Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662 μ.Χ)

 

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662 μ.Χ.)

 

 


   Μεγάλη μορφή της Εκκλησίας ο εορταζόμενος την 21η Ιανουαρίου Άγιος Μάξιμος. Θεολόγος νηπτικός και αντιρρητικός, συγγραφεύς βαθύς και στοχαστικός. Αγωνιστής γενναίος και ατρόμητος. Επειδή όμως δεν είναι και τόσο γνωστός, στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε να δούμε, ποίοι ήσαν οι κύριοι σταθμοί της ζωής του και ποια τα κύρια γνωρίσματα της προσωπικότητας του.


   Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 580 μ.Χ. Η εποχή ήταν κρίσιμος. Εχθροί απειλούσαν τη Βασιλεύουσα και το Βυζαντινό κράτος κλονιζόταν. Ευτυχώς ότι σε λίγο ανέβηκε στον θρόνο ο δυναμικός Ηράκλειος (610-641 μ.Χ). Η οικογένεια του Μαξίμου ήταν πλούσια και επιφανής. Του έδωσε άρτια και ποικίλη μόρφωση. Την εποχή εκείνη λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη το παλαιό Πανδιδακτήριο, που είχε μεταρρυθμισθεί σε «Οικουμενική Σχολή». Διδάσκαλός του εχρημάτισε ο ονομαστός φιλόσοφος Στέφανος από την Αλεξάνδρεια. Μετά την αποφοίτησή του κλήθηκε στα ανάκτορα και έγινε πρώτος γραμματεύς του αυτοκράτορα, με την ονομασία «πρωτοασηκρήτις».
    Μολονότι η θέση του ήταν σπουδαία και επιφανής, η ψυχή του εσκίρτα δι' ανώτερα θέλγητρα, πνευματικά. Δι' αυτό μετά θητεία ολίγων ετών εγκαταλείπει τα κοσμικά αξιώματα και εραστής της θείας ησυχίας καταφεύγει στη Χρυσούπολη, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, στο μοναστήρι της Θεοτόκου, και κείρεται μοναχός. Ό σπουδαίος και μορφωμένος αυλικός γίνεται υποτακτικός ενός γέροντος και αρχίζει την πολυετή άσκηση, Αφιερώνεται στην προσευχή, στην άσκηση των αρετών, στην έμπρακτοι εφαρμογή της αγάπης.
    Οι περισπασμοί όμως φαίνεται δεν του λείπουν. Κα εκεί στο μοναστήρι είναι πολλοί. Έτσι αναγκάζεται να αλλάξει διαμονή. Να πάει σε ένα άλλο μοναστήρι, στον 'Αγιο Γεώργιο της Κυζίκου. Εκεί συνεχίζει τους πνευματικούς του αγώνες και συντάσσει τα πρώτα περισπούδαστα συγγράμματά του, τις εκατοντάδες των «Κεφαλαίων Περί αγάπης».
    Πάλιν όμως άλλοι κίνδυνοι τον απειλούν.
    Είναι οι βαρβαρικές επιδρομές των Περσών, που πλησιάζουν και αναγκάζουν τον άγιο να φέρει τα βήματά του στο μοναστήρι του Ευκρατά, μακριά προς την Αφρική, κοντά στην Καρχηδόνα. 'Εκεί όμως μια μεγάλη ευλογία τον αναμένει. Ηγούμενός είναι ένας πεπειραμένος πνευματικός οδηγός, ο πολύς Σωφρόνιος, ο κατόπιν πατριάρχης Ιεροσολύμων (634- 638). Αυτό τον οδηγεί και στην πνευματική ζωή και στους δογματικούς αγώνες, τους αγώνες για την Ορθοδοξία. Διότι την εποχή εκείνη, ήδη από τη βασιλική αυλή εδίδετο ένα σύνθημα δογματικής υποχωρήσεως. Για να μη χάσουν τους μονοφυσίτες, εδημιούργησαυ ένα νέο αιρετικό κατασκεύασμα, τον μονοενεργητισμό και τον μονοθελητισμό. Και ήταν ανάγκη να φανούν άνδρες φωτισμένοι, θεολόγοι πραγματικοί, που είχαν εντρυφήσει στην Αγία Γραφή, που ήξεραν τούς Πατέρες και την ορθόδοξη διδασκαλία και θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την αίρεση αυτή, που εμφανιζόταν με το ένδυμα της νομιμότητας, και με τη δύναμη την πολιτική. Έτσι αρχίζει ένας μακροχρόνιος αγώνας, στον οποίο πρωτοστατούν ου δύο άνδρες, ο όσιος Σωφρόνιος και ο άγιος Μάξιμος. Σε λίγο ο αγώυ μετεφέρθη στη Ρώμη.
 

   Εκεί, ο άγιος Μάξιμος λαμβάνει μέρος στη σύνοδο του Λατερανού και αποδεικνύει με ακαταμάχητα επιχειρήματα τη δύναμη της Ορθοδοξίας.
    Το 641 όμως δυστυχώς πεθαίνει ο αυτοκράτορας, ο Ηράκλειος. Ο διάδοχός του είναι πολύ βραχύβιος. Στο θρόνο ανέρχεται ο εγγονός του ο Κώνστας Β', ο οποίος είναι με το μέρος των μονοθελητών. Τότε ο αγών διά την Ορθοδοξίαν εντείνεται. Σ' αυτόν πρωτοστατεί ο Άγιος Μάξιμος με συνέπειες οδυνηρές. Συλλαμβάνεται στη Ρώμη, μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη, δικάζεται από σύνοδο μονοθελητών και εξορίζεται μακριά. Ύστερα συλλαμβάνεται και πάλιν και αυτή τη φορά ακολουθούν και μαρτύρια. Του κόβουν τη γλώσσα και το δεξί χέρι. Γι' αυτό ονομάσθηκε Ομολογητής! Στο τέλος τον εξορίζουν και πάλιν. Αυτή τη φορά μακριά στην Αλανία, κοντά στην Κασπία Θάλασσα. Και εκεί, από τις κακουχίες, τους βασανισμούς και τα μαρτύρια, πεθαίνει ο άγιος Μάξιμος το 662.
    Ιδού ποιοι ήσαν οι κύριοι σταθμοί της ζωής του.


Β'

 

 


   Ποιά όμως είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του;


    1. Πρώτον ο άγιος Μάξιμος ήταν αγωνιστής της 'Ορθοδοξίας. Ήδη στα μοναστήρια που έζησε, στην άσκηση πού έκαμε, δεν περιωρίζετο στα συνηθισμένα μοναχικά καθήκοντα. Ενεβάθυνε στη θεολογία, μελετούσε την Αγία Γραφή, ενετρύφα στους μεγάλους Πατέρες. Ιδιαιτέρως τα συγγράμματα Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τα συγγράμματα, που έφεραν το όνομα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου αποτελούσαν το προσφιλές του μελέτημα. Στα συγγράμματα αυτά έκαμε σχόλια λαμπρά, τα οποία και σήμερα μας αφήνουν καταπλήκτους με τις σοφές και ορθές παρατηρήσεις του. Έτσι ο άγιος Μάξιμος αναδείχθηκε θεολόγος, πρώτης γραμμής, η μεγαλύτερα θεολογική μορφή του Ζ' μ.Χ. αιώνος. Προσωπικότης ηγετική και αγωνιστική, διάνοια βαθυστόχαστη και αξιοθαύμαστη.
    Κατ' αρχάς αγωνίσθηκε κατά του Ωριγενισμού. Είναι γνωστό ότι εις την αρχαία Εκκλησία η μεγαλύτερα θεολογική μορφή ήταν ο Ωριγένης. Επηρεασμένος όμως από νεοπλατωνικές ιδέες, σε πολλά ζητήματα είχε πέσει έξω όπως στην προέλευση των ψυχών, στην αποκατάσταση των πάντωυ. Έτσι την εποχή αυτή οι οπαδοί του Ωριγένη δημιουργούσαν πολλά προβλήματα μέσα στην Εκκλησία. Ο άγιος Μάξιμος με τη σοφία του και με την κατάρτισή του κατώρθωσε να αποδείξει τις πλάνες αυτές και να προφυλάξει την 'Εκκλησία από τις διδαχές, τις αντίθετες με το ευαγγέλιο και τις βασικές ιδέες του χριστιανισμού.
    Αλλά ο κύριος αγώνας του Μαξίμου ήταν εναντίον του μονοθελητισμού. Αγώνα τον οποίον επεσφράγισε μέ το μαρτύριο, με τα βασανιστήρια, με την ομολογία Του.
    2. Δεν ήταν όμως μόνον αγωνιστής της 'Ορθοδοξίας ο άγιος Μάξιμος. Είναι και διδάσκαλος υποδειγματικός της πνευματικής ζωής. Τα συγγράμματά του, η «Μυσταγωγία» του, οι «Εκατοντάδες» που έχει γράψει περί αγάπης, μέχρι σήμερα αποτελούν οδηγό, για όσους θέλουν να βιώσουν την ορθόδοξο πνευματική ζωή. Απλός μοναχός αυτός σε όλη του τη ζωή έζησε τις μεγάλες αρετές του χριστιανισμού. Ανδρώθηκε με την προσευχή, την αδιάλειπτο προσευχή, όπως εκείνος την εννοούσε. Ησκήθη στηυ υπομονή, στις αντιξοότητες και στις δυσκολίες της ζωής. Και εξήσκησε την αγάπη, περί της οποίας μας έδωκε τον τελειότερο ορισμό: «Ὁ κτησάμενος τήν ἀγάπην, αὐτόν τόν Θεόν ἐκτήσατο» (Ἑκατοντάς δ΄περί ἀγάπης 100).
    3. Το τρίτο χαρακτηριστικό του αγίου Μαξίμου ήταν ότι υπήρξεν ομολογητής. Αυτά τα οποία διδάσκει στα συγγράμματα του, πρώτος αυτός τα εβίωσε. Όλη του η ζωή ήταν ζωή αγία. Όλοι του οι αγώνες ήταν μέσα στην ατμόσφαιρα του Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό τον αξίωσε ό Θεός, παρά τις διώξεις και τα βασανιστήρια, και την ομολογία την καλή να ομολογήσει και σταθερός στις αρχές του μέχρι το τέλος της ζωής του να παραμείνει και νά διακηρύξει την αλήθεια της πίστεως μέχρι τα πέρατα της τότε οικουμένης. Διά τούτο αποκαλείται «ορθοδοξίας οδηγός και της Εκκλησίας φωστήρ».

 


ΙΩ. Χ. ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.Θ.

 

 

Οἱ Ἱεραποστολές τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

 

 

   Ἐξόριστος ἦταν ὁ Ἅγιος 'Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας. Ἑδομήντα ἡμέρες περπάτησε μέχρι νά φθάσει ἐκεῖ. Τά ἀνθρώπινα πάθη τόν κατεδίκασαν, γιά νά τόν ἐξοντώσουν μέσα σέ αὐτή τήν ἄθλια καί ἔρημη πολίχνη μέ τό νοσηρό της κλίμα. Ἡ ἀγάπη καί ἡ θερμή ὑποδοχή τῶν ἐκεῖ ἐκκλησιαστικῶν καί τοῦ λαού τόν γέμιζαν ζωντάνια νιά δράση. Βρῆκε ἐπιτέλους, ὅπως ἔγραφε, «τήν ἡσυχία, τήν γαλήνη, τήν ἀπραγμοσύνη, τήν σωματική εὐρωστία». Ὁ ἐπίσκοπος Διόσκουρος ὅλα τά φροντίζει γιά νά προσφέρει τήν ὅσο τό δυνατόν καλύτερη φιλοξενία του στόν ἐξόριστο Χρυσόστομο, τόν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντίνουπόλεως. Ὅμως ἡ ὑγεία του εἶxε κλονισθεῖ ἀπό τήν ταλαιπωρία τοῦ σκληροῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐξορίας: συνεχεῖς ἐμετοί καί στομαχόπονοι, πονοκέφαλοι, ἀνορεξία, ἀϋπνία καί τό φοβερότερο ὁ βαρύς χειμώνας μέ τό πολύ δριμύ του ψῦχος.
    Καί παρόλα αὐτά ὁ Χρυσόστομος δέν ἔπαψε νά παρηγορεῖ μέ ἐπιστολές τούς κακοπαθοῦντες φίλους του στήν Κωνσταντινούπολη καί ὅπου ἀλλοῦ. Τούς ὑπενθύμιζε νά ἔχουν πίστη στόν Θεό. Ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν διωγμό μου, ἔγραφε ἀπό τόν οἰκτρό αὐτόν τόπο τῆς ἐξορίας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διηύθυνε καί ἐνίσχυε τίς ἱεραποστολές, πού δημιούργησε ὡς Πατριάρχης.
Ἔγραφε καί ἐνθάρρυνε τούς ἱεραποστόλους, ὅσους αὐτός εἶχε στείλει σέ διάφορες περιοχές. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὅταν ἦταν ἐξόριστος στή Νίκαια. Ἔγραφε στόν Πρεσβύτερο Κωνστάντιο, τόν ὁποῖο εἶχε στείλει ὡς ἱεραπόστολο στή Φοινίκη καί τόν ἐρωτοῦσε πόσες ἐκκλησίες χτίστηκαν, ποιοί πέθαναν, ποιοί ἅγιοι πῆγαν στήν Φοινίκη καί ποιά προκοπή πραγματοποιήθηκε στήν ἐκεῖ ἱεραποστολή, «Γράψε μου» τοῦ λέγει «τί κάνει ὁ ἐπισκοπος Κυριακός». Καί τούς παρακαλεῖ νά προσεύχονται ἐντονότερα νιά τήν προκοπή τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀσίας. «Εὐχῶν χρεία πολλῶν καί δεήσεων ἐκτενῶν», τούς ἔλεγε.
    Ἐξόριστοις ὁ Χρυσόστομος καί ὅμως μεριμνᾶ γιά τή διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τήν ἐπικράτηση τῆς 'Ορθοδοξίας.
    Ὁ Χρυσόστομος γνώριζε πολύ καλά τί σημαίνει εὐαγγελισμός τοῦ κόσμου. Ἤθελε νά φτάσει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ὡς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης. Κανένας νά μή μείνει στό σκοτάδι τῆς ἀμάθειας. Γι' αὐτό καί ὀργάνωσε καλά τίς ἱεραποστολές του. Διάλεξε ἄξιους ἱεραποστόλους καί τούς ἔστειλε σέ διάφορες περιοχές, πού δέν τίς εἶχε ἀκόμα κερδίσει τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἀλληλογραφοῦσε συνεχῶς μ’ αὐτούς καί τούς ἐνίσχυε πνευματικά καί οἰκονομικά. Τό ἴδιο ἔκανε κι ὅταν ἦταν ἐξόριστος ἀπό τήν κακία τῶν ἰσχυρῶν καί τά πολλά τους πάθη.
    Ἀπό τήν Κουκουσό γράφει πρός τόν ἱεραπόστολο Γερόντιο, τόν ὁποῖο εἶχε στείλει στήν Φοινίκη γιά τόν εὐαγγελισμό της καί μέ κλονισμένη τήν ὑγεία του ἀπομακρύνθηκε: «Παρακαλῶ τήν εὐλάβειά σου, ὅσο καί ἐάν εἶναι σκληρός ὁ χειμώνας καί πολλαπλασιαζόμενα τά κακά καί σφοδρότερα τά ἐμπόδια, ὅσο πιό πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού παραμονεύουν γιά να δυσκολέψουν τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς σου, τόσο ἐντονότερα καί ἐσύ ὁ ἴδιος νά ἀντισταθεῖς καί νά παρακαλέσεις καί τούς ἄλλους νά συνασπισθεῖτε καί ὅλοι μαζί νά ἐργάζεσθε γιά τήν ὡραία αὐτή φροντίδα (πρόνοια) τῆς ἱεραποστολῆς καί μέ βιασύνη πολλή νά μπεῖς στόν κόπο νά ἐπιστρέψεις ἐκεῖ (στό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς) ... Ἀφοῦ φέρεις στό νοῦ σου πόσα στεφάνια θά χάσεις, μην κάνεις καμμιά προετοιμασία, μήν ἀναβάλεις καθόλου, ἀλλά μόλις θά ἔχεις καλυτερέψει, ξεκίνα, αὐτοπαρηγορήσου καί μη φροντίσεις γιά τίς χρεοφειλές σου. Φρόντισα καί τά εἶπα ὅλα στόν πολύ τίμιο καί εὐλαβέστατο πρεσβύτερο Κωνσταντίνο, εἴτε χρειασθεῖ νά δώσει χρήματα γιά τό χτίσιμο τῶν ἐκκλησιῶν, εἴτε γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἐκεῖ ἀδελφῶν, θά τά δώσει πλουσιοπάροχα ὅλα, περισσότερο ἁπλόχερα τώρα ἀπό πρίν». Τέτοια ζῆλο καί τέτοια αὐτοθυσία ζητάει ἀπό τούς ἱεραποστόλους του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Τά ἴδια ἔγραφε καί στούς μοναχούς τῆς Ἀπαμείας τόν Συμεών καί τόν Μάριν, τούς ἐκφράζει τή χαρά του γιατί «ὁ ποθεινότατος καί γλυκύτατος Ἰωάννης ὁ πρεσβύτερος παρά τίς μεγάλες δυσκολίες ἔσπευσε καί πῆγε στήν Φοινίκη γιά νά κάνει ἱεραποστολικό ἔργο». Τούς ζητάει ἀκόμα νά φροντίσουν νά βροῦν γενναίους ἀνθρώπους πού νά εἶναι συνεργάσιμοι καί νά τούς στείλουν στήν Φοινίκη γιά νά βοηθήσουν τόν Ἰωάννη στό ἔργο του.
    Γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο ἔπρεπε μέ κάθε θυσία οἱ ἀμυνόμενοι στήν εἰδωλολατρία Φοίνικες νά γίνουν χριστιανοί. Αὐτή ἦταν ἡ καθημερινή του ἔννοια ἐκεῖ στόν τόπο τῆς ἐξορίας.
    Ἔτσι, ὅταν ἕνας πλούσιος φίλος του ἀπό τήν 'Αντιόχεια, ό Διογένης, τοῦ ἐστειλε χρήματα μέ τόν πρεσβύτερο Άφραάτη γιά νά καλύπτει τίς ἀνάγκες του ἐκεί στήν ἐξορία, ὁ Χρυσόστομος τά ἔστειλε ὅλα τά ἀπαραίτητα γιά τό ἱεραποστολικό ἔργο. Τά ἔστειλε μάλιστα μέ ἐκεῖνον πού τοῦ τά ἔφερε. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔστειλε καί χρήματα καί ἱεραπόστολο βοηθό, τόν Ἀφραάτη.

