Ἡ τσιγγάνα Ζαμφίρα

Ἐδῶ καί ἑπτά χρόνια εἶμαι ἱερέας στό παρεκκλήσι τῶν φυλακῶν Προύνκου στό Κίσιβο (σ.σ. Δημοκρατία τῆς Μολδαβίας). Ἐπειδή παράλληλα ὑπηρετῶ καί στήν ἐνορία μου, κάνω ἐκεῖ ἀκολουθίες τίς Τετάρτες καί τίς Παρασκευές. Μέ βοηθοῦν κάποιοι κρατούμενοι ὡς ἐθελοντές. Ἕνα ἀπό τά καθήκοντά τους εἶναι νά προετοιμάσουν τούς κρατουμένους πού θά συμμετάσχουν στήν Ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, δίνοντάς τους νά διαβάσουν εἴτε τό Ὡρολόγιο εἴτε κάποιο ἀπό τά βιβλία πού ἔχουμε στή μικρή μας βιβλιοθήκη.

Θέλω ὅμως νά σᾶς διηγηθῶ κάτι πού συνέβη τό φθινόπωρο τοῦ 2008.

Οἱ φυλακές Προύνκου εἶναι οἱ μοναδικές φυλακές νοσοκομεῖο, στό ὁποῖο βρίσκονται καί ἄνδρες καί γυναῖκες. Σέ ἕνα κελί τοῦ χειρουργικοῦ τμήματος βρισκόταν καί ἡ Ζαμφίρα ἡ τσιγγάνα. Ὅταν ἕνας ἀπό τούς ἐθελοντές πῆγε στό κελί γιά νά ρωτήσει ποιός θά συμμετεῖχε στήν Ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, ἡ Ζαμφίρα τοῦ εἶπε: «Ἐγώ θά ἔρθω, ἀλλά δέν ἔχω ἀνάγκη τά βιβλία σου». Ἡ Ζαμφίρα ἦταν περίπου 36 ἐτῶν, ὄμορφη καί ἀπ’ ὅσα εἶχα καταλάβει «ἐλαφρῶν ἠθῶν». Ἦταν στή φυλακή ἀπό τά δεκαέξι της χρόνια, ἐπειδή εἶχε σκοτώσει τό παιδί της, ἀλλά καί γιά ἄλλα σοβαρά παραπτώματα.

 Τήν ἑπομένη λοιπόν ἡ Ζαμφίρα ἦρθε στήν Ἀκολουθία στό παρεκκλήσι. Τήν ἡμέρα ἐκείνη διαβάσαμε τόν Ἱκετήριο κανόνα πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό,τήν Παράκληση τῆς Παναγίας καί τόν κανόνα τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ἡ Ζαμφίρα ὅμως στό πίσω μέρος τοῦ ναοῦ ἀπαντοῦσε σέ κάθε προσευχή κοροϊδευτικά καί ἔκανε ἄσχημες χειρονομίες. Φυσικά ἐνοχλοῦσε καί ἐμένα, ἀλλά καί τούς ἄλλους κρατουμένους, οἱ ὁποῖοι ἦταν περίπου 35, ἄνδρες καί γυναῖκες. Κανείς δέν τολμοῦσε νά τῆς κάνει παρατήρηση, ἐπειδή εἶχε ἕνα κάποιο «κῦρος» στόν ὑπόκοσμο. Παρότι ἦταν 36 ἐτῶν, ἦταν ψηλά στήν ἱεραρχία, κάτι πού ὅλοι οἱ κρατούμενοι σέβονταν ἀπολύτως. Ἔδωσε ὁλόκληρη παράσταση καί κάποιους τούς διασκέδαζε μέ τά ἀστεῖα της. Τήν ἄφησα ἥσυχη, μόνο τή ρώτησα:

 «Πῶς σέ λένε;» «Ζαμφίρα», μοῦ ἀπάντησε. Τῆς εἶπα νά ἡσυχάσει. «Καλά», μοῦ ἀπάντησε αὐτή, συνέχισε ὅμως τά ἴδια.

 Μετά τήν Ἀκολουθία τούς ἐξομολόγησα ὅλους. Σέ μιά γυναίκα ἡ ὁποία ζοῦσε στό ἴδιο κελί μέ τή Ζαμφίρα εἶπα: «Δέν μπορῶ νά σέ κοινωνήσω τώρα. Θά κάνεις τόν κανόνα πού θά σοῦ δώσω καί θά ἔρθεις σέ δύο ἑβδομάδες νά κοινωνήσεις». Μόνο ἡ Ζαμφίρα δέν ἐξομολογήθηκε.

 Τότε τή ρώτησα: «Ἐσύ θά ἐξομολογηθεῖς;»

 Ὄχι δέν θά ἐξομολογηθῶ, γιατί ἄν θά ἐξομολογηθῶ, θά σοῦ πέσουν οἱ τρίχες ἀπό τή μύτη. (σ.σ. ἀργκό τῶν φυλακισμένων)

 Τότε γιατί ἦρθες στήν ἐκκλησία, ἀφοῦ οὔτε ἐξομολογεῖσαι, οὔτε προσεύχεσαι, οὔτε ἀκοῦς τήν Ἀκολουθία; Ἦρθες γιά βόλτα;

 Ὄχι, ἦρθα γιά νά δῶ πόσο ὄμορφος εἶσαι.

 Σέ ὅλα ἀπαντοῦσε πολύ ἀπότομα. Τότε εἶπα: «Ἄς γίνει τό θέλημα τοῦ Κυρίου».

 Μετά ἀπό δύο ἑβδομάδες ἔστειλα ἕναν ἐθελοντή στή γυναίκα στήν ὁποία εἶχα βάλει κανόνα, καί ἡ ὁποία ἔμενε στό ἴδιο κελί μέ τή Ζαμφίρα, γιά νά τῆς θυμίσει ὅτι θά κοινωνήσει καί νά ἑτοιμαστεῖ. Πάει ὁ ἐθελοντής στό κελί καί τῆς λέει: «Ὁ ἱερέας εἶπε πώς ἐπειδή αὔριο θά κοινωνήσετε, νά ἑτοιμαστεῖτε καί νά διαβάσετε τήν προσευχή πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως ». Τῆς ἔδωσε ἕνα Ὡρολόγιο καί ἀμέσως πετάχτηκε ἡ Ζαμφίρα:

 Θέλω καί ἐγώ νά πάω αὔριο στήν ἐκκλησία.

 Ὄχι, δέν θά πᾶς, ἐπειδή δέν κάθεσαι ἥσυχη, τῆς εἶπε ὁ ἐθελοντής.

 Σέ παρακαλῶ, θέλω νά πάω, ἐπέμενε ἡ Ζαμφίρα. Δῶσε μου ἕνα βιβλίο νά διαβάσω. Τῆς ἔδωσε τό Ψαλτήρι. Δέν ξέρω τί διάβασε καί πόσο διάβασε, ἀλλά τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἦρθε καί μέ βρῆκε μιά συγκρατούμενή της καί μοῦ εἶπε:

 Πάτερ, ἡ Ζαμφίρα δέν εἶναι καλά στό μυαλό της.

 Δηλαδή, τί θέλεις νά πεῖς;, ρώτησα ἐγώ.

 Ὅλη νύχτα ἔκλαιγε. Διάβαζε καί ἔκλαιγε. Δέν ξέρω τί διάβασε, ἀλλά ἔκλαιγε πάρα πολύ. Ἀφοῦ τούς ἐξομολόγησα ὅλους, πῆγα στή Ζαμφίρα. Ἦταν γονατισμένη σέ μιά γωνία. Φαινόνταν κλαμένη. Δέν ἔλεγε τίποτα.

 Θέλεις νά ἐξομολογηθεῖς;

 Ναί, πάτερ, θά ἐξομολογηθῶ, ἀλλά δέν θά ἐξομολογηθῶ ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι.

 Πές μου, πῶς θέλεις;

 Θέλω νά ἐξομολογηθῶ μέ δυνατή φωνή, μπροστά σέ ὅλους.

 Καί ὅπως στεκόμουν ἐγώ μέ τό πρόσωπο πρός τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γύρισε πρός τούς ἄλλους κρατουμένους καί ἄρχισε νά ἐξομολογεῖται δημόσια!

 Ἡ ἐξομολόγηση κράτησε 45 λεπτά. Σέ κάθε ἁμαρτία ἔκλαιγε, ἔκανε μιά μετάνοια καί ἔλεγε: «Παρακαλῶ, συγχωρέστε με». Ἀφοῦ τελείωσε, σκέφτηκα. «Νά τήν κοινωνήσω;» Σύμφωνα μέ τούς κανόνες τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἔπρεπε νά μήν τῆς ἐπιτρέψω νά κοινωνήσει γιά τριακόσια χρόνια, μέ τόσο βαριές ἁμαρτίες πού εἶχε κάνει. Αὐτό πού κατάφερα νά μάθω, ἦταν πώς ἡ γιαγιά της τήν εἶχε βαπτίσει ὅταν ἦταν μικρή, ἀλλά ποτέ δέν εἶχε κοινωνήσει. Συνεπῶς, θά ἦταν ἡ πρώτη φορά.

 Δέν εἶχε φάει τίποτα ἐκεῖνο τό πρωινό. Σκεφτόμουν τί θά ἔκανε ὁ Χριστός μετά ἀπό μιά τέτοια ἐξομολόγηση προσευχόμενος ὡς ἑξῆς:

«Κύριε, ἐάν τήν κοινωνῶ ἀναξίως, παίρνω ἐγώ ἐπάνω μου αὐτήν τήν ἁμαρτία». Τήν κοινώνησα. Μετά τή Θεία Κοινωνία ἔλαμπε ἀπό χαρά καί ἔψελνε «Ἀλληλούια». Βρισκόταν σέ μιά τέτοια κατάσταση χαρᾶς, πού σπάνια συναντᾶς καί σέ χριστιανούς πού ζοῦν ἐλεύθεροι στόν κόσμο.

 Τό βράδυ μοῦ τηλεφώνησε ἕνας φύλακας: «Πάτερ, ἡ Ζαμφίρα πέθανε», μοῦ λέει.

 Στίς 9 τό βράδυ ἔφτασα στή φυλακή καί ρώτησα μιά φυλακισμένη, πού εἶχε κοινωνήσει μαζί της, τί συνέβη καί μοῦ εἶπε:

 «Πάτερ, ἦταν πολύ χαρούμενη πού κοινώνησε. Ἀπό τό πρωί προσευχόταν στόν Θεό, μοῦ μιλοῦσε γιά τόν Θεό, γιά τή μετάνοια, γιά τήν πίστη καί τήν ἀγάπη καί ἔκλαιγε γιά τίς ἁμαρτίες της. Κατά τίς ὀκτώ τό βράδυ μοῦ λέει: “Δέν αἰσθάνομαι καλά, κάτι ἔχω”.

 Πῆγε στό μπάνιο, πλύθηκε, ἔβαλε τά πιό καλά της ροῦχα καί εἶπε: “Ἐγώ θά πεθάνω τώρα, δῶστε μου ἕνα κερί” (σ.σ. Σέ ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες, ὅταν κάποιος ξεψυχάει, πάντα κρατοῦν δίπλα του ἕνα ἀναμμένο κερί). Τῆς ἔφεραν τό κερί, γύρισε τό κεφάλι της πρός τόν τοῖχο καί πέθανε».

 Τήν ἑπομένη ἡμέρα, οἱ γιατροί ἔκαναν συμβούλιο. Ἔπρεπε νά χειρουργηθεῖ γιά κήλη, ἀλλά δέν ἔβρισκαν μιά αἰτία γιά τόν ξαφνικό θάνατό της. Ἐγώ πιστεύω πώς ὁ Θεός περιμένει τόν καθένα νά ἐπιστρέψει κοντά Του καί ὅταν αὐτό γίνει καί εἶναι καθαρός, τότε ὁ Θεός κρίνει ἐάν θά τόν πάρει δίπλα Του.

 Ἱερέας ΒΙΟΡΕΛ ΚΟΖΟΚΑΡΟΥ
Κίσιβο
 Ἀπόδοση στά ἑλληνικά: π. Γεώργιος Κονισπολιάτης.
Ἀπό τό περιοδικό Familia Ortodoxa, τ. 39, Ἀπρίλιος 2012.