα τουριστικό ὁδηγό τῆς Μόσχας τοῦ ἔτους 1914. ᾿Εκεῖ ἀναφερόταν ἡ Μονή τοῦ Δανιήλ καί ἡ πληροφορία ὅτι βρισκόταν νοτιο-δυτικά τοῦ Κρεμλίνου (στήν περιοχή δηλαδή ὅπου ὑπάρχει καί τό νεκροταφεῖο Ντανίλοφσκυ), ὅτι εἶχε τρεῖς ναούς καί ὅτι τά σωζόμενα τείχη ἦσαν τῆς ἐποχῆς τοῦ ᾿Ιβάν τοῦ Τρομεροῦ.
   ῎Εχοντας ὑπ᾿ ὄψη αὐτά τά στοιχεῖα, συνέδεσα τήν ὕπαρξη τοῦ νεκροταφείου Ντανίλοφσκυ μέ τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς τοῦ Δανιήλ. ῞Οταν τό ἐπισκέφθηκα διαπίστωσα ὅτι σ᾿ αὐτό ὑπῆρχαν δύο ναοί, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας, σύμφωνα μέ ἐντοιχισμένη πλάκα, εἶχε κτισθῆ τό 1832, καί ἕνα κτίσμα ἐρειπωμένο τό ὁποῖο θά μποροῦσε, μέ λίγη φαντασία, νά θεωρηθῆ ὡς παλαιός ναός. Δέν ὑπῆρχαν ὅμως παλαιά τείχη γύρω ἀπό τό νεκροταφεῖο. ῾Η ἔκτασή του εἶναι τεράστια καί περιέχει πολλές δεκάδες χιλιάδων τάφους, ἐπειδή δέν συνηθίζεται στήν Ρωσσία ἡ ἐκταφή τῶν νεκρῶν.
   Μέ πληροφόρησαν ὅτι πρίν ἀπό τόν ναό ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ σήμερα (ἐκεῖνος τοῦ 1832), λειτουργοῦσε ὁ ἄλλος ναός, νεοκλασσικοῦ ρυθμοῦ. Κοντά στόν ναόν αὐτό ὑπῆρχαν πράγματι πολλοί παλαιοί τάφοι ἀναγόμενοι στήν περίοδο 1800-1845, μερικοί μέ ἡμερομηνίες, ἄλλοι ὅμως ἡμικατεστραμμένοι μέ ἐπιγραφές χορταριασμένες καί ἡμερομηνίες ἤ ὀνόματα τά ὁποῖα ἦσαν ἀδύνατον νά διαβασθοῦν.
   ᾿Επισκέφθηκα ἐπανειλημμένα τό νεκροταφεῖο Ντανίλοφσκυ, μέ θερμοκρασία πολλῶν βαθμῶν κάτω ἀπό τό μηδέν καί φοβερούς πάγους. ῏Ηταν ἄλλωστε τό μόνο μέρος στό ὁποῖο μέ ὁδηγοῦσαν οἱ ἐνδείξεις πού διέθετα, ἄν καί ἐνδόμυχα εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι δέν βρισκόμουν στό σωστό μέρος. ῾Η Διευθύντρια τοῦ νεκροταφείου δέν ἦταν σέ θέση νά μέ διευκολύνη. ῞Ενας φίλος Ρῶσσος ἱστορικός ὑποσχέθηκε νά ἐρευνήση σέ βιβλία τά ὁποῖα περιέγραφαν τίς παλαιές Μονές τῆς Μόσχας, μήπως σέ κάποιο ἀπό αὐτά ὑπῆρχαν στοιχεῖα γιά τήν Μονή ἤ περιγραφή τοῦ τάφου τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. ῎Αλλος φίλος, Ρῶσσος συγγραφέας, ἀνέλαβε νά ἐρευνήση τά ἀρχεῖα τοῦ νεκροταφείου, ἀλλά, ὅπως μοῦ εἶπε, δέν βρῆκε τίποτε. Βρισκόμουν σέ ἀδιέξοδο.

 

Ἡ Μονή Δανιήλ στή Μόσχα


    Προσπάθησα νά σκεφθῶ ρεαλιστικά, νά βρῶ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἔπρεπε νά ἐνεργήσω καί πρός ποία κατεύθυνση νά στραφῶ. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη μέχρι τότε (1981) εἶχε μεσολαβήσει διάστημα μεγαλύτερο τῶν 180 ἐτῶν. Στό διάστημα αὐτό εἶχαν λάβει χώρα δύο καταστρεπτικώτατοι γιά τήν Ρωσσία πόλεμοι (τό 1812 ἐναντίον τοῦ Ναπολέοντα μέ τήν μεγάλη πυρκαϊά τῆς Μόσχας καί ὁ Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, 1941-1945, μέ τούς ἀναρίθμητους βομβαρδισμούς τῆς Μόσχας ἀπό τήν γερμανική ἀεροπορία) καί μία ἐπανάσταση, τό 1917, μέ σαφῆ ἀντιθρησκευτικό χαρακτῆρα, ἡ ἀντιεκκλησιαστική μανία τῆς ὁποίας σάρωσε τά πάντα. ᾿Εκτός τούτου, ἡ ἀρνητική στάση τοῦ κράτους πρός τήν θρησκεία καί τήν ᾿Εκκλησία ἐπεκτεινόταν καί στά νεκροταφεῖα. Πολύ λίγο ἐνδιαφέρον ἐπιδεικνυόταν -ἄν λεγόταν ἐνδιαφέρον ἡ ἀδιαφορία πού ὑπῆρχε- στήν διατήρηση τῶν τάφων τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων, ὅταν μάλιστα εὑρίσκοντο σέ χῶρο ὁ ὁποῖος εἶχε διατεθῆ γιά τήν ἐξυπηρέτηση ἄλλου σκοποῦ. Στό Κρεμλίνο π.χ., ἡ γυναικεία Μονή τῆς ᾿Αναλήψεως, στήν ὁποία ὑπῆρχαν οἱ τάφοι τσαρίνων καί πριγκηπισσῶν ἀπό τόν 14ο αἰῶνα, καταστράφηκε ὁλοσχερῶς τήν δεκαετία τοῦ 1930 γιά νά κτισθῆ τό μέγαρο τοῦ ᾿Ανωτάτου Σοβιέτ. Εὐτυχῶς, στά ὑπόγεια τοῦ κτηρίου διατηρήθηκαν οἱ ὑπάρχοντες τάφοι, πού δέν εἶναι ὅμως ἐπισκέψιμοι. Στήν Μονή Νοβοσπάσσκυ ὑπῆρχε κοιμητήριο γιά τά μέλη τῶν πλέον σημαινουσῶν οἰκογενειῶν τῆς ρωσσικῆς ἀριστοκρατίας, ἀλλά οἱ ἀναποδογυρισμένες καί σπασμένες σκαλιστές λάρνακες καί ταφόπετρες ἔδιναν μία ἰδέα τοῦ κρατικοῦ «ἐνδιαφέροντος» γιά τά «ἄνευ ἀξίας», γιά τό σοβιετικό κράτος, ἀντικείμενα αὐτά τοῦ ρωσσικοῦ πολιτισμοῦ.
   Τό πιό παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ρωσσική ᾿Εκκλησία πολλές φορές παρενέβαλε στήν ἀναζήτησή μου ἐμπόδια, γιά διάφορους λόγους οἱ ὁποῖοι κατά βάθος ἐξυπηρετοῦσαν κάποια σκοπιμότητα. ᾿Ασφαλῶς ἡ ἀναζήτηση τοῦ χώρου ταφῆς ἑνός διαπρεποῦς ῞Ελληνα Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος πρόσφερε πολλά ὄχι μόνο στήν ῾Ελληνική ᾿Ορθοδοξία, ἀλλά καί στήν Ρωσσική Ἐκκλησία, ἦταν ἕνας τέτοιος λόγος.
   ῾Η Ρωσσική ᾿Εκκλησία διακατεχόταν τότε ἀπό ἔντονο σύμπλεγμα ἀνασφάλειας. Γενικά, ἀπόφευγε νά κάνη λόγο γιά Μονές ἤ ναούς πού τήν ἐλάμπρυναν στό παρελθόν, ἀλλά εἶχαν κλείσει ἤ εἶχαν δημευθῆ ἀπό τό κράτος. Καί τοῦτο δέν γινόταν μόνο γιά λόγους πολιτικῆς, ὥστε νά μήν φαίνεται τό μέγεθος τοῦ περιορισμοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπιβληθῆ ἀπό τό σοβιετικό κράτος στήν ᾿Εκκλησία, ἀλλά καί γιά λόγους ψυχολογικούς, γιά νά μήν τονίζεται, ἀπέναντι κυρίως τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ μειονεκτική θέση στήν ὁποία εἶχε περιέλθη ἡ Ρωσσική ᾿Εκκλησία στήν σοβιετική κοινωνία, σέ σχέση μέ τό παρελθόν. ῎Ετσι ἡ πληροφόρηση ἀπό μέρους της (καί μάλιστα ξένου ὑπηκόου ὅπως ἐγώ) περιωριζόταν στό ἐλάχιστο ἤ ἔλειπε παντελῶς, ἐξαρτώμενη ἀπό τήν σκοπιμότητα ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖτο. ῾Η καθαρά ρωσσική αὐτή νοοτροπία ἐπεκτεινόταν σέ ὅλους τούς τομεῖς ἔρευνας: θεολογικό, ἀρχαιολογικό, ἱστορικό, φιλολογικό, κ.λ.π. καί ἔχει ἀποδειχθῆ πολλές φορές ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ Ρῶσσοι ἐπιστήμονες, ἐκκλησιαστικοί καί μή, ἤθελαν νά ἐπωφεληθοῦν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο ἀπό τίς διάφορες πηγές πού ὑπάρχουν σέ ξένες χῶρες, ἐνῶ οἱ ἴδιοι προσπαθοῦσαν νά προσφέρουν τό ἐλάχιστο ἤ, ἐάν εἶναι δυνατόν, τίποτε.

Ἡ εὐχαριστήρια ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας Πολυκάρπου Βαγενᾶ πρός τόν Μητροπολίτη Τάλλιν Ἀλέξιο

 

   Μετά τίς προσπάθειές μου αὐτές, ἔγραψα στόν Μητροπολίτη Κερκύρας Πολύκαρπο ἐκθέτοντάς του τήν ὅλη κατάσταση, ἀλλά συγχρόνως διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι τό θέμα τοῦ ἐντοπισμοῦ τοῦ τάφου τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη εἶχε γίνει πλέον καί δικό μου προσωπικό θέμα.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΛΙΩΤΗΣ, δρ Θ.