Ο Απόστολος Παύλος και το όραμά του

 

 

   Παύλος, απόστολος, αποστολή, ιεραποστολή, έννοιες πνευματικώς ταυτόσημες. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά για τη μεγάλη προσωπικότητα του Χριστιανισμού, τον Απόστολο των Εθνών Παύλο. Ο ουρανοβάμων ζει και κινειται μέσα στο Πνεύμα των λόγων του Κυρίου: «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα ἔθνη» (Ματθ, 28, 19). Αυτός ο ιερός πόθος της μεταδόσεως στους συνανθρώπους του Ευαγγελικού μηνύματος τον συνέχει σ' όλη του τη ζωή. Ζει διαρκώς, μετά την επιστροφή του εις Χριστόν με το θαύμα της Δαμασκού, με ισχυρότατη τη συναίσθηση της ιερής του αποστολής. «Ἀνάγκη γάρ μοί ἐπίκειται, οὐαί δε μοί ἐστίν, ἐάνμή εὐαγγελίζωμαι» (Α' Κορ. 9, 16) θα γράψει Πρός τους Κορινθίους και προς τους Ρωμαίους θα πει: «Ἕλλησι τε καί βαρβάροις, σοφοί, τε και ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί» (Ρωμ. 1,14).
   Από τα Ιεροσόλυμα, την Αθήνα, τη Ρώμη, μέχρι και την Ισπανία ο Παύλος δεν θα παύσει να κηρύττει Χριστόν Εσταυρωμένον και Αναστάντα και να μεταφέρει την αγάπη του Χριστού, τη χριστιανική ελπίδα, την ειρήνη και την καταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Ο Θεός του δείχνει τον ιεραποστολικό δρόμο και «δεδεμένος τῷ Πνεύματι», εκείνος πορεύεται. Θα περιοδεύσει αυά την οικουμένη χωρίς να μετρήσει θυσίες, κόπους, διώξεις, ταλαιπωρίες. Ωραιότατα, ο ιερός Χρυσόστομος θα πει, ότι «ὡς πτηνόν τήν οἰκουμένην ἕδραμε».
   Ειδικότερα, ο απ. Παύλος διοργάνωσε τέσσαρες μεγάλες αποστολικές περιοδείες. Κέντρον του έχει τη μεγάλη πόλη της Αντιόχειας και. οργανώνει το ιεραποστολικό του έργο συστηματικά, ποιμαντικά, οικοδομητικά, καθοδηγούμενος υπό του Αγίου Πνεύματος χάριν της σωτηρίας των ψυχών σε Ανατολή και Δύση.
   Η ιεραποστολή για τον Παύλο δεν είναι δευτερευούσης σημασίας εργασία. Είναι γι’ αυτόν ένας ακατάπαυστος αγώνας «νυκτός και ἡμέρας». Είτε με το φλογερό του κήρυγμα, είτε με τις επιστολές του, είτε με τις επισκέψεις και ατομικές επικοινωνίες κυριολεκτικά δίνεται ολόκληρος για τον άλλο, τον κάθε άλλο πού είναι αδελφός του ἐν Χριστῷ. Για τον Απόστολο οι Πιστοί είναι αδελφοί του αγαπητοί και επιπόθητοι, χαρά και στέφανός του. Υπέροχα τον εγκωμιάζει ο Χρυσόστομος όταν γράφει: «Ἕνας ἄνθρωπος αὐτός κατέκτησε ὅλην τήν οἰκουμένην καί μετέστερεψε ὅλους εἰς τήν μίαν γλώσσαν τῆς ἀληθείας. Καί ὡσάν λέων πού βρυχᾶται καί νομίζεις ὅτι βγάζει φωτιά ἀπό τό στόμα, ἔτσι καί ὁ Παῦλος ἦτο ἀσυγκράτητος, καί ἀπό τόπου εἰς τόπον μεταπήδα συνεχῶς. Ἔτρεξε πρός τούτους, ἦλθεν εἰς ἐκείνους, ἔφυγε διά τούς μέν, ἐπέταξε πρός τουύ δε ταχύτερος καί ἀπό τόν ἄνεμον. ὡσάν νά ἦτο ἡ οἰκουμένη ὅλη ἕνα σπίτι ἤ ἕνα πλοοῖον τήν ἐκυβέρνα. Καί τούς μέν ἐβάπτιζε, ἀφοῦ τούς ἐνέσυρε ἀπό τή θάλασσαν τοῦ κακοῦ, τούς δε κλονιζόμενους ἐστήριζε, τούς ναύτας τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας καθωδήγει. Εἰς τά πηδάλια ἐκάθητο, τήν πλώρην ἐπώπτευε, τά σχοινία ἐτέντωνε, τά κουπιά ἔπιανε. Τά ἵστία ἄνοιγε ἤ ἐμάζευε, πρός τόν οὐρανόν ἔβλεπε. Ἦτο αὐτός μέσα σ’ ὅλα. Καί ναύτης καί κυβερνήτης καί πλώρη καί πανιά καί πλοῖον. Καί τά πάντα ὑπέμεινε διά νά ἀπαλλάξῃ τούς ἄλλους ἀπό τό κακό». Τελικά, ο πόθος του ήταν πόθος ιερότατος. Μόχθος και πόθος να καθοδηγήσει τους ακροατές του στον αληθινό Θεό και να παραστήσει «πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Κολ. 1,28). Αυτή ήταν η υψηλή αποστολή του.

 

 


   Η πρώτη αποστολική περιοδεία του περιέλαβε την Κύπρο, την Πέργη της Παμφυλίας, την Αντιόχεια της Πισιδίας, τη Λυκαονία, το Ικόνιο, τα Λύστρα, τη Δέρβη. Συγκεκριμένες πληροφορίες για το αποστολικό αυτό ταξίδι δίνουν τα κεφάλαια 13 και 14 του βιβλίου των «Πράξεων Ἀποστόλων». Η πρώτη αυτή περιοδεία είχε μάλιστα μεγάλη επιτυχία, καθ' ότι δημιουργήθηκαν πολλές χριστιανικές κοινότητες και ιδρύθηκαν αρκετές Εκκλησίες αποτελούμες κυρίως εξ εθνικών.

 

 

 

   Η δεύτερη αποστολική περιοδεία είχε στο πρόγραμμά της την Κιλικία, τη Φρυγία, τη Γαλατική χώρα, την περιοχή της Τρωάδος. Στην Τρωάδα αξίζει να μείνουμε κάπως περισσότερο. Στην πόλη αυτή ο 'Απόστολος καθοδηγείται λίαν εμφαντικώς υπό του Αγίου Πνεύματος. Ένας άνδρας Μακεδών ενεφανίσθη «κατ' ὄναρ» στον Παύλο λέγοντάς του: «Διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πράξ. 16,10). Εδώ κρύβεται και η αρχή της διαδόσεως του Χριστιανισμού στη Δύση και ανοίγονται οι Πύλες του εθνικού κόσμου για να έλθει το Φως της νέας πίστεως. Από την Τρωάδα έρχεται στους Φιλίππους και διαμέσου της Αμφιπόλεως και της Απολλωνίας καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στη Βέροια. Ακολουθεί το ταξίδι στο ιοστεφές άστυ, στο «τῆς Ἑλλάδος ἀπάσης ἔρεισμα», στην Αθήνα. Με τον περίφημο λόγο του προς τους Αθηναίους, στον Άρειο Πάγο, τα ποικιλώνυμα φιλοσοφικά συστήματα αντικαθίστανται από την αιώνια αλήθεια και την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Παύλος αντιπαραβάλλει το χριστιανικό πνεύμα προς την τυπικότητα του Ιουδαϊκού κόσμου και την κενότητα της ειδωλολατρίας. Εξαγγέλλει το μυστήριο του Σταυρού, ως δύναμη και σοφία Θεού, έναντι της ορθολογιζούσης σκέψεως που το βλέπει ως «μωρία» και του ιουδαϊκού νομικισμού που το χαρακτηρίζει ως «σκάνδαλο». Ο «ἄγνωστος Θεός» πλέον καθίσταται γνωστός. Η δεύτερή του αυτή αποστολική Περιοδεία καταλήγει με την επίσκεψη και παραμονή του στην Κόρινθο, όπου θα εργαστεί σκληρά και θα γράψει τις δύο προς Θεσσαλονικείς επιστολές του.
   Η τρίτη αποστολική Περιοδεία περιέλαβε την "Έφεσο και άλλα μέρη της Μ. 'Ασίας, όπως επίσης και πάλι περιοχές και πόλεις της Ελλάδος, ενώ η τέταρτη Περιοδεία απλώθηκε μέχρι την 'Ισπανία, Τελικά, στη Ρώμη φυλακίστηκε και το μαρτυρικό τέλος του ήλθε το 68 μ.Χ.
   Ο Απόστολος Παύλος πράγματι κατέστη ο 'Απόστολος των Εθνών και η προσωπικότητά του είναι μεγάλη στην ιστορία του πνεύματος της ανθρωπότητας. Η θεολογία του εμπνέει και μυσταγωγεί τις ψυχές και το κήρυγμά του παρηγορεί, ενισχύει και συγκινεί. Τα γραπτά του μπορούν «ἐν τοῖς πράγμασι» να καταστούν βίωμα και καθημερινή πράξη δίδοντας νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Και τούτο γιατί ο ίδιος ζούσε «ἐν τῷ Χριστῷ καί Χριστός ἔζῃ ἐν αὐτῷ». Ήταν μία ολοζώντανη προβολή του Χριστού προς τα έθνη. Η υπακοή του στη θεία βούληση είναι το βασικό του γνώρισμα ως αποστόλου Ιησού Χριστού. Είχε πάντοτε βαθύτατη υπαρξιακή συναίσθηση της υψηλής αποστολής στην οποία κλήθηκε από τον Θεό. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον αγώνα του με τα ρήματα «τρέχω», «πυκτεύω», «θηριομαχῶ». Είχε το πάθος του προφήτη, την τέχνη του παιδαγωγού, την αγάπη του πατέρα. Γι' αυτό και έγινε «τοῖς πᾶσι τά πάντα».
   Ο Παύλος είναι ο οικουμενικός διδάσκαλος. Είναι ο του ευρωπαϊκού πολιτισμού στυλοβάτης. Είναι της Ελλάδος Απόστολος και στήριγμα, καύχημα και δόξα.

 


Αρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δρ. Ν. & Θ.
Ιεροκήρυξ του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών
 

Βίος ἑόρτιος καί βίος ἀνεόρτιος

 

 

Καί ἐνῶ ἡ κτίση βιώνει τό θαῦμα τῆς ἀνοιξιάτικης παλιγγενεσίας καί ἀναπέμπει ὠδή μυριόστομη πρός τόν Δημιουργό τοῦ σύμπαντος ἡ ἐλευθερία, προνόμιο τῶν λογικῶν ὄντων, διαφοροποιεῖ καί τόν τρόπο συμμετοχῆς στό ἑόρτιο γεγονός.
    Ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τόν Μ. Βασίλειο καί τόν πανέμορφο Πόντο1 ὅπου μαζί μέ τόν ὑπέροχο φίλο του Γρηγόριο ἑτοιμάζουν τήν περιώνυμη «Φιλοκαλία2». Τό ἐξαίσιο τοπίο στή μαγεία τῆς ἄνοιξης τόν προκαλεῖ νά πάρει θέση. Καί ἀφοῦ προτάξει τήν ἀσύλληπτης λογοτεχνικῆς ἀξίας περιγραφή τοῦ φυσικοῦ κάλλους τῆς περιοχῆς, ἐπισημαίνει: «ἐμοί δε οὐ σχολή τούτοις προσέχειν τόν νοῦν (δέν θά ἐπικεντρωθῶ σ’ αὐτά), ὅ δε σπουδαῖον μέν εἰπεῖν, τοῦ χωρίου ἥδιστον, ἐμοί πάντων καρπῶν τήν ἡσυχίαν τρέφει3»! Ἑόρτιος βίος γιά τόν Βασίλειο δέν σημαίνει ἄνευ ὅρων παράδοση στά θέλγητρα τῆς ἀνοιξιάτικης οἰστρηλασίας οὔτε ὅμως παρεξήγηση τοῦ μεγαλείου τῆς φύσεως.
Σέ ἔσχατη ἀνάλυση, ἑόρτιος βίος μπορεῖ νά σημαίνει «χαίρειν ἐν τοῖς παθήμασιν» (Κολ. 1:24) μέ τήν ἐλπίδα κραταιά, πάντοτε, στό βάθος τῆς ὕπαρξης. Εἶναι ὁ βίος μέ ὅραμα ὑπέρβασης ὁρίων τοῦ ἐφημέρου, ἔχοντας ὑπόδειγμα σταθερό πρότυπα, ὅπως τῶν ἁγίων πού προαναφέρθηκαν.
    Ὁ ἀνέορτος βίος – καθώς δέν ἐπωφελεῖται ἀπό τό ἑορταστικό γεγονός- παρομοιάζεται μέ ὁδό μακρά «ἀπανδόκευτο», πορεία δηλ. χωρίς σταθμό καί φιλόξενο κατάλυμα4 . Γιατί, σημειώνει ὁ Emil Dukheim (1857-1917), ἡ ἑορτή «νοηματίζει τόν χρόνο» δηλ. τό γίγνεσθαι στόν χῶρο, κυρίως στό πρόσωπο ἤ τή συνείδηση τοῦ μέλους μιᾶς κοινωνίας. Ἡ ἔλλειψη τοῦ ἑορταστικοῦ φαινομένου ἤ ἀλλοιῶς στό κενό πού προκλήθηκε ἐξ αἰτίας της, τώρα μορφάζει ἀπειλητικά τό φάσμα τῆς καρδίας καί ἀνεστιότητας τοῦ βίου μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Πρόκειται ὡστόσο γιά θέμα ἁρμοδιότητας μᾶλλον τῆς ψυχιατρικῆς ἤ τῆς ψυχοπαθολογίας.

 

 

   Ἐπιστρέφοντας στό κυρίως ζητούμενο, τήν πραγμάτωση δηλαδή ἀρετῶν ἀναγνωρίσιμων στό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, μέ τίς ὁποῖες δηλώνεται ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς φύσεως, θά ἦταν σκόπιμο νά τονισθεῖ ὅτι ὁ ἑόρτιος βίος συνιστᾶται ἀπό βιώματα καί αἰσθήματα πού ἑδράζονται στό ὑπαρξιακό βάθος. Ἡ ἀνάδυση καί συγκρότησή τους σέ ἑνιαία στάση νηφαλιότητας ἀπέναντι στή ροή τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σημαίνει διαρκῆ προσπάθεια, συχνά ἐπώδυνη, «ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστός ἐν ὑμῖν5 ».
    Και ὁριστικό σημεῖο εἶναι ἡ διεξαγωγή τοῦ ἀγώνα μέσα σέ κλίμα ἐγκαρτέρησης καί «χαρμολύπης» μέχρι τήν τελική ν.ικη. Ἀγώνας εἰρηνικός μέ ἀφετηρία καί στόχο τήν πραγματικότητα, ὅπως αὐτή συνοψίζεται στόν ἀδιάψευστο λόγο: «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε· ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον6». Ὁ βίος ὁ ἑόρτιος δέν εἶναι ἀποδέκτης μόνο «φαιδρῶν» μηνυμάτων οὔτε μόνο φορέας πρόσκαιρης ἱκανοποίησηης τῶν αἰσθήσεων· εἶναι πρωτίστως βίος σταυροαναστάσιμος, ἄρα προσγειωμένος στήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ μέ πρόσβαση καί προσδοκία στό πνεῦμα καί τήν ἔννοια τοῦ ὕμνου: «Χθές συνεθαπτόμην Σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι Σοι7».
    Γίνεται σαφές ὅτι τά βιώματα αὐτῆς τῆς τάξεως οὐδέποτε προκύπτουν κάτω ἀπό συνθῆκες ὁμαλοῦ καί ἀδιατάρακτου βίου. Σφυρηλατοῦνται μᾶλλον στήν «ὑψικάμινο» τοῦ χρέους καί στόν αγώνα κατά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου πού συνεπάγεται ἡ ροπή τῆς ἁμαρτίας μέσα στή ροή τοῦ εἰκονικοῦ χρόνου καί τοῦ ἐφήμερου κόσμου. Εἶναι ἡ διαπάλη τῆς ὑπέρβασης πού συνιστᾶ τό νόημα τοῦ βίου καί συναρτᾶται μέ τή δόξα τοῦ Θεοῦ, κατά τό ρῆμα: «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε8». Ἡ συνειδητοποίηση καί ἄσκηση τοῦ ἤθους αὐτοῦ τῆς ἐκκλησίας εἶναι θέμα καί ρεαλιστικῆς ἀντιμετώπισης τῆς ἑορτῆς ἀλλά καί καθημερινότητας τοῦ βίου. Τοῦτο σημαίνει κάθαρση ἀμφοτέρων ἀπό τήν ἁμαρτία ὅσο καί ἀπό ἄσκοπους θορύβους καί ἐπιδείξεις ἐντυπωσιασμοῦ, ἀπό κάθε περιττό καί κίβδηλο.
    Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τόν θεολόγο Γρηγόριο νά συμπληρώσει, ἐπισφραγίζοντας τά παραπάνω, μέ λόγο αὐθεντικό καί ἐπίκαιρο, πού ἡ ἐποχή μας δέν τολμᾶ νά ἀρθρώσει!
    «Τοιγαροῦν ἑορτάσωμεν μή πανηγυρικῶς ἀλλά θεϊκῶς. Μή κοσμικῶς ἀλλ’ ὑπερκοσμίως. Μή τά ἡμέτερα ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ τοῦ Δεσπότου. Μή τά τῆς ἀσθενείας ἀλλά τῆς ἰατρείας· μή τά τῆς πλάσεως ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως. Ἔσται δέ τοῦτο πῶς; Μή πρόθυμα στεφανώσωμεν, μή χορούς συστησώμεθα· μή κοσμήσωμεν ἀγυιάς, μή ὀφθαμόν ἑστιάσωμεν, μή ὄσφρησιν ἀκηλύνωμεν, μή γεῦσιν καταπορνεύσωμεν, μή ἁφῇ χαρισώμεθα, ταῖς προχείροις τῇ κακίᾳ ὁδοῖς καί εἰσόδοις τῆς ἁμαρτίας9»

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗΣ
Ἐπίτιμος σχολικός σύμβουλος θεολόγων

 

1. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Βασιλείου διατηροῦσε στήν περιοχή μεγάλο κτῆμα, πού ἀργότερα θά ἐνίσχυε οἰκονομικά τό ἔργο τῆς Βασιλειάδας.
    2. Πρόκειται γιά ἐπιλογή σπουδαίων κειμένων, τοῦ Ὠριγένη κ. ἄ., πού ἔγιναν ἀφορμή νά κωδικοποιηθοῦν ἱερά κείμενα καί ἀποφθέγματα πατέρων, τά λεγόμενα Florilegia.
   3. Γρηγορίῳ τῷ ἀδελφῷ, Ἐπιστολή 14 Βιβλιοθ. Ἑλλήνων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, τόμος 55, 35, 9-10. Ἀπ. Διακονία, Ἀθῆναι 1977.
     4. Ἀντίθετα τό ἑορταστικό φαινόμενο βιώνεται ὡς μόνιμη παρουσία πληρότητας καί ἱκανοποίησης ἀναγκῶν ὄχι ἀποκλειστικά πνευματικῶν, ἀλλά τό συναμφότερον, καθώς μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
     5. Γαλ. 4:19.
     6. Ἰω. 16:33.
     7. Ἰ. Δαμασκηνοῦ, κανών ἀναστάσιμος, ὠδή γ΄.
     8. Α΄ Κορ. 10:31.
   9. Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (Β.Ε.Π.Σ.), τόμος 60, 65, 316, 14-15, Ἀθῆναι 1980.
 

 

 


 

Οκτώ τ' Απρίλη, Πασχαλιά

 

 

 

 

Οκτώ τ' Απρίλη φέτος Πασχαλιά γιορτάζουν
Ορθόδοξοι, Προτεστάντες, Ρωμαιοκαθολικοί,
και στου κενού μνημείου τη θωριά σιγάζουν
απίστων ανεμόκοποι λακτισμοί.

 

Οκτώ τ' Απρίλη και Νισσάν 20
του έτους 5767
Χριστέ, το διάβα Σου ανάμεσό τους δεν νοήσαν
κι ακόμη σε αναμένουν στα σκαλιά

 

Οκτώ τ' Απρίλη λένε ο Βούδας πως γεννήθηκε
σε χρόνια π.Χ. 563
ποιούς φώτισε, ποιούς σκότισε δεν μάθαμε.
Ας είναι. Έχει μπροστά της δρόμο να διαβεί η Ασία.

 

Οκτώ τ' Απρίλη Πάσχα
μα και του Ευαγγελισμού
σημαίνουν στα Ιεροσόλυμα
δυό χαρές, δυό γιορτασμούς, δυό Πασχαλιές,
δυό αναστάσεις της ψυχής σ' όλους ευχόμεθα.

 


                                                                                                                                                                                               Χάρης Βεριτάς

 

 

 

Εκδήλωση για τα 130 χρόνια του Συλλόγου "Ανάπλασις"

 

 

   Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εκδηλώσεων για τα 130 χρόνια του Συλλόγου «Ανάπλασις» με την κοπή της πίτας του Συλλόγου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών στις 29 Ιανουαρίου 2017 στις 6:00 μ.μ. Αρχικά ομίλησε ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επίτιμος πρόεδρος της «Αναπλάσεως» κ. Γεώργιος Γαλίτης. Ακολούθως έλαβε τον λόγο ο πρόεδρος του Συλλόγου π. Γεώργιος Κανάκης. Την παρουσίαση των ομιλητών έκανε ο ταμίας του Συλλόγου κ. Γρηγόρης Ταπεινός,  οποίος και απηύθυνε σύντομο χαιρετισμό. Την εκδήλωση πλαισίωσε με ωραίο πρόγραμμα το μουσικό σχήμα «Άγκιστρα μάτια». Ακολούθησε η καθιερωμένη ετήσια κοπή της πίτας του Συλλόγου και πλούσιος μπουφές.


   Η «Ανάπλασις» ευχαριστεί και μέσα από την ιστοσελίδα αυτή τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο για την παραχώρηση του κτιρίου του Πολιτιστικού Κέντρου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ευχαριστεί επίσης και τον άοκνο π. Ζήση Κτενίδη, υπεύθυνο του Πολιτιστικού Κέντρου για την διαρκή φροντίδα του και την απρόσκοπτη συνεργασία του μαζί μας.


   Στη συνέχεια παραθέτουμε βίντεο με τις ομιλιές του καθηγητού κ. Γ. Γαλίτη  , και του αιδεσιμολογιωτάτου π. Γ. Κανάκη.

 

 

 

 

 

Το Τριώδιον. Η περίοδος της χαρμολύπης.

 

 

 

Η περίοδος της χαρμολύπης

 

 

Η Α' Κυριακή των Νηστειών αφιερώνεται στην ανάμνηση της αναστηλώσεως των αγίων και σεπτών εικόνων. Πρόκειται για το θρίαμβο της εκκλησιαστικής εικόνας, η οποία κακοποιήθηκε επί εκατό και πλέον χρόνια, σε μια διαμάχη εξοντωτική μεταξύ του Κράτους και της Εκκλησίας.
Η Εικονομαχία, ωs πραγματικότητα ιστορικά, έφερε στη δίνη της αδιαλλαξίας και του πάθους αυτοκράτορες με άριστη στρατιωτική παρουσία και γι' αυτό ονομαστούς και σεβαστούς, όπως τον γενάρχη των Ισαύρων Λέοντα τον Γ και Κωνσταντίνο τον Ε', και αμαύρωσε το μεγαλείο και τα επιτεύγματά του σ' όλους τους τομείς της πολιτικής και πολιτιστικής τους δράσεως.

 


Αποτέλεσε την περιφρόνηση και την καταστροφή ενός παθολογικού ευσεβισμού ¬pietismus-, μιας ηθικολογίας ανεικόνιστης και μιας συντηρητικότητας a priori, ανερμάτιστης και παραδοσιακά αμαρτωλής. Η ορθόδοξη εικόνα για τους εικονόφοβους είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, επειδή υπενθύμιζε τη «μέθεξη», αλλά και την «ουσία» μιας εσωτερικής ζωής. Γι' αυτούς υπάρχει η τάση αντικαταστάσεως, από τις ουσιαστικής παραδόσεως τις εικόνας, με μια τυφλή και γυμνή τυπολατρία.

 

 


Για την Εκκλησία, η καταστροφική αυτή μανία αποτέλεσε μία νίκη θριαμβευτική. Πριν από την εικονοφοβία οι ορθόδοξοι δεν είχαν σαφή συνείδηση για τη σπουδαιότητα, άλλα και για τη χρήση της θρησκευτικής εικόνας. Όμως η συμπεριφορά των διωκτών και η καρτερία των Ομολογητών της 'Ορθοδοξίας θα υπογραμμίσουν μια για πάντα τί σημασία της εικόνας.
Μέσα στη φωτιά του αγώνα, η Εκκλησία βρήκε άξια λόγια και δογματικές ιδέες, για να εκφράσει τον πλούτο και το βάθος της διδασκαλίας της. Η ομολογία της επισφραγίστηκε από το αίμα των Μαρτύρων και των Ομολογητών και μόρφωσε ανεκτίμητο θησαυρό, του όποιου είμαστε κληρονόμοι και που στην εποχή μας έχει ιδιαίτερη επικαιρότητα.

Ο θρίαμβος της θρησκευτικής εικόνας κατέδειξε το θεολογικό της περιεχόμενο, αλλά και τη στενή σχέση μεταξύ αιτία και των πιστών. Έτσι, εικόνα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν εκφραστή θεολογικού βάθους και τρόπου μεσολαβητικός μεταξύ προσευχόμενου και πρωτοτύπου. Εξάλλου, «οι εικόναες, κατά την άποψη του  Μεγάλου Βασιλείου, είναι το βιβλίο των αγραμμάτων».
Η Β' Κυριακή των Νηστειών μας υπενθυμίζει τους αγώνες του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος, εν Συνόδῳ, καταδίκασε τις αριστοτελικές σκέψειs των δυτικών μοναχών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, οι όποιοι μόναζαν στην Καλαβρία της 'Ιταλίας, Έλληνες την καταγωγή, και πολέμησαν το κίνημα των Ησυχαστών του Αγίου "Όρους.

 


Αρχικά, η πολεμική τους άρχισε στη Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινουπόλεως, Όπου και δίδασκαν φιλοσοφία, αλλά η διδασκαλία τους θεωρήθηκε αιρετική, σκανδάλισαν τους φοιτητές και τους συνάδελφους τους, και ο Καντακουζηνός, διευθυντής του Πανδιδακτηρίου, αναγκάστηκε να αποπέμψει τους δύο μοναχούς, οι όποιοι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, για να παρακολουθούν τις «κινήσεις» των αγιορειτών μοναχών. Εδώ, έγραφαν και κήρυτταν εναντίον των ομφαλοσκόπων μοναχών του 'Ησυχασμού, και ο Μητροπολίτης Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος παλαιά υπήρξε αδελφός της μονής Βατοπαιδίου, πολέμησε τις κακόβουλες επιθέσεις των ιταλών μοναχών. Πάντως, οι Δυτικοί αριστοτελίζουν, οι δε Ανατολικοί πλατωνίζουν, και αυτό οδηγεί τη σκέψη των Δυτικών σε πρακτικούς δρόμους. Δικαιολογημένα, ο υμνογράφος του Κοντακίου της εορτής τον χαρακτηρίζει ως «Τό τῆς σοφίας ἱερόν καί θεῖον όργανον, θεολογίας την λαμπράν συμφώνως σάλπιγγα…».

 


Την Τρίτη Κυριακή των Νηστειών εορτάζεται η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Χαρακτηρίζεται, μάλιστα, ως Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Ο Σταυρός, το ξύλο της ατιμώσεως και του ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, γίνεται το σύμβολο της Νίκης και όχι του θανάτου. Ο Χριστός νίκησε το θάνατο διά του θανάτου. Είναι η έκφραση της ζωής, μέσα από την πορεία των παθημάτων, των πόνων, των πτώσεων και των θλίψεων.

 

 


Όμως, ο άνθρωπος από τη φύση του είναι θεοτρεπής. Βρίσκει την ελπίδα, μέσα από τον ίδιο το Σταυρό, γιατί ακριβώς δεν είναι το τέρμα και το τέλμα των προσπαθειών του, αλλά η ελπίδα για νέους αγώνες και προσπάθειες, αφού αντιφέγγει το φως της Αναστάσεως και του θριάμβου της Εκκλησίας. Γίνεται το σημείο της πραγματικής χαράς, αποβαίνει ράβδος δυνάμεως, Όπλο ειρήνης στο φόβο και τον τρόμο. Με το Σταυρό διαλύθηκε η φθορά, άνθισε η αφθαρσία, θεώθηκαν οι άνθρωποι, αλλά για πάντα καταβλήθηκε η δύναμη του Διαβόλου.

 


Ο Σταυρός εκφράζει το μυστήριο του κέντρου. Είναι διάχυση, εκπόρευση και επίσης συνάθροιση και άνακεφαλαίωση. Είναι το μοναδικό απ' όλα τα σύμβολα. Έχει ολοκληρωτική σημασία και είναι το πλέον καθολικό από τα κοσμικά σχήματα, ενώ όλοι οι πολιτισμοί του παραχώρησαν ιδιαίτερη θέση. Αποτελεί το βασικό στοιχείο του σχήματος των εικόνων του κόσμου και ιδιαίτερα του ιερού χώρου.
Είναι ακόμη σύμβολο του χώρου και του χρόνου και αποκτά μια προνομιούχο ιδιοκτησία, η οποία επιτρέπει να εκφράσει το μυστήριο του έμψυχου κόσμου. 'Υπερτονίζεται, όμως, μια πραγματική υπέρθεση, η οποία έχει αναφορά στον κοσμικό ναό και εκφράζεται με την Εκκλησία.
Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι ούτε πανθεϊστικής τάξεως και σημασίας ούτε μόνο μιας τάξεως φυσικής. Η ύπαρξή του, μέσα στον κόσμο, είναι έργο της παγκόσμιας δημιουργικής αγάπης του Ιησού. Τα αισθητά σύμβολα αποτελούν τη δίοδο μεταφοράς του ανθρώπου και ανοίγουν τα πνευματικά του μάτια στις μεταφυσικές πραγματικότητες.
Σταυρέ, που φύτρωσες στη γη, φέρει τον καρπό σου στον ουρανό. Με το όνομά σου αγκαλιάζεις τον κόσμο, το σύμπαν. Χαίρε εσύ Σταυρέ, που συγκρατεί τον κύκλο του κόσμου. Χαίρε Σταυρέ, που μπόρεσες να δώσεις, με τη μορφή σου, την έννοια του βάθους. Είσαι ο πόλος και η ακίνητη μηχανή ενός κόσμου «ἐν κινήσει». Παραμένεις σταθερός, ενώ ο κόσμος περιστρέφεται.
Ο υμνογράφος της εορτής, έμπλεως χαράς, γιατί βιώνει πρώτος το βάθος της σημασίας του Σταυρού, συνιστά, με τρόπο διαχρονικό, και προσκαλεί όλους σ' αυτή την προσέγγιση, όχι με πόνο και θλίψη, γιατί αυτά. τα συναισθήματα δεν ταιριάζουν στους πιστούς, αλλά με πλησμονή ευφρόσυνης και χαράς.


Δεῦτε πιστοί, τό ζωοποιόν ξῦλον προσκυνήiσωμεν ...
'Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν, ἐν ὡδαῖς μεγαλύνωμεν,
Τόν Σταυρόν τόν τίμιον ἁσπαζόμενοι ...
Εὐφραίνου, ἀγάλλου ἡ 'Εκκλησία τοῦ Θεοῦ,
Τό τρισόλβιον ξύλο προσκυνοῦσα σήμερον
Τοῦ παναγίου Σταυροῦ Χριστοῦ ...


Η Κυριακή που ἀκολουθεῖ, Τετάρτη των Νηστειών, τιμά ιδιαίτερα ένα μεγάλο άγιο της 'Εκκλησίας μας. Πρόκειται για το Σιναΐτη άγιο Ιωάννη τns «Κλίμακος». Το συναξάρι του μάλιστα αναφέρει: «τεσσαράκοντα ἔτη διαπεράvαs ἐν διαικαεῖ θείῳ ἔρωτι, καί πυρί θείας ἀγάπηs ἀεί πvρπολούμεvοs ... Ὁ δέ δρόμος αὐτοῦ προσευχή ἦν ἀένναος καί πρός Θεόν ἔρως ἀνείκαστος». Ο λόγος, που η προσωπικότητα του αγίου στην περίοδο τηs Σαρακοστής, είναι η προβολή της αντοχής του στο θέμα της νηστείας, αλλά και η συνήθεια των μοναστηριών να διαβάζουν το περιεχόμενο της «Κλίμακος».

 


Το περιεχόμενο της «Κλίμακος» αποδεικνύει ότι ο «Άγιος υπήρξε ο θεωρητικός της πράξεως και ο πρακτικός του θεωρητικού πνευματικού βίου». Π.Β. Πάσχου, Ὁ Γλυκασμός τῶv Ἀγγέλων, Α.Δ. 1983, σελ. 140. Ο ηγούμενος της Μονής Σινά, Ιωάννης, σχεδόν, διέταξε τον άγιο να καταγράψει τις μυστικές του βιωματικές εμπειρίες και εκείνος πήρε την ανηφοριά του δρόμου του θεοβάδιστου, στη θείο και άδυτο γνόφο, σε μια κίνηση ομοιότροπη εκείνης του Μωυσή, ώστε να έχει μεγαλύτερη θέα του αθέατου και να δεχτεί το φωτισμό, υποβοηθούμενος από τα σκαλοπάτια της ουράνιας κλίμακας.

Μέσα απ' αυτή τη νοερή και υπέρκοσμια κλίμακα, κατέγραψε τη δική του κλίμακα των αρετών, δεχόμενος το θείο έκπαγλο φωτισμό και μας παρέδωσε τις νέες θεοχάρακτες πλάκες, με τις οποίες, με τρόπο κλιμακωτό και ανάντη, μπορούμε να ανεβούμε την κλίμακα του Ιακώβ, στην κορυφή της οποίας δεσπόζει ο Παντοκράτορας και Χρονοκράτορας Θεός.
Ένα μικρό απόσπασμα της «Κλίμακας» είναι χαρακτηριστικό της θαβώριας σκέψεώς του: «Ἡ ἥμερn καί ἴσια ψυχή ἔχει σύντροφο τήν ταπείvωσιν, μά ἡ πoνηρή εἶναι σκλάβα τῆς ὑπερηφάνειας. Ἡ ἥμερη ψυχή γεμώνει ἁγίαν γνῶσιν, μά ἡ αὐστηρή καί σκληρά τυφλώνεται ἀπό σκότος καί ἀγνωσίαν».
Η Ε' Κυριακή κλείνει τον κύκλο της Σαρακοστής με την προβολή της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίαs, ο βίος και η πολιτεία της οποίας μπορούν να αποτελέσουν μυθιστοριιματική καταγραφή και εξιστόρηση. Η πρώτη της ομορφιά, αυτό το δέλεαρ της αμαρτίας, την οδήγησε στην αμαρτωλή βιωτή, προσφέροντας την ομορφιά του πλάστη της, απερίσκεπτα, στο βούρκο των απολαύσεων. "Έγινε, κοντολογίς, σκεύος ηδονής και προσφοράς αμαρτωλής.

 

 


Η εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού και το αδύνατο της εισόδου στο ναό της Αναστάσεως των Ιεροσολύμων είναι η αιτία της μεταμέλειάς της. 'Έτσι, «τῆς ἁμαρτίας τήν ἀχλύν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτί αὐγασθεῖσα, τήν σήν καρδίαν, ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τήν πανάμωμον καί ἁγίαν μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον, προσενέγκασα· ὅθεν, καί τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχή, καί σύν ἀγγέλοι ἀεί ἐπαγγέλλεσαι».
Η γυναίκα της αμαρτίας γίνεται φιλόθεος και φιλόχριστος. Η ψυχή της προσφέρεται ολοκληρωτικά στη Νυμφίο της, κατενύγη στο πνεύμα, πληγώθηκε για τον πρότερο βίο της και δάκρυσε δάκρυα μετανοίας και παρακλήσεων. Πέρασε τον Ιορδάνη ποταμό και χάθηκε στην ερημιά, «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπί δώματος». Σαράντα επτά συναπτά έτη μοναχή και μόνη προσπάθησε να πλύνει το κακό που η ομορφιά της προξένησε σε όσους των πλησίασαν. Στο τέλος της σκληρής, αλλά αγγελοτόκου ερήμου, προαισθανόμενη τω τέλος της θέλησε να κοινωνήσει των αχράντων Μυστηρίων και να καταξιωθεί της μεγάλης τιμής να γίνει σύναιμη και σύσσωμη με το Χριστό, που τόσο Τον πλήγωσε.

 


Με θεϊκή παρεμβολή συναντάται με των ερημίτη αββά Ζωσιμά και του αποκαλύπτει την επιθυμία της να την κοινωνήσει. Ο αββάς των κοινώνησε τον ερχόμενο χρόνο και συγκεκριμένα τη Μεγάλη Πέμπτη. Θεία παρακινήσει, ο αββάς Ζωσιμάς, μετά από ένα χρόνο, τη βρήκε νεκρή και πλάι της πλάκα με τις λέξεις: «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τό σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τήν αὐτήν ἡμέραν καθ’ ἥν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ».
Η Ε' Κυριακή τερματίζει το Σαρακονθήμερο, ενώ ο της πνευματικής πλησμονής, έξω από κάθε αδολεσχία ράθυμης ζωής, κορυφώνεται. Η προβολή του παραδείγματος της αγίας έχει ύψιστη σημασία και οι Πατέρες της Εκκλησίας θέλησαν να υπερτονίσουν την απεριόριστη φιλανθρωπία του Θεού, ο οποίος δέχεται τα παιδιά Του, όσο βάρος αν σηκώνουν απ' την αμαρτωλή τους πορεία. Η Μετάνοια ανοίγει τις θύρες του Παραδείσου, αλλά και την αγκαλιά του Η Κυριακή των Βαΐων είναι το προανάκρουσμα της χαρμολύπης. Ο Χριστός καθήμενος «ἐπί πώλου ὄνου», απλά αλλά θριαμβικά έμπαινε στήν Πόλη των Πατέρων των 'Εβραίων, ενώ τα πλήθη τον επευφημούσαν με το «Ὠσαννά τῷ Υἱῷ Δαβίδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ». Χαρά και αγαλλίαση, επευφημίες και ζητωκραυγές ἀπό μεγάλους και μικρούς, για να πληρωθεί και η προφητεία τού Προφητική Ζαχαρίου: «Χαῖρε Σφόδρα, θυγάτερ Σιών· Ἰδού ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραΰς καί ἐπιβεβηκώς ἐπί ὑποζύγιον καί πῶλον νέον, υἱόν ὑποζυγίου».

 


Η Κυριακή των Βαΐων αποτελεί το μεταίχμιο ανάμεσα στη Μεγάλη Σαρακοστή και τη Μεγάλη 'Εβδομάδα. Γιατί, όμως, η εβδομάδα των Παθών χαρακτηρίζεται ως «Μεγάλη»; Θεωρούμε ότι την καλύτερη απάντηση δίνει ο ιερός Χρυσόστομοs: «Μεγάλην Ἑβδομάσα καλοῦμεν αὐτήν, οὐκ ἐπειδή μεῖχον ἔχουσι μῆκος τῶν ἄλλων ἁπαςῶν αἱ ταύτης ἡμέραι, οὐδέ ἐπειδή πλείους τον ἀριθμόν, ἀλλ’ ἐπειδή μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρά τοῦ Δεσπότου κατορθώματα καί γάρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ μεγάλῃ, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρισμός ἐδέθη· τά σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἡ ἁμαρτία ἀνῃρέθη … ὁ τῆς εἰρήνης Θεός εἰρηνοποίησε τά ἄνω καί τά ἐπί τῆς γῆς· διά τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».

 

Νικόλαος Δ. Πάσσας, Δρ Θ.