Εἰσβολή στήν ἱστορία

 

  Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.
   Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο.
   Ἐν αὐτῷ ζωή ἦν.
   Ἦν τό φῶς τοῦ ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα
    ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον.
    Και ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος  καί ἀληθείας.

Ἰωάννης, Κεφάλαιο πρῶτο

 

   «Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὁ μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἰσέβαλε στόν κόσμο πού δι’ Αὐτοῦ δημιούργησε ὁ Πατέρας, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ἔταμε τήν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀνέτρεψε κατεστημένα καί κατήργησε θρησκεῖες, ὄχι γιά νά δημιουργήσει ἕνα καινούργιο κατεστημένο καί μία καινούργια θρησκεία, ἀλλά γιά νά δώσει σέ ὅσους «ἔλαβον αὐτόν… ἐξουσίαν τέκαν Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ». «Και ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καί χάριν ἀντί χάριτος».
   «Ἐξουσία τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», «χάρις ἀντί χάριτος», αὐτά εἶναι τά πολύτιμα δῶρα, τά ὁποῖα κομίζει ὁ σαρκωθείς Λόγος στήν παραπαίουσα, ἀναζητοῦσα καί προσδοκῶσα τή λύτρωση ἀνθρωπότητα. Γιά νά φέρει τά δῶρα αὐτά, ἔγινε σάρξ, έγινε ἄνθρωπος, ἔγινε «ὀστράκίνο σκεῦος», πήλινο δοχεῖο, πού περιέχει ὅμως τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό· ἔγινε κατά πάντα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός τῆς ἁμαρτίας. Γεννήθηκε, ἔζησε, πέθανε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνέστη ὡς Θεός. Πεινοῦσε, διψοῦσε, κουραζόταν, εἶχε ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά καί θεράπευε ἀρρώστους, ἀνάσταινε νεκρούς καί κυριαρχοῦσε στή φύση, θαυματουργώντας ὡς Θεός. Ἀκόμη καί τόν πειρασμό συνάντησε ὡς ἄνθρωπος, καί τόν ἀντιμετώπισε ὡς Θεός.
   Οἱ σύγχρονοί Του ἔβλεπαν ἕναν κοινό ἄνθρωπο, μέ φτωχική ἐμφάνιση, χωρίς φωτοστέφανο, χωρίς μεγαλοπρέπεια. Κι ὅμως αὐτή τήν ταπεινή μορφή προσέλαβε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά νά μιλήσει στους ἀνθρώπους. Ὅποιος ξεπερνοῦσε τά φαινόμενα καί μέ ταπείνωση προσήρχετο ἀπροϋπόθετα σ’ Αὐτόν, μποροῦσε νά πλησιάσει τό θεανδρικό Μυστήριο καί νά ἀκούσει τόν Λόγο νά ἀποκαλύπτει τόν Πατέρα.
   Ὁ Λόγος ἀπεκάλυψε τόν Πατέρα. Ὁ Πατήρ ὁμίλησε διά τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου Του. Ὁ ἀπρόσιτος Θεός ἔγινε προσιτός διά τοῦ Λόγου Του. «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο». Ὁ ἀπερινόητος καί ἀκατάληπτος Θεός θέλησε νά μᾶς ἀποκαλύψει Ἑαυτόν. Ἄν μᾶς μιλοῦσε στή «γλώσσα» Του, ὁ Λόγος Του θά μᾶς ἦταν ἐξ ἴσου ἀπρόσιτος. Γι αὐτό μίλησε στή γλώσσα μας: «μετέφρασε» Ἑαυτόν, γενόμενος σάρξ. Δεν ἔγινε ἄγγελος, ἀλλά ἔγινε αὐτό πού εἴμαστε, γιά νά μᾶς κάνει αὐτό πού εἶναι, υἱούς κάι θεούς κατά χάριν.

   Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Τι σημαίνει γιά τόν ἄνρθωπο τό γεγονός αὐτό;
   Σημαίνει ὅτι
   • ὁ Λόγος σαρκώθηκε, γιά νά ἀνοίξει τή θύρα προς τόν Πατέρα καί νά προσκαλέσει τόν ἄνθρωπο νά εἰσδύσει στό Μυστήριο, νά προσέλθει στόν θρόνο τῆς Χάριτος, νά γίνει παιδί Του·
   • ἄν θέλει νά γίνει υἱός καί θεός κατά χάριν, πρέπει νά ἀκούσει τήν πρόσκληση τοῦ σαρκωθέντος Λόγου. Αὐτή τήν πρόσκληση, που ἀπευθύνει ὁ σαρκωθείς, σταυρωθείς, ἀναστάς, ἀναληφθείς καί καθίσας στα δεξιά τοῦ Πατρός Λόγος. Αὐτός πού «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» καί βρίσκεται πάντοτε «μεθ’ ἡμῶν», παρατεινόμενος στους αἰῶνες ὡς Ἐκκλησία·
   • αὐτή ἡ σαρξ πού προσέλαβς ὁ Λόγος, εἶναι ἡ δική μας ἁμαρτωλή σάρξ, πού ὅμως θεοῦται μέ τήν κοινωνία τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ·
   • τον σαρκωθέντα Λόγο συναντοῦμε στην ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τή μορφή τῆς θείας εὐχαριστίας καί τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ὁ εὐχαριστιακός Λόγος καί ὁ εὐαγγελικός Λόγος εἶναι ἡ τροφή πού προσφέρει ἡ Ἐκκλησία γιά νά οἰκοδομήσει ἑαυτήν καί νά συντηρήσει τά μέλη της στή ζωή. Ὁ μη τρεφόμενος ἀπό τόν Λόγο εἶναι πνευματικά νεκρός·
   • ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ζῶν Χριστός, πού δεν ἔχει σχέση μέ νεκρούς τύπους. Ἡ μεγάλη ἔκπτωση ἀπό τήν πίστη, ὁ μέγας πειρασμός γιά ἀνθρώπους μέ χαλαρή ἤ καί μέ στενή σχέση μέ τήν ἐκκλησία, εἶναι ἡ παγανιστική ἀντιμετώπιση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς Εὐχαριστίας καί ὡς Εὐαγγέλιου: Κοινωνῶ ἔτσι, γιά τό καλό· κοινωνῶ ἀπό συνήθεια· ἡ κοινωνία μου εἶναι πράξη ἀτομικῆς εὐσέβειας καί ὄχι μετοχή στό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου. Ἀκούω τά Ἀναγνώσματα καί ἀδιαφορῶ γιά τό νόημά τους, πιστεύοντας ὅτι καί μόνον ἡ ἀκρόαση μέ ἁγιάζει· ἀφοῦ τά καταλαβαίνω κάπως ἐγώ, δεν μέ ἐνδιαφέρει ἄν τά κατανοοῦν οἱ ἄλλοι, πού ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία πιστευσάντων· ἡ ψαλτική ἐκφορά ἤ τό γλωσσικό ἔνδυμα εἶναι ἱερά, εἶναι ταμπού, τό μήνυμα πού μεταφέρουν εἶναι ὑποδεέστερο τῆς μορφῆς, τό ὄχημα ὑπερέχει τοῦ μηνύματος. Τέτοιες ἀντιλήψεις καθιστοῦν τόν προσφερόμενο στήν Ἐκκλησία Λόγο ἀνενεργό, γιατί τόν ἀντιμετωπίζουν ὡς κάτι πού δρᾶ μαγικά καί παραγνωρίζουν ὅτι, τό περιέχον εἶναι ἱερό, μόνο γιατί εἶναι Ἱερό τό περιεχόμενο. «Τι γάρ μεῖζόν ἐστιν; ὁ χρυσός, ἥ ὁ ναός, ὁ ἁγιάζων τόν χρυσόν;… τό δῶρον, ἤ τό θυσιαστήριον, τό ἁγιάζον τό δῶρον;».

Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο…
«ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»·
«προσερχόμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεος, καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν…».
Γι’ αὐτό,
«διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ …». Ὅπως οἱ ποιμένες, ἄς ἀναζητήσουμε τόν σαρκωθέντα Λόγο· ἄς τοῦ προσφέρουμε τά δῶρα μας, ὅπως οἱ Μάγοι. Κι ἄς δεχθοῦμε τά δῶρα Του: τό Ἔλεος καί τή Χάρη, τήν Υἱοθεσία, τήν πρόσβαση στόν Πατέρα. Τή Λύτρωση.

Γ.Α.ΓΑΛΙΤΗΣ