 


   Ἔγραφε δέ στόν Ἄντιοχέα φίλο του Διογένη ὁ ἱερός Χρυσόστομος: " Ὅταν εἶδα τόν τιμιώτατο καί εὐλαβέστατο Ἀφραάτη πόσο σοῦ ἦταν ἀφοσιωμένος, ὥστε νά μήν θέλει νά φύγει ἀπό ἐδῶ καί νά ἀπειλεῖ ὅτι οὔτε τά γράμματά μου δέν θά ἔπαιρνε γιά νά σοῦ τά φέρει, ἐάν δέν δεχόμουν νά κρατήσω τά χρήματα πού μοῦ ἔστειλες ἔβαλα σημάδι σ' αὐτά πού μοῦ ἔστειλες, χαρισμένο στήν εὐγένειά σου, γιά νά ἡσυχάσω στήν καλωσύνη σου. Τό σημάδι αὐτό θά τό μάθεις ἀπό τόν ἴδιο, καί τότε δῶσε του ἐντολή νά πάει σέ αὐτή τήν ἀποστολή. Γιατί γνωρίζεις πολύ καλά πόσο μεγάλη θά εἶναι ἡ ὠφέλεια ἀπό τόν πηγαιμό του στή Φοινίκη καί τήν μεγαλόπρεπη δική σου Φιλοτιμία. Καί νά γνωρίζεις ὅτι καί γιά τίς δυό σου αὐτές προσφορές θά ἔχεις μισθό καί γιατί πλουσιοπάροχα βοηθᾶς τούς ἱεραποστόλους, πού ἐκεῖ στή Φοινίκη κατηχοῦνν τούς εἰδωλολάτρες στήν χριστιανική πίστη καί φροντίζουν νά χτίζουν ἐκκλησίες, ἀλλά καί γιατί ἔναν τέτοιο άνδρα ἀνάθρεψες καί τώρα τόν ἔστειλες γιά νά τούς παρηγορήσεις καί νά τούς δώσεις θάρρος, τώρα πού πολλές δυσκολίες ἔχουν καί πολλούς ἐχθρούς.... Μήν ἀμελήσεις, λοιπόν, νά τόν στείλεις ἀμέσως... τήν ἀμοιβή θά τήν λάβεις ἄφθονη ἀπό τόν Φιλάνθρωπο Θεό». Μ' αὐτό τόν τρόπο καί χρήματα καί νέο ἱεραπόστολο ἔστειλε ὁ ἐξόριστος Χρυσόστομος στή Φοινίκη.

 

 

   Αὐτόν τόν ἱεραποστολικό ζῆλο τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου τόν συμμερίζονταν καί ἄλλοι, ὅπως ὁ ἐπίσης φίλος τοῦ πρεσβύτερου Νικόλαος, πού μέ τίς παρακινήσεις τοῦ Χρυσοστόμου ποικιλότροπα βοηθοῦσε ἐκείνους πού ἐργάζονταν στήν ἱεραποστολική τῆς Φοινίκης, καθώς καί ὁ πρεσβύτερος Βασίλειος, πού μεγάλο ἱεραποστολικό ζήλο ἔδειξε.
    Καί νά τί ἔγραφε ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν πρεσβύτερο Νικόλαο, ὅταν εἶδε ὅτι αὐτός ἐκπλήρωσε ὅλα ὅσα ἤλπιζε:
«Ὕστερα ἀπό τό νά εἶναι καθημερινός ὁ κίνδυνος του θανάτου, καθώς ἔρχονται οἱ Ἴσαυροι καί καταστρέφουν καί ἀφανίζουν τά πάντα, ὅλα, σώματα καί οἰκοδομήματα τά παραδίδουν στή φωτιά καί στό μαχαίρι, φοβούμαστε τώρα μεγάλο λιμό ... Γι’ αὐτό εἶναι πολύ μεγάλη ἡ παρηγοριά πού μᾶς δίνει ἡ ἀγάπη σου, ἡ τόσο θερμή καί ἀκλόνητη καί αὐτή ἡ φροντίδα σου γιά τή Φοινίκη».
    Δεν γνωρίζουμε ἐάν ἔγινε καλά καί ἐάν πῆγε ἐκεῖ ό Γερόντιος, πήγε ὅμως ἐκεῖ καί ἄλλος ἱεραπόστολος, ὁ πρεσβύτερος Ἰωάννης, μέ βοηθήματα από τόν Ἀλφίο. Ὁ Χρυσόστομος τούς γράφει καί τούς εὐχαριστεῖ. Καί νά πῶς στηρίζει τήν ἐκεῖ ἱεραποστολή μέ ἕνα γράμμα του: «Σταθεῖτε γενναῖοι, ἀμετακίνητοι, μήν τυχόν καί ξεγελαστεῖτε. Νά περιμένετε μέ πίστη στήν ἐλπίδα σας στόν Θεό, νά περιμένετε τή συμμαχία του πού θα ἔρθει καί ἴσο της τίποτε ἄλλο δέν «υπάρχει».
    Καί ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος αὐτός διάκονος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐξόριστος από τόν πόλεμο τῶν ἰσχυρῶν ἐχθρῶν του, εἶχε καί φίλους πιστούς, οἱ ὁποῖοι τό πᾶν ἔκαναν γιά νά τοῦ συμπαρασταθούν καί νά τόν βοηθήσουν. Τοῦ ἔστελναν δῶρα καί χρήματα καί γράμματα καί ὅλα τά ἀπαραίτητα σέ ἀφθονία, ὥστε νά μπορεῖ καί νά συντηρεῖ τούς ἱεραποστόλους στή Φοινίκη, ἀλλά καί νά ἐξαγοράζει αἴχμαλώτους ἀπό τούς Ἴσαυρους, ἀλλά καί ἀκόμη νά φροντίζει τούς πολλούς φτωχούς πού κατέφυγαν στήν Κουκουσό ἐξαιτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν 'Ισαύρων.

 


   Πλουσιοπάροχες προσφορές ἔστελναν ἡ Ὀλυμπιάδα καί ἄλλοι φίλοι του ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη καί την Ἀντιόχεια. 'Έτσι ἐκάλυπτε ὅλες τίς άνάγκες, πού ἦταν καί πολλές. Ἔδινε, ἔδινε σέ ὅλους τά ἀπαραίτητα.
   Καί στήν Ἰσαυρία ὀργάνωσε ἱεραποστολή ὁ Χρυσόστομος. 'Εκεῖ ἐργάσθηκε μέ ἐπιτυχία ὁ πρεσβύτερος Ἐλπίδιος. Ἔκανε πολλούς ἀπό τούς εἰδωλολάτρεις χριστιανούς στήν περιοχή τοῦ ὄρους Ἀμανόν στήν Ἰσαυρία καί ἔκτισε ἐκκλησίες καί μοναστήρια. Τήν οἰκονομική βοήθεια γιά αὐτή τήν περιοχή ζήτησε ὁ Χρυσόστομος ἀπό κάποιον πού ὀνομαζόταν Ἀγαπητός.
   Τόσο πολύ ἀγαποῦσε τήν ἱεραποστολή ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὥστε νά πονᾶ καί νά θλίβεται ὅταν οἱ ἱεραπόστολοί του ἐταλαιπωροῦντο καί ἐβασανίζοντο. Αὐτό φαίνεται καθαρά ὅταν οἱ ἐθνικοί στή Φοινί¬κη κακοποιοῦσαν, θανάτωναν καί ἔδιωχναν τούς ἱεραποστόλους του, οἱ ὁποῖοι τόσο πολύ ἀγωνίστηκαν καί ἐπρόκοψαν,
   Ὁ Χρυσόστομος δέν κάμπτεται, δέν παραιτεῖται, ὅπλο του εἶναι ἡ γραφίδα. Καί νά τί γράφει στόν ἱεραπόστολο Ρουφίνο: «ἔφτασε σ' ἐμᾶς ἡ πληροφορία, ὅτι πάλι ἄναψαν στή Φοινίκη τά κακουργήματα, θέριεψε ἡ μανία τῶν ἐθνικῶν ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας πολλοί μοναχοί χτυπήθηκαν ἄσχημα καί μερικοί θανατώθηκαν. Γι' αὐτό καί σέ παρακαλῶ καί πάρα πολύ σέ πιέζω νά ἀναγκασθεῖς, ὅσο τό δυνατόν πιο γρήγορα νά πάρεις τόν δρόμο καί νά πάρεις μέρος στή μάχη. Τό ξέρω καλά ὅτι, καί πού μόνο θά φανεῖς ἐκεῖ, θά κατατροπώσεις τούς πολέμιους καί μέ τήν προσευχή καί μέ τήν ὑπομονή καί μέ τήν ἐπιείκεια. Καί μέ τήν ἀνδρεία πού σέ διακρίνει πάντοτε θά καταργήσεις τή μανία τους καί θά ἀνακτήσεις τούς δικούς μας καί πολλά καλά ἀποτελέσματα θά ἔχεις. Μή λοιπόν καθυστερεῖς καί μήν ἀνα6άλλεις, ἀλλά κάνε ὅσο τό δυνατόν πιό γρήγορα καί αὐτά πού σου παραγγέλλω κάνε τα πραγματικότητα».

 


   Καί εἶναι ἐκπληκτική ἡ πειθώ τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Ρουφίνος ἐπραγματοποίησε ἀμέσως ὅσα τοῦ παράγγειλε ὁ ἐξόριστοις ἐπίσκοπος. Μέ μεγάλη δραστηριότητα ἀποκατέστησε τήν τάξη, ἐπανόρθωσε τίς ζημίες πού προξένησαν οἱ ἐθνικοί. Οἱ γκρεμισμένες ἐκκλησίες ξαναχτίστηκαν μέ χρηματοδότηση τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔστειλε ἀκόμα καί ἅγια λείψανα γιά τά ἐγκαίνιά τους. Αὐτό ήταν ὅλο. Ὁ Χριστιανισμός ἐπεκράτησε ὁριστικά στή Φοινίκη. Οἱ Φοίνικες, χάρη στή δραστηριότητα τῶν ἱεραποστόλων τοῦ Χρυσοστόμου ἔγιναν χριστιανοί. Ὁ Χρυσόστομος ἀκόμη κι ἀπό τήν ἐξορία του ἔγινε ὁ ἐκχριστιανιστής τῶν Φοινίκων. Εἶναι ό ἱδρυτής ¬προστάτης τῆς ἐκκλησίαις τῆς Φοινίκης.
    Ὁ άγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶxε στρέψει τό ἱεραποστολικό του ἐνδιαφέρον καί πρός τούς βαρβάρους λαούς τῆς Σκυθίαις καί πρός τούς Πέρσες καί πρός τούς Γότθους Ὅταν τό 405 ὁ Πέρσης ἐπίσκοπος Μαρουθάν πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη, ὁ Χρυσόστομος ἐπωφελήθηκε αὐτή τήν ἐπίσκεψη καί ἔγραψε ἀπό τήν ἐξορία του στήν Ὀλυμπιάδα νά τόν συναντήσει καί νά τόν φιλοξενήσει στούς φίλους του. Τόν χρειάζεται γιά τήν ἱεραποστολή στήν Περσία καί γι' αὐτό παρακινεῖ τήν Ὀλυμπιάδα «πάνυ αὐτόν οἱκειῶσαι καί ὡς ἐγχώρει (προσπάθησε νά τόν κάνεις δικό μας καί ὅσο αὐτό είναι δυνατόν). Τοῦ ἔστειλα δύο ἐπιστολές. Πές του νά μοῦ ἀπαντήσει καί θά λάβει ἀμέσως γράμμα μου».
    Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὡς ἀρχιεπίσκοπος, προσπάθησε νά ἐπαναφέρει στήν Ὀρθοδοξία τούς ἐμμένοντας ἀκόμα στήν ἀρειανική αἵρεση ὁλίγους Πέρσες. Τούς ἔδωσε στήν Κωνσταντινούπολη ἕνα ναό γιά νά λειτουργοῦνται στή γλώσσα τους, ἐκήρυττε σέ αὐτούς καί μεταφράζονταν οἱ λόγοι του, χειροτόνησε διακόνους καί πρεσδυτέρους γιά ὅσους ἔμειναν στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐχειροτόνησε ἐπίσκοπο τόν Οὐνίλαν, στόν ὁποῖο ἀνέθεσε τούς Γότθους τῆς Ἀσίας. Προσωπικά δέ, ὡς Πατριάρχης, πολύ ἐργάσθηκε γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Περσῶν, τῶν Σκυθῶν καί τῶν ἐθνικῶν τῆς Φοινίκης.
    «Πάντοτε οἱ ἅγιοι», ἔνραφε, «εἶναι θαυμαστοί καί γεμάτοι από πολλή θεία χάρη καί πιό πολύ ὅταν κινδυνεύουν γιά τόν Χριστό καί φυλακίζονται».
    Ὁ ἐπίσκοπος Οὐνίλας, τόν ὁποῖο ἔστειλε στήν Περσία, πέθανε, ὁ Χρυσόστομος είναι ἐξόριστος στήν Κουκουσό νιά νά στείλει ἀντικαταστάτη του. Ταραχές ξέσπασαν στήν Περσία. Ὁ ἐξόριστος Χρυσόστομος παρεμβαίνει. 'Έγραψε στούς Πέρσες μοναχούς καί στόν Διάκονο Θεόδουλο καί τοῦ λέγει:
    «Παρότι εἶναι δύσκολος χειμώνας καί μεγάλα ὑψώνοντα τά κύματα καί πολλή σπουδή δείχνουν ἔκεῖνοι πού θέλουν νά λυμαίνονται τίς ἐκκλησίες τῆς Γοτθίας καί περιφέρονται παντοῦ. Σεῖς ὅμως νά μή σταματᾶτε νά προσφέρετε τά δικά σας».
Σ’ ὅλη αὐτή τήν περιπέτεια τῆς ἐξορίας του ὁ Χρυσόστομος ἐκράτησε τήν ψυχραιμία του καί χαρούμενη τή διάθεσή του: «Τό ὕφος ἥμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξε». Ποτέ δέν κλονίσθηκε ἡ ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό. «Ἴσως γάρ ἔδοξε τῷ Θεῷ» ἔγραφε στήν Ὀλυμπιάδα, «μακρότερους μου τεθῆναι τῶν δρόμων τούς διαύλους, ὥστε καί λαμπροτέρους γενέσθαι τούς στεφάνους». Θεωροῦσε, ὅτι κατά παραχώρηση Θεοῦ γίνεται ὁ διωγμός καί ἡ δοκιμασία, πάντοτε ἔλενε: «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Εἶχε συνείδηση, ὅτι ἦταν ὁ νόμιμος ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καί ἑπομένως, ὤφειλε νά φροντίζει γιά τό ποίμνιό του.
    Ἀπό τήν ἐξορία δέν ἔπαψε νά ἀλληλογραφεῖ μέ πολλά ἐκκλησιαστικά πρόσωπα καί ζητοῦσε νά τοῦ γράφουν γιά νά τόν ἐνημερώνουν γιά τήν προκοπή τῆς ἱεραποστολῆς τήν ὁποία διηύθυνε ἀπό τήν ἐξορία του. Ἔστελνε ἱεραποστόλους καί στήριζε τίς ἱεραποστολές μέ τά χρήματα πού τοῦ ἔστελναν οἱ Κωνσταντινοπολίτες, οἱ Ἀντιοχεῖς και ἡ Ὀλυμπιάδα.
    Μόνο 240 ἐπιστολές του σώθηκαν, ἀπό τις πολυάριθμες πού ἔγραψε, μέ τίς ὁποῖες στήριζε τό ποίμνιό του καί τίς ἱεραποστολές.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἦταν, παρά τίς ἐξορίες, ἕνας ὑποδειγματικός καί πραγματικός ποιμένας τοῦ ποιμνίου του. Δό¬ξασε τήν Ἐκκλησία καί τήν δοξάζει. Εἶναι ὁ μέγας οἰκουμενικός διδάσκαλός της.
     Μέ τά συνγράματά του τρέφει τήν Ἐκκλησία μέ τό θεῖο μάννα τῆς εὐαγνελικῆς διδαχῆς. Μέ τή ρητορική του τέχνη τέρπει τό ἀκροατήριο καί τούς ἀναννώστες του.
    Μόνο ἐπίθετα στόν ὑπερθετικό βαθμό μποροῦν νά χαρακτηρίσουν τίς ἀρετές του, τό ἦθος του, τό φρόνημά του, τήν ἀνάπη του γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν λαό της καί τούς κοινωνικῶς πάσχοντες. Ὁ διωγμός, ἡ ἐξορία καί οἱ κατατρεγμοί τόν κατέστησαν μαρτυρικότατο, μάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καί ἁγιότατο ποιμένα καί πατέρα.
    Βαθύτατος θεολόγος, ἐπρόσφερε ἐλαφρότατα τήν ὑψηλή διδασκαλία του, σοφότατος, ἔδινε τή σοφία κεκαθαρμένη καί ἁνιασμένη. Πλουσιότατος στήν γνώση τῆς Γραφῆς, τή μετέδιδε μέ περισσή ἁπλότητα, ὥστε νά γίνεται κατανοητός.
Ἐκκλησιαστικότατος καί ἱερότατος ἀπεδείχθη τῆς ἱερωσύνης ὁ ἐξοχότατοτος καί τῆς 'Εκκλησίας ὁ τέλειος ὀργανωτής.
    «Ἄλλοι βασιλείας ὅροι καί ἄλλοι ἱερωσύνης, ἀλλ' αὕτη μείζων ἐκείνης» ἔλεγε. Δηλαδή μέ ἄλλους ὅρους κυβερνοῦν οἱ βασιλεῖς καί μέ ἄλλους οἱ ἱερεῖς καί είναι σαφῶς ἡ ἱερωσύνη π ιό μεγάλη.
    Μέ τά πολυπληθῆ συγγράμματά του εἶναι πάντοτε ὁ Μέγας Διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης. Ἰσάξιος τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Γρηγορίου Νύσσης.

 

 


   Πέθανε στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407 στά Κόμενα, τοῦ Πόντου καθώς μεταφερόταν στήν πιό ἀπρόσιτη ἐξορία καί μόνωση, στήν Πιτυούντα. Τήν μνήμη του τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας στίς 13 Νοεμβρίου, στίς 27 Ἰανουαρίου καί στίς 30 Ἰανουαρίου. Τή θεία λειτουργία του τελεῖ καθημερινά ὁλόκληρη ἡ Ὀρθοδοξία. Καί λέει: «Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν, σέ εὐλογεῖν, σέ αἰνεῖν. σοί εὐχαριστεῖν, σέ προσκυνεῖν ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας σου».


ΚΙΜΩΝ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

 

 

 

Τῇ ΙΓ΄ τοῦ μηνός Νοεμβρίου Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός Ἰωάννου,
Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου.

 

Μύσας ὁ χρυσοῦς Ἰωάννης τό στόμα,
ἀφῆκεν ἡμῖν ἄλο, τάς βίβλους, στόμα.
Ἀμφί τρίτην δεκαετίαν σίγησεν χρυσέα χείλη.

 


   Ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί γενικότερα ἡ ἀνθρωπότης, ἑόρτασε τό ἔτος 2006 τά χίλια ἑξακόσια ἔτη ἀπό τήν κοίμησιν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἑνός τῶν τριῶν ἱεραρτχῶν. Εἰδικά συνέδρια ἐπραγματοποιήθησαν καί ἕνα μέρος τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ ἀνά τετραετίαν ἐν Όξφόρδη συνερχομένου διεθνοῦς Πατρολογικοῦ συνεδρίου ἀνεφέρετο εἰς τόν μέγαν Πατέρα. Τά δημοσιευθέντα γνήσια ἔργα του ὑπερβαίνουν τήν χιλιάδα, ὑπάρχουν δέ καί ἑκατοντάδες ἄλλων πού σώζονται ὑπό τό ὅνομά του. Εἰς τό παρόν σύντομον ἄρθρον θά γίνη μιά γενική παρουσίασις τῆς μεγάλης αὐτῆς μορφῆς.

 


   Ὁ Ἰωάννης ἐγεννήθη εἰς τήν Ἀντιόχειαν ἐξ εὐγενῶν χριστιανῶν γονέων μεταξύ τῶν ἐτῶν 344 καί 354 μέ πιθανωτέραν τήν τελευταίαν χρονολογίαν κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ Παλλαδίου. Λόγῳ τοῦ προώρου θανάτου τοῦ πατρός του Σεκούνδου, ἀνωτάτου ἀξιωματικου, τήν ἀνατροφήν τοῦ ἀνέλαβε ἡ μητέρα του Ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία ἀφωσιώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τήν κατά Χριστόν ἀυατροφήν τοῦ ὑίοῦ της. Ἔλαβε ἀρτίαν μόρφωσιν ἔχων μεταξύ τῶν ἄλλων διδασκάλους τόν φιλόσοφον Ἀνδραγάθιον καί τόν διάσημον ρήτορα Λιβάνιον. Ἐφοίτησε καί εἰς τό λεγόμενον Ἀσκητήριον, τήν Θεολογικήν Σχολήν πού εἶχε ἱδρύσει ὁ Διόδωρος, μετέπειτα ἐπίσκοπος Ταρσοῦ, μετά τοῦ Καρτερίου. Ὁ Ἰωάννης ἐμόνασε ἐπί τέσσερα ἔτη πλησίον Σύρου γέροντος καί ἐν συνεχείᾳ δύο ἔτη ἐντός σπηλαίου. Χειροτονηθείς διάκονος καί πρεσβύτερος τά ἔτη 381 καί 386 ὑπό τῶν ἐπισκόπων Ἀντιοχείας Μελετίου καί Φλαβιανοῦ, ἐπί δώδεκα έτη παρέμεινε εἰς τήν Ἀντιόχειαν ὡς ἱεροκήρυξ. Τήν 26ην Φεβρουαρίου τοῦ 398 ἐχειροτονήθη Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.
    Ὁ Ἰωάννης διεκρίθη διά τά πλούσια προσόντα του, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἀγάπην τοῦ ποιμνίου του. Εἶναι γνωστά τά κηρύγματά του μέ τά ὁποῖα ἐνεθάρρυνε τόν λαόν τῆς Ἀντιοχειας, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιοε εἶχεν ἀπειλήσει ὅτι θά πυρπολήση τήν πόλιν ἐξ ἀφορμῆς τῆς καταστροφῆς τῶν ἀνδριάντων αὐτοῦ καί τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας του.
    Κάτοχος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς, ἐξεφώνησε πολλάς ὁμιλίας. 'Ιδιαιτέρως πρέπει νά ὑπογραμμίσωμεν τάς 32 ὁμιλίας του εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τόν ὁποῖον καί ἠγάπα ἰδιαιτέρως. Ὑπό τῶν ἐρευνητῶν θεωρεῖται τό ἔργον τοῦτο ὡς τό ὡραιότερον ὑπόμνημα εἰς τήν ἐπιστολήν αὐτήν.

 


   Εἶναι ἀδύνατον καί αὐτή ἡ ἁπλή ἀναφορά εἰς τά πολυάριθμα ἔργα του. Ὅλα πάντως ἔχουν ἠθικόν καί οἰκοδομητικόν χαρακτήρα, ὁ Ἰωάννης ἐκήρυττε τήν λιτότητα καί τήν φιλανθρωπίαν, ἀλλά πρῶτος ἐκεῖνος ἔδιδε τό παράδειγμα. Ὡς χαρακτηριστικῶς ἀναγράφει εἰς τόν ἕκτον περί ἱερωσύνης λόγον τοῦ «ἀνάγκη τῷ διδασκάλῳ σπείρειν καθ' ἑκάστην, ὡς εἰπεῖν, ἡμέραν, ἵνα τῇ γοῦν συνεχείᾳ δvνηθῇ κρατυθῆναι παρά τοῖς ἀκούουσι τῆς διδασκαλίας ὁ λόγος» (J.-P. Migne PG 48,680). Ὁ μέγας πατήρ ἐκατηγορεῖτο ὅτι ἀπέφευγε τίς προσκλήσεις καί τά ἐπίσημα γεύματα, Ὠργάνωσε ὅμως τό ἔργον τῆς κοινωνικῆς προνοίας διά τῆς οἰκοδομῆς γηροκομείων, νοσοκομείων, πτωχοκομείων καί ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Εἰς τό ἔργον αὐτό εἶχε τήν βοήθειαν ἀξιολόγων διακονισσῶν μέ προϊσταμένην την ἀριστοκράτισσαν χήρα Ὀλυμπιάδα, συγγενή τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
    Τό ἔτος 401 προσκληθείς μετέβη ἐπί τρίμηνον εἰς Μικράν Ἀσίαν καί διά συνόδου ἐν Ἐφέσῳ κατεδίκασε τρεῖς σιμωνιακούς ἐπισκόπους, δι' ἀθεμίτου τρόπου καταλαβόντας τόν θρόνον. Τοῦτο προεκάλεσε ἀντιδράσεις ὄχι μόνον τοπικῶν παραγόντων, δεδομένου ὅτι μέχρι τότε ὁ Κωνσταντινουπόλεως δέν εἶχε σχετικήν διαδικασίαν, ἀλλά καί τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος πιεσθείς εἶχε χειροτονήσει τόν Ἰωάννην εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπωφεληθείς ὁ Θεόφιλος, τῆς ἀρνητικῆς στάσεως τῆς αὐτοκρατείρας Εὐδοξίας καί τῆς αὐλῆς αὐτῆς ἦλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν κατόπιν προσκλήσεως τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου διά νά κρίνη τόν 'Ιωάννην ὑπό συνόδου. Διά τῆς συνόδου τῆς Δρυός ὁ μέγας πατήρ κατεδικάσθη καί ἐξωρίσθη, ἐνῶ ὅμως εὑρίσκετο εἰς Βιθυνίαν, ἀνεκλήθη ἡ ἀπόφασις λόγῳ καταστροφῆς ἀπό σεισμοῦ ἤ ἄλλου ἀτυχήματος εἰς τόν κοιτῶνα τῆς βασιλίσσης. Πρίν ὅμως παρέλθη ἔτος, ἡ τοποθέτησις ἀργυροῦ ἀγάλματος τῆς βασιλίσσης ἔναντι τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ καί αἱ εἰδωλολατρικοῦ χαρακτῆρος τελεταί προεκάλεσαν τήν ἀντίδρασιν τοῦ Ἰωάννου καί τήν ἀφορμήν νέας διώξεώς του. Μετά παρέλευσιν ἔνδεκα ἑβδομάδων ἔφθασεν εἰς τό χωρίον Κουκουσός εἰς τά σύνορα Καππαδοκίας καί Ἀρμενίας. Παρά τήν μεγάλην ταλαιπωρίαν καί τήν ἀσθενή ὑγείαν του συνέχισε τό ἱεραποστολικόν ἔργον, τό ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν διά τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σκυθῶν καί τῶν Γότθων. Εἶχε ἐξ ἄλλου συνεχή ἀλληλογραφίαν καί οἰκονομικήν ἐνίσχυσιν κυρίως ἀπό τήν Ὀλυμπιάδα καί τόν περί αὐτῆν κύκλον. Ἤδη ἀπό τήν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας εἶχε στείλει ἐπιστολήν εἰς τόν πρεσβύτερον Κωνστάντιον γράφων μεταξύ τῶν ἄλλων «κaί Φοινίκην καί Ἀραβίας καί τῶν κατά τήν ἀνατολήν μή παύσῃ φροντίζων ἐκκλησιῶν, εἰδώς ὅτι πλείονα λήψῃ τόν μισθόν» (Ἐπιστ. 225. J.P. Migne PG 52, 733). Σημειωτέον ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶχεν ἐργασθεῖ διά τόν ἐκχριστιανισμόν τῆς Φοινίκης, ἐνῶ ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τήν Ἀντιόχειαν. Εἰς ἄλλην ἐπιστολήν του πρός τόν πρεσβύτερον Ρουφίνου γράφει νά ἀφήση τήν μονήν του καί νά μεταβῆ εἰς τήν Φοινίκην διά νά ἐνισχύση τούς ἐκεῖ Χριστιανούς (Ἐπιστ. ΚΕ, PG 52, 685). Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Ἰωάννης εἰργάσθη καί διά τόν ἐκχρισπανισμόν τῶν Περσῶν. Τό ἱεραποστολικόν του ἔργον ἐπεξετάθη καί εἰς τήν Συρίαν, Κιλικίαν και Ἀραβίαν.
    Τό βαρύ κλίμα τῆς Κουκουσοῦ ἔβλαψε τήν ὑγείαν τοῦ 'Ιωάννου. Καί οἱ καλοί ἰατροί του δέν ἠδύναντο νά τόν βοηθήσουν ἐλλείψει φαρμάκων. Τήν κατάστασιν ἐπεβάρυνε ἡ ἐπιδρομή τῶν Ἰσαύρων. Ἡ μόνη εὐχάριστος εἴδησις ἦτο ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Δύσεως Ὀνώριος καί αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἰταλίας δέν ἔστειλαν εἰς τόν αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς Ἀρκάδιον ἐπιστολήν διά τήν σύγκλησιν οἰκουμενικῆς συνόδου εἰς Θεσσαλονίκην. Διά τῆς συνόδου αὐτῆς θά ἀκυροῦντο αἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Δρυός καί θά ἀποκαθίστατο ὁ Ἰωάννης εἰς τόν θρόνον του. Δυστυχῶς ἡ ἀποσταλεῖσα ἀντιπροσωπία μετά ἀπό πολλάς ταλαιπωρίας ἐξεδιώχθη. Εἰς τήν ἀποτυχίαν τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου προσετέθη καί ἡ ἀπόφασις τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ἰωάννου ἀπό τήν Κουκουσόν καί ἡ μετάβασίς του εἰς Πιτυούντα τοῦ Πόντου. Τοῦτο κατέστη ἀδύνατον λόγῳ τῆς ἐπιβαρυνθείσης ὑγείας τοῦ Ἰωάννου. Μετά ταλαιπωρίαν τριῶν μηνῶν ἔφθασαν εἰς Κόμανα. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης παρέδωσε τό πνεῦμα καί ἐτάφη πλησίον τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καί ἀνεφώνησε τό «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

 

 


   Ὁ θάνατος τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας καί Πορφυρίου Ἀντιοχείας ἤνοιξαν τόν δρόμον διά τήν ἐγγραφήν εἰς τά δίπτυχα τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰωάννου καί τήν άποκατάστασιυ των σχέσεων μέ τήν ρωμαϊκήν ἐκκλησίαν.
Ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Ἀλέξανδρος ἀνεκάλεσεν εἰς τήν θέσιν των πολλούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκλεγεῖ ἀπό τόν Χρυσόστομον.
     Ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου διά τῆς μετακομιδῆς τῶν λειψάνων του ἔγινε τό 438, ὅταν εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνῆλθεν ὁ Πρόκλος, παλαιός μαθητής τοῦ Ἰωάννου. Τό Σῶμα τοῦ ἁγίου ἀπό τή μικράν ἐκκλησίαν τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου μετεφέρθη εἰς τόν ναόν τῶν 'Αγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος εἶχε κτισθεῖ ἀπό τόν Μέγαν Κωνσταντίνον, καί ὅπου ἐνταφιάζοντο οἱ Χριστιανοί αὐτοκράτορες καί οἱ ἀρχιεπίσκοποι Κωνσταυτινουούλεως.
    Σήμερον, τό σκήνωμα τοῦ ἁγίου ἐπιστραφέν ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολικήν ἐκκλησίαυ εὑρίσκεται εἰς τόν ἱ. ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.

 

ΗΛΙΑΣ Δ. ΜΟΥΤΣΟΥΛΑΣ

Ὁμοτ. καθηγητής Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 

 

Η πρώτη καταγραφή των περιστατικών κατά χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα είναι γεγονός

 

 

 

Η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας

προχώρησε στην καταγραφή


Σε μια πρωτότυπη -για τα ελληνικά δεδομένα- κίνηση, αλλά απολύτως αναγκαία προκειμένου να υπάρξουν αξιόπιστα στοιχεία για τα περιστατικά βίαιων ενεργειών σε χώρους θρησκευτικού ενδιαφέροντος στην χώρα μας προχώρησε το υπουργείο Παιδείας και η αρμόδια Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων.
Με την πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας για την δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων της έρευνας καλύπτεται ένα πολύ σημαντικό κενό και τίθενται οι βάσεις για τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων και ενός παρατηρητηρίου που θα είναι σε θέση να καταγράφει σχετικά περιστατικά και να διατηρεί συγκεντρωμένα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για περιστατικά βίας σε βάρος ευκτήριων οίκων και χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος.
Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση (htpp://www.minedu.gov.gr/publications/docs2016/ek8esi.pdf)

 

 


Η έκθεση για τα περιστατικά κατά χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος επιχειρεί, για πρώτη φορά, να συγκεντρώσει με τρόπο συγκροτημένο και σε συνεργασία με τις θρησκευτικές κοινότητες, περιστατικά προσβολής των θρησκευτικών χώρων, αποτυπώνοντας τη γενικότερη κατάσταση σε εθνικό επίπεδο, ώστε να χρησιμεύσει ως ένα αξιόπιστο εργαλείο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την πραγματική έκταση των εν λόγω φαινομένων. Παρ’ ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της Έκθεσης η ανάλυση των αιτιών, η αξιόπιστη και μεθοδική καταγραφή του προβλήματος είναι αναμφίβολα βασική και αναγκαία προϋπόθεση για την περαιτέρω αναζήτηση αυτών.
Προκειμένου να γίνει καταγραφή και η επεξεργασία των στοιχείων απαιτήθηκε να δημιουργηθεί εκ του μηδενός ένα δίκτυο καταγραφής στο οποίο συμμετέχουν οι περισσότερες θρησκευτικές κοινότητες της χώρας μας καθώς και υπηρεσίες άλλων Υπουργείων.
Αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών αφορά χώρους λατρείας της χριστιανικής πίστης.
Αναλυτικότερα, για το έτος 2015 έγιναν γνωστά 147 περιστατικά σε βάρος διαφόρων χώρων θρησκευτικοϋ ενδιαφέροντος, κατανεμόμενα ανά θρήσκευμα ως εξής:
• 138 αφορούν στον Χριστιανισμό και συγκεκριμένα 137 στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ένα στην ρωμαιοκαθολική.
- 4 στον Ιουδαϊσμό,
-5 στο Μουσουλμανισμό
«Η δημοσιοποίηση αυτών των δεδομένων ώστε η κοινή γνώμη να μπορεί ελεύθερα να μορφώσει και εκείνη άποχη, αποτελεί μια πολιτική απόφαση που συνδέεται όχι μόνο με τη διάχυση της γνώσης, αλλά κυρίως με την επιλογή εκδημοκρατισμού της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Στην συγκεκριµένη περίπτωση κατά την οποία δηµοσιοποιούνται στοιχεία που αφορούν πράξεις οι οποίες στρέφονται κατά του Ιερού, η πολιτική απόφαση κοινοποίησής τους συνδέεται, εκτός από τον εκδηµοκρατισµό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, τόσο µε την ανάγκη ευαισθητοποίησης της κοινής γνώµης όσο και µε την ανάγκη η δηµόσια διοίκηση ναι αποκτήσει την αναγκαία τεχνογνωσία και κουλτούρα σύνταξης τέτοιου είδους εκθέσεων» αναφέρει ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης στον πρόλογο της έκθεσης.
« ... αρνούµενοι συστηµατικά να δούµε την πραγµατικότητα καταλήγουµε και πάλι στο ίδιο αποτέλεσµα: στην υποκατάστασή της από ένα όνειρο, µια φαντασία, έναν ανεµόµυλο.
Έτσι διαµορφώνονται και σ' αυτό το πεδίο δύο σχολές σκέψης. Η µία ζωγραφίζει την Ελλάδα ως µια χώρα στην οποία συµβαίνουν συστηµατικοί βανδαλισµοί εις βάρος των θρησκευτικών χώρων των µειονοτήτων, αγνοώντας οτιδήποτε αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ η άλλη την αναπαριστά ως µια χώρα στην οποία δεν συµβαίνει τίποτα κακό ¬και όταν συµβαίνει κάτι εις βάρος των θρησκευτικών µειονοτήτων, τότε αυτό οφείλεται σε κάποιον που δεν ανήκει στην έλλογη εθνική κοινότητα» σηµειώνει µε νόηµα ο γενικός γραµµατέας Θρησκευµάτων Γιώργος Καλαντζής στο εισαγωγικό σηµείωµα της έκθεσης.

 

 

Στατιστικά στοιχεία

Με βάση τα διαθέσιµα στοιχεία, επί του συνόλου των Ιερών Μητροπόλεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, οι υφιστάµενοι ενοριακοί και µοναστηριακοί Ιεροί Ναοί, µόνον, ανέρχονται σε 9.792, µη συνυπολογιζοµένων των παρεκκλησίων, εξωκκλησίων, προσκυνηµαιτικών, ιδιόκτητων και κοιµητηριακών ναών και των λοιπών χώρων θρησκευτικού ενδιαφέροντος.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας Έρευνας και Θρησκευµάτων και της αρµόδιας Γενικής Γραµµατείας Θρησκευµάτων οι υφιστάµενοι και νοµίµως αδειοδοτηµένοι ευκτήριοι οίκοι (ε.ο.) µη χριστιανικών θρησκευτικών κοινοτήτων ανέρχονται σήµερα στους 20 καi ανήκουν σε θρησκευτικές κοινότητες των Βουδιστών 7, των Ινδουιστών 3, του Ισλάµ 4, και των Μπαχάι 6, ενώ οι υφιστάµενοι και νοµίµως αδειοδοτηµένοι ευκτήριοι οίκοι χριστιανικών κοινοτήτων - οµολογιών ανέρχονται σε περίπου 300 και περιλαµβάνουν την Αγγλικανική Εκκλησία, την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Αιγυπτιακή Κοπτορθόδοξη Εκκλησία, την Εκκλησία των Ορθοδόξων Αρµενίων, την Ευαγγελική Εκκλησία των εν Ελλάδι Γερµανόγλωσσων, την Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, την Χριστιανική Ασσυριακή Εκκλησία, την Αρµενική Ευαγγελική Εκκλησία, την Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, την Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, την Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ηµερών (Μορµόνοι), τους Αντβεντιστές, τους Χριστιανούς Μάρτυρες του Ιεχωβά και άλλες θρησκευτικές οµάδες µε µικρότερο αριθµό πιστών.
Η ρωµαιοκαθολική Εκκλησία στην Ελλάδα, σύµφωνα µε τα στοιχεία, διαθέτει περισσότερους από 129 Ιερού Ναούς και Ιερές Μονές.
Κατά το έτος 2015 υποβλήθηκαν δεκατέσσερις αιτήσεις άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου ή ναού, από τις οποίες επτά έγιναν αποδεκτές και επτά δεν διεκπεραιώθηκαν εντός του 2015 λόγω κατάθεσης ελλιπών δικαιολογητικών.
 

πηγή: http://amen.gr/article/i-proti-katagrafi-ton-peristatikon-kata-xoron

 

Ἀναζητώντας τόν Νικηφόρο Θεοτόκη


Γ΄


(Περίληψη τῶν Α’ καί Β’)  Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική προσωπικότητα τοῦ δευτέρου ἡμίσεως τοῦ 18ου αἰῶνα, γεννήθηκε στήν Κέρκυρα, σπούδασε στήν Ἰταλία καί ἀσχολήθηκε μέ τήν ὀργάνωση καί λειτουργία σχολῶν ἀνωτέρας παιδείας στήν Κέρκυρα καί τό Ἰάσιο, ὑπῆρξε σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος σχολῆς καί ἱεροκήρυκας στήν Κωνσταντινούπολη. Τό 1776 μετέβη στήν Ρωσσία ὅπου διεδέχθη τόν Εὐγένιο Βούλγαρι στήν Ἀρχιεπισκοπή Σλαβενίου καί Χερσῶνος. Στήν συνέχεια ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως• τό 1792 παραιτήθη καί ἀπεσύρθη στήν Μονή Δανιήλ τῆς Μόσχας, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡγούμενος μέχρι τοῦ θανάτου του, τό 1800.
Ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας μακαριστός Πολύκαρπος Βαγενᾶς ἐνδιαφέρθηκε τό 1980 νά πληροφορηθῆ ἐάν σωζόταν ὁ τάφος τοῦ Νικ. Θεοτόκη. Ἡ διεξαγωγή μιᾶς τέτοιας ἔρευνας ὑπῆρξε πολύ δύσκολη, ἐπειδή ἀφ’ ἑνός μέν ἔλιπαν οἱ σχετικές πληροφορίες γιά τήν τύχη ἤ τόν τόπο τῆς Μονῆς καί ἀφ’ ἑτέρου δέν ὑπῆρχε προθυμία ἀπό μέρους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά κάτι τέτοιο, ἐνῶ κανείς δέν φαινόταν νά γνώριζε κάτι σχετικό. Ἔτσι ἡ ἔρευνα εἶχε περιέλθη σέ ἀδιέξοδο.
Τό 1983 ἀνακοινώθηκε ὅτι τό σοβιετικό κράτος ἀπέδωσε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας τήν Μονή Δανιήλ, ἡ ὁποία μέχρι τότε λειτουργοῦσε ὡς ἐργοστάσιο κατασκευῆς ψυγείων. Ὑπῆρξε ἀλληλογραφία μέ τόν ἐπιβλέποντα τήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς Μητροπολίτη Ταλλίνν Ἀλέξιο (μετέπειτα Πατριάρχη Μόσχας), ὁ ὁποῖος διαβεβαίωσε ὅτι θά γίνη κάθε τι δυνατόν γιά τόν ἐντοπισμό τοῦ τάφου τοῦ Νικ. Θεοτόκη, ἐπειδή τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς εἶχε καταστραφῆ.
Ἡ Μονή Δανιήλ ἀνακαινίσθηκε καί ἔγινε τό διοικητικό κέντρο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Σ’ αὐτήν ὑπάρχει ἕνας τεχνικός λοφίσκος ἀπό χώματα μέ ὀστᾶ τά ὁποῖα μεταφέρθηκαν ἐκεῖ ἀπό τόν χῶρο τοῦ πάλαι ποτέ κοιμητηρίου τῆς Μονῆς. ᾿Επί τοῦ λοφίσκου ὑπάρχει ἕνας ναΐσκος. ῾Ο χῶρος αὐτός δημιουργήθηκε γιά νά ὑπενθυμίζη, συμβολικά, τήν παλαιά νεκρόπολη τῆς Μονῆς καί γιά νά τιμήση ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν ταφῆ ἐκεῖ. Αὐτά συνέβησαν μέχρι τό 1990.

 


Ἀπό τότε ὅμως στήν Μονή Δανιήλ ἔγιναν πολλές ἐπιστημονικές ἔρευνες και ἀρχαιολογικές ἀνασκαφές τόσο στόν γενικώτερο χῶρο τῆς Μονῆς ὅσο καί στά θεμέλια τῶν ναῶν. Κατά τά ἔτη 1983-1987 τίς ἐργασίες γιά τήν ἐπισκευή καί προσαρμογή τῆς Μονῆς, πού παρακολούθησε ἀπό κοντά ὁ καθηγητής L.A Belyaev, ὡς ἀρχαιολόγος, διαπιστώθηκε ὅτι γύρω ἀπό τόν ναό τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς ὑπῆρχαν, σέ διάφορα ἐπίπεδα, παλαιά νεκροταφεῖα ἡ χρονολόγηση τῶν ὁποίων ἔφθανε μέχρι τόν 5ο π.Χ. αἰῶνα, καθώς καί πολλά ἄλλα σημαντικά εὑρήματα.

Καί ἡ μεγάλη ἔκπληξη δέν ἄργησε νά ἔλθη. Ἀπό τόν Αὔγουστο 2006 μέχρι τόν Μάρτιο 2007 ὁ καθηγητής Belyaev διηύθυνε νέες ἀρχαιολογικές ἔρευνες μέ σκοπό, μεταξύ τῶν ἄλλων, τήν ἀνεύρεση τάφων καί μάλιστα ἐκείνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικοφόρου Θεοτόκη. Τά ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν του ἀνακοίνωσε σέ συνέντευξη τύπου πού ἔδωσε στήν Μονή Δανιήλ στίς 23 Ἀπριλίου 2007 καί τά κυριώτερα σημεῖα της, πού ἀφοροῦν στό θέμα μας, εἶναι τά ἀκόλουθα:
Ὡς γνωστόν, ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἀπεβίωσε τήν 31η Μαΐου 1800 καί τάφηκε στήν Μονή Δανιήλ, ὅπου πέρασε τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὡστόσο, ἄμεσες ἀναφορές γιά τόν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ του δέν βρέθηκαν στίς πηγές. Γιά τήν ἀνεύρεση τοῦ τόπου τῆς ταφῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου καθοδηγήθηκε ἀπό τό ἀκόλουθο σκεπτικό:
- Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά μποροῦσε νά εἶχε ταφῆ μόνο κοντά στό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς, ὅπου εἶχαν ἐνταφιασθῆ καί ἄλλοι ἡγούμενοι.
- Ἐνδεχομένως ἡ ταφή νά ἔγινε στήν νότια περιοχή τοῦ ναοῦ.
- Ἡ ταφή δέν θά μποροῦσε νά γίνη ἔξω, ἀλλά κάτω ἀπό τήν νότια στοά τοῦ ναοῦ.

Ὅπως περιγράφει ὁ καθηγητής Belyaev, «τά πρῶτα σημάδια, ὅτι εἴμαστε στόν σωστό δρόμο, φάνηκαν ἤδη στήν ἀρχή τῶν ἐργασιῶν: στά μπάζια (ἀπορρίματα) ἀπό τήν ἀποκατάσταση τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 βρέθηκαν πολλά θραύσματα ἀπό μνήματα τοῦ 18ου - 19ου αἰῶνα καί μεταξύ αὐτῶν μία μικρή μαρμάρινη πλάκα μέ δύο - τρία ἑλληνικά γράμματα.(Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἐπιτάφια ἐπιγραφή γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπου Νικηφόρο ἦταν γραμμένη τόσο στά ρωσσικά ὅσο καί στά ἑλληνικά.).

... Τόν Νοέμβριο (2006) ἤμαστε ἕτοιμοι νά προχωρήσουμε περισσότερο πρός τά δυτικά καί ἀρχίσαμε μέ τήν ἀποσυναρμολόγηση τῆς σκάλας. Κάτω ἀπό τήν σκάλα, ἡ ὁποία, ἔχοντας ἀσήμαντο μῆκος καί πλάτος, ἦταν, ἐπιπλέον, σαφῶς μεταγενέστερη, δέν περιμέναμε νά βροῦμε ἐκεῖ τήν ταφή πού χρειαζόμαστε (ὅπως καί, γενικῶς, ὁποιαδήποτε διατηρημένη ταφή). Ἀλλά ἀκριβῶς ἐδῶ, μεταξύ τῶν στύλων τῆς στοᾶς καί τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ τῆς Προστασίας τῆς Θεοτόκου (Ποκρόβσκυ), ἄνοιξε μία ἐντελῶς μοναδική γιά τήν ἱστορία τοῦ ρωσσικοῦ τυπικοῦ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ 18ου - 19ου αἰῶνα κατασκευή. Ἐμπρός μας παρουσιάσθηκε μία κρύπτη, ὅλη, συμεριλαμβανομένου καί τοῦ πυθμένα, ἐπιστρωμμένη ὄχι μέ τοῦβλα (ὅπως τό 99% τῶν ρωσσικῶν κρυπτῶν), ἀλλά μέ κομμάτια πελεκημένων λευκῶν λίθων, καί ἐπιπλέον λειαμένη ἐσωτερικά.

Ὁ ναΐσκος στή Μονή Δανιήλ πρός τιμήν τῶν ταφέντων στό κοιμητήριό της, γνωστῶν καί ἀγνώστων Ὀρθοδόξων

 


Περισσότερο ἀσυνήθιστη ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ταφῆς: ἦταν ἀνέγγιχτη ἀπό τήν στιγμή τῆς τελέσεώς της. Ἀνοίγοντάς την, βρήκαμε μέσα στήν κρύπτη ἀνέπαφο δρύϊνο φέρετρο, καλυμμένο ἐξωτερικά μέ σκουρο-μπορντώ βελοῦδο μέ σειρῆτι. Στό ἐπάνω καπάκι μέ χρυσές ταινίες ἦταν σχηματισμένη ἀπεικόνιση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Γολγοθᾶ μέ τίς ὀκτώ ἄκρες καί τά σύνεργα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου• στίς δύο πλευρές ὑπῆρχαν ἕξι μπρούντζινα χερούλια μέ ἐπάργυρα διακοσμητικά σκαλίσματα• ἐσωτερικά τό φέρετρο ἦταν ντυμένο μέ λαμπρό μεταξωτό ἀτλάζι, καί κάτω ἀπό αὐτό πριονίδια ἀπό ξύλο κωνοφόρου δένδρου.
Στό φέρετρο ἀναπαύοντο λείψανα, πού ποτέ δέν εἶχαν διαταραχθῆ, σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου σκεπασμένα μέ μεταξωτό κάλυμμα, καί τό πρόσωπο καλυμμένο μέ τετράγωνο Ἀέρα. Κάτω ἀπό τό κάλυμμα ἀνάσκελα, μέ χέρια διπλωμένα ἐπί τοῦ στήθους, ἔκειντο τά λείψανα τοῦ ἐνταφιασμένου μέ ἐνδύματα ἀρχιερέως: ἀντερί, στιχάριο, σάκκο, ἐπιμάνικα, ἐπιτραχήλιο, ζώνη, ἐπιγονάτιο, ὠμοφόριο καί μίτρα. Τά πόδια φοροῦσαν μυτερές δερμάτινες παντόφλες. Στό λαιμό ὑπῆρχε ραβδωτή μουαρώ ταινία, κάποτε κόκκινη.
Στήν δεξιά πλευρά τοῦ στήθους ὑπῆρχε μέ ἀλυσσίδα ὀβάλ ἐγκόλπιο μέ σμάλτο ἀπεικονίζον τόν Σωτῆρα καί μεγάλος Σταυρός εὐλογίας μέ τμήματα ἀπό σμάλτο. Στό κάτω μέρος του βρέθηκε κομμάτι μέ τυπωμένα γράμματα μέ τήν συγχωρητική εὐχή, στήν ὁποία δέν ὑπάρχει, δυστυχῶς, ὄνομα. Στήν δεξιά πλευρά ὑπῆρχε ἐπιστήθιος Σταυρός καί σχεδόν στό κέντρο τοῦ στήθους ἡ Κατήχηση μέ μεταλλικό κάλυμμα.
Τά εὑρήματα ὅμως τῆς ταφῆς ἦσαν πολύ φθαρμένα, εἰδικά στό ἐμπρός μέρος τοῦ κρανίου, ἐπειδή ὁ ἐνταφιασμένος, κατά ἀνθρωπολογικές ἐνδείξεις, ἦταν ἄτομο σέ προχωρημένη ἡλικία, ἄνω τῶν 60 ἐτῶν, καί πιθανόν λόγῳ τῆς Μεσογειακῆς καταγωγῆς του καί τῆς τηρήσεως τῆς μοναστικῆς διατροφῆς.
Ὅλα τά ἀντικείμενα μᾶς ἐπιτρέπουν μέ βεβαιότητα νά καθορισουμε τήν ταφή ὡς Ἐπισκοπική καί νά γίνη δεκτή ὡς πιθανή χρονολογία ὁ 18ος - 19ος αἰώνας. Γιά τόν προσδιορισμό τῆς ταφῆς σημασία-κλειδί ἔχει ἡ χονδρή κυμματοειδής (μουαρώ) ταινία, κόκκινου χρώματος, πλάτους 10 ἑκ. Αὐτή προσδιορίζεται ὡς ἡ ταινία τοῦ παρασήμου τοῦ Τάγματος τῆς Ἁγ. Ἄννης. Τό παράσημο αὐτό ἀπονεμόταν μόνο στόν ἀνώτερο κλῆρο ἀρχίζοντας ἀπό τήν βασιλεία τοῦ αὐτοκράτορα Παύλου Α’ καί, κυρίως, κατά τήν βασιλεία του (1796-1801). Ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν ἐνταφιασθῆ στήν Μονή Δανιήλ κατά τήν τελευταία δεκαετία τοῦ 18ου καί τίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα, τό παράσημο τῆς Ἁγ. Ἄννης εἶχε, ὅπως γνωρίζουμε, ἀπονεμηθῆ μόνο στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη.
Ἔχοντας προσδιορίσει τήν ταφή στήν κρύπτη ἀρ. 9 ὡς Ἐπισκοπική καί τελεσθεῖσα ὄχι ἐνωρίτερα ἀπό τά μέσα τοῦ 18ου καί ὄχι ἀργότερα τῆς ἀρχῆς τοῦ 19ου αἰῶνα, μποροῦμε νά ἀπομακρύνουμε τήν πιθανότητα ταυτίσεώς της μέ ἄλλους ἡγουμένους τῆς Μονῆς Δανιήλ τῆς ἴδιας περιόδου πού εἶχαν τό ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ Ἡγουμένου.
Ἡ χρονολόγηση τῶν ἀντικειμένων ἀπό τήν ταφή τοποθετεῖται σαφῶς στό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰῶνα, ἀναγκάζοντας νά ἐπιλέξουμε τό ἔτος 1800 ὡς τό μόνο πιθανόν.
Ἐγώ δέν ἔχω καμμιά ἀμφιβολία ὅτι τά εὑρήματά μας στήν κρύπτη ἀρ. 9 ἀνήκουν πραγματικά στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη».
«Ὑπάρχει στήν διάθεσή μας συλλογή σημαντικῶν γιά τήν ἐπιστήμη καί τά μουσεῖα περιτέχνων ἀντικειμένων ἀξίας. Ἡ συλλογή αὐτή συντηρεῖται καί θά συμπεριληφθῆ στό ἐκκλησιαστικό-ἱστορικό μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ἐπίσης, ἔχουμε συλλέξει ἐξαίρετο παγιωμένο ὑλικό, συμπεριλαμβανομένης ταινίας (φίλμ) ἀπό τήν ἀνασκοφή. Σχεδιάζουμε σέ αὐτή τήν βάση ἀριθμό ἀκαδημαϊκῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἐκδόσεων ἀφιερωμένων στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη, καθώς καί στήν νεκρόπολη τῆς Μονῆς Δανιήλ...»

 

 

 

Ὁ νέος τάφος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη μέ τήν ἐπιτάφια ἐπιγραφή

 


Σήμερα, δίπλα στό παλαιό Καθολικό τῆς Μονῆς Δανιήλ στήν Μόσχα καί πολύ κοντά στόν χῶρο ὅπου βρέθηκε ὁ τάφος του, ὑπάρχει τό μέρος στό ὁποῖο ἔχουν ἐναποτεθῆ τά ὀστᾶ τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Κάτω ἀπό τόν μαρμάρινο Σταυρό ὑπάρχει ἐπιτάφια ἐπιγραφή, στά ρωσσικά καί στά ἑλληνικά, ἀναφερόμενη στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο Θεοτόκη, Ἀρχεπίσκοπο Σλοβενίου καί Χερῶνος (1779-1786), Ἀστραχανίου καί Σταυρουπόλεως (1786-1792), καί ἡγούμενο τῆς Μονῆς Δανιήλ (1792-1800).
Καί τοῦτο, κατά κάποιο τρόπο, προσφέρει μερική ἱκανοποίηση γιά ἀτελέσφορες προσπάθειες περασμένων ἐτῶν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΛΙΩΤΗΣ, δρ Θ.