Βίος ἑόρτιος καί βίος ἀνεόρτιος

 

 

Καί ἐνῶ ἡ κτίση βιώνει τό θαῦμα τῆς ἀνοιξιάτικης παλιγγενεσίας καί ἀναπέμπει ὠδή μυριόστομη πρός τόν Δημιουργό τοῦ σύμπαντος ἡ ἐλευθερία, προνόμιο τῶν λογικῶν ὄντων, διαφοροποιεῖ καί τόν τρόπο συμμετοχῆς στό ἑόρτιο γεγονός.
    Ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τόν Μ. Βασίλειο καί τόν πανέμορφο Πόντο1 ὅπου μαζί μέ τόν ὑπέροχο φίλο του Γρηγόριο ἑτοιμάζουν τήν περιώνυμη «Φιλοκαλία2». Τό ἐξαίσιο τοπίο στή μαγεία τῆς ἄνοιξης τόν προκαλεῖ νά πάρει θέση. Καί ἀφοῦ προτάξει τήν ἀσύλληπτης λογοτεχνικῆς ἀξίας περιγραφή τοῦ φυσικοῦ κάλλους τῆς περιοχῆς, ἐπισημαίνει: «ἐμοί δε οὐ σχολή τούτοις προσέχειν τόν νοῦν (δέν θά ἐπικεντρωθῶ σ’ αὐτά), ὅ δε σπουδαῖον μέν εἰπεῖν, τοῦ χωρίου ἥδιστον, ἐμοί πάντων καρπῶν τήν ἡσυχίαν τρέφει3»! Ἑόρτιος βίος γιά τόν Βασίλειο δέν σημαίνει ἄνευ ὅρων παράδοση στά θέλγητρα τῆς ἀνοιξιάτικης οἰστρηλασίας οὔτε ὅμως παρεξήγηση τοῦ μεγαλείου τῆς φύσεως.
Σέ ἔσχατη ἀνάλυση, ἑόρτιος βίος μπορεῖ νά σημαίνει «χαίρειν ἐν τοῖς παθήμασιν» (Κολ. 1:24) μέ τήν ἐλπίδα κραταιά, πάντοτε, στό βάθος τῆς ὕπαρξης. Εἶναι ὁ βίος μέ ὅραμα ὑπέρβασης ὁρίων τοῦ ἐφημέρου, ἔχοντας ὑπόδειγμα σταθερό πρότυπα, ὅπως τῶν ἁγίων πού προαναφέρθηκαν.
    Ὁ ἀνέορτος βίος – καθώς δέν ἐπωφελεῖται ἀπό τό ἑορταστικό γεγονός- παρομοιάζεται μέ ὁδό μακρά «ἀπανδόκευτο», πορεία δηλ. χωρίς σταθμό καί φιλόξενο κατάλυμα4 . Γιατί, σημειώνει ὁ Emil Dukheim (1857-1917), ἡ ἑορτή «νοηματίζει τόν χρόνο» δηλ. τό γίγνεσθαι στόν χῶρο, κυρίως στό πρόσωπο ἤ τή συνείδηση τοῦ μέλους μιᾶς κοινωνίας. Ἡ ἔλλειψη τοῦ ἑορταστικοῦ φαινομένου ἤ ἀλλοιῶς στό κενό πού προκλήθηκε ἐξ αἰτίας της, τώρα μορφάζει ἀπειλητικά τό φάσμα τῆς καρδίας καί ἀνεστιότητας τοῦ βίου μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Πρόκειται ὡστόσο γιά θέμα ἁρμοδιότητας μᾶλλον τῆς ψυχιατρικῆς ἤ τῆς ψυχοπαθολογίας.

 

 

   Ἐπιστρέφοντας στό κυρίως ζητούμενο, τήν πραγμάτωση δηλαδή ἀρετῶν ἀναγνωρίσιμων στό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, μέ τίς ὁποῖες δηλώνεται ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς φύσεως, θά ἦταν σκόπιμο νά τονισθεῖ ὅτι ὁ ἑόρτιος βίος συνιστᾶται ἀπό βιώματα καί αἰσθήματα πού ἑδράζονται στό ὑπαρξιακό βάθος. Ἡ ἀνάδυση καί συγκρότησή τους σέ ἑνιαία στάση νηφαλιότητας ἀπέναντι στή ροή τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σημαίνει διαρκῆ προσπάθεια, συχνά ἐπώδυνη, «ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστός ἐν ὑμῖν5 ».
    Και ὁριστικό σημεῖο εἶναι ἡ διεξαγωγή τοῦ ἀγώνα μέσα σέ κλίμα ἐγκαρτέρησης καί «χαρμολύπης» μέχρι τήν τελική ν.ικη. Ἀγώνας εἰρηνικός μέ ἀφετηρία καί στόχο τήν πραγματικότητα, ὅπως αὐτή συνοψίζεται στόν ἀδιάψευστο λόγο: «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε· ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον6». Ὁ βίος ὁ ἑόρτιος δέν εἶναι ἀποδέκτης μόνο «φαιδρῶν» μηνυμάτων οὔτε μόνο φορέας πρόσκαιρης ἱκανοποίησηης τῶν αἰσθήσεων· εἶναι πρωτίστως βίος σταυροαναστάσιμος, ἄρα προσγειωμένος στήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ μέ πρόσβαση καί προσδοκία στό πνεῦμα καί τήν ἔννοια τοῦ ὕμνου: «Χθές συνεθαπτόμην Σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι Σοι7».
    Γίνεται σαφές ὅτι τά βιώματα αὐτῆς τῆς τάξεως οὐδέποτε προκύπτουν κάτω ἀπό συνθῆκες ὁμαλοῦ καί ἀδιατάρακτου βίου. Σφυρηλατοῦνται μᾶλλον στήν «ὑψικάμινο» τοῦ χρέους καί στόν αγώνα κατά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου πού συνεπάγεται ἡ ροπή τῆς ἁμαρτίας μέσα στή ροή τοῦ εἰκονικοῦ χρόνου καί τοῦ ἐφήμερου κόσμου. Εἶναι ἡ διαπάλη τῆς ὑπέρβασης πού συνιστᾶ τό νόημα τοῦ βίου καί συναρτᾶται μέ τή δόξα τοῦ Θεοῦ, κατά τό ρῆμα: «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε8». Ἡ συνειδητοποίηση καί ἄσκηση τοῦ ἤθους αὐτοῦ τῆς ἐκκλησίας εἶναι θέμα καί ρεαλιστικῆς ἀντιμετώπισης τῆς ἑορτῆς ἀλλά καί καθημερινότητας τοῦ βίου. Τοῦτο σημαίνει κάθαρση ἀμφοτέρων ἀπό τήν ἁμαρτία ὅσο καί ἀπό ἄσκοπους θορύβους καί ἐπιδείξεις ἐντυπωσιασμοῦ, ἀπό κάθε περιττό καί κίβδηλο.
    Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τόν θεολόγο Γρηγόριο νά συμπληρώσει, ἐπισφραγίζοντας τά παραπάνω, μέ λόγο αὐθεντικό καί ἐπίκαιρο, πού ἡ ἐποχή μας δέν τολμᾶ νά ἀρθρώσει!
    «Τοιγαροῦν ἑορτάσωμεν μή πανηγυρικῶς ἀλλά θεϊκῶς. Μή κοσμικῶς ἀλλ’ ὑπερκοσμίως. Μή τά ἡμέτερα ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ τοῦ Δεσπότου. Μή τά τῆς ἀσθενείας ἀλλά τῆς ἰατρείας· μή τά τῆς πλάσεως ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως. Ἔσται δέ τοῦτο πῶς; Μή πρόθυμα στεφανώσωμεν, μή χορούς συστησώμεθα· μή κοσμήσωμεν ἀγυιάς, μή ὀφθαμόν ἑστιάσωμεν, μή ὄσφρησιν ἀκηλύνωμεν, μή γεῦσιν καταπορνεύσωμεν, μή ἁφῇ χαρισώμεθα, ταῖς προχείροις τῇ κακίᾳ ὁδοῖς καί εἰσόδοις τῆς ἁμαρτίας9»

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗΣ
Ἐπίτιμος σχολικός σύμβουλος θεολόγων

 

1. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Βασιλείου διατηροῦσε στήν περιοχή μεγάλο κτῆμα, πού ἀργότερα θά ἐνίσχυε οἰκονομικά τό ἔργο τῆς Βασιλειάδας.
    2. Πρόκειται γιά ἐπιλογή σπουδαίων κειμένων, τοῦ Ὠριγένη κ. ἄ., πού ἔγιναν ἀφορμή νά κωδικοποιηθοῦν ἱερά κείμενα καί ἀποφθέγματα πατέρων, τά λεγόμενα Florilegia.
   3. Γρηγορίῳ τῷ ἀδελφῷ, Ἐπιστολή 14 Βιβλιοθ. Ἑλλήνων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, τόμος 55, 35, 9-10. Ἀπ. Διακονία, Ἀθῆναι 1977.
     4. Ἀντίθετα τό ἑορταστικό φαινόμενο βιώνεται ὡς μόνιμη παρουσία πληρότητας καί ἱκανοποίησης ἀναγκῶν ὄχι ἀποκλειστικά πνευματικῶν, ἀλλά τό συναμφότερον, καθώς μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
     5. Γαλ. 4:19.
     6. Ἰω. 16:33.
     7. Ἰ. Δαμασκηνοῦ, κανών ἀναστάσιμος, ὠδή γ΄.
     8. Α΄ Κορ. 10:31.
   9. Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (Β.Ε.Π.Σ.), τόμος 60, 65, 316, 14-15, Ἀθῆναι 1980.