Νέο Διοικητικό Συμβούλιο στον Σύλλογο "ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ"

 

Αγαπητά μέλη του Συλλόγου «ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ»

σας ενημερώνουμε ότι κατά τις αρχαιρεσίες, που έλαβαν μέρος στη Γενική Συνέλευση των μελών του Συλλόγου μας στις 27 Φεβρουαρίου 2018, εξελέγη το νέο Διοικητικό Συμβούλιο,  το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής:

 

ΤΑΚΤΙΚΑ ΜΕΛΗ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ:  καθηγητής κ. Παναγιώτης Σίσκος

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: καθηγητής κ. Γεώργιος Φίλιας

ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: π. Βασίλειος Χαβάτζας

ΤΑΜΙΑΣ: κ. Γρηγόριος Ταπεινός

ΕΙΔ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: π. Χρύσανθος Παπαποστόλου

Μέλη:

π. Δαμασκηνός Πετράκος

καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης

Αναπληρωματικά μέλη

κ. Δημήτριος Κουτρούμπας,

κ. Νικόλαος Νικολαΐδης,

κ. Σοφοκλής Γιαμνιαδάκης

 

Η θητεία του νέου Δ.Σ. είναι τετραετής

(28 Φεβρουαρίου 2018 έως 27 Φεβρουαρίου 2022).

 

Επίσης, κατά τή συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018 εξελέγη νέα Εξελεγκτική Επιτροπή για το έτος 2018, η οποία αποτελείται από τους

κ.κ.  Θωμά Ιωαννίδη, Χρήστο Μιχαήλ και Μόδεστο Πετρίδη.

 

 

Ὁ νέος Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ'

 

Χρυσόστομος Γ',  ὁ νέος Μητροπολίτης Μάνης 

 

Νέος Μητροπολίτης Μάνης ἐξελέγη ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Παπαθανασίου κατά τή συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 7ης Φεβρουαρίου 2018, ὑπό τήν Προεδρία τοῦ  Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου.

   Ὁ νέος ἐψηφισμένος Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ' (κατά κόσμον Χρῆστος Παπαθανασίου) εἶναι ἀπό τά παλαιότερα καί πλέον ἀγαπητά μέλη τοῦ Συλλόγου "ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ" καί ἐπί σειρά ἐτῶν μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μας. Γεννήθηκε στήν Ἀθήνα τό 1950. Φοίτησε στή Νομική καί στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἀκολούθως μετεξεπαιδεύθη στά Πανεπιστήμια Παρισίων (Σορβόννη) καί τῆς Γενεύης, ἐνῶ εἶναι διδάκτωρ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἐπί σειρά ἐτῶν διετέλεσε δικαστής, θέση ἀπό τήν ὁποία παρητήθη προκειμένου νά ὑπηρετήσει ὡς κληρικός τήν Ἐκκλησία.

   Διάκονος χειροτονήθη στίς 20 Φεβρουαρίου 2000, στίς 28 Μαΐου 2000 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου, ἐνῶ ἀκολούθως ἐχειροθετήθη Ἀρχιμανδρίτης. Ὁ μακαριστός Χριστόδουλος τόν τοποθέτησε στό ἰδιαίτερό του γραφεῖο, ἐνῶ τοῦ ἀνέθεσε τή διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ «Τόλμη», καθώς καί τόν ἄμβωνα τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν, ὅπου ἐπί δεκαπενταετία ὑπηρέτησε ὡς τακτικός Ἱεροκήρυκας τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ καί τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἀπό τίς 20 Μαΐου 2010 καί ἕως τῆς ἐκλογῆς του  διετέλεσε διευθυντής τοῦ ἰδιαιτέρου γραφείου τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ.Ἱερωνύμου.  Παράλληλα, ἀπό τήν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία του καί ἕως τῆς ἐκλογῆς του στή Μητρόπολη Μάνης, ὑπηρέτησε ὡς ἱερατικῶς Ὑπεύθυνος τῶν Ἀρσακείων Σχολείων Ψυχικοῦ.

   Ἡ χειροτονία τοῦ νέου ἐψηφισμένου Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ’ ἐτελέσθη στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τό Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018.
   Τῆς Θείας Λειτουργίας προεξῆρχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος, συλλειτουργούντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν, Σπάρτης κ. Εὐσταθίου, Καρυστίας κ. Σεραφείμ, Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, Σύρου κ. Δωροθέου, Αἰτωλίας κ. Κοσμᾶ, Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου, Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, Ἰλίου κ. Ἀθηναγόρου, Θηβῶν κ. Γεωργίου, Μεσογαίας κ.Νικολάου, Λαγκαδᾶ κ. Ἰωάννου, Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου, Ἰωαννίνων κ. Μαξίμου, Ἄρτης κ. Καλλινίκου, Ὕδρας κ. Ἐφραίμ, Ἀργολίδος Νεκταρίου, Σιδηροκάστρου κ. Μακαρίου, Νέας Ἰωνίας κ. Γαβριήλ, Χίου Μάρκου, Θερμοπυλῶν κ. Ἰωάννου, Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεοκλήτου, Φιλίππων κ. Στεφάνου καί τῶν Θεοφ. Ἐπισκόπων Σαλώνων κ. Ἀντωνίου, Ἀνδίδων κ. Χριστοφόρου καί τοῦ Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Θεοφ. Ἐπισκόπου Μεθώνης κ. Κλήμεντος.

 

 

 

   Παρέστησαν στό Ἱερό Βῆμα συμπροσευχόμενοι οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Γλυφάδας κ. Παῦλος, Μύρων, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Λυκίας κ. Χρυσόστομος, Βρεσθένης κ. Θεόκλητος, οἱ Ἐπίσκοποι Νεοχωρίου κ. Παῦλος, Φαναρίου κ. Ἀγαθάγγελος καί ὁ ἐψηφισμένος Ἐπίσκοπος Θεσπιῶν κ. Συμεών. Παρέστησαν ἐπίσης οἱ ἀρχιμανδρίτες τῆς Μητροπόλεως Μάνης π. Συμεών Λαμπρινάκος καί π. Ἰλαρίων Σιῶκος


   Ἐπίσης στή χειροτονία παρέστησαν ὁ ἀναπληρωτής ὑπουργός Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Κατρούγκαλος, οἱ βουλευτές Μεσσηνίας κ. Π. Κωνσταντινέας, Λακωνίας κ. Στ. Ἀραχωβίτης, Πειραιῶς κ. Δ. Καμμένος, ἡ πρ. Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καί νῦν ἄμισθη Σύμβουλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ὁ δήμαρχος Καλαμάτας κ. Π. Νίκας, καθώς τμῆμα τοῦ Δήμου ὑπάγεται ἐκκλησιαστικῶς στή Μητρόπολη Μάνης καί ὁ δήμαρχος Δυτικῆς Μάνης κ. Ἰ. Μαραμπέας.
   Παρέστη ἀκόμη πλῆθος μοναχῶν καί μοναζουσῶν, καί πολλοί πιστοί πού συνέρρευσαν γιά νά εὐχηθοῦν στόν νέο Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσόστομο Γ’ για τήν ἀρχιερατική του διακονία.

Ἀκολούθως παραθέτουμε τόν χειροτονητήριο λόγο τοῦ νέου Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’.

Μακαριώτατε, Πάτερ καὶ Δέσποτα,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

«Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία· εἰ δὲ
συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τὸ Πνεῦμα πάρεστι»,
διακηρύττει ὁ πρύτανις τῶν ἱεροκηρύκων, ὁ Ἱερὸς
Χρυσόστομος, ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ, εἰς τὴν ἁγίαν
Πεντηκοστὴν (PG 50, 459).
Καὶ ἰδού, πάρεστι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ ὁμιλεῖ.
Λαλεῖ ὁ Παράκλητος.
Λαλήσει κἀμοὶ σήμερον, καὶ δωρήσεται ἐμοὶ τῷ ἀδυνάτῳ, τὴν
χάριν καὶ τὸν φωτισμὸν αὐτοῦ.
Αὐτὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, εἶναι Ἐκεῖνο, τὸ Ὁποῖον
ζωοποιεῖ, ἀναγεννᾶ, συγκρατεῖ καὶ δὲν συγκρατεῖται,
μετέχεται καὶ δὲν μετέχει. Αὐτὸ ἀποκαλύπτει. Αὐτὸ πληροῖ καὶ
δὲν πληροῦται, μετρεῖ καὶ δὲν μετρεῖται, διαιρεῖ τὰ χαρίσματα,
καὶ ἀναδεικνύει ἀποστόλους, προφήτας, εὐαγγελιστάς,
ποιμένας καὶ διδασκάλους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Αὐτὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατέρχεται καὶ εἰς ἐμὲ
σήμερον διὰ νὰ μὲ καταστήσῃ, ἄξιον μιμητὴν τοῦ ἀληθινοῦ
Ποιμένος, τοῦ Πρώτου Ἀρχιερέως τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ.
Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, «ὅ ἐστι φῶς καὶ ζωή», καὶ «ζῶσα πηγὴ
νοερά», κατέρχεται καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν διὰ νὰ μὲ
καταστήσῃ μέλος τοῦ Ἁγίου Χοροῦ τῶν θεοκινήτων
Ἀποστόλων. Αὐτὸ καταφθάνει διὰ νὰ μὲ συνδέσῃ εἰς τοὺς
ἁγίους κρίκους τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καὶ Ἱερᾶς
Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἵνα ὁ ἐλάχιστος καταστῶ
ἐνάριθμος κἀγώ, τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς ἁγίας ἡμῶν
Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν λόγον τῆς Γραφῆς, «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον
ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου» (Πράξ.20, 28).
Αὐτὸ τὸ Πανάγιον καὶ Τελεταρχικὸν Πνεῦμα εἶναι ἐν
τέλει τὸ Ἐνεργοῦν, διὰ τῆς πανσθενοῦς Αὐτοῦ Χάριτος καὶ εἰς
ἐμὲ καὶ προάγει σήμερον, ἐν τῷ Ἱερῷ καὶ πανσέπτῳ τούτῳ
Καθεδρικῷ Ναῷ, τῶν Ἀθηνῶν, εἰς Ἐπίσκοπον τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ Μητροπολίτην τῆς
θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης.

Οὕτω τὴν ὑψίστην ἱερότητα τοῦ ἀποστολικοῦ τούτου
ἀξιώματος ὁρῶν Μακαριώτατε, καὶ τὴν ἐμαυτοῦ
ἀναλογιζόμενος ἀναξιότητα, καὶ ἀτέλειαν, περιδεὴς τὸ τοῦ
προφητάνακτος ἀναφωνῶ λόγιον «Τίς εἰμι ἐγώ, Κύριέ μου καὶ
τίς ὁ οἶκος μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως τούτων» (Β’. Βασιλ. 7,18).
Ἰδοὺ λοιπόν, καλοῦμαι ὅπως καταστῶ «στόμα Θεοῦ» πρὸς
τοὺς ἀνθρώπους ἀποκαλύπτων ἁγιοπνευματικὰς ἐμπειρίας,
διδάσκων λόγον ἀληθείας, ζωννύμενος λέντιον διακονίας καὶ ἀγάπης.
Καλοῦμαι νὰ ἐφαρμόσω τοὺς φερομένους ὑπερόχους
λόγους τοῦ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου τοῦ λέγοντος ὅτι: «Ὁ
ἱεράρχης κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ οὐσίαν καὶ ἀναλογίαν καὶ τάξιν,
ἐπιβάλλεται νὰ μυηθῇ εἰς τὰ θεῖα καὶ νὰ θεωθῇ καὶ νὰ μεταδώσῃ
εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἑκάστου τὴν
ἱερὰν θέωσιν, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη εἰς αὐτόν, ὑπὸ τοῦ Θεοῦ»
(Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Οὐρανίας Ἱεραρχίας, Α’ §2). Ὡς ἐκ
τούτου, ἐπίσταμαι καλῶς, Μακαριώτατε, ὅτι ταύτην τὴν ἱερὰν
στιγμὴν καλοῦμαι νὰ διακονήσω τό, εὐδοκίᾳ Θεοῦ,
ἐμπιστευόμενον ἤδη εἰς ἐμὲ λογικὸν ποίμνιον, τῆς Ἁγίας
Ποίμνης τοῦ Μόνου Ἀρχιερέως καὶ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ
ὁδηγήσω τοῦτο εἰς νομὰς σωτηρίους καὶ οὕτω ἀναδειχθῶ
πρότυπον Ποιμένος καὶ Ἀρχιερέως, λύχνος καιόμενος οὐχὶ ὑπὸ
τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Μάνης, μιᾶς Μητροπόλεως βαθύτατα ἱερᾶς καὶ βαθύτατα
ἱστορικῆς, τῆς ὁποίας ὁ ἱερὸς κλῆρος, ἡ μοναχικὴ πολιτεία καὶ ὁ
λαὸς ἀείποτε τυγχάνουν εὐλαβῆ, ἀδούλωτα, πιστὰ καὶ εὐγενῆ
τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν ἄριστα νὰ
τηροῦν μέχρι κεραίας τὰς ἱερὰς παραδόσεις καὶ ἀξίας καὶ
ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καὶ τῆς γλυκυτάτης
πατρίδος ἡμῶν, τῆς Ἑλλάδος.
Ἐπίσταμαι, εἰσέτι, ὅτι καλοῦμαι νὰ καταστῶ Ἐπίσκοπος
τῆς Ἐκκλησίας εἰς χρόνους δυσχερεῖς ἐξ ἐπόψεως πνευματικῆς.
Ἐπίσκοπος τοῦ 21ου αἰῶνος, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ φαινόμενον τῆς
ἀκρίτου παγκοσμιοποιήσεως, τῆς ἰδεολογικῆς συγχύσεως καὶ
τῆς ἀποϊεροποιήσεως τῆς κοινωνίας, τῆς νομιμοποιήσεως
τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηδενιστικοῦ ἀμοραλισμοῦ καὶ τῆς
καταρρακώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἀλλ᾿ ὅμως, καὶ
ἐποχῆς, ὅπου ἐξακολουθεῖ εἰσέτι νὰ ὑπάρχει ἡ πεῖνα καὶ ἡ δίψα
διὰ τὸν Θεόν, ἡ μεταφυσικὴ ἀναζήτησις διὰ τὴν σώζουσαν ἀλήθεια.
Κατὰ συνέπειαν, καλοῦμαι εἰς μαρτυρίαν τῆς ὀρθοδόξου
πνευματικότητος, εἰς ἀκατάπαυστον μόχθον καὶ πόνον ἱερόν,
εἰς φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης ἔργα καὶ εἰς ἀγῶνα
διηνεκῆ, ἵνα καταστήσω τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα φωτοφόρον
καθέδραν «ἵν᾿ ἐξαστράπτῃ φωτισμὸν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ πράξεων
ἀπηλλαγμένων σκότους, ὅπως ὁρῶντες οἱ λαοὶ τὰς ἀκτῖνας τῆς
ζωτικῆς λαμπηδόνος πρὸς Ἐκεῖνον εὐθύνωνται καὶ τὸν Πατέρα
τῶν φώτων δοξάζωσι» (Ἰσιδώρου Πηλ., ἐπιστ. 1, 32 Δοσιθέῳ, PG
78·201 C), διὸ καὶ ὑπόσχομαι ὅτι «ὡς χελιδὼν φωνήσω, καὶ ὡς
ἀηδὼν ἀλαλάξω καὶ οὐδέποτε παύσομαι εὐλογῶν τὸν Κύριόν μου
ἐν ἔργοις τε καὶ λόγοις» (Ἱερὸς Χρυσόστομος).
Τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν συνειρμικῶς ἀνασκοπῶ τὰς
ἐνεργείας τοῦ Κυρίου μου τὰς παιδιόθεν καὶ ἄχρι τῆς σήμερον
δαψιλῶς παρασχεθείσας ἐκ τῶν ὁποίων ἀντλῶ δύναμιν καὶ
ἐλπίδα ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ Κύριος, θὰ φανῇ εἰς ἐμὲ ἀρωγός.
Ὅλως ἰδιαιτέρως, ἀναπολῶ τὴν ταπεινήν μου διακονίαν εἰς τὸν
Ἱερὸν καὶ πρῶτον Ἄμβωνα τῆς Χώρας, αὐτὸν τοῦ
Μητροπολιτικοῦ καὶ πανσέπτου Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν
Ἀθηνῶν, ὅπου ὁ Μόνος καὶ Αἰώνιος Διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς
Χριστός, μ᾿ἀξίωνε καθ᾿ ἑκάστην Κυριακήν, ἐπὶ δέκα καὶ πέντε
ἔτη, νὰ εἰσέρχωμαι εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς θείας Διδασκαλίας Του
καὶ νὰ ἐξαγγέλλω τὸ κήρυγμα τῆς Εὐαγγελικῆς ἀληθείας Του,
ἱερουργῶν ἅμα τε καὶ κηρύττων, ὡς δεῖ, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς
Κανόνας. Ὅθεν εὐχαριστῶ τὸν Ποιητὴν καὶ Εὐεργέτην μου
πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.
Ὁλοψύχως δέ, καθικετεύω Αὐτόν, ἵνα ἐν τῇ ἀπείρῳ αὐτοῦ
ἀγαθότητι, δόκιμον ἀναδείξῃ με ἐργάτην Του ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ
διακονίᾳ τῆς ἀρχιερωσύνης ἐν τῷ Ἀμπελῶνι Του, ἵνα τέλος, ἐκ
δεξιῶν Αὐτοῦ στῶμεν μετὰ τοῦ ἐμπιστευομένου σήμερον
Ποιμνίου, τοῦ ἐν τῇ θεοσώστῳ Μητροπόλει Μάνης
παροικοῦντος, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας καὶ ἀδεκάστου
κρίσεως Αὐτοῦ.

Μετὰ τὸν αἶνον, τὴν εὐχαριστίαν καὶ τὴν ἱκεσίαν πρὸς τὸν

Κύριόν μου ὑποβάλλω εὐλαβῶς τὰς εὐγνώμονας υἱϊκάς μου

εὐχαριστίας πρὸς Ὑμᾶς, Μακαριώτατε Προκαθήμενε τῆς
Ἁγιωτάτης Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ εἰς
ἅπαντα τὰ σεπτὰ Μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς
Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι πρὸς πάντας Ὑμᾶς
τοὺς ἐπιβλέψαντας εἰς τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν καὶ ἀναδείξαντάς
με Μητροπολίτην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Μάνης διὰ τῆς
τιμίας Ὑμῶν ψήφου. Παρέχω δὲ καὶ αὖθις τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι
θὰ καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς
προσδοκίας τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι
συνάμα θὰ διατηρήσω τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον
μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (Α’ Τιμόθ. 6, 14).

Μεγίστη ὅμως καὶ ἀνέκφραστος τυγχάνει, Μακαριώτατε,
ἡ εὐχαριστία μου, πρὸς Ὑμᾶς, καὶ πρὸς τοὺς
συλλειτουργοῦντας καὶ συμπροσευχομένους Ὑμῖν, ἁγίους
Ἀρχιερεῖς καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης κ. Εὐστάθιον, τὸν
καὶ τοποτηρητὴν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης, ὡς καὶ τὸν ἐκ
Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τοῦτο ἀφιχθέντα Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Μύρων κ. Χρυσόστομον, διότι, τὸ ἱερότατον
Μυστήριον τῆς χειροτονίας μου εἰς Ἐπίσκοπον, τελεσιουργεῖται
σήμερον διὰ τῶν τιμίων χειρῶν τῆς Ὑμετέρας πρωτοσεβάστου
καὶ σεπτῆς Μακαριότητος καὶ τῶν χειρῶν τῶν λοιπῶν
Σεβασμιωτάτων Ἁγίων Ἀρχιερέων.
Ἐξαιρέτως ὅμως, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως, εὐχαριστῶ Ὑμᾶς,
Μακαριώτατε, διὰ τὴν πατρικήν σας πλουσίαν ἀγάπην, διὰ τὴν
ἐμπιστοσύνην σας νὰ ἀναθέσητε εἰς ἐμὲ τὴν Διεύθυνσιν τοῦ
Προσωπικοῦ σας Γραφείου ἐν τῇ Ἱερᾷ Ἀρχιεπισκοπῇ Ἀθηνῶν,
διὰ τὴν ἄψογον κατὰ πάντα ἐπιτελικὴν συνεργασίαν καὶ
διακονίαν μου πλησίον σας, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ
διακρίνω τὰ ἐκ τοῦ Θεοῦ πλούσια καὶ σπάνια χαρίσματα καὶ
τάλαντά σας, διότι ἐδιδάχθην ὡς μαθητής, καθήμενος εἰς τὸ
θρανίον τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς σας σχολῆς καὶ ὠφεληθῶ τὰ
μέγιστα. Ἐδιδάχθην καὶ ὠφελήθην ἀπὸ τὴν ἀγάπην σας, ἀπὸ
τὴν σύνεσίν σας, τὴν διάκρισιν, τὴν μεγίστην ἐμπειρίαν σας εἰς
τὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ διοικήσεως θέματα. Ἐδιδάχθην
καὶ τὸ μέγα μάθημα τῆς ἀρετῆς τῆς ὑπακοῆς εἰς τὰ
κελεύσματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντα ταῦτα ἀπετέλεσαν καὶ θὰ
ἀποτελοῦν δι᾿ ἐμὲ πολύτιμα θησαυρίσματα καὶ πνευματικὰ
ἐφόδια διὰ τὴν περαιτέρω εὐδοκίμησιν τῆς ἀρχιερατικῆς καὶ
ποιμαντορικῆς μου πορείας.

Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπιθυμῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐχὴν
τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος
κυροῦ Χριστοδούλου, ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὸν
βαθμὸ τοῦ Διακόνου καὶ ἐκεῖνον τοῦ Πρεσβυτέρου, ὅπως, καὶ
τὴν εὐχὴν τοῦ ὁσιακῶς κοιμηθέντος πολυσεβάστου εἰς ἐμὲ
Μητροπολίτου Μάνης κυροῦ Χρυσοστόμου τοῦ Β´, ὅστις ὑπῆρξε
ὑπόδειγμα σεμνοῦ, ἐργατικοῦ, ἱεροπρεποῦς καὶ λογίου
Ἱεράρχου. Ἐπίσης ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν
τοῦ προσφάτως ἁγιοκαταταγέντος ἐν τῷ Ἁγιολογίῳ τῆς Ἁγίας
ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου, ὁσίου Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ, ὅστις εἰς
ἀνύποπτον χρόνον, ὅτε ἤμην εἰσέτι νέος καὶ ἐπεσκεπτόμην
αὐτόν, προεφήτευσε τὸ ἱερὸν γεγονὸς τῆς ἡμέρας ταύτης
λέγων: «Παιδί μου, νὰ ταπεινοφρονῇς, μίαν ἡμέραν, ὁ Θεὸς θὰ σὲ
καλέσῃ εἰς τὸν Ἐπισκοπικὸν βαθμόν· πρόσεχε τὸ Ἐπισκοπικὸν
ἀξίωμα δὲν εἶναι πανηγύρι, εἶναι Σταυρός».
Χρέος ἱερὸν καὶ ἐπιβεβλημένον αἰσθάνομαι, ὅπως
ἐκφράσω ἐκ βάθους ψυχῆς τὰς εὐχαριστίας μου καὶ πρὸς τὸν
σεβαστὸν πνευματικόν μου πατέρα, πολιὸν ἀρχιμανδρίτην π.
Ἠλία Μαστρογιαννόπουλον, ἄγοντα ἤδη τὸ 99ον ἔτος τῆς
ἡλικίας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκεν τὴν συμμαρτυρίαν διὰ νὰ
εἰσέλθω εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου.

Εὐχαριστίας ὁλοκαρδίως ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀγαπητὸν
Θεοφιλέστατον, Ἐψηφισμένον Ἐπίσκοπον Θεσπιῶν κ. Συμεών,
Πρωτοσύγκελλον τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ὡς καὶ
πρὸς τοὺς λαμπροὺς προσφιλεστάτους συλλειτουργούς μου
ἐν τῷ Καθεδρικῷ καὶ Μητροπολιτικῷ Ναῷ τῶν Ἀθηνῶν, τόν τε
καὶ Προϊστάμενον αὐτοῦ, π. Θωμᾶ Συνοδινὸν ὡς καὶ πρὸς
τοὺς π. Δημήτριον Νίκου, π. Βασίλειον Χρυσόπουλον, τὸν
ἀρχιδιάκονον Ἰωάννην καὶ διάκονον Δημήτριον. Ἐξαιρετικῶς
ἐπίσης ἐκφράζω εὐχαριστίας καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν καὶ πολιὸν
Πανοσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην, π. Πατρίκιον Καλεώδην,
διὰ τὴν πολύτιμον συμπαράστασίν του πρὸς ἐμὲ εἰς θέματα τῆς
ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ ἐθιμοτυπίας τῆς Ἐκκλησίας μας.
Εὐχαριστίας προσέτι ἀπευθύνω πρὸς πάντας τοὺς
τιμήσαντάς με διὰ τῆς ἐνταῦθα συμμετοχῆς αὐτῶν, εἰς τὸ
Μυστήριον τῆς Χειροτονίας μου ἤτοι: τοὺς ἀξιοτίμους
πολιτικοὺς Ἄρχοντας, τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ
Κοινοβουλίου, τοὺς ἐντιμολογιωτάτους Ἀνωτάτους καὶ λοιποὺς
Δικαστικοὺς Λειτουργούς, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Ἐνόπλων
Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, τοὺς ἐλλογιμωτάτους
κυρίους Καθηγητάς, τοὺς ἀγαπητοὺς συνεργάτας ἐν τῇ Ἱερᾷ
Ἀρχιεπισκοπῇ Ἀθηνῶν καὶ σύμπαντα τὸν συμμετέχοντα
φιλόχριστον λαὸν τοῦ Θεοῦ.
Ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἐκ Μάνης
πρὸς τοῦτο ἐλθόντας ἀγαπητοὺς κληρικούς, τὸν ἀγαπητὸν ἐν
Χριστῷ π. Συμεὼν Λαμπρινάκον, πρωτοσύγκελλον τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως, τοὺς μοναχούς, μοναχὲς καὶ λαϊκούς, ὡς καὶ
τοὺς ἀξιοτίμους τοπικοὺς ἄρχοντας αὐτῆς.
Ἐπίσης καταθέτω εὐχαριστίας πρὸς τὴν παλαίφατον
«Ἑταιρείαν τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ», ὡς καὶ πρὸς τὴν
ἐκπαιδευτικὴν κοινότητα τῶν ἱστορικῶν Ἀρσακείων Σχολείων
(Π. Ψυχικοῦ), διὰ τὴν ἄψογον συνεργασίαν μετ᾿ ἐμοῦ, κατὰ τὴν
ἐπιτέλεσιν τῶν ἱερατικῶν μου καθηκόντων ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ
ἔτη ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς αὐτῶν.
Ὅλως εὐγνωμόνως στρέφω, νῦν, τὴν σκέψιν μου κατὰ τὴν
μεγάλην αὐτὴν στιγμὴν καὶ πρὸς τοὺς ἀειμνήστους εὐσεβεῖς
γονεῖς μου, Κωνσταντῖνον καὶ Μεταξίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ
ἔφερον μόνον εἰς τὴν ζωὴν ἀλλὰ καὶ μ᾿ ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ
καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» μὲ αὐστηρότητα ἤθους καὶ ἀρχὰς εἰς τὴν
χριστιανικήν μας οἰκογένεια. Ἀναπαῦσαι Κύριος τὰς ψυχὰς
αὐτῶν μετὰ τῶν ἁγίων Του. Εὐχαριστῶ καὶ τὸν κατὰ σάρκα
ἀδελφόν μου Ἰωάννην καὶ τὴν ἀγαπητὴν αὐτοῦ οἰκογένειαν δι᾿
ὅσα ἔπραξαν καὶ πράττουν μέχρι σήμερον δι᾿ ἐμέ.
Εὐχαριστῶ τέλος καὶ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς διδασκάλους
μου ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν βαθμίδων ζῶντας τε καὶ
κεκοιμημένους.

Καὶ ἰδού, τῷ κελεύσματι Ὑμῶν Μακαριώτατε, προσεγγίζω
εἰς τὸ Ἱερὸν καὶ φρικτὸν Θυσιαστήριον, ἵνα κλίνω τὰ γόνατα
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, θέσω τὰς χοϊκὰς χεῖρας μου ἐπὶ
τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ κύψω τὴν κεφαλὴν ἐπ᾿ αὐτῆς ἵνα ἡ
χεὶρ Κυρίου, δι᾿ Ὑμῶν Μακαριώτατε, μὲ ἀναδείξῃ πιστὸν
Ποιμένα καὶ Οἰκονόμον τῶν Μυστηρίων Αὐτοῦ.
Ἰδοὺ ὅμως ἀκούω καὶ τὴν θεϊκὴ φωνὴ νὰ μὲ ἐρωτᾶ:
«Φιλεῖς με Χρυσόστομε;»
Περιδεὴς ἐπιχειρῶ νὰ ψελλίσω, «Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι
φιλῶ σε».
Καὶ αὖθις, ἀκούω τὴν γλυκυτάτην φωνὴν τοῦ Κυρίου μου:
«Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου Χρυσόστομε».
Ἀκούω καὶ τὸν Ἀπόστολον τῶν Ἐθνῶν Παῦλον λέγοντά
μοι: «Σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην
ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας (Β´ Τιμόθ. 2,15).

Οὕτως ἐκζητῶν τὰς πρεσβείας τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ προστάτου μου
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ πολυαγαπημένου μου
Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, τοῦ ἐν Αἰγίνῃ τοῦ
θαυματουργοῦ, τῆς Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἁγίας Παρασκευῆς,
ὅπου ἐν τῷ Ἱερῷ Βήματι τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ, παιδιόθεν,
ἐδιδάχθην τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὰ τῆς θείας λατρείας, τοῦ
σήμερον ἑορτάζοντος ἁγίου Χαραλάμπους καὶ πάντων τῶν
ἁγίων, ἀνέρχομαι τρέμων τὴν βαθμίδα.
Μακαριώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Διάκονοι, μοναχοὶ
καὶ μοναχαί, ἐκλεκτὲ λαὲ τοῦ Θεοῦ, ἐντείνατε τὰς δεήσεις καὶ
ἱκεσίας σας «ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοῦ
Παναγίου Πνεύματος». 

 

ΑΜΗΝ

 


 

Εἰσβολή στήν ἱστορία

 

  Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.
   Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο.
   Ἐν αὐτῷ ζωή ἦν.
   Ἦν τό φῶς τοῦ ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα
    ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον.
    Και ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος  καί ἀληθείας.

Ἰωάννης, Κεφάλαιο πρῶτο

 

   «Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὁ μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἰσέβαλε στόν κόσμο πού δι’ Αὐτοῦ δημιούργησε ὁ Πατέρας, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ἔταμε τήν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀνέτρεψε κατεστημένα καί κατήργησε θρησκεῖες, ὄχι γιά νά δημιουργήσει ἕνα καινούργιο κατεστημένο καί μία καινούργια θρησκεία, ἀλλά γιά νά δώσει σέ ὅσους «ἔλαβον αὐτόν… ἐξουσίαν τέκαν Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ». «Και ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καί χάριν ἀντί χάριτος».
   «Ἐξουσία τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», «χάρις ἀντί χάριτος», αὐτά εἶναι τά πολύτιμα δῶρα, τά ὁποῖα κομίζει ὁ σαρκωθείς Λόγος στήν παραπαίουσα, ἀναζητοῦσα καί προσδοκῶσα τή λύτρωση ἀνθρωπότητα. Γιά νά φέρει τά δῶρα αὐτά, ἔγινε σάρξ, έγινε ἄνθρωπος, ἔγινε «ὀστράκίνο σκεῦος», πήλινο δοχεῖο, πού περιέχει ὅμως τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό· ἔγινε κατά πάντα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός τῆς ἁμαρτίας. Γεννήθηκε, ἔζησε, πέθανε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνέστη ὡς Θεός. Πεινοῦσε, διψοῦσε, κουραζόταν, εἶχε ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά καί θεράπευε ἀρρώστους, ἀνάσταινε νεκρούς καί κυριαρχοῦσε στή φύση, θαυματουργώντας ὡς Θεός. Ἀκόμη καί τόν πειρασμό συνάντησε ὡς ἄνθρωπος, καί τόν ἀντιμετώπισε ὡς Θεός.
   Οἱ σύγχρονοί Του ἔβλεπαν ἕναν κοινό ἄνθρωπο, μέ φτωχική ἐμφάνιση, χωρίς φωτοστέφανο, χωρίς μεγαλοπρέπεια. Κι ὅμως αὐτή τήν ταπεινή μορφή προσέλαβε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά νά μιλήσει στους ἀνθρώπους. Ὅποιος ξεπερνοῦσε τά φαινόμενα καί μέ ταπείνωση προσήρχετο ἀπροϋπόθετα σ’ Αὐτόν, μποροῦσε νά πλησιάσει τό θεανδρικό Μυστήριο καί νά ἀκούσει τόν Λόγο νά ἀποκαλύπτει τόν Πατέρα.
   Ὁ Λόγος ἀπεκάλυψε τόν Πατέρα. Ὁ Πατήρ ὁμίλησε διά τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου Του. Ὁ ἀπρόσιτος Θεός ἔγινε προσιτός διά τοῦ Λόγου Του. «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο». Ὁ ἀπερινόητος καί ἀκατάληπτος Θεός θέλησε νά μᾶς ἀποκαλύψει Ἑαυτόν. Ἄν μᾶς μιλοῦσε στή «γλώσσα» Του, ὁ Λόγος Του θά μᾶς ἦταν ἐξ ἴσου ἀπρόσιτος. Γι αὐτό μίλησε στή γλώσσα μας: «μετέφρασε» Ἑαυτόν, γενόμενος σάρξ. Δεν ἔγινε ἄγγελος, ἀλλά ἔγινε αὐτό πού εἴμαστε, γιά νά μᾶς κάνει αὐτό πού εἶναι, υἱούς κάι θεούς κατά χάριν.

   Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Τι σημαίνει γιά τόν ἄνρθωπο τό γεγονός αὐτό;
   Σημαίνει ὅτι
   • ὁ Λόγος σαρκώθηκε, γιά νά ἀνοίξει τή θύρα προς τόν Πατέρα καί νά προσκαλέσει τόν ἄνθρωπο νά εἰσδύσει στό Μυστήριο, νά προσέλθει στόν θρόνο τῆς Χάριτος, νά γίνει παιδί Του·
   • ἄν θέλει νά γίνει υἱός καί θεός κατά χάριν, πρέπει νά ἀκούσει τήν πρόσκληση τοῦ σαρκωθέντος Λόγου. Αὐτή τήν πρόσκληση, που ἀπευθύνει ὁ σαρκωθείς, σταυρωθείς, ἀναστάς, ἀναληφθείς καί καθίσας στα δεξιά τοῦ Πατρός Λόγος. Αὐτός πού «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» καί βρίσκεται πάντοτε «μεθ’ ἡμῶν», παρατεινόμενος στους αἰῶνες ὡς Ἐκκλησία·
   • αὐτή ἡ σαρξ πού προσέλαβς ὁ Λόγος, εἶναι ἡ δική μας ἁμαρτωλή σάρξ, πού ὅμως θεοῦται μέ τήν κοινωνία τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ·
   • τον σαρκωθέντα Λόγο συναντοῦμε στην ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τή μορφή τῆς θείας εὐχαριστίας καί τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ὁ εὐχαριστιακός Λόγος καί ὁ εὐαγγελικός Λόγος εἶναι ἡ τροφή πού προσφέρει ἡ Ἐκκλησία γιά νά οἰκοδομήσει ἑαυτήν καί νά συντηρήσει τά μέλη της στή ζωή. Ὁ μη τρεφόμενος ἀπό τόν Λόγο εἶναι πνευματικά νεκρός·
   • ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ζῶν Χριστός, πού δεν ἔχει σχέση μέ νεκρούς τύπους. Ἡ μεγάλη ἔκπτωση ἀπό τήν πίστη, ὁ μέγας πειρασμός γιά ἀνθρώπους μέ χαλαρή ἤ καί μέ στενή σχέση μέ τήν ἐκκλησία, εἶναι ἡ παγανιστική ἀντιμετώπιση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς Εὐχαριστίας καί ὡς Εὐαγγέλιου: Κοινωνῶ ἔτσι, γιά τό καλό· κοινωνῶ ἀπό συνήθεια· ἡ κοινωνία μου εἶναι πράξη ἀτομικῆς εὐσέβειας καί ὄχι μετοχή στό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου. Ἀκούω τά Ἀναγνώσματα καί ἀδιαφορῶ γιά τό νόημά τους, πιστεύοντας ὅτι καί μόνον ἡ ἀκρόαση μέ ἁγιάζει· ἀφοῦ τά καταλαβαίνω κάπως ἐγώ, δεν μέ ἐνδιαφέρει ἄν τά κατανοοῦν οἱ ἄλλοι, πού ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία πιστευσάντων· ἡ ψαλτική ἐκφορά ἤ τό γλωσσικό ἔνδυμα εἶναι ἱερά, εἶναι ταμπού, τό μήνυμα πού μεταφέρουν εἶναι ὑποδεέστερο τῆς μορφῆς, τό ὄχημα ὑπερέχει τοῦ μηνύματος. Τέτοιες ἀντιλήψεις καθιστοῦν τόν προσφερόμενο στήν Ἐκκλησία Λόγο ἀνενεργό, γιατί τόν ἀντιμετωπίζουν ὡς κάτι πού δρᾶ μαγικά καί παραγνωρίζουν ὅτι, τό περιέχον εἶναι ἱερό, μόνο γιατί εἶναι Ἱερό τό περιεχόμενο. «Τι γάρ μεῖζόν ἐστιν; ὁ χρυσός, ἥ ὁ ναός, ὁ ἁγιάζων τόν χρυσόν;… τό δῶρον, ἤ τό θυσιαστήριον, τό ἁγιάζον τό δῶρον;».

Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο…
«ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»·
«προσερχόμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεος, καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν…».
Γι’ αὐτό,
«διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ …». Ὅπως οἱ ποιμένες, ἄς ἀναζητήσουμε τόν σαρκωθέντα Λόγο· ἄς τοῦ προσφέρουμε τά δῶρα μας, ὅπως οἱ Μάγοι. Κι ἄς δεχθοῦμε τά δῶρα Του: τό Ἔλεος καί τή Χάρη, τήν Υἱοθεσία, τήν πρόσβαση στόν Πατέρα. Τή Λύτρωση.

Γ.Α.ΓΑΛΙΤΗΣ


Ἀνακοίνωση πρός τά μέλη τοῦ Συλλόγου "Ἀνάπλασις"

 

Ἀνακοίνωση
πρός τά μέλη τοῦ Συλλόγου «Ἀνάπλασις»

 

 

Δωρεάν μαθήματα ρωσικῆς γλώσσας θά παραδίδονται κάθε Δευτέρα στίς 6:30 στά γραφεῖα τοῦ Συλλόγου «Ἀνάπλασις» (Ἰουλιανοῦ 17 & Μαυρομματαίων, 3ος ὄροφος, Πεδίον Ἄρεως). Τά μαθήματα θά εἶναι ἐπιπέδου ἀρχαρίων καί θά ἀρχίσουν τή Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017.
 

Ο Απόστολος Παύλος και το όραμά του

 

 

   Παύλος, απόστολος, αποστολή, ιεραποστολή, έννοιες πνευματικώς ταυτόσημες. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά για τη μεγάλη προσωπικότητα του Χριστιανισμού, τον Απόστολο των Εθνών Παύλο. Ο ουρανοβάμων ζει και κινειται μέσα στο Πνεύμα των λόγων του Κυρίου: «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα ἔθνη» (Ματθ, 28, 19). Αυτός ο ιερός πόθος της μεταδόσεως στους συνανθρώπους του Ευαγγελικού μηνύματος τον συνέχει σ' όλη του τη ζωή. Ζει διαρκώς, μετά την επιστροφή του εις Χριστόν με το θαύμα της Δαμασκού, με ισχυρότατη τη συναίσθηση της ιερής του αποστολής. «Ἀνάγκη γάρ μοί ἐπίκειται, οὐαί δε μοί ἐστίν, ἐάνμή εὐαγγελίζωμαι» (Α' Κορ. 9, 16) θα γράψει Πρός τους Κορινθίους και προς τους Ρωμαίους θα πει: «Ἕλλησι τε καί βαρβάροις, σοφοί, τε και ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί» (Ρωμ. 1,14).
   Από τα Ιεροσόλυμα, την Αθήνα, τη Ρώμη, μέχρι και την Ισπανία ο Παύλος δεν θα παύσει να κηρύττει Χριστόν Εσταυρωμένον και Αναστάντα και να μεταφέρει την αγάπη του Χριστού, τη χριστιανική ελπίδα, την ειρήνη και την καταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Ο Θεός του δείχνει τον ιεραποστολικό δρόμο και «δεδεμένος τῷ Πνεύματι», εκείνος πορεύεται. Θα περιοδεύσει αυά την οικουμένη χωρίς να μετρήσει θυσίες, κόπους, διώξεις, ταλαιπωρίες. Ωραιότατα, ο ιερός Χρυσόστομος θα πει, ότι «ὡς πτηνόν τήν οἰκουμένην ἕδραμε».
   Ειδικότερα, ο απ. Παύλος διοργάνωσε τέσσαρες μεγάλες αποστολικές περιοδείες. Κέντρον του έχει τη μεγάλη πόλη της Αντιόχειας και. οργανώνει το ιεραποστολικό του έργο συστηματικά, ποιμαντικά, οικοδομητικά, καθοδηγούμενος υπό του Αγίου Πνεύματος χάριν της σωτηρίας των ψυχών σε Ανατολή και Δύση.
   Η ιεραποστολή για τον Παύλο δεν είναι δευτερευούσης σημασίας εργασία. Είναι γι’ αυτόν ένας ακατάπαυστος αγώνας «νυκτός και ἡμέρας». Είτε με το φλογερό του κήρυγμα, είτε με τις επιστολές του, είτε με τις επισκέψεις και ατομικές επικοινωνίες κυριολεκτικά δίνεται ολόκληρος για τον άλλο, τον κάθε άλλο πού είναι αδελφός του ἐν Χριστῷ. Για τον Απόστολο οι Πιστοί είναι αδελφοί του αγαπητοί και επιπόθητοι, χαρά και στέφανός του. Υπέροχα τον εγκωμιάζει ο Χρυσόστομος όταν γράφει: «Ἕνας ἄνθρωπος αὐτός κατέκτησε ὅλην τήν οἰκουμένην καί μετέστερεψε ὅλους εἰς τήν μίαν γλώσσαν τῆς ἀληθείας. Καί ὡσάν λέων πού βρυχᾶται καί νομίζεις ὅτι βγάζει φωτιά ἀπό τό στόμα, ἔτσι καί ὁ Παῦλος ἦτο ἀσυγκράτητος, καί ἀπό τόπου εἰς τόπον μεταπήδα συνεχῶς. Ἔτρεξε πρός τούτους, ἦλθεν εἰς ἐκείνους, ἔφυγε διά τούς μέν, ἐπέταξε πρός τουύ δε ταχύτερος καί ἀπό τόν ἄνεμον. ὡσάν νά ἦτο ἡ οἰκουμένη ὅλη ἕνα σπίτι ἤ ἕνα πλοοῖον τήν ἐκυβέρνα. Καί τούς μέν ἐβάπτιζε, ἀφοῦ τούς ἐνέσυρε ἀπό τή θάλασσαν τοῦ κακοῦ, τούς δε κλονιζόμενους ἐστήριζε, τούς ναύτας τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας καθωδήγει. Εἰς τά πηδάλια ἐκάθητο, τήν πλώρην ἐπώπτευε, τά σχοινία ἐτέντωνε, τά κουπιά ἔπιανε. Τά ἵστία ἄνοιγε ἤ ἐμάζευε, πρός τόν οὐρανόν ἔβλεπε. Ἦτο αὐτός μέσα σ’ ὅλα. Καί ναύτης καί κυβερνήτης καί πλώρη καί πανιά καί πλοῖον. Καί τά πάντα ὑπέμεινε διά νά ἀπαλλάξῃ τούς ἄλλους ἀπό τό κακό». Τελικά, ο πόθος του ήταν πόθος ιερότατος. Μόχθος και πόθος να καθοδηγήσει τους ακροατές του στον αληθινό Θεό και να παραστήσει «πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Κολ. 1,28). Αυτή ήταν η υψηλή αποστολή του.

 

 


   Η πρώτη αποστολική περιοδεία του περιέλαβε την Κύπρο, την Πέργη της Παμφυλίας, την Αντιόχεια της Πισιδίας, τη Λυκαονία, το Ικόνιο, τα Λύστρα, τη Δέρβη. Συγκεκριμένες πληροφορίες για το αποστολικό αυτό ταξίδι δίνουν τα κεφάλαια 13 και 14 του βιβλίου των «Πράξεων Ἀποστόλων». Η πρώτη αυτή περιοδεία είχε μάλιστα μεγάλη επιτυχία, καθ' ότι δημιουργήθηκαν πολλές χριστιανικές κοινότητες και ιδρύθηκαν αρκετές Εκκλησίες αποτελούμες κυρίως εξ εθνικών.

 

 

 

   Η δεύτερη αποστολική περιοδεία είχε στο πρόγραμμά της την Κιλικία, τη Φρυγία, τη Γαλατική χώρα, την περιοχή της Τρωάδος. Στην Τρωάδα αξίζει να μείνουμε κάπως περισσότερο. Στην πόλη αυτή ο 'Απόστολος καθοδηγείται λίαν εμφαντικώς υπό του Αγίου Πνεύματος. Ένας άνδρας Μακεδών ενεφανίσθη «κατ' ὄναρ» στον Παύλο λέγοντάς του: «Διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πράξ. 16,10). Εδώ κρύβεται και η αρχή της διαδόσεως του Χριστιανισμού στη Δύση και ανοίγονται οι Πύλες του εθνικού κόσμου για να έλθει το Φως της νέας πίστεως. Από την Τρωάδα έρχεται στους Φιλίππους και διαμέσου της Αμφιπόλεως και της Απολλωνίας καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στη Βέροια. Ακολουθεί το ταξίδι στο ιοστεφές άστυ, στο «τῆς Ἑλλάδος ἀπάσης ἔρεισμα», στην Αθήνα. Με τον περίφημο λόγο του προς τους Αθηναίους, στον Άρειο Πάγο, τα ποικιλώνυμα φιλοσοφικά συστήματα αντικαθίστανται από την αιώνια αλήθεια και την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Παύλος αντιπαραβάλλει το χριστιανικό πνεύμα προς την τυπικότητα του Ιουδαϊκού κόσμου και την κενότητα της ειδωλολατρίας. Εξαγγέλλει το μυστήριο του Σταυρού, ως δύναμη και σοφία Θεού, έναντι της ορθολογιζούσης σκέψεως που το βλέπει ως «μωρία» και του ιουδαϊκού νομικισμού που το χαρακτηρίζει ως «σκάνδαλο». Ο «ἄγνωστος Θεός» πλέον καθίσταται γνωστός. Η δεύτερή του αυτή αποστολική Περιοδεία καταλήγει με την επίσκεψη και παραμονή του στην Κόρινθο, όπου θα εργαστεί σκληρά και θα γράψει τις δύο προς Θεσσαλονικείς επιστολές του.
   Η τρίτη αποστολική Περιοδεία περιέλαβε την "Έφεσο και άλλα μέρη της Μ. 'Ασίας, όπως επίσης και πάλι περιοχές και πόλεις της Ελλάδος, ενώ η τέταρτη Περιοδεία απλώθηκε μέχρι την 'Ισπανία, Τελικά, στη Ρώμη φυλακίστηκε και το μαρτυρικό τέλος του ήλθε το 68 μ.Χ.
   Ο Απόστολος Παύλος πράγματι κατέστη ο 'Απόστολος των Εθνών και η προσωπικότητά του είναι μεγάλη στην ιστορία του πνεύματος της ανθρωπότητας. Η θεολογία του εμπνέει και μυσταγωγεί τις ψυχές και το κήρυγμά του παρηγορεί, ενισχύει και συγκινεί. Τα γραπτά του μπορούν «ἐν τοῖς πράγμασι» να καταστούν βίωμα και καθημερινή πράξη δίδοντας νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Και τούτο γιατί ο ίδιος ζούσε «ἐν τῷ Χριστῷ καί Χριστός ἔζῃ ἐν αὐτῷ». Ήταν μία ολοζώντανη προβολή του Χριστού προς τα έθνη. Η υπακοή του στη θεία βούληση είναι το βασικό του γνώρισμα ως αποστόλου Ιησού Χριστού. Είχε πάντοτε βαθύτατη υπαρξιακή συναίσθηση της υψηλής αποστολής στην οποία κλήθηκε από τον Θεό. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον αγώνα του με τα ρήματα «τρέχω», «πυκτεύω», «θηριομαχῶ». Είχε το πάθος του προφήτη, την τέχνη του παιδαγωγού, την αγάπη του πατέρα. Γι' αυτό και έγινε «τοῖς πᾶσι τά πάντα».
   Ο Παύλος είναι ο οικουμενικός διδάσκαλος. Είναι ο του ευρωπαϊκού πολιτισμού στυλοβάτης. Είναι της Ελλάδος Απόστολος και στήριγμα, καύχημα και δόξα.

 


Αρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δρ. Ν. & Θ.
Ιεροκήρυξ του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